Αρχείο μηνός Οκτώβριος 2019

Παραμύθια για ζωγραφιές. Δημιουργικές αφηγήσεις από νήπια (Εισήγηση σε Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο)

Παραμύθια για ζωγραφιές. Δημιουργικές αφηγήσεις από νήπια

Εισήγηση στο 5o Διεθνές Επιστημονικό Συνέδριο για την Προώθηση της Εκπαιδευτικής Καινοτομίας, που πραγματοποιήθηκε στη Λάρισα, 11, 12 & 13 Οκτωβρίου 2019.

Ηλία Ελένη, Νηπιαγωγός, Δρ. Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Ε.Κ.Π.Α.

Περίληψη

Στην εισήγηση παρουσιάζεται η αφήγηση πρωτότυπων παραμυθιών από νήπια, στο πλαίσιο εμψυχωτικών εκπαιδευτικών δραστηριοτήτων, που εκτυλίσσονται στη σχολική τάξη. Η διαδικασία παραγωγής των παραμυθιών των νηπίων ξεκινά με ερωτήσεις που απευθύνει ο εκπαιδευτικός και εξελίσσεται σύμφωνα με την αρχή της φθίνουσας καθοδήγησης. Οι αφηγήσεις των νηπίων καταγράφονται και αξιοποιούνται πολύπλευρα. Τα παιδικά κείμενα που παρουσιάζονται στα αποτελέσματα, συλλέγονται με τις τεχνικές της τυχαίας δειγματοληψίας και της δειγματοληψίας κατά ομάδες. Πρόκειται για τέσσερα ατομικά και τέσσερα ομαδικά παιδικά κείμενα, που παράχθηκαν με ερέθισμα νηπιακές ζωγραφιές. Καθώς τα νήπια απολαμβάνουν την εμπειρία της εκδήλωσης της δημιουργικότητάς τους, προκύπτει η ανεξάντλητη φαντασία τους και η εξοικείωσή τους με τα χαρακτηριστικά του παραμυθιού. Το κυρίαρχο στο παραμύθι μαγικό στοιχείο, ευθύνεται για τη συναρπαστική πλοκή στις αφηγήσεις των νηπίων και για το αίσιο τέλος κάθε περιπέτειας, εκφράζοντας την αισιόδοξη φύση τους και την επιθυμία τους για ανταμοιβή και δικαίωση των ηρώων
Λέξεις κλειδιά: Δημιουργικότητα, αφήγηση παραμυθιών, νήπια, ζωγραφιές.

Εισαγωγή

Η παρούσα εργασία έχει σκοπό να δείξει πώς θεωρίες από το χώρο της αφηγηματολογίας και της κειμενογλωσσολογίας, σε συνδυασμό με τα χαρακτηριστικά της νηπιακής ηλικίας, τα οποία παρουσιάζει η αναπτυξιακή ψυχολογία, μετασχηματίζονται σε διδακτικές προσεγγίσεις παραγωγής πρωτότυπου αφηγηματικού λόγου, παρέχοντας στα νήπια πολύτιμες εμπειρίες δημιουργικότητας, με απώτερο στόχο την ευτυχία τους.
Στη συγκεκριμένη παιδαγωγική παρέμβαση, δύο εικοσιπενταμελείς ομάδες μαθητών και μαθητριών δημοσίου νηπιαγωγείου της Αττικής, που φοίτησαν σε διαφορετικές σχολικές χρονιές (2011-2012 και 2014-2015), παρήγαγαν τα αφηγηματικά κείμενά τους είτε ατομικά είτε ομαδικά, με ερέθισμα ζωγραφιές τους. Πρόκειται για ζωγραφιές, τις οποίες εμπνεύστηκαν από την ανάγνωση λογοτεχνικών κειμένων, καθώς η φύση της λογοτεχνίας συνδέεται αναπόσπαστα με την ανθρώπινη δημιουργικότητα (Κωτόπουλος, 2012). Η εν λόγω διδακτική προσέγγιση χαρακτηρίζεται για την παιγνιώδη φύση της, σε αντιστοιχία με τις ανάγκες της παιδικής ηλικίας (Χουιζίνγκα, 1989). Δίνει έμφαση στη λεκτική έκφραση και επικοινωνία μεταξύ των νηπίων που συναπαρτίζουν τη σχολική τάξη, προϋποθέτει τη συλλογική αλληλεπίδρασή τους (Γουγουλάκης, 2012), την αυτενέργεια και την πρωτοβουλία τους.
Η ενεργητική έκφραση των συναισθηματικών και πνευματικών δυνατοτήτων του ατόμου γενικότερα, οδηγεί στην ολοκλήρωση της προσωπικότητάς του, από την οποία προκύπτει η ευτυχία του (Φρομ, 1971). Η δε κατάκτηση της ευτυχίας, που συνδέεται κυρίως με τη σοφία, ορίζεται ως ο απώτατος σκοπός της ανθρώπινης ύπαρξης (Αριστοτέλης, χ.χ.). Έτσι και στην περίπτωση των αφηγήσεων τις οποίες παρήγαγαν τα νήπια, η εμπειρία της δημιουργικότητας εξασφαλίζει την απόλαυση και την αποτελεσματικότητα, συντελεί στην ευτυχία τους κατά την εκπαιδευτική διαδικασία.
Στον τίτλο της εργασίας γίνεται λόγος για «παραμύθια» αντί των γενικότερων όρων «ιστορίες» ή «εξιστορήσεις», για να αναδειχθεί η αυθόρμητη προτίμηση από τα νήπια του μαγικού στοιχείου, το οποίο συνιστά το βασικό χαρακτηριστικό του παραμυθιού (Μερακλής, 1986), η συχνή όσο και εύστοχη αξιοποίησή του στις αφηγήσεις τους.

Αρχές της κειμενοκεντρικής προσέγγισης

Η προτεινόμενη παρέμβαση κινείται στο πλαίσιο των κειμενοκεντρικών μοντέλων διδασκαλίας της γραπτής έκφρασης. Τα μοντέλα αυτά διδάσκουν στους μαθητές τούς υπερπροτασιακούς κανόνες και τις δομές που διακρίνουν τους διάφορους τύπους του λόγου (Ματσαγγούρας, 2001). Έτσι, αποδεδειγμένα ο μαθητής καθίσταται σταδιακά ικανότερος στην παραγωγή αφηγηματικών κειμένων και στον τρόπο δόμησης της σκέψης (Ματσαγγούρας και Κουλουμπαρίτση, 1999).

Μεθοδολογία παιδαγωγικής παρέμβασης

Σημείο αναφοράς των παραμυθιών αποτελούν οι ζωγραφιές των νηπίων. Τα νήπια δημιουργούσαν τη δική τους αφήγηση, απαντώντας αρχικά σε διαδοχικές ερωτήσεις του εκπαιδευτικού προς εκείνα. Οι συμπληρωματικές, διευκρινιστικές ερωτήσεις που ο εκπαιδευτικός ως προσεκτικός ακροατής απεύθυνε, σε σχέση με τις προηγούμενες αποκρίσεις που λάμβανε (Pascucci και Rossi, 2002), για τα δρώντα πρόσωπα ή τον τόπο και το χρόνο δράσης, μειώνονταν διαρκώς, στο βαθμό που οι απαντήσεις των νηπίων γίνονταν πληρέστερες, σύμφωνα με τη διδακτική αρχή της φθίνουσας καθοδήγησης (Ματσαγγούρας, 2001).
Τα αφηγηματικά κείμενα που παράχθηκαν από τα νήπια είτε ατομικά είτε ομαδικά (Huck, Hepler Hickman, 1979), καταγράφηκαν από τον εκπαιδευτικό, με παραδοσιακούς ή σύγχρονους τρόπους, όπως γραφή σε χαρτί ή γραφή σε υπολογιστή, ως ενιαίο κείμενο σε κάθε περίπτωση. Αμέσως μετά ο εκπαιδευτικός διάβαζε στα νήπια τα κείμενα που είχε μόλις καταγράψει, ώστε εκείνα να έχουν την ευκαιρία να διαπιστώσουν την ορθότητα και την ακρίβεια της καταγραφής. Με τον τρόπο αυτό συνειδητοποιούσαν την ιδιότητα του γραπτού λόγου να αναπαριστά πιστά τον προφορικό.
Ακολούθησε ποικιλότροπη αξιοποίηση των παραμυθιών των νηπίων, όπως έντυπο και ηλεκτρονικό δημοσίευμα ή σχολική θεατρική παράσταση, η οποία κατά κανόνα συμβάλλει στο άνοιγμα του σχολείου στην ευρύτερη κοινωνία (Γραμματάς, 2014). Οι παραπάνω δραστηριότητες ανάδειξης του παιδικού λόγου λειτουργούν ως επιπλέον κίνητρο ελεύθερης και δημιουργικής έκφρασης των μαθητών κατά την εκπαιδευτική διαδικασία (Ηλία και Ματσαγγούρας, 2006).

Η παραγωγή των ομαδικών παραμυθιών

Τα νήπια ζωγραφίζουν με θέμα τον κήπο στις τέσσερεις διαφορετικές εποχές του χρόνου, μεταξύ μιας σειράς παιγνιωδών δραστηριοτήτων που σχετίζονται με την ομαδική ανάγνωση λογοτεχνικού κειμένου (Ποσλανιέκ, 1992). Μετά από τις τέσσερεις πρώτες αντιπροσωπευτικές ζωγραφιές για καθεμία εποχή από το κάθε νήπιο, προτείνεται να συνεχίσουν τις ζωγραφιές για κήπους, επιδιώκοντας αυτήν τη φορά την πρωτοτυπία, τη μοναδικότητα, την επιλογή τού μη αναμενόμενου, με απώτερο στόχο το χιούμορ (Τζαφεροπούλου, 1995). Κάθε νήπιο στη συνέχεια καλείται να επιλέξει μια από όλες τις ζωγραφιές του, η οποία θα αποτελέσει το ερέθισμα για να εκτυλιχθεί η ομαδική αφήγηση από τους συμμαθητές. Όλες οι επιλεγμένες ζωγραφιές συγκεντρώνονται σε ένα φάκελο, κατά προτίμηση με ζωγραφική αναπαράσταση λουλουδιών. Ακολούθως πραγματοποιείται κλήρωση ανάμεσα στις επιλεγμένες ζωγραφιές, για να καθοριστεί η σειρά με την οποία αυτές θα χρησιμοποιηθούν για τις ομαδικές αφηγήσεις των παραμυθιών. Αφού ετοιμάζονται τόσοι λαχνοί με αριθμούς όσες και οι ζωγραφιές, κάθε παιδί τραβά έναν αριθμό, που αναγράφεται πάνω στην επιλεγμένη ζωγραφιά του. Έπειτα, οι ζωγραφιές τοποθετούνται με αύξοντα αριθμό, που χρησιμοποιείται και σαν αρίθμηση των σελίδων του βιβλίου που θα δημιουργηθεί. Το συγκεκριμένο βιβλίο ολοκληρώνεται όταν πίσω από κάθε ζωγραφιά θα επικολληθεί το αντίστοιχο ομαδικό παραμύθι των νηπίων. Τέλος, δεν παραλείπεται να δημιουργηθεί και το ηλεκτρονικό βιβλίο με τις ζωγραφιές και τα σχετικά παραμύθια στο ιστολόγιο του σχολείου, προκειμένου αυτό να αναγνωστεί και από άτομα εκτός της σχολικής αίθουσας. Η ανάρτηση προηγείται της σχολικής εκδήλωσης κατά την οποία τα ομαδικά παραμύθια των νηπίων αποδίδονται ως θεατρικά δρώμενα, ώστε να προσελκύσει περισσότερους θεατές από το ευρύτερο κοινωνικό περιβάλλον των νηπίων. Μετά την πραγματοποίηση της εκδήλωσης, η θεατρική απόδοση των παραμυθιών αναρτάται επίσης στο ιστολόγιο.

Η παραγωγή των ατομικών παραμυθιών

Μετά από την ανάγνωση στην τάξη λογοτεχνικού αποσπάσματος από το μυθιστόρημα Αιολική Γη, στο οποίο περιγράφεται η μορφή της γοργόνας (Βενέζης, 2009), όλα τα νήπια κλήθηκαν να ετοιμάσουν από μια σχετική ζωγραφιά, ώστε να εκφραστεί η διαφορετική, η σύμφωνη με τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά του καθενός τους αναγνωστική ανταπόκριση στο κείμενο που προηγήθηκε (Τζιόβας, 1987). Στη συνέχεια κάθε νήπιο επιλέγει κάποια από τις ζωγραφιές των συμμαθητών του, προκειμένου να την αξιοποιήσει ως ερέθισμα για την πρωτότυπη αφήγησή του που ακολουθεί. Οι ζωγραφιές εντάσσονται στο βιβλίο της τάξης και στο αντίστοιχο ηλεκτρονικό βιβλίο ως εικονογράφηση των αφηγήσεων που δημιουργήθηκαν αναφορικά με αυτές. Στο τέλος της σχολικής χρονιάς πραγματοποιείται επίσης σχολική εκδήλωση, όπου όλα τα νήπια παρουσιάζουν στο κοινό τα παραμύθια τους.

Αποτελέσματα

Οι τέσσερεις ομαδικές αφηγήσεις παραμυθιών που παρατίθενται, έχουν συλλεγεί με την τεχνική της τυχαίας δειγματοληψίας, ανάμεσα από τις είκοσι οχτώ που παράχθηκαν συνολικά. Τόσο οι αφηγήσεις στο σύνολό τους όσο και οι ζωγραφιές των κήπων από τα νήπια, οι οποίες λειτούργησαν ως ερέθισμα για την παραγωγή τους, αναρτήθηκαν κατά το διδακτικό έτος 2014- 2015 στο ιστολόγιο με τίτλο ekpaideutika programmata. literature and education, του Πανελλήνιου Σχολικού Δικτύου.
Τα τέσσερα ατομικά παραμύθια για γοργόνες, επελέγησαν με την τεχνική της δειγματοληψίας κατά ομάδες, με βάση αφενός το φύλο και αφετέρου τη χώρα προέλευσης των αφηγητών τους. Ηλικιακές διαφοροποιήσεις δεν υπήρχαν τη συγκεκριμένη χρονιά, καθώς στο τμήμα φοιτούσαν μόνο πεντάχρονα νήπια. Τα ατομικά παραμύθια, συνοδευόμενα από τις αντίστοιχες ζωγραφιές με γοργόνες, έχουν επίσης αναρτηθεί στο σύνολό τους στο ίδιο ιστολόγιο, το 2012.

Τα παραμύθια για κήπους

α) Μια μάγισσα έκανε τα μαγικά της κι έφτιαξε έναν παγετώνα μέσα στον κήπο. Όταν τα παιδιά βγήκαν από το σπίτι στον κήπο, ακούμπησαν το χέρι τους πάνω στον παγετώνα, που η μάγισσα τον είχε καταραστεί. Έτσι μαγεύτηκαν αμέσως, έγιναν κακά κι έκαναν ζημιές, έσπαγαν τα έπιπλα και τα τζάμια. Όταν τελείωσαν, είπαν στη μάγισσα: «Όλα εντάξει». Τότε η μάγισσα πάγωσε ολόκληρο το σπίτι κι έκανε τα παιδιά αγάλματα από πάγο. Μόλις επέστρεψαν οι γονείς τους που είχαν πάει να ψωνίσουν, η μάγισσα είχε γυρίσει στη σπηλιά της. Οι γονείς άναψαν φλόγες και μετά από ώρες οι πάγοι έλιωσαν. Οι γονείς δεν ήξεραν πώς είχαν γίνει όλα αυτά. Έτσι έβαλαν τιμωρία τα παιδιά τους, να κάνουν όλες τις δουλειές στο σπίτι και στον κήπο. Τα παιδιά δεν μπορούσαν να τους εξηγήσουν τι έγινε, γιατί η μάγισσα τους είχε πάρει τη φωνή. Όταν όμως τα δύο παιδιά άρχισαν να κάνουν τις δουλειές, ζεστάθηκαν κι έτσι μετά μπορούσαν να γράψουν όλα όσα έγιναν με τη μάγισσα. Οι γονείς τα διάβασαν κι άρχισαν να ψάχνουν τη μάγισσα, να της ζητήσουν πίσω τις φωνές των παιδιών τους. Δεν την έβρισκαν όμως πουθενά. Ώσπου μια μέρα η μαμά των παιδιών την είδε να πετάει με τη σκούπα της. Όλες οι μάγισσες έχουν μαγικές σκούπες που πετάνε. Η μαμά τής φώναξε «έλα εδώ» και η μάγισσα πήγε κοντά της. Της ζήτησε πίσω τις φωνές των παιδιών, αλλά η μάγισσα είπε όχι κι έφυγε με τη σκούπα της. Μια νεράιδα τα είχε δει όλα αυτά από ψηλά. Μπήκε λοιπόν αθόρυβα στη σπηλιά της μάγισσας όταν εκείνη κοιμόταν και πήρε το βαζάκι με τις φωνές των παιδιών. Το άλλο πρωί όταν τα παιδιά ξύπνησαν, προσπάθησαν να μιλήσουν, όπως έκαναν κάθε μέρα. Κι αυτήν τη φορά τα κατάφεραν. Η μάγισσα που ξύπνησε και δεν βρήκε το βάζο με τις φωνές, ούρλιαξε: «Αααα… ποιος πήρε το βάζο;» Κι ύστερα έκλαψε. Προσπάθησε πολλές φορές να πάρει ξανά τις φωνές των παιδιών αλλά η νεράιδα φρόντιζε πάντα οι φωνές να γυρίζουν στα παιδιά. Έτσι η μάγισσα τα παράτησε πια.

β) Ένας μάγος κατέβασε με το μαγικό ραβδί του τον ήλιο στον κήπο. Ο ήλιος ήταν ζεστός αλλά δεν έκαιγε, γιατί ήταν πέντε το απόγευμα. Ο μάγος έκρυψε τον ήλιο πίσω από ένα δέντρο, για να φέρει το σκοτάδι. Όταν τα παιδιά είδαν τον ήλιο στον κήπο τους, κατάλαβαν πώς βρέθηκε εκεί, αφού ήξεραν ότι ο γείτονάς τους είναι ο μάγος της νύχτας. Έτσι πήγαν και του ζήτησαν να βάλει τον ήλιο πάλι πίσω στη θέση του στον ουρανό. Εκείνος είπε όχι, αφού του άρεσε το σκοτάδι. Επειδή οι ακτίνες του ήλιου είναι αγκάθια, τα παιδιά δεν μπορούσαν να τον πιάσουν. Έτσι τον άφησαν στον κήπο τους μέχρι να σκεφτούν τον τρόπο για να γυρίσει ο ήλιος στον ουρανό. Όταν όμως πήγαν πάλι να τον δουν, ο ήλιος δεν ήταν εκεί που τον είχαν αφήσει. Για δέκα ολόκληρα χρόνια τα δύο παιδιά μαζί με όλους τους άλλους ανθρώπους έψαχναν τον ήλιο. Όλο αυτόν τον καιρό δεν ξημέρωνε, ήταν πάντα σκοτάδι και τα μωρά έκλαιγαν. Ώσπου κάποτε ένας άλλος μάγος, ο μάγος της μέρας που αγαπούσε το φως, μ’ ένα μαγικό ξόρκι υπνώτισε το μάγο της νύχτας κι έμαθε ότι ο ήλιος ήταν κλεισμένος στην αποθήκη ενός κάστρου στο δάσος. Τον απελευθέρωσε αμέσως και τον ανέβασε στον ουρανό. Τώρα ο μάγος της νύχτας ξυπνάει μόνο όταν είναι σκοτάδι και στον ουρανό βρίσκεται το φεγγάρι. Αλλά όταν βγαίνει ο ήλιος, κοιμάται αμέσως ξανά.

γ) Δύο παιδάκια πηγαίνουν με το μπαμπά τους επίσκεψη στο σπίτι της νονάς τους. Είναι Σεπτέμβρης και βρέχει. Όταν η βροχή σταματάει, βγαίνουν στον κήπο, για να παίξουν κρυφτό και κυνηγητό. Εκεί βλέπουν το ουράνιο τόξο και σταματάνε το παιχνίδι τους για να το θαυμάσουν. Τα δύο παιδιά αποφασίζουν να πάνε κοντά στο ουράνιο τόξο, για να το αγγίξουν. Χωρίς να ρωτήσουν κανέναν, παίρνουν το δρόμο με τα πεύκα και φτάνουν στο δάσος. Οι πρώτοι που συναντάνε εκεί, είναι οι νεράιδες και τα ξωτικά. Λένε στα παιδιά ότι δεν θα μπορέσουν να φτάσουν το ουράνιο τόξο όμως αυτά δεν σταματούν, γιατί ποτέ δεν τα παρατάνε. Στο δρόμο τους συναντούν ένα λύκο. Δεν φοβούνται όμως, γιατί μαζί τους έχουν πάρει τα ξωτικά και τραγουδάνε όλοι μαζί το «Φεγγαράκι μου λαμπρό». Αλλά τα ξωτικά έχουν νυστάξει και πηγαίνουν στο κάστρο τους να κοιμηθούν. Τα δυο παιδιά απομένουν μόνα μέσα στο σκοτεινό δάσος και χάνουν το δρόμο. Έχουν φοβηθεί πολύ και δεν ξέρουν τι να κάνουν. Ευτυχώς οι νεράιδες ξαγρυπνάνε, γιατί πρέπει να τα βοηθήσουν. Φέρνουν τη μέρα στο δάσος και στέλνουν στα παιδιά δύο πουλιά, που κρατάνε στο ράμφος τους το χάρτη του δάσους. Τα παιδιά ξέρουν να διαβάζουν τους χάρτες, γιατί πηγαίνουν στη Δευτέρα δημοτικού. Έτσι βρίσκουν γρήγορα το δρόμο να βγουν από το δάσος και συναντούν τη νονά και το μπαμπά τους, που έχουν βγει να τα ψάξουν. Το ίδιο βράδυ τα δύο παιδιά βλέπουν στο όνειρό τους ότι βγαίνουν στον κήπο και το ουράνιο τόξο έχει έρθει εκεί. Όταν το αγγίζουν, είναι τρυφερό και απαλό σαν σύννεφο.

δ) Έχει συννεφιάσει. Το κοριτσάκι παίζει στον κήπο κρυφτό με τον αδερφό του. Εδώ και μισή ώρα τον ψάχνει και δεν μπορεί να τον βρει. Είναι χωμένος μέσα στα χορτάρια, που έχουν μεγαλώσει πολύ. Το κοριτσάκι πηγαίνει προς το σπίτι, για να ξεκουραστεί για λίγο. Ο αδερφός του ανοίγει τα χορτάρια με τα χέρια του και το βλέπει. Φωνάζει στο κοριτσάκι να συνεχίσουν το παιχνίδι. Εκείνο του απαντάει ότι βαριέται όταν δεν τον βρίσκει. Τότε το αγόρι έχει την ιδέα να παίξουν με τη μπάλα. Όπως την κλωτσάνε, τα λουλούδια τρώνε συνέχεια δυνατές μπαλιές και πονάνε. Φωνάζουν βοήθεια όμως τα παιδιά δεν τα ακούν. Μια φορά, καθώς το κοριτσάκι τρέχει να πιάσει τη μπάλα, γλιστράει και πέφτει δίπλα σ’ ένα λουλούδι. Και τότε το ακούει να ζητάει βοήθεια. Το κοριτσάκι δεν το περίμενε αυτό. Τρέχει και το λέει πρώτα στον αδερφό του. Εκείνος δεν το πίστευε μέχρι που έσκυψε και το άκουσε και ο ίδιος. Τα δύο παιδιά καλούν τους γονείς τους κι όλοι ακούν τα λουλούδια να ζητάνε βοήθεια. Έτσι καταλαβαίνουν ότι τα λουλούδια τους είναι μαγικά. Τότε το κοριτσάκι εντελώς στην τύχη λέει ένα μαγικό σύνθημα και αμέσως οι νεράιδες που είχαν μαγέψει τα λουλούδια, φτάνουν στον κήπο. Κρατούν ραβδιά, φορούν φτερά και ρούχα κανονικά. Η οικογένεια τις ευχαριστούν για τα μαγικά λουλούδια που τους χάρισαν κι εκείνες απαντάνε ότι θα μείνουν για πάντα στον κήπο.

Τα παραμύθια για γοργόνες

α) Μια ηλιόλουστη χειμωνιάτικη μέρα ταξιδεύουν δυο αδερφάκια και ο μπαμπάς τους με το καράβι τους. Ξαφνικά σηκώνονται κύματα σαν γιγάντια βουνά. Τότε τα δυο παιδάκια βλέπουν στο πλάι του καραβιού μια καφέ ουρά ψαριού. Το κοριτσάκι λέει «μήπως είναι κάποιο σπάνιο ψάρι;» Ύστερα το καράβι πέφτει πάνω σ’ αυτήν την ουρά. Ο μπαμπάς τούς εξηγεί πως είναι μια γοργόνα. Έχει μακριά μαύρα μαλλιά και στην ουρά της μικρές κίτρινες βουλίτσες. Τα μάτια της είναι μπλε. Η γοργόνα πριν χαθεί πάλι στη θάλασσα, προλαβαίνει να δει τον καπετάνιο και να τον ερωτευτεί. Από εκείνη τη στιγμή θέλει να γίνει άνθρωπος, για να μείνει κοντά του. Βρίσκει ένα σπάνιο κοράλλι, το τρίβει και φτιάχνει με αυτό ένα μαγικό φίλτρο. Το πίνει και μεταμορφώνεται σε κανονική γυναίκα. Βγαίνει στην παραλία, ψάχνει σ’ όλα τα σπίτια και βρίσκει τον καπετάνιο της στο τελευταίο. Εκείνος την αναγνωρίζει αμέσως από μια λεπτομέρεια, έχει παπούτσια με κίτρινες βουλίτσες. Η γοργόνα γίνεται τότε γυναίκα του καπετάνιου, γιατί τη μαμά των παιδιών την είχε αρπάξει ένα τεράστιο ψάρι κάποτε, που είχε πάει να κολυμπήσει.

β) Μια Γοργόνα έχει βγει στο νησί. Έβγαλε την ουρά της και περπατάει κανονικά. Έχει πάει στη γιαγιά της που ζει εκεί. Κάποτε αυτή η Γοργόνα ήταν κοριτσάκι. Βρήκε σ’ ένα συρτάρι μια ζώνη, που ήταν κόκκινη και της άρεσε. Την φόρεσε και μεταμορφώθηκε σε Γοργόνα. Όμως τότε δεν το κατάλαβε. Φώναξε τη γιαγιά της για να της δείξει τη ζώνη κι εκείνη της είπε μόνο «ωραία ζώνη». Μόλις όμως το κοριτσάκι μπήκε στη θάλασσα για να κολυμπήσει, τότε κατάλαβε πως είχε γίνει Γοργόνα. Ταξίδεψε μακριά, έφτασε στο βυθό κι είδε ένα βυθισμένο καράβι. Όταν γύρισε στο σπίτι, η γιαγιά το ρώτησε «Πού ήσουνα; Πείνασες καθόλου;» Κάποια φορά μπήκαν μαζί στη θάλασσα για μπάνιο και τότε κατάλαβε η καθεμιά πως και η άλλη ήταν Γοργόνα. Τη ζώνη αυτή την είχε φορέσει παλιότερα και η γιαγιά χωρίς να το ξέρει το κοριτσάκι. Στο πρώτο ταξίδι που έκαναν μαζί, πήγαν στο ναυάγιο.

γ) Όταν περνάνε καράβια, οι γοργόνες βγαίνουν στην επιφάνεια και δίνουν αθάνατο νερό στους ανθρώπους, χωρίς να τους λένε τι είναι. Εκείνοι νομίζουν ότι είναι απλό νερό και το πίνουν για να ξεδιψάσουν. Όταν οι άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι έχουν γίνει αθάνατοι, φτιάχνουν ένα ποτό με χρυσόσκονη που παίρνουν από την άμμο και το δίνουν με τη σειρά τους στις γοργόνες που συναντούν, για να τις κάνουν κοπέλες κι έτσι να τους ξεπληρώσουν το καλό που τους έχουν κάνει αυτές. Έτσι οι γοργόνες μπορούν να ζουν πια μαζί τους. Θα υπάρχουν όμως πάντα γοργόνες, γιατί κάποιες δεν θέλουν να γίνουν κοπέλες.

δ) Ο βασιλιάς της θάλασσας δίνει σε μια γοργόνα το αθάνατο νερό κι αυτή το αφήνει στο νησί που ζει ο αδερφός της που είναι ψαράς, για να το βρει και να το πιει. Όμως εκείνος δεν το πίνει, γιατί δεν ξέρει πως το έχει στείλει η αδερφή του. Μετά από καιρό το βρίσκει και το πίνει μια άλλη γοργόνα, που είναι κι αυτή αδερφή του ψαρά, και έτσι γίνεται αθάνατη. Όταν οι δυο γοργόνες μαθαίνουν από τους άλλους ψαράδες ότι ο αδερφός τους έχει πεθάνει, βρίσκουν μια μαγική σκόνη σ’ ένα μαργαριτάρι και εύχονται να ζωντανέψουν όλοι οι νεκροί. Έτσι ζωντανεύει κι ο αδερφός τους.

Συμπεράσματα

Από την παρατήρηση των νηπίων κατά τη διεξαγωγή των δύο εκπαιδευτικών προγραμμάτων, διαπιστώθηκε ότι όλα επεδίωκαν ή ακριβέστερα διεκδικούσαν δυναμικά τη συμμετοχή τους στην ομαδική αφήγηση. Η χαρά, η απόλαυση, ο ενθουσιασμός κάθε νηπίου που άκουγε τους συμμαθητές του να μετατρέπουν τη ζωγραφιά του σε παραμύθι, ήταν εμφανέστατα. Η παρουσία του δημιουργού της ζωγραφιάς επαύξανε τη διάθεση του συνόλου των μαθητών για συμμετοχή στην ομαδική αφήγηση. Ο συγκεκριμένος μαθητής αναδεικνυόταν στον πλέον σημαντικό ακροατή. Με άλλα λόγια ο συμμαθητής τόσο μέσα από τη ζωγραφιά του όσο και με τη φυσική του παρουσία συνέβαλλε καθοριστικά στη διαδικασία της αφήγησης παραμυθιών από τα νήπια. Συνεπώς κάθε μαθητής ήταν οπωσδήποτε παρών, τη συγκεκριμένη μέρα που για τη ζωγραφιά του εκτυλισσόταν η ομαδική αφήγηση.
Ως προς τη συνεργασία κατά την αφήγηση, παρατηρήθηκε ότι ήταν εξαιρετικά αναπτυγμένη. Συγκεκριμένα, το κάθε νήπιο λάμβανε υπόψη του τα στοιχεία που είχαν παραθέσει τα προηγούμενα, τα αξιοποιούσε και τα επέκτεινε. Οι διαφορετικές απόψεις των νηπίων για τα πρόσωπα και για την εξέλιξη της δράσης τίθεντο σε ψηφοφορία και στο κείμενό τους τελικά καταγραφόταν εκείνη η άποψη, την οποία επέλεγαν τα περισσότερα. Το αποτέλεσμα της ψηφοφορίας γινόταν πάντα σεβαστό από όλους και η αφήγηση προχωρούσε με βάση αυτό.
Ως προς το περιεχόμενο του συνόλου των αφηγήσεων των νηπίων, διαπιστώνονται επιρροές από λογοτεχνικά βιβλία που αγαπούν, όπως και αναφορές σε προσφιλείς τους ήρωες. Ειδικότερα σχετικά με τις γοργόνες, είναι εμφανής η επίδραση της Μικρής Γοργόνας του Άντερσεν και ακόμη περισσότερο στις ζωγραφιές τους της φιγούρας της Άριελ από τα κινούμενα σχέδια του Ντίσνεϋ. Ας μην ξεχνάμε άλλωστε ότι μετά το 1837, οπότε κυκλοφόρησε το έργο του μεγάλου Δανού συγγραφέα και μέχρι σήμερα, δεν έχουν πάψει να γράφονται λογοτεχνικά βιβλία με θέμα τις γοργόνες ενώ στις μέρες μας υπάρχουν και σχετικά παιχνίδια, κούκλες, στολές κ.ο.κ., που καθιστούν τη φιγούρα της γοργόνας ιδιαίτερα οικεία στον παιδικό πληθυσμό. Ωστόσο και ο ελληνικός θρύλος για το αθάνατο νερό του Μεγαλέξαντρου, που κατά λάθος το ήπιε η Γοργόνα κι έγινε αθάνατη, αξιοποιείται σε κάποιες από τις αφηγήσεις των νηπίων.
Μάγοι και μάγισσες, ξωτικά και νεράιδες είναι τα αφηγηματικά πρόσωπα που παίζουν καθοριστικό ρόλο στην εξέλιξη της πλοκής στα συγκεκριμένα κείμενα των νηπίων. Εκείνα δημιουργούν τα εμπόδια που καλείται να ξεπεράσει ο κύριος ήρωας αλλά και εκείνα δίνουν τη λύση στα αδιέξοδα που προκύπτουν. Ο μαγικός παράγοντας στις νηπιακές αφηγήσεις συνδέεται επίσης με το φυσικό κόσμο, καθώς σε διάφορα φυσικά στοιχεία ή πλάσματα προσδίδονται μαγικές ιδιότητες. Έτσι βοηθιούνται οι ήρωες, εφόσον τα δικά τους χαρακτηριστικά, όπως δύναμη ή ευφυία, αποδεικνύονται ανεπαρκή για να εκπληρωθούν οι επιθυμίες τους.
Ο πρωταρχικός ρόλος του μαγικού στοιχείου στις παιδικές αφηγήσεις, δικαιολογεί λοιπόν πλήρως το χαρακτηρισμό τους ως παραμύθια. Καθώς άλλωστε στα παραμύθια συμβαίνει ως και η υπέρβαση των φυσικών νόμων, πρόκειται για το αφηγηματικό είδος που ταιριάζει απόλυτα στην ιδιοσυγκρασία των νηπίων. Τα παραμύθια δηλαδή εκφράζουν την αισιοδοξία που διακρίνει τα άτομα της νηπιακής ηλικίας και καλύπτουν τη σταθερή ανάγκη τους για αίσια έκβαση, για ευτυχισμένο τέλος, όπως συνηθίζεται να αποκαλείται.

Αναφορές

Huck, C., Hepler, S. and Hickman, J. (1979). Children’s Literature in the Elementary School. Austin: Holt, Rinehart and Winston.
Αριστοτέλης (χ.χ.). Ηθικά Νικομάχεια, Β΄ (Κ. Ζάμπας, μτφρ.) Αθήνα: Ευθεία.
Βενέζης, Η. (2009). Αιολική Γη. Αθήνα: Εστία.
Γουγουλάκης, Π. (2012). Κοινωνικές ικανότητες, κοινωνικό κεφάλαιο και εκπαίδευση. Επιστήμη και Κοινωνία, 29, 37-53.
Γραμματάς, Θ. (2014). Το θέατρο στην εκπαίδευση. Καλλιτεχνική έκφραση και παιδαγωγία. Αθήνα: Διάδραση.
Ηλία, Ε. και Ματσαγγούρας Η. (2006). Από το παιχνίδι στο λόγο: Παραγωγή παιδικών κειμένων μέσα από παιγνιώδεις δραστηριότητες. Στο Π. Παπούλια-Τζελέπη, Α. Φτερνιάτη, Κ. Θηβαίος (Επιμ.), Έρευνα και Πρακτική του Γραμματισμού στην Ελληνική Κοινωνία. Αθήνα: Ελληνικά Γράμματα, 307-317.
Κωτόπουλος, Τ. (2012). Η «νομιμοποίηση» της δημιουργικής γραφής, ΚΕΙΜΕΝΑ, 15, http://keimena.ece.uth.gr
Ματσαγγούρας, Η. και Κουλουμπαρίτση, Α. (1999). Ένα Πρόγραμμα Διδασκαλίας της Κριτικής Σκέψης: Θεωρητικές Αρχές και Εφαρμογές στην Παραγωγή του Γραπτού Λόγου, Ψυχολογία, 6(3), 299-396.
Ματσαγγούρας, Η. (2001). Η Σχολική Τάξη, Β΄ Κειμενοκεντρική Προσέγγιση του γραπτού λόγου. Αθήνα.
Μερακλής, Μ. (1986). Το παραμύθι και το παιδαγωγικό του περιεχόμενο. Διαδρομές, 2, 88-90.
Pascucci, M. και Rossi, F. (2002). ΄Oχι μόνο γραφέας, Γέφυρες, 6, 16-23.
Ποσλανιέκ, Κ. (1992). Να δώσουμε στα παιδιά την όρεξη για διάβασμα (Στ. Αθήνη, μτφρ.) Αθήνα: Καστανιώτης.
Τζαφεροπούλου, Μ. (1995). Το χιούμορ στο σχολείο: Θεωρία και πράξη. Διαδρομές, 40, 318-322.
Τζιόβας, Δ. (1987). Μετά την αισθητική. Θεωρητικές δοκιμές κι ερμηνευτικές αναγνώσεις της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας. Αθήνα: Γνώση
Φρομ, Ε. (1971). Ο φόβος μπροστά στην ελευθερία (Δ. Θεοδωρακάτος, μτφρ.) Αθήνα: Μπουκουμάνης.
Χουιζίνγκα, Γ. (1989). Ο άνθρωπος και το παιχνίδι (Σ. Ροζάκης – Γ. Λυκιαρδόπουλος, μτφρ.) Αθήνα: Γνώση.

ΤΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΜΑΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ (Δημοσιευμένα άρθρα για Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά και περιοδικό Διαδρομές)

Τρία δημοσιευμένα άρθρα μου, για τους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς και για το μακροβιότερο περιοδικό Παιδικής Λογοτεχνίας, τις  Διαδρομές:

ΤΑ ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗΣ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑΣ

 ΕΛΕΝΗ  Α. ΗΛΙΑ, Δρ. Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Ε.Κ.Π.Α.

(Το παρόν άρθρο μου για το ιστορικό σωματείο της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς, έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό Διαδρομές, τχ. 20, Χειμώνας 2005, σελ. 328-334).

Εφέτος συμπληρώνονται πενήντα χρόνια από τη σύσταση της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς. Επρόκειτο για μια παρέα τριάντα ελληνίδων λογοτεχνών, που επεδίωκαν τη μεταξύ τους επικοινωνία, την ανταλλαγή απόψεων και προβληματισμών αναφορικά με τα πνευματικά δρώμενα του τόπου. Ανάμεσά τους η Τατιάνα Σταύρου, η οποία και ανέλαβε πρόεδρος του Σωματείου, θέση στην οποία παρέμεινε για τριάντα πέντε χρόνια, έως το θάνατό της το 1990, καθώς επίσης και οι Μελισσάνθη, Ρένα Καρθαίου, Αθηνά Ταρσούλη, Μυρτιώτισσα, Λίνα Κάσδαγλη, Ιωάννα Μπουκουβάλα-Αναγνώστου, Λίλα Καρανικόλα, Αλεξάνδρα Πλακωτάρη, ΄Εφη Αιλιανού, Μαρία Αμαριώτη. Μέσα σε τρία μόλις χρόνια αυτή η κατά κυριολεξία «Συντροφιά» αποσαφηνίζει πλήρως το στόχο της, ανακαλύπτει την ταυτότητά της και δίνει το στίγμα της στα νεοελληνικά γράμματα, κινούμενη στον εντελώς αδιαμόρφωτο τότε χώρο της σύγχρονης ελληνικής Παιδικής Λογοτεχνίας. Ο Β. Δ. Αναγνωστόπουλος σημειώνει σχετικά πως η αξιόλογη ποιοτική και ποσοτική παραγωγή και κίνηση του παιδικού βιβλίου οφείλεται  κατά κύριο και πρώτο λόγο στην αποστολική ζέση και πνοή με την οποία εργάστηκε η Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά. Χαρακτηρίζει δε την προσφορά και τη δράση της ιστορικής και εθνικής σημασίας [1].

Η δραστηριότητα της Συντροφιάς συνίσταται κυρίως στη διεξαγωγή ετήσιων πανελλήνιων διαγωνισμών συγγραφής παιδικών λογοτεχνημάτων, για τους οποίους στάθηκε αφορμή η επισήμανση της ποιήτριας Ρένας Καρθαίου «ότι δεν υπήρχαν στην εγχώρια παραγωγή έργα που θα μπορούσαν να διαβάζουν τα παιδιά και οι έφηβοι»[2]. Το γεγονός των εν λόγω διαγωνισμών αποτελεί ιστορικό προηγούμενο, αφυπνίζει συνειδήσεις, προάγει και αναπτύσσει το είδος[3], το προστατεύει από την εκδοτική παραγωγή ασήμαντων και άτεχνων παιδικών κειμένων[4]. Ενδεικτική είναι η αναφορά της Αγγελικής Βαρελλά ότι όλοι σχεδόν όσοι γράφουν Παιδική Λογοτεχνία στον τόπο μας  «έχουν περάσει από τους διαγωνισμούς της Γ.Λ.Σ».[5]

Στις προκηρύξεις των διαγωνισμών που δημοσιεύονταν στον ημερήσιο τύπο, δίνονταν βασικές κατευθύνσεις προς τους υποψηφίους συγγραφείς, προκειμένου τα έργα τους αφενός να ανταποκρίνονται στον ψυχισμό και τις αντιληπτικές δυνατότητες των παιδιών και αφετέρου να αποδίδουν στοιχεία της ελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας της εποχής. ΄Ετσι άρχισαν να διαμορφώνονται τα αφηγηματικά, υφολογικά και θεματολογικά χαρακτηριστικά στην ελληνική παραγωγή του είδους.  Αντιγράφουμε τα αντίστοιχα αποσπάσματα από  δελτία του Σωματείου:  «…ως βάση των διαγωνισμών της (η Γ.Λ..Σ.) ζήτησε πράγματα απολύτως Ελληνικά και απολύτως ανθρώπινα: Αισιοδοξία και πίστη στη ζωή. Και κάτι ακόμη το ίδιο σημαντικό: Την ελληνοποίηση του παιδικού αναγνώσματος»[6]. Διευκρινίζεται δε περαιτέρω ότι η υπόδειξη «να κινούνται τα έργα μέσα στην ελληνική πραγματικότητα», εκφράζει την αναγκαιότητα «να υπάρχουμε κι εμείς μέσα στο παραμύθι, το τραγούδι, σαν λαός, σαν ΄Εθνος, σαν Ιστορία, με τις παραδόσεις μας, το χρώμα, την ψυχή μας»[7]. Αυτή η επιλογή εξυπηρετείται θαυμάσια ειδικότερα με την προκήρυξη διαγωνισμών ιστορικού μυθιστορήματος, στους οποίους η Γ. Λ. Σ.  έδωσε ιδιαίτερη έμφαση[8].

΄Όλα τα χειρόγραφα υποβάλλονταν προς κρίση ανώνυμα (με ψευδώνυμο), ώστε να ξεπεραστούν οι πιθανές αναστολές των δημιουργών τους, είτε επρόκειτο για πρωτοεμφανιζόμενα πρόσωπα[9] είτε για ήδη καταξιωμένους λογοτέχνες[10].Τα έργα που λαμβάνονταν, διαβάζονταν από τα μέλη της κριτικής επιτροπής με εξαιρετικό ενδιαφέρον και βαθύ αίσθημα ευθύνης. Η Αγγελική Βαρελλά σημειώνει σχετικά για την Τατιάνα Σταύρου, τη χαρά της κατά  την αναζήτηση κρυμμένων ταλέντων στην ανάγνωση των χειρογράφων, καθώς και το φόβο της μήπως η πάντοτε αυστηρή αν και καλοπροαίρετη κριτική της, αποθάρρυνε στο ξεκίνημά τους κάποιους ικανούς μέλλοντες συγγραφείς[11]. Κατά τη συνεδρίαση της επιτροπής αποσφραγίζονταν οι φάκελοι όπου αναγράφονταν τα πραγματικά στοιχεία των διακριθέντων με βραβείο, έπαινο ή εύφημη μνεία και στη συνέχεια αυτοί ενημερώνονταν προσωπικά για την επιτυχία τους και συνήθως δέχονταν συγκεκριμένες υποδείξεις για τη βελτίωση των κειμένων τους. Η απονομή γινόταν στα μέσα Δεκεμβρίου στην αίθουσα τελετών του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός». Δεν περιοριζόταν όμως στην επίδοση των διακρίσεων, ήταν κάτι σαφώς πολυτιμότερο, ουσιαστική επαφή με το σύνολο των υποψηφίων,  διδασκαλία, φιλολογική κριτική των κειμένων τους[12].

Καθώς προσδοκία των μελών του Σωματείου ήταν η ανακάλυψη των νέων ταλέντων, η εμψύχωση και η καθοδήγησή τους, ώστε να τελειοποιήσουν τα έργα τους και να τα απολαύσουν οι μικροί αναγνώστες, η προσωπική επαφή με τους βραβευθέντες συνεχιζόταν και μετά τη βραδιά της απονομής με άπειρους τρόπους. Ενδεικτικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα: «Από τη στιγμή που (η Τατιάνα Σταύρου) ανακάλυπτε τους εκκολαπτόμενους συγγραφείς , αισθανόταν υπεύθυνη γι’ αυτούς. Δεν άφηνε τον πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα να απομακρυνθεί από το πεδίο βολής της και να εξαφανιστεί. Το βραβείο ή ο έπαινος ήταν η αφετηρία. Αλλά από κει και πέρα παρακολουθούσε την πορεία του, τον καλούσε τα κυριακάτικα απογεύματα για κουβεντούλα κι ένα τσάι, χαιρόταν με τις επιτυχίες του, τον συμβούλευε, τον μυούσε στα μυστικά της Λογοτεχνίας…»[13]. Ειδικότερα για την παρότρυνση της προέδρου αναφορικά με την έκδοση των χειρογράφων, επισημαίνεται: «Η Τατιάνα ήθελε να βλέπει τα έργα που βραβεύονταν να τυπώνονται όσο γινότανε πιο γρήγορα. Και πίεζε τους συγγραφείς και δεν τους έκρυβε τη στεναχώρια της όταν αργούσαν να πάρουν το δρόμο προς το τυπογραφείο…Οι δύο εκθέσεις με βιβλία βραβευμένα από τη Συντροφιά…ήταν από τις πιο όμορφες στιγμές της και της έδωσαν πολλή χαρά»[14].

 

Σήμερα το τοπίο στην ελληνική Παιδική Λογοτεχνία έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά. Παρατηρείται γενικευμένο ενδιαφέρον γονιών, δασκάλων, φορέων και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων  για το συγκεκριμένο είδος, που έχει ως κύρια συνέπεια την τεράστια εκδοτική παραγωγή. Ωστόσο η Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά συνεχίζει να συμβάλλει στις εξελίξεις με τρόπους δοκιμασμένους, όπως οι διαγωνισμοί της, αλλά και διαφορετικούς. Αναφορικά με τους διαγωνισμούς καταρχάς, είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι συνεχίζεται η αθρόα συμμετοχή των υποψηφίων  – στην εκδήλωση για τη συμπλήρωση σαράντα χρόνων από την έναρξη των διαγωνισμών, αναφέρθηκε πως τα χειρόγραφα που συνολικά υποβλήθηκαν από την έναρξη των διαγωνισμών έως τη δεδομένη στιγμή, ξεπερνούσαν τις  τρεις χιλιάδες[15]–  και ότι ο όρος της ανωνυμίας εξακολουθεί να τηρείται απαρέγκλιτα [16]. Εξίσου απαράλλαχτη όμως παραμένει η αγωνία και η χαρά παλιών και νεότερων μελών των κριτικών επιτροπών, για τον εντοπισμό άγνωστων ταλέντων . Στη συναισθηματική φόρτιση που επιφυλάσσει στους συμμετέχοντες η διαδικασία αυτή,  αναφέρεται συχνά η σημερινή πρόεδρος του Σωματείου Αγγελική Βαρελλά, στις τελετές απονομής των βραβείων, που πλέον πραγματοποιούνται στην αίθουσα της Φιλεκπαιδευτικής  Εταιρείας στη Στοά του Βιβλίου, την 11η Δεκεμβρίου, Παγκόσμια Ημέρα του Παιδιού: «Γιατί θα ήταν χωρίς αντικείμενο, αδικαιολόγητο, να διαβάζει κανείς τόσα ανέκδοτα κείμενα, αν δεν είχε την περιέργεια, την κρυφή προσδοκία, ν’ ανακαλύψει μέσα απ’ αυτά ένα ταλέντο, μια φωνή που να προϊδεάζει ότι θα μπορέσει να εξελιχθεί, με λίγη ενθάρρυνση, σε συγγραφέα που να μαγεύει με το λόγο του τα παιδιά… Στις συναντήσεις αυτές μιλάμε με τις ώρες, μετράμε τις κριτικές και τις παρατηρήσεις μας, κι όταν πια καταλήξουμε σ’ ένα αποτέλεσμα…σηκώνουμε το ακουστικό…ευτυχείς για τη χαρά που θα δώσουμε, και διαισθανόμαστε από την άλλη μεριά το καλώδιο να πάλλεται. Ακούμε την αναπνοή της ανακούφισης»[17].

Η Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά, επιδιώκοντας την ευαισθητοποίηση των   ενηλίκων αναφορικά με τη σπουδαιότητα της Παιδικής Λογοτεχνίας, τη δημιουργία αξιόλογων έργων για το παιδικό αναγνωστικό κοινό[18] και την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας από τα πρώτα μαθητικά χρόνια, πέρα από την έμφαση που εξακολουθεί να αποδίδει στο θεσμό των ετήσιων διαγωνισμών, επιδίδεται και σε νέους τρόπους δραστηριοποίησης[19]. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται η ανάπτυξη έντονης εκδοτικής δραστηριότητας, η διοργάνωση ποικίλων πνευματικών εκδηλώσεων,  η επαφή με τους μικρούς αναγνώστες μέσα  από συχνές επισκέψεις σε σχολεία και βιβλιοθήκες, καθώς και η αρμονική συνεργασία με τα άλλα σωματεία για την Παιδική Λογοτεχνία, δηλαδή, τον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού  Βιβλίου και τον Αίσωπο, με τα οποία συστεγάζονται στο χώρο που απέκτησαν με τη συνδρομή του Υπουργείου Πολιτισμού, στην οδό Μπουμπουλίνας 28.

Ενδεικτικά, αναφέρουμε τη σειρά των εκδηλώσεων με τίτλο «Τι διάβαζαν οι μεγάλοι όταν ήταν παιδιά», οι  οποίες πραγματοποιούνται σε διάφορες πόλεις (Αθήνα, Πάτρα, Καρδίτσα, Θεσσαλονίκη, Βούλα), με προσκεκλημένους εξέχουσες προσωπικότητες από το χώρο των γραμμάτων, της τέχνης κ.ο.κ. Επίσης, τις εκπαιδευτικές ημερίδες στο Ναύπλιο,  τον Παλαμά Καρδίτσας, το Περιβαλλοντικό Κέντρο Κλειτορίας και αλλού. Επιπλέον,  τη συμμετοχή της στις εκδηλώσεις εορτασμού της Παγκόσμιας ημέρας Παιδικού Βιβλίου του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, και  σε αυτές του Πολιτιστικού Τριγώνου Πρεσπών. Επισημαίνουμε ακόμη  την επίσκεψη έντεκα σχολείων και την παρουσίαση διαλέξεων στις περιοχές του Μονάχου και της Στουτγάρδης , με την υποστήριξη της Γεν. Γραμμ. Απόδημου Ελληνισμού.  Στον εκδοτικό χώρο[20] σημειώνουμε τα Λογοτεχνικά Ημερολόγια του  Σωματείου από το 2000, το αφιέρωμα στην  πρώτη πρόεδρο της Συντροφιάς, με τίτλο «Τατιάνα Σταύρου, καθώς την αναπολούμε…», το θεωρητικό τόμο «Περιπλανήσεις στην Παιδική Λογοτεχνία. Μελετήματα», τον οποίο θα ακολουθήσουν και άλλοι, καθώς και τους λογοτεχνικούς συλλογικούς τόμους  «Πατρίδες της Ψυχής», «Στην παλιά μου γειτονιά», «Σαν το σκύλο με τη γάτα», «-Να τα πούμε; -Να τα πείτε» κ.λπ.

 

Δεν θα μπορούσαμε μιλώντας για τα πενήντα χρόνια της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς, να μην στρέψουμε το βλέμμα και στο μέλλον. Τώρα που η Παιδική μας Λογοτεχνία  αναπτύσσεται ταχύτατα και καταξιώνεται  μέρα με την ημέρα στη συνείδηση των πνευματικών ανθρώπων αλλά και όσων εμπλέκονται στην αγωγή των παιδιών, το Σωματείο, που συνέβαλε καθοριστικά σε αυτό, εξακολουθεί ασφαλώς να έχει λόγο ύπαρξης. Διατηρώντας τις αξίες του αναφορικά με την ποιότητα των λογοτεχνικών έργων για παιδιά και αναμορφώνοντας τους επιμέρους στόχους του σύμφωνα με τη διαρκώς εξελισσόμενη πραγματικότητα, θα συνεχίσει να συμπαραστέκεται σε όσους αγωνίζονται για τη βελτίωση του είδους, και να τους εμψυχώνει, να αναζητά και να αναδεικνύει σύγχρονα αφηγηματικά μέσα και θέματα. Σχετικά  ο Β. Δ. Αναγνωστόπουλος σημειώνει  πως «το μέλλον ανήκει σε πρωτοβουλίες με σταθερή καθοδήγηση γεγονός που, όπως φαίνεται, η Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά έχει εξασφαλίσει με τη νέα περίοδο»[21].

Τα παλαιότερα μέλη της, που έζησαν την ανάγκη και το πάθος των ιδρυτριών του για  την ανακάλυψη ταλαντούχων συγγραφέων οι οποίοι θα ασχολούνταν συστηματικά με κείμενα για το παιδικό αναγνωστικό κοινό, συνεργάζονται με τα νεότερα, που πλησιάζουν το Σωματείο γοητευμένα από  το μέγεθος της ιστορικής προσφοράς του, προκειμένου να βρουν ασφάλεια και στήριξη στους προσωπικούς τους αγώνες και προβληματισμούς. Μαζί, προσφέρουν με θέρμη εθελοντική, συστηματική δουλειά , ανταλλάσσουν  εμπειρίες, γνώσεις και ιδέες. Η παραπάνω εικόνα παρουσιάζεται εύγλωττα και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Τώρα τα φιντάνια της Τατιάνας Σταύρου, βγάλανε και βγάζουν φιντανάκια που τα σπέρνουν με αγάπη στο χώμα που εκείνη, με πολύ κόπο και φροντίδα, μάζεψε. Κι εκείνα φυτρώνουν, μεγαλώνουν και πολλαπλασιάζονται. Κι έτσι, από  γενιά σε γενιά, θα περνάνε το σπόρο της δημιουργίας…»[22].

Σημειώσεις

[1] Τάσεις και Εξελίξεις της Παιδικής Λογοτεχνίας στη δεκαετία 1970-1980, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα, 1987, σσ. 9,25.

[2] Βλ. σχετικά στο βιβλίο της Τατιάνας Σταύρου «Ελιά. Η βιογραφία ενός δέντρου», επιμ. Γεωργία Τσάκωνα, εκδ. Ηλίβατον, Αθήνα 2001, σ. 20 και

Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς, Στον απόηχο της χρονιάς που πέρασε 1998-1999, την εναρκτήρια εισήγηση της σημερινής προέδρου του Σωματείου Αγγελικής Βαρελλά στην εκδήλωση απονομής βραβείων ,σ.6.

[3] Β. Δ. Αναγνωστόπουλου, ό.π., σσ. 14 ,25.

[4] Δημήτρη Γιάκου, Ιστορία της Ελληνικής Παιδικής Λογοτεχνίας, εκδ. Παπαδήμα, σσ. 13-14.

[5] Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς, Στα χνάρια της χρονιάς 2002-2003, σ.6.

[6] Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά, «Τα είκοσί μας χρόνια»,1958-1978, σ.11.

[7] Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά, «Τα Βραβεία», 1958-73, Αθήνα, 1974, σ.21.

[8] Για τη συμβολή των συγκεκριμένων διαγωνισμών στο ιστορικό μυθιστόρημα βλ. Β. Δ. Αναγνωστόπουλου, ό.π., σσ. 116-117 και Αντιγόνης Χατζηθεοδώρου,  «Οι διαγωνισμοί της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς και το Ιστορικό Μυθιστόρημα», Διαδρομές, τχ.18, Καλοκαίρι 1990, σσ.106-109.

[9] Χαρακτηριστικά σημειώνει για το ξεκίνημα της λογοτεχνικής δραστηριότητάς της μέσα από διαγωνισμό της Γ. Λ. Σ. η Νίτσα Τζώρτζογλου, που «σήμερα έχει πίσω της πενήντα πετυχημένα βιβλία και δεκαεννιά βραβεία»: «Θα τολμούσα; το ψευδώνυμο και το πραγματικό όνομα σε κλεισμένο φάκελο που θα σχιζότανε μόνο σε περίπτωση βράβευσης, νίκησε το δισταγμό μου…(«Πρώτη επαφή…», στον τόμο της Γ. Λ. Σ., Τατιάνα Σταύρου καθώς την αναπολούμε…, επιμ. Αγγελικής Βαρελλά, σσ. 66-67).

[10] Αναφέρω ενδεικτικά την περίπτωση της ποιήτριας Ρίτας Μπούμη Παππά, η οποία βραβεύτηκε  το 1964 για τη συλλογή της «Η Μαγική Φλογέρα». Στο σκεπτικό της βράβευσης αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Με χαρούμενη έκπληξη η Επιτροπή ανοίγοντας τους κλειστούς φακέλους…ανακάλυψε το όνομα της Ρίτας Μπούμη-Παπά. Την ευχαριστούμε που τίμησε το διαγωνισμό μας…»

[11] Βλ. το κείμενό της «Οι τρεις αγάπες της Τατιάνας», στον τόμο με  γενικό τίτλο Τατιάνα Σταύρου καθώς την αναπολούμε, ό.π., σ.14 . ΄Αλλωστε  η ίδια  η  Τ. Σταύρου ομολογεί : «Διαβάζω όλα τα έργα που υποβάλλονται στο διαγωνισμό και μάλιστα όχι μια φορά το καθένα» (Γιάννη Μπάρτζη, «Πώς γνώρισα την Τατιάνα Σταύρου», ό.π.,,σ.39).

[12] Η Δέσπω Καρβέλη χαρακτηρίζει την τελετή της απονομής  «κοσμαντάμωμα χαράς και αισιοδοξίας», όπου δημιουργούνται γνωριμίες, φιλίες, γέφυρες επικοινωνίας («Σ’ ένα κοσμαντάμωμα χαράς» , ό.π.,σ.29).

[13] Αγγελικής Βαρελλά, ό.π., σ.14.

[14] Ζωής Κανάβα, «Δέκα χρόνια κοντά στην Τατιάνα», ό.π.,σ.22. Την επιμονή της Σταύρου για την άμεση έκδοση των βραβευμένων χειρογράφων τονίζουν επίσης οι Νίκος Κανάκης , («Το φαινόμενο Τατιάνα Σταύρου» ό.π.,σ.25) και Βεατρίκη Κάντζολα-Σαμπατάκου, («Δεν έχεις μάθει ακόμα να …ψαλιδίζεις», ό.π., σ.26).

[15] Γυν. Λογοτ. Συντροφιά, Στον απόηχο της χρονιάς που πέρασε 1998-1999, σ. 4.

[16] Γ. Λ. Σ. ,Στην τροχιά του περασμένου χρόνου, σ. 3.

[17] Γ. Λ. Σ. ,Στα χνάρια της χρονιάς 2001-2002, σ. 6.

[18] Η Αγγελική Βαρελλά σημειώνει σχετικά: «Το πρόβλημα δεν είναι να γεμίσουμε την αγορά με άχαρα βιβλία, αλλά με βιβλία που να προσελκύουν με τη δροσιά και το ενδιαφέρον τους τους μικρούς αναγνώστες (Γ. Λ. Σ., ΄Εχουμε και λέμε… για την περίοδο 2003-2004, σ. 4).

[19] Βλ. τον Πρόλογο του Β. Δ. Αναγνωστόπουλου, στον τόμο Τατιάνα Σταύρου καθώς την αναπολούμε, ό.π., σ. 2.

[20] Για τις εκδοτικές μας δραστηριότητες συνεργαζόμαστε με τους οίκους Πατάκη, Ψυχογιό, Καστανιώτη, Φυτράκη, Λιβάνη, ΄Αγκυρα, Κέδρο, Αστέρα, Ακρίτα, Τήνος, Ελληνικά Γράμματα, κ.λπ. (βλ.  Γ. Λ. Σ.,  Στην Τροχιά του περασμένου χρόνου 2000-2001, σ.  5).

[21] Γ. Λ. Σ., Τατιάνα Σταύρου καθώς την αναπολούμε, ό.π., σ.3.

[22] Γιολάντας Πατεράκη, «Η γηραιά κυρία της λογοτεχνίας μας», Τατιάνα Σταύρου καθώς την αναπολούμε, ό.π., σ.53.

 

ΠΑΙΔΙΚΗ  ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ  ΚΑΙ  ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ:  ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ  ΑΧΩΡΙΣΤΟΙ

Ελένη Α. Ηλία, Δρ. Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Ε.Κ.Π.Α.

(Η παρούσα εισήγηση παρουσιάστηκε στο διήμερο συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στο Αμφιθέατρο του Μαρασλείου Διδασκαλίου, στις 4-5 Δεκεμβρίου του 2015, με θέμα «30 χρόνια Διαδρομές στην παιδική και νεανική λογοτεχνία. Ιστορία, έρευνα και μέλλον του παιδικού βιβλίου». Περιλαμβάνεται στα Πρακτικά του συνεδρίου: Διαδρομές στην Παιδική Λογοτεχνία, επιμ. Κ. Μαλαφάντης, Μ. Κουρκουμέλη, εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα, 2017,     ISBN: 978-618-01-1945-9,        σσ. 49-51).

Θα μου  επιτρέψετε να ξεκινήσω την τοποθέτησή μου με μια εικόνα από το μέλλον.                  70 χρόνια μετά…  Πολλά έχουν αλλάξει στον κόσμο. Η ανθρώπινη φύση όμως είναι ίδια. Έχει πάντα ανάγκη από πνευματική τροφή. Έχει πάντα την τάση να εξελίσσεται. Έτσι λοιπόν τα παιδιά έχουν πάντα ανάγκη τα καλά λογοτεχνικά βιβλία. Για το λόγο αυτό, το περιοδικό μας, οι Διαδρομές, εξακολουθεί να κυκλοφορεί. Και σε μια λαμπρή εκδήλωση γιορτάζονται τα εκατό χρόνια του…

Δεν πρόκειται τόσο για ευχή όσο για πεποίθηση. Και γίνομαι αμέσως πιο συγκεκριμένη. Άκουσα πρώτη φορά για τις Διαδρομές στα φοιτητικά μου χρόνια από τον καθηγητή μου της Παιδικής Λογοτεχνίας, τον κ. Ηρακλή Καλλέργη. Στο μάθημά του το περιοδικό ήταν το σταθερό σημείο αναφοράς, η πηγή από όπου αντλούσαμε πληροφορίες και γνώσεις για τη σύγχρονη ελληνική παιδική λογοτεχνία. Διδάσκοντας αργότερα η ίδια το μάθημα της Λογοτεχνίας σε εν ενεργεία δασκάλους και νηπιαγωγούς, στην Πάτρα, στην Αθήνα και αλλού, το περιοδικό εξακολουθούσε να συνιστά σταθερό σημείο αναφοράς. Η σχέση μου με το περιοδικό εξελισσόταν παράλληλα με τη σχέση μου με την Παιδική Λογοτεχνία. Όσο η δεύτερη γινόταν πιο συνειδητή τόσο στενότερη γινόταν η επαφή μου με το περιοδικό. Με θυμάμαι ως επισκέπτρια στο θρυλικό πατάρι του, να γνωρίζω την ψυχή του, γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσα να αποκαλέσω  τους εθελοντές του; Ανθρώπους με ήθος, που καταξιωμένοι συγγραφείς οι ίδιοι, δεν επεδίωκαν μέσα από το περιοδικό να προβάλλουν το έργο τους. Αγωνίζονταν και αγωνιούσαν για .τη δημιουργία γενιών αναγνωστών. Και κατόρθωσαν να συμβάλλουν πολύ σημαντικά σε αυτό, στην ευαισθητοποίηση των εκπαιδευτικών, των γονιών, του πνευματικού κόσμου για το παιδί-αναγνώστη. Ανέδειξαν τη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή μέσα από τις ουσιαστικές, επιστημονικές, εις βάθος μελέτες που φιλοξενούνταν στις σελίδες του. Έτσι ως αναγνώστρια πάντοτε απολάμβανα τα άρθρα των Διαδρομών, ως μελετήτρια δε πάντοτε παρέπεμπα σε αυτά. Νιώθω ιδιαίτερα τυχερή καθώς χάρη στους πρωτεργάτες του περιοδικού βρέθηκα στο Διοικητικό Συμβούλιο της Λέσχης Μελέτης και Έρευνας της Παιδικής Λογοτεχνίας «Οι Διαδρομές» και στη συντακτική επιτροπή του ενώ αργότερα έως και σήμερα, μεταξύ των υπευθύνων της ύλης του. Αισθάνομαι εξίσου τυχερή που σε διάφορα τεύχη του περιοδικού  περιλαμβάνονται και δικά μου κείμενα είτε αυτά συνιστούν αναγνωστικές προσεγγίσεις λογοτεχνικών έργων είτε διδακτικές προσεγγίσεις της Λογοτεχνίας είτε αναφορές σε φορείς που επικεντρώνονται στην παιδική λογοτεχνία.  Κοινή συνισταμένη σε αυτές τις δημοσιεύσεις μου, ο δημιουργικός ρόλος του αναγνώστη. Επισημαίνω το γεγονός ότι ο αναγνώστης σε όποιο στάδιο αναγνωστικής ωριμότητας και αν βρίσκεται, συνδημιουργεί με το συγγραφέα το λογοτεχνικό έργο, το αναδημιουργεί, προσαρμόζοντάς το στο δικό του πρόσωπο, στις εμπειρίες και τις επιθυμίες που τον διαμορφώνουν. Μέσα από τις πολλαπλές, προσωπικές αναγνώσεις (πραγματικές ή δυνητικές), με την ιδιαιτερότητα, τη μοναδικότητά τους, αναδεικνύεται ο ανεξάντλητος χαρακτήρας των λογοτεχνημάτων. Και αυτό το γεγονός δεν μπορεί παρά να είναι το πρώτιστο κριτήριο για την ποιότητα του λογοτεχνικού έργου. Από τη λογοτεχνική ανάγνωση δεν ωφελείται ασφαλώς μόνο το έργο. Παίζοντας το δημιουργικό παιχνίδι της ανάγνωσης,  μέσα από την απόλαυση και τη συγκίνηση οδηγούμαστε οι αναγνώστες στην αυτογνωσία. Εκεί ακριβώς έγκειται η τεράστια παιδαγωγική δύναμη της Λογοτεχνίας.

Από την με κάθε τρόπο ενασχόλησή μου με το περιοδικό Διαδρομές, εκείνο που διαπιστώνω,  είναι πως η μακροζωία του δεν είναι κάτι τυχαίο. Οφείλεται στην ικανότητα των ανθρώπων που το δημιούργησαν και εξακολουθούν να το υπηρετούν, να το προσαρμόζουν στις εκάστοτε συνθήκες. Ο βιολογικός νόμος της προσαρμογής και της εξέλιξης βρίσκει στην περίπτωση των Διαδρομών μία θαυμάσια, υποδειγματική εφαρμογή. Αυτήν τη στιγμή το περιοδικό κυκλοφορεί ηλεκτρονικά. Δεν θα κάνω εικασίες για τη μορφή του στο μέλλον. Θα εκφράσω ωστόσο, για άλλη μια φορά, την ακλόνητη πεποίθησή μου ότι οι Διαδρομές θα εξελίσσονται και θα επιβιώνουν όσο τα παιδιά θα έχουν ανάγκη τη λογοτεχνία. Κι όσο θα υπάρχουν ενήλικοι που θα ενδιαφέρονται για τα παιδιά…

Σας ευχαριστώ θερμά.

 

Β.Δ. Αναγνωστόλουλος: Ο «χρονογράφος» των Διαδρομών

Ελένη Α. Ηλία, Δρ. Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Ε.Κ.Π.Α.

(Το άρθρο μου αυτό περιλαμβάνεται στον τιμητικό τόμο για τον Καθηγητή Βασίλη Αναγνωστόπουλο, «Ηδονών ήδιον έπαινος». Θεωρήσεις της Παιδικής-Εφηβικής Λογοτεχνίας, επιμ. Τασούλα Τσιλιμένη, Ελένη Κονταξή, Ευγενία Σηφάκη. Εκδόσεις Τζιόλα, 2018,      ISBN: 978-960-418-822-2,  σελ. 17-24).

Ξεκινώ αυτό το άρθρο, παραθέτοντας τον ορισμό του χρονογραφήματος και τα χαρακτηριστικά του. Το χρονογράφημα συνιστά πεζό λογοτέχνημα, που δημοσιεύεται σε εφημερίδα ή περιοδικό. Στην Ελλάδα τουλάχιστον ξεκίνησε από τα περιοδικά. Το χρονογράφημα είναι είδος έντεχνου πεζού λόγου,  με λογοτεχνική κάποτε χροιά, αν και συχνότατα  παραμένει  στην περιοχή της δημοσιογραφίας. Ο Νιρβάνας γράφει «είτε είδος λογοτεχνικό είτε παραλογοτεχνικό, το χρονογράφημα έχει το δικαίωμα να παρίσταται στο νάρθηκα τουλάχιστον του ναού της τέχνης».  Συνήθως πραγματεύεται ζητήματα κοινωνικά, πολιτιστικά και ηθικά, θέματα της επικαιρότητας που απασχολούν την κοινή γνώμη. Αφορμή για συγγραφή χρονογραφήματος μπορεί να δώσει οτιδήποτε: μια εντύπωση, ανάμνηση, ιστορία, κριτική, ασήμαντο καθημερινό γεγονός  κ. ο. κ. Το χρονογράφημα είναι σύντομο κείμενο, ευχάριστο και καλύπτει συγκεκριμένη στήλη στην εφημερίδα ή στο περιοδικό. Γράφεται σε τόνο εύθυμο, χαριτωμένο, χιουμοριστικό, κάποτε επικριτικό, δηκτικό άλλοτε, συχνά ειρωνικό, παραινετικό, έμμεσα ή άμεσα διδακτικό και παιδαγωγικό. Αυτά σημαίνουν ότι συστεγάζει αρμονικά τη χάρη και τη σκωπτικότητα, την ευφυολογία και τον κριτικό στοχασμό, την αφηγηματική ροή και τη διδακτική πρακτική, την ειρωνική διάθεση και τη σοβαρή πρόθεση. Με την ποικιλία των θεμάτων του και των τρόπων με τους οποίους γράφεται, εξασφαλίζει όλες τις προϋποθέσεις μιας φιλικής, ευχάριστης και τακτικής επικοινωνίας χρονογράφου και κοινού. Οι αναγνώστες το περιμένουν. Σκοπός του χρονογράφου είναι να ωφελήσει την κοινωνική ομάδα στην οποία απευθύνεται, να υποδείξει, να συμβουλέψει, να διδάξει, να διαπαιδαγωγήσει ενδεχομένως, να συμβάλει στη διάπλαση της κοινωνίας. Κι όλα αυτά και άλλα ακόμη (το χρονογράφημα υπερβαίνει κάθε φραγμό) επιδιώκει να τα πραγματοποιήσει με τρόπο ευχάριστο αλλά και καυστικό. Είναι ο χρονογράφος ο καθημερινός οδηγός και δάσκαλος πολλών ανθρώπων.  Την καλύτερη περιγραφή του χρονογραφήματος τη δίνει ο Σπύρος Μελάς, στο πρώτο του χρονογράφημα από τις στήλες της εφημερίδας «Αθηναϊκά Νέα» (στις 28.5.1931), όπου ορίζει το είδος γράφοντας προς τους αναγνώστες:            «… έλαβα την … εντολή … να σας συγκινώ, να σας ενθουσιάζω, να σας ζωγραφίζω, να σας θυμώνω, να σας ενδιαφέρω, και προπάντων να σας διασκεδάζω από αυτή τη στήλη κάθε μέρα.» Συμπερασματικά, θα επισημαίναμε ότι εξορισμού το χρονογράφημα  το «περιμένουμε» με χαρά και ανυπομονησία, γιατί μας ευχαριστεί αλλά ταυτόχρονα και μας «διδάσκει»! (Οι παραπάνω αναφορές στο είδος του χρονογραφήματος προέρχονται από την Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, 1994, σ. 345, από τη  Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, 1983, σ. 531 και από την  Έκφραση-Έκθεση, τχ. Α΄ , σ. 271, που περιλαμβάνεται στα διδακτικά βιβλία του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου).

Καθώς στο χρονογράφημα πρέπει μέσα σε πολύ λίγες αράδες και με λιτές εκφράσεις να διατυπώσεις με σαφήνεια τη στάση, τη φιλοσοφία σου, τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεσαι το γεγονός που στάθηκε η αφορμή του κειμένου σου, είναι κοινή η παραδοχή ότι για να συνταχθεί το χρονογράφημα, απαιτείται συγγραφική ωριμότητα. Η προσωπικότητα και η ευφυΐα του χρονογράφου είναι τα στοιχεία που καθορίζουν αποκλειστικά την ποιότητα του κειμένου του. Ας επιχειρήσω σχετικά μία απλή σύγκριση. Στη συγγραφή μιας επιστημονικής εργασίας ακολουθούμε συγκεκριμένους κανόνες. Το αποτέλεσμα λοιπόν εξαρτάται κατά πολύ από το πόσο ορθά και πιστά οι κανόνες έχουν εφαρμοστεί. Στην περίπτωση ωστόσο του χρονογραφήματος, δεν υπάρχουν κανόνες να ακολουθήσουμε. Και εκεί έγκειται ακριβώς η δυσκολία του. Αν και γράφεται δύσκολα όμως, διαβάζεται πολύ πιο εύκολα και από περισσότερους ανθρώπους, λόγω της μικρής έκτασής του και του ευχάριστου ύφους του.  Συνεπώς πρόκειται για είδος εξαιρετικά χρήσιμο.

Για να αποδοθεί πληρέστερα και αποτελεσματικότερα το ενδιαφέρον που εμφανίζει και η σπουδαιότητα που διακρίνει το  χρονογράφημα, θα εξετάσουμε αναλυτικότερα  την περίπτωση του περιοδικού Διαδρομές, που η κυκλοφορία  του συνεχίζεται για περισσότερα από τριάντα χρόνια. Στα παλαιότερα τεύχη του εν λόγω περιοδικού, τα εισαγωγικά κείμενα ήταν συνήθως ανυπόγραφα και περιορίζονταν αποκλειστικά στην παρουσίαση της ύλης του τρέχοντος τεύχους. Τις σπάνιες φορές που τα κείμενα υπογράφονταν με τις λέξεις «Ο Διευθυντής», η προσέγγιση του συντάκτη τους, Βασίλη Αναγνωστόπουλου, ήταν προσωπική, συναισθηματική, δίνοντάς μας τα πρώτα δείγματα για την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εξέλιξη του εισαγωγικού αυτού κειμένου, που θα παρακολουθήσουμε στη συνέχεια. Η λογοτεχνική γλώσσα κυριαρχούσε. Το πρόσωπο όλων των ρημάτων ήταν το πρώτο πληθυντικό, για να φανερώνει τη συλλογικότητα της προσπάθειας, στην οποία οφειλόταν το επιτυχές αποτέλεσμα. Ο καθηγητής, ο επιστήμονας, ο ερευνητής Αναγνωστόπουλος δεν χρησιμοποιούσε εδώ τη δοκιμιακή γραφή, εφόσον προφανώς θα ήταν ακατάλληλη για να αποδώσει τη σχέση του με το περιοδικό. Φράσεις όπως «Δοσμένοι στο όνειρο και στον αγώνα. Ο χρόνος σε δεύτερη μοίρα… γίνεται παρανάλωμα του πυρετικού ρυθμού και της αγωνίας. Είκοσι χρόνια!… Στο ζύγι κεφάλι έπαιρναν οι χαρές. Οι λύπες ήταν λιγόζωες.» (τχ. 20, 2005)   ή  «Από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι των Διαδρομών. Η καρδιά και η ματιά μας, όταν γυρίζουν πίσω σ’ αυτά τα περασμένα χρόνια, γεμίζουν με νοσταλγία αλλά και ασφαλέστερη εκτίμηση για πρόσωπα, γεγονότα, δυσκολίες, για ευχάριστες και δυσάρεστες στιγμές… » (τχ. 92, 2008),  επιλέχθηκαν για να αποδοθεί η ποιότητα και ο όγκος της εργασίας αλλά και το κίνητρο, που είναι η ευθύνη για τη δημιουργία γενιών και γενιών παιδιών – αναγνωστών .

Στην τελευταία δε περίοδο, οπότε οι Διαδρομές κυκλοφορούν σε ηλεκτρονική μορφή,  τα εισαγωγικά κείμενα που  πλέον υπογράφονται στο σύνολό τους από τον Βασίλη Αναγνωστόπουλο, διατηρώντας τον πυρήνα τους που είναι η παιδική λογοτεχνία, έχουν διευρυνθεί θεματικά και εξελιχθεί, υιοθετώντας αποκλειστικά  το ανάλογο ύφος και όλες τις αρετές του ιδιαίτερα δύσκολου και απαιτητικού είδους του χρονογραφήματος.  Δίνεται πάντοτε στα κείμενα κάποιος τίτλος, λογοτεχνικός ή μη: π. χ. «Βιβλία-πυγολαμπίδες» (τχ. 111, 2013), « “Χώρα” με δροσιές και χρώματα» (τχ. 118, 2015) ή «Συνεχίστε να διαβάζετε!» (τχ. 113, 2014) και «Καλή σχολική χρονιά!» (τχ. 103, 2011). Αυτό που εντυπωσιάζει περισσότερο είναι ότι όποια κι αν είναι η αφορμή από την επικαιρότητα που αξιοποιεί ο Αναγνωστόπουλος, πάντοτε τη συνδέει αριστοτεχνικά με το σκοπό και τη φύση του περιοδικού και κατ’ επέκταση με το συγκεκριμένο περιεχόμενο κάθε τεύχους. Διαφορετική μεν η αφετηρία κοινό δε το τέρμα, εφόσον ο χρονογράφος εναρμονίζει πλήρως το εκάστοτε θέμα του με την ανάδειξη της παιδικής λογοτεχνίας.

Κάποια από τα εισαγωγικά κείμενα που υπογράφει ο διευθυντής των Διαδρομών, επικεντρώνονται ευρύτερα στον κλάδο της Παιδικής Λογοτεχνίας, και ειδικότερα στην αμφισβήτησή της από μερίδα επιστημόνων. Συνεισφέρει στη σχετική συζήτηση που εδώ και αρκετές δεκαετίες συνεχίζεται και στη χώρα μας, απαριθμώντας τίς εδώ αλλά και τις διεθνείς προσπάθειες για τη στήριξή της και την προβολή της, ανάμεσα στις οποίες συγκαταλέγεται και η έκδοση του περιοδικού (τχ. 94, 2009). Αλλού η προσέγγιση του χρονογράφου διαφοροποιείται εντελώς. Το παιδικό βιβλίο προβάλλεται μέσα στο φυσικό του πλαίσιο, το κοινωνικό περιβάλλον και μάλιστα της εορταστικής περιόδου Χριστουγέννων-Πρωτοχρονιάς. Συσχετίζεται με τα παιχνίδια που δωρίζονται τότε στα παιδιά, με τα γλυκά που κυκλοφορούν παντού. Ο Αναγνωστόπουλος κινητοποιώντας το σύνολο των αισθήσεών μας, διεκδικεί για το παιδικό βιβλίο στο γιορταστικό αυτό πλαίσιο, πρωταγωνιστικό ρόλο, καθώς το εκλαμβάνει ως έκφραση και απόδειξη της αγάπης μας προς τα παιδιά (τχ. 116, 2014). Άλλοτε αφετηρία του κειμένου του συνιστά η καθιερωμένη παγκόσμια ημέρα Παιδικού Βιβλίου. Σύμφωνα με το εκάστοτε μήνυμα που ερμηνεύει, κάποτε δίνει την έμφαση στην παγκόσμια διάσταση αυτής της γιορτής, που αντιπροσωπεύει τις κοινές ηθικές, πνευματικές αρχές και αξίες του πολιτισμού μας (τχ. 117, 2015). Άλλοτε πάλι φωτίζει τις ποικίλες πτυχές της πανανθρώπινης ιστορίας, όπως τις εκφράζουν τα διαφορετικά βιβλία, που όλα μαζί την συνθέτουν συνολικά (τχ. 101, 2011). Η ευαισθησία του Αναγνωστόπουλου για την Παιδική Λογοτεχνία δεν παραλείπει να κάνει τη διάκριση μεταξύ βιβλίου και γραπτού λόγου γενικότερα και των έργων τέχνης του προφορικού λόγου, προσπαθώντας να αναδείξει την ουσία και την  αξία του τελευταίου, προλογίζοντας άρθρα με θέμα την αφήγηση, στην εποχή μας όπου η υπεροχή του γραπτού λόγου είναι πλήρης (τχ. 90, 2008).

Ένα άλλο μεγάλο μέρος αυτών των κειμένων αναδεικνύει τη σημαντικότητα  της σχέσης  του λογοτεχνικού βιβλίου με τον αναγνώστη  ( Iser, 1990, σσ.44-45, 104, 281). Θα χαρακτήριζα αυτήν την επιλογή του Αναγνωστόπουλου αναμφισβήτητα ως την πλέον θετική  για το μέλλον τόσο των βιβλίων όσο και των παιδιών-αναγνωστών. Παίρνοντας αφορμή ο Αναγνωστόπουλος από το δοκίμιο «Η Λογοτεχνία σε κίνδυνο», προσπαθεί να ευαισθητοποιήσει τους εμπλεκόμενους επαγγελματικά με αυτήν, κριτικούς, διδάσκοντες κ.λπ., προκειμένου να την εμφανίσουν ως ελκυστική δραστηριότητα (τχ. 110, 2013). Συνεχίζοντας, επιδιώκει να αναδείξει την παιδαγωγική της δύναμη, επισημαίνοντας τις εμπειρίες που προσφέρει , την αυτογνωσία στην οποία σταδιακά μάς οδηγεί (τχ. 111, 2013). Χαρακτηρίζει ακόμη τα αναγνώσματα της παιδικής μας ηλικίας ως ιδιαίτερα πολύτιμες αναμνήσεις στην περίοδο της ενηλικίωσης (τχ. 113, 2014). Ο Αναγνωστόπουλος αναφέρεται δε στο χρόνο ο οποίος δωρίζεται το Καλοκαίρι, προκειμένου οι αναγνώστες να ασχοληθούν με άνεση με το βιβλίο (τχ. 82, 2006). Τονίζει ότι η χαλάρωση που προσφέρουν οι καλοκαιρινές διακοπές, συνιστά ευκαιρία για τη δημιουργική δραστηριότητα της λογοτεχνικής ανάγνωσης (τχ. 118, 2015). Αντιπαραθέτει το ρυθμό της λογοτεχνικής ανάγνωσης  στον απάνθρωπο ρυθμό της σύγχρονης ζωής, ώστε να μας προσφέρεται μέσα από αυτήν διέξοδος  και εξισορρόπηση (τχ. 98, 2010). Και ο ίδιος ο Αναγνωστόπουλος δηλώνει ότι επωφελείται από τις καλοκαιρινές διακοπές ως ευκαιρία να ανατρέξει σε αξιόλογα αναγνώσματα. Κάποιες από αυτές τις αναγνώσεις του φέρνει μάλιστα στο φως, για να υποστηρίξει διάφορες σταθερές απόψεις του για την εκπαίδευση και ειδικότερα τη λογοτεχνική διδασκαλία. Συγκεκριμένα, την άποψή του υπέρ της επιδίωξης της αριστείας , που  βάλλεται από ορισμένες  μεταρρυθμίσεις στο εκπαιδευτικό σύστημα, ο Αναγνωστόπουλος την αναδεικνύει μέσα από δύο αρχαίες  φράσεις  υπέρ της επιδίωξης της αριστείας, τις οποίες συνήθιζε ο Καζαντζάκης να γράφει στα  τετράδιά του από το  Δημοτικό  Σχολείο.  Το παραπάνω δεν είναι το μόνο στοιχείο που ο Αναγνωστόπουλος  αντλεί από τη βιογραφία του συγγραφέα την οποία έχει γράψει   η  Έλλη Αλεξίου. Από το ίδιο βιβλίο επιλέγει ένα ακόμη επεισόδιο από τη ζωή του Καζαντζάκη, για να προβάλλει το σπουδαιότερο στόχο κάθε λογοτεχνικής προσέγγισης και διδασκαλίας, που συνίσταται στην αναγνωστική επάρκεια, όπου οδηγεί η  φιλαναγνωσία.  Καταδεικνύει δε την ευθύνη εκπαιδευτικών και γονιών για την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας  στα παιδιά (τχ. 122, 2016). Επίσης, ο Αναγνωστόπουλος αντιπαραθέτει την εικόνα, που στην εποχή μας έχει κυριαρχήσει με άπειρους τρόπους, προς το λόγο, το κείμενο, το οποίο προσφέρει τη δραστηριοποίηση της αναγνωστικής φαντασίας (τχ. 85, 2007).

Μια άλλη κατηγορία κειμένων αναφέρονται στο σχολικό πλαίσιο και ειδικότερα στην εκπαιδευτική διαδικασία. Ο Αναγνωστόπουλος προτείνει εμφατικά την είσοδο του λογοτεχνικού βιβλίου στο σχολείο, προκειμένου να επιτευχθούν οι παιδαγωγικοί στόχοι. Θεωρεί ότι το λογοτεχνικό βιβλίο θα μπορούσε θαυμάσια να λειτουργήσει συμπληρωματικά, εξυπηρετώντας άριστα τον παιδαγωγικό ρόλο του σχολείου. Και σε αυτό το σημείο τίθεται από τον Αναγνωστόπουλο το κρίσιμο ερώτημα για την επιλογή του σωστού βιβλίου. Θεωρεί ότι την απάντηση μπορούν να δώσουν οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί, τους οποίους προσπαθεί να ευαισθητοποιήσει ως προς το δικαίωμα της ελευθερίας και ταυτόχρονα την ευθύνη της επιλογής (τχ. 95, 2009). Εισηγείται μάλιστα σχετικά την καθιέρωση της Λογοτεχνίας στο αναλυτικό πρόγραμμα, διευκρινίζοντας ωστόσο την εξέχουσα σημασία του τρόπου διδασκαλίας της (Alter, J. κ. ά., 1985), ώστε να μην αντιμετωπιστεί ως «μάθημα» και χάσει την ομορφιά της (τχ. 84, 2006). Με αφορμή το ξεκίνημα μιας σχολικής χρονιάς, που αποδίδεται λογοτεχνικά τόσο με το ποίημα της Ρένας Καρθαίου, όπου ο Σεπτέμβρης εμφανίζεται ως αγόρι που αφήνει την εξοχή για να χτυπήσει την καμπάνα του σχολείου, όσο και με αναφορά στις διώχνες, τα κρινάκια-σύμβολο του Φθινοπώρου, που διώχνουν τα παιδιά από την εξοχή, παρουσιάζει άρθρα με θέμα τη διδακτική της Λογοτεχνίας στο σχολείο (τχ. 83, 2006). Ο Αναγνωστόπουλος θέτει  το περιοδικό Διαδρομές στην υπηρεσία του στόχου να επιλέγονται οι προσφορότεροι τρόποι λογοτεχνικής διδασκαλίας,  εντάσσοντας συστηματικά πλέον στην ύλη του  περιοδικού σχετικές μελέτες που να διευκολύνουν τους εκπαιδευτικούς (τχ. 88,  2007). Κάνει και ειδικότερα λόγο για τον εμπλουτισμό της θεματολογίας του περιοδικού, ώστε να ανταποκριθεί στη διαθεματική αξιοποίηση της λογοτεχνίας, τη σύνδεσή της με τα διάφορα γνωστικά αντικείμενα όλων των εκπαιδευτικών βαθμίδων (τχ. 89, 2008). Ο Αναγνωστόπουλος σε άλλο κείμενό του επεκτείνεται ακόμη περισσότερο στο σχολικό γίγνεσθαι, επιχειρώντας να εντοπίσει τις παραμέτρους που καθορίζουν το αποτέλεσμα της εκπαιδευτικής διαχείρισης, επιδιώκοντας να συμβάλλει  στην επιτυχία της (τχ. 91, 2008). Αλλά ακριβώς επειδή το χρονογράφημα παίρνει αφορμή από την επικαιρότητα, ο Αναγνωστόπουλος δεν διστάζει επίσης να καταγράψει με συντομία αλλά και ακρίβεια τα κυριότερα προβλήματα που γεννά σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες η οικονομική κρίση (τχ. 103, 2011). Στο πλαίσιο μάλιστα της αντιμετώπισης της κρίσης ο Αναγνωστόπουλος προβάλλει το παράδειγμα του Αμερικανού συγγραφέα James Patterson, που δημιουργώντας σχολική βιβλιοθήκη στη μικρή Τήλο, θεωρεί ότι θέτει τις βάσεις για τη σωτηρία της ζωής των παιδιών του νησιού μέσα από την επαφή τους με το αξιόλογο λογοτεχνικό βιβλίο (τχ. 119, 2015).

Και περνάμε σε άλλη ενότητα κειμένων, μεταξύ των οποίων κάποιο όπου ο Αναγνωστόπουλος αναφερόμενος στη συνήθεια της φιλαναγνωσίας, θα την συνδέσει με κάτι πολύ ευρύτερο από το σχολείο, θα την συνδέσει με τους κοινωνικούς αγώνες. Η αντιμετώπιση των καταστάσεων που η χώρα μας έχει οδηγηθεί λόγω οικονομικής κρίσης, είναι για το συντάκτη ένα ακόμη πλαίσιο που αναδεικνύει τα οφέλη της φιλαναγνωσίας. Παραθέτοντας τα ευρήματα της Γ΄ Πανελλήνιας Έρευνας αναγνωστικής συμπεριφοράς και πολιτιστικών πρακτικών, σύμφωνα με τα οποία οι αναγνώστες είναι οι πιο δραστήριοι πολίτες, εκφράζει τη βεβαιότητα ότι είναι αυτή η κατηγορία ανθρώπων που θα αναζητήσουν και θα βρουν τελικά διέξοδο από τα σημερινά προβλήματα, ενισχύοντας έτσι την ελπίδα για όλους τους συνανθρώπους τους (τχ. 102, 2011). Και ο Αναγνωστόπουλος δεν σταματάει εδώ. Με σημείο αναφοράς και οδηγό το παιδικό βιβλίο δεν προσδοκά μόνο ελπίδα στην κρίση, προσδοκά επίσης ειρήνη στον κόσμο. Παίρνοντας για άλλη μια φορά αφορμή από πολεμικές συρράξεις και τρομοκρατικές ενέργειες με πλήθος αθώων θυμάτων, οι οποίες λαμβάνουν χώρα σε πάμπολλα σημεία του πλανήτη, επικαλείται τη φράση της ιδρύτριας της Διεθνούς Βιβλιοθήκης Νέων του Μονάχου. Σύμφωνα με αυτήν τη φράση, τα παιδικά βιβλία γίνονται γέφυρα μεταξύ των νέων σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο Αναγνωστόπουλος ανάμεσα σε όλους όσοι ασχολούνται με το παιδικό βιβλίο, προσβλέπει στη δύναμή του να καλλιεργήσει πανανθρώπινη συνείδηση στους νέους, ώστε ο αυριανός κόσμος να μην μοιάζει με το σημερινό στη βία και στο αίμα αλλά  να βασιστεί σε εκείνες τις διαχρονικές, οικουμενικές αξίες, οι οποίες θα οδηγήσουν στην ευτυχία την ανθρωπότητα στο σύνολό της (τχ. 115, 2014).

Τα χρονογραφήματα των τευχών του περιοδικού Διαδρομές που υπογράφονται από το Βασίλη Αναγνωστόπουλο, στην περιορισμένη έκτασή τους αναπτύσσουν σαφείς απόψεις και προβληματίζουν τους αναγνώστες τους για τις ευθύνες τους και τις επιλογές τους αναφορικά με την παιδική λογοτεχνία. Πρόκειται για κείμενα που επιτυγχάνουν να συμβάλλουν  στη διαμόρφωση των κριτηρίων με τα οποία διαλέγουμε βιβλία για τα παιδιά μας, που ευαισθητοποιούν τους αναγνώστες τους για την αναγκαιότητα δημιουργίας αισθητικά ποιοτικών και αφηγηματικά άρτιων λογοτεχνικών έργων για τα παιδιά-αναγνώστες. Ακόμη, τα συγκεκριμένα κείμενα βοηθούν τον αναγνώστη να συνειδητοποιήσει τα ποικίλα οφέλη που απορρέουν από την επαφή με τα λογοτεχνικά βιβλία, όπως είναι η απόλαυση που αυτά προσφέρουν, οι εμπειρίες με τις οποίες μας πλουτίζουν συναισθηματικά, ψυχικά και κοινωνικά, η αναγνωστική δημιουργικότητα που  οδηγεί στη μοναδικότητα, την ιδιαιτερότητα της ανάγνωσης του καθενός μας. Τέλος, τα κείμενα του Αναγνωστόπουλου μάς μυούν στην παιδαγωγική δύναμη της λογοτεχνίας, η οποία αποδίδεται ακριβώς στην απόλαυση και τη δημιουργικότητα που η λογοτεχνία επιφυλάσσει. Διαπιστώνουμε λοιπόν μέσα από το παράδειγμα που επικεντρωθήκαμε, ότι τα χρονογραφήματα αποτυπώνουν άριστα τις απόψεις και τις στάσεις του συντάκτη τους και χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του.

 

ΠΗΓΕΣ

Διαδρομές στο χώρο της Λογοτεχνίας για παιδιά και νέους, τχ. 20, 81, 82, 83, 84, 85, 88, 89, 90, 91, 92, 94, 95, 98, 101, 102, 103, 110, 111, 112, 113, 114, 115, 116, 117, 118, 119, 120, 122.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αλεξίου, Έλλη (2004), Για να γίνει μεγάλος, Αθήνα: Καστανιώτης.

Alter, J. κ. ά., (1985), Η διδασκαλία της Λογοτεχνίας. Συνέδριο του Σεριζί, μτφρ. Ι. Ν. Βασιλαράκης, Αθήνα: Επικαιρότητα.

Εξυπερύ, Αντουάν Ντε Σαιντ (1983), Ο Μικρός Πρίγκιπας, μτφρ. Τσίρκας Στρατής, Αθήνα: Ηριδανός.

Iser, W. (1990). The Implied Reader. Patterns of Communication in Prose Fiction from Bunyan to Beckett. Baltimore and London: The Johns Hopkins University Press.

Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια (1983), τ. 34, Αθήνα: Άκαδημος.

Μελάς, Σπύρος (28.5.1931),  Αθηναϊκά Νέα, Αθήνα.