Ελέφαντες λευκοί,
σειρά μεγάλη συνοδείας,
μέσα στη νύχτα εχτές
περάσαν απ’ τους δρόμους τους στενούς
και τους απόλυτα ήσυχους
της πολιτείας.
Ήτανε λίγο στεναχωρημένα
τα ιερά παχύδερμα.
Όλη η μεγαλοπρέπειά τους
σε χτυπητή βραδυπορούσε αντίθεση
με το φτωχό της πολιτείας περιβάλλον.
Στα νώτα τους,
οι Μεγιστάνες της Ασίας,
θαυμάσια ντυμένοι
με υφάσματα πολυτελή
της Βιρμανίας,
ταλάντευαν τα μελαψά
και ηδυπαθή και νωχελή
ωραία σώματά τους.
Πλήθος αστέρων είχε ο ουρανός,
το πιο γλυκό χρυσό της η σελήνη,
οι δούλοι τους εκαίαν αφειδώς
τ’ αρώματά τους
κι ο ηδονικός και ράθυμος καπνός
υψώνουνταν προς τ’ αστρικά τα σμήνη.
Πράσινες κι ερυθρές ανταύγειες
οι σμάραγδοι και τα ρουμπίνια αφήνανε
κι οι αδάμαντες αστράφτανε ταχείς
σαν στιγμιαία πάθη,
σφοδρά πάθη.
Οι δούλοι,
ακολουθία πολυπληθής,
καθείς τους και δικό του έχοντας δούλο,
κι οι Μεγιστάνες απ’ τα νώτα τ’ ασφαλή
των ελεφάντων
ολόγυρά τους έριχναν
περίεργες ερωτήσεις:
– Γιατί να υπάρχει τόση κρίσις,
τόση κρίσις…
Έτσι πηγαίναν όλοι τους,
ιππόται της νιρβάνας
και της αταραξίας βασιλείς,
έτσι χαθήκαν νωχελείς
μες στην ωραία νυχτιά του θέρους…