Το Νέο Κλίμα

samt-2007.jpeg

(10) 

για τον G.Caproni

 

Όταν φθάνω

έχει μόλις φύγει

σαν πρόσωπο

ατελώς αγαπημένο

που αφήνει στο δάπεδο, με κόπο

τη βαλίτσα, το ένα πόδι

ακόμα στο σκαλοπάτι του τραίνου

διστακτικό και μέσα στην καρδιά το φως

της θάλασσας, έξω από το παράθυρο

οι σήραγγες άξαφνα χωρίς

κόλπους, γαλάζιες αγκαλιές, όχθες

χαμένες σαν βαριεστημένες κοπέλες.

Όταν φθάνω

εξαφανίζεσαι στο προάστιο των φυλών

ανάμεσα σε ράτσες τριτοκοσμικές, παλλόμενες

σαν να επίκειται η εξαγορά

και οι μορφές ατέλειωτες στο λιθόστρωτο

που μυρίζει ασβέστη και κατράμι

όταν φθάνω

πόλη των ποιητών που σ’ έχουν

δει με το δικό τους μέτρο

χτενισμένη κόντρα στο βουνό

ή κάτω, στο λιμάνι, ανάμεσα στα σκυλόψαρα

που ξενερίζουν απ’ την πείνα στο ενυδρείο

ή επάνω, εκεί που φτάνει το τελεφερίκ

– μα πού ήταν η εργατιά της Italsider

όταν η ηρωίδα πόλη ξύπναγε τυλιγμένη

στην αχλή; Τι συμφορά είναι την αυγή

μέσα στα σκόρπια σύννεφα που πέρα σμίγουν πάλι

ολόιδια, όπως το θέλει ο Αλλάχ, να ξαναπλάθει

ο κόσμος κάθε μια στιγμή που πεθαίνει…

Όταν φθάνω

έχει περάσει πολύς καιρός, πολύς άνεμος

πάνω απ’ τους μόλους, μες από τις απρόσμενες ανατολές

και οι καινούριοι τουρίστες, πλάι πλάι

λαθραία εισαχθέντες, τον χειμώνα

με ρούχα καλοκαιρινά, κολλητά, αυλακωμένη

μελαψάδα , σε τακούνια, αιχμηρά

όταν φθάνω, πληγωμένη

πρωτεύουσα των ερειπίων της Ιταλίας

κόρη οφθαλμού που απ’ το γκρίζο ασπρίζει

για να μη μοιάζει με τον εαυτό της

αποκαταστημένη Τζένοβα που με φθείρεις

και λυγισμένη με πονάς στο στήθος.

 


Biancamaria Frabottα