![]() |
Δεν τα κατάφερνε να κοιμηθεί, ζέστη του κερατά, και-
γότανε το μεσημέρι, η κάμαρα μία κόλαση, πλάγιασε
πάλι, απέναντι η Φανή,
το μάτι της Φανής ασάλευτο στο κάντρο, χρόνια δε-
καεφτά που πέθανε, κι όξω απ΄ την κάμαρα ο σταθμός,
σακατεμένες μηχανές βουλιάζοντας στο σίδερο.
Τραίνο στις 12, τραίνο στις 3, τραίνο στις 4 και τέ-
ταρτο, τότε το τραίνο κίνησε νυστάζοντα, κι άκουγες
τους αρμούς τα κόκαλα, τροχοί και κόκαλα, κι από τα
σπίτια πίσω ο μέγας ουρανός, κι από τα δέντρα πίσω
ο μαύρος ουρανός, το τραίνο παίρνοντας
την κατηφόρα, χώματα ξερότοποι, κι αυτός σκυμένος
στο παράθυρο, μήτε ήρθε στο φυλάκιο της στροφής
εκείνη η ανώνυμη γυναίκα, στάχτη κι ερημιά το μού-
τρο της, να σύρει τη βαρειά αλυσίδα, ο δρόμος ανοιχτός
και η άσφαλτο, κι ο σκύλος μήτε σάλεψε, χωμένος στη
γαρουφαλιά, το τραίνο παίρνοντας
την άλλη κατηφόρα, ίσια γραμμή, δεξιά το πεύκο βύ-
ζαινε το φως, και κάτω δέκα μέτρα η θάλασσα, σωστό
γυαλί στον ήλιο αστράφτοντας, η αρμύρα από τη θά-
λασσα, κι ο λίγος άμμος, το νερό σε μια φανταστική
συνέχεια, ο λίγος άμμος το κορμί του καίγοντας, στον
ήλιο καίγοντας.
Ετσι γυμνός ανάσκελα, χωμένος μες στο καλοκαίρι,
βούιζε το κεφάλι του, γιομάτο κυπαρίσσια και τζιτζί-
κια το κεφάλι του πριζότανε.
Χιλιάδες σπίθες στο εσωτερικό και σκοτεινιά κι αντί-
λαλοι, κι όξω στον άμμο ένα μεγάλο φως, πλατύ χω-
ράφι αθέριστο, γιομάτο φως, κι εκείνος,
έτσι πρησμένος και γυμνός, ανάσκελα, σε τούτη την
απίστευτη εκμηδένιση, το μάτι του άδειο γράφοντας
τα γεγονότα τ΄ ουρανού, τα κυπαρίσσια ακίνητα και
μια σειρά πουλιά, μαύρα, λοξεύοντας,
χιμώντας πάνω στο κουφάρι του, με πείνα αρπάζοντας
τα σπάραχνα, σκουντώντας τόνα τ΄ άλλο, κράζοντας,
και τρώγανε ανυπόμονα κι ακούγονταν μέσα στο φως
οι φοβερές φτερούγες που χτυπούσανε.
Κατέβηκε παντού η σιωπή.
Κατέβηκε με τ΄ άροτρο ο Θεός.
Ασπρο το ρούχο του, πελώριος έκατσε, κι έκατσε δίπλα
στο σκαμνί, τα ρούχα του τον άμμο σκοτεινιάζοντας,
και φαρδύ του χέρι εσκάλισε, τ΄ άσπρα του δά-
χτυλα κοσκίνισαν τον άμμο, κι ο Θεός
είπε, σηκώνοντας αργά το χέρι του, να φύγουν τα που-
λιά, κι εκείνα φύγανε, ξαφνιάστηκαν, πήραν το δρόμο
ανάμεσα στα κυπαρίσσια, εφύγανε, σκεπάσανε την ά-
κρη τ΄ ουρανού.
Κι είπε ο Θεός.
Κι ήρθε η Φανή, κατέβηκε, σκούρα κι αμίλητη στην
πέτρα του γιαλού.
Ηρθε κι ο θυρωρός κουτσαίνοντας,
ο Νίκος από το περίπτερο και το πλατύ
ποτάμι πέρα από τη Λάρισα, κι η γέφυρα ύστερα, κι ο
δρόμος όξω απ΄ την Κοζάνη, και τα πολυβόλα, κι η
κραυγή του λοχαγού στη σκοτεινή χαράδρα, ήρθε η
Φανή,
στο απέραντο νοσοκομείο, διάδρομοι και φως, και πιο
ψηλά κόκκινοι λόφοι, οι λόφοι κόκκινοι, κοκκινοκόκκι-
νοι, μαύροι καθώς ενύχτωνε και περπατούσαν με φα-
νάρια ανάμεσα στα ξύλα, βλαστημώντας το Χριστό
σας ο Ζαφόγλου κι ήρθανε
χιλιάδες έγγραφα, χαρτιά σφραγίδες και χαρτόσημα
κι υπογραφές, η επιτροπή στη σύναξη κι ο σκούρος
τοίχος πίσω τους με το σημαδεμένο χάρτη, μυγοχέ-
σματα, τσιγάρα, σκύβοντας κάτι σκυφτές φωνές.
Κι εφάνηκε απ΄ τους άμμους, περπατώντας ήσυχα, ήρ-
θε η γυναίκα στο φυλάκιο της στροφής, πήρε την α-
λυσίδα αργά, την πέρασε στο γάντζο, και το χέρι της
κομένο απ΄ τον καρπό, ξερό σαν ξύλο, κάψαλο το χέρι
της.
Και πέντε φορτηγά στην άσφαλτο σταμάτησαν, τόνα
με τ΄ άλλο, ο σκύλος τότε ανασηκώθηκε, πάνω στο
τραίνο εχίμηξε αστραπή, καθώς το τραίνο εκίναγε, κι
αρχίνισαν τα κόκαλα, τροχοί και κόκαλα, σίδερα – κό-
καλά, κι ο σκύλος τότες ούρλιαξε.
Κι εκείνος άκουσε, μέσα στη βύθιση, άκουσε.
Κι είπε να σηκωθεί, σηκώθηκε, ξανάπεσε μεμιάς.
Τον πήρε η θάλασσα, σκοτάδι χαμηλά σκοτείνιαζε και
πάγωνε από το παράθυρο, τον πήρε η θάλασσα, βρά-
χια νερό και πέτρες χάθηκαν,
η αλυσίδα, η άσφαλτο, τα πέντε φορτηγά,
τα βράχια κόκκινα, πέτρα χαλίκι κι άμμος κι ουρανός,
μονάχα ο κούφιος ουρανός.
Τάκης Σινόπουλος
