Σε λίγο θα βγει το φεγγάρι. Βράδυ φθινοπώρου.
Συνέχεια, δώσ? του να γυρνοβολούν παντού σκιές. Τάχα
τα μάτια μου ποια νύχτα φυλλωμένη μες στου χώρου
τους ψίθυρους και τις φωνές σφαλίζει; Οπλές μονάχα
ακούω. Να ψαύσω θέλω με τον λόγο αρχαίους τόπους.
Ψηλαφητά στο σκότος θά ?βρω (λες;?) ποτέ την κρήνη
ή εις μάτην ψάχνω μες στην πλησμονή το magnum opus
που τα έτη τα μπαγιάτικα απ? τα φρέσκα θα διακρίνει;
Κι αν πάλι τώρα μου στερούν το δάσος του φθινόπω-
ρου, ανοίγουν ?να!? τα μάτια μου, και σα χωράφια απλώνουν
με δέντρων δύναμη βγαλμένη απ? των κορμών τον κόπο
που αγέρα και νερό ρουφούν και σε αψιούς οπούς ενώνουν.
Γιατί, άραγε; Αχ, γιατί; Οι κραυγές εκβάλλονται ματαίως
σε μια εποχή όπου το σκοτάδι αφρόντιστη γαλήνη
εγγυάται? σαν κλαδί ετσακίστη ο θρήνος ο πηγαίος.
Το δάσος εκοιμήθη πια ? τις ρίμες τις κεντά η σελήνη.
JAROS?AW IWASZKIEWICZ