Ασήκωτο βάρος μου φαίνεται η μέρα,
το σκληρό φως,
στο σκοτάδι όπου όλα θολώνουν,
καταφέρνω να κρύβω τη λύπη, τη θλίψη,
την απογοήτευση που μου προκαλούν οι άνθρωποι
την άγρια πραγματικότητα,
μα όταν νυχτώνει, όταν σβήνει ο ανελέητος ήλιος
αφήνω το βρυχηθμό μου, που κόχλαζε, να ακουστεί,
κι ας μείνει μέσα στον λαιμό μου,
κι ας τον ακούσω μόνο εγώ
που ξέρω από πού προέρχεται?
Απ? το σκοτάδι μέσα μου?
Όταν οι άλλοι με βλέπουν,
μου μιλούν χωρίς να τον υπολογίζουν, γελάμε,
βγαίνουμε έξω να πιούμε καφέ, να δούμε στις βιτρίνες τα «καινούρια μας»,
νομίζουν πως μόνο εγώ είμαι εδώ
-τον έχω μεταμφιέσει, γι? αυτό δεν τον αναγνωρίζουν,
αγνοούν την ύπαρξή του-
αλλά είναι εκεί, εγώ τον ξέρω?
Τον θυμάμαι πάντα, κι ας καμώνομαι πως τον ξεχνώ
τον άλλο εαυτό, τον σκιώδη, που νομίζει πως τρέχει πριν από μένα,
και πως θα φτάσει κάπου πρώτος:
ξέρω πως δεν θα πάει μόνος πουθενά,
από πάνω μου κρεμιέται, τον σέρνω,
στους δρόμους, στα λεωφορεία, παντού και πάντα
φοράω γυαλιά σκούρα μαύρα , να τον κάνω ένα με τις άλλες σκιές
να μην τον νοιώθω πως με μπερδεύει στο βήμα,
τον τσαλαπατάω, που θέλει να σηκωθεί να επαναστατήσει
να φωνάξει ποιος είναι αληθινά αυτός , και ποια είμαι εγώ?
Την νύχτα γινόμαστε πάλι ένα, μέσα στη σιωπή,
όταν όλοι κοιμούνται, ήσυχοι μέσα στην άγνοιά τους,
σκεφτόμαστε παρέα,
κάνουμε τον απολογισμό,
αλληλοστηριζόμαστε στα δύσκολα?
Τις υπόλοιπες ώρες,
ξαναρχίζει το κυνηγητό,
όμως η αλήθεια είναι, πως τρέχω μόνη
μα βγαίνω δεύτερη, στο νήμα
προπορεύεται εκείνος,
φιμωμένος?
Δ. Τσαφετοπούλου