Λέω του καθρέφτη

images35.jpeg

 

Όταν σχήμα ξεχνούνε και χρώμα τα πράγματα, κι όταν

κι οι τοίχοι, από τη νύχτα χτυπημένοι, αναπτυχώνονται,

κι όταν γονυκλινή υποτάσσονται τα πάντα και χωνεύονται,

ε σ ύ στέκεσαι μονάχα, διαφάεινη παρουσία, στα πόδια σου.

 

Στους ίσκιους ολόγυρα τη βούλησή σου επιβάλλεις: σαφή,

ξάστερη, απτή. Η σκαπτή σιωπή σου μαρμαίρει στο θόλο

του σκότους, και με κάτι περιστέρια εντελώς αναπάντεχα

στέλνεις πάντα στα πράγματα τα μυστικά σου μηνύματα.

 

Οι καρέκλες μεγαλώνουν οληώρα τη νύχτα, προσμένοντας

Φανταστικούς επισκέπτες να ρθουν και μπρος σ? έναν δίσκο,

εκεί, ασημένιον να κάτσουν, ενώ εσύ, μάρτυς ολοδιάφανος,

νεράκι θα λες από μνήμης του φωτός και πάλι το μάθημα.

JORGE CARRERA ANDRADE