Αρχείο μηνός Μάιος 2013

Η   Ε Π Ι Κ Α Ι Ρ Ο Τ Η Τ Α    Τ Η Σ    Α Φ Η Γ Η Μ Α Τ Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α Σ  Τ Ο Υ    Η Λ Ι Α    Β Ε Ν Ε Ζ Η (Εισήγηση σε συνέδριο/Δημοσιευμένο άρθρο)

Η εισήγηση παρουσιάστηκε στο συνέδριο «Ηλίας Βενέζης. Ένας αιώνας μετά τη γέννησή του», που πραγματοποιήθηκε στη Στοά του Βιβλίου, στις 6-9 Μαΐου 2006, από την Εθνική Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών.

Ελένη Α. Ηλία   

Περίληψη

            Το μεγαλύτερο μέρος των μυθιστορημάτων και των διηγημάτων του Ηλία Βενέζη συνιστά μαρτυρία των σημαντικότερων ιστορικών γεγονότων της εποχής του. Ο συγγραφέας έχει αξιοποιήσει λογοτεχνικά τις περιπέτειες του μικρασιατικού ελληνισμού κυρίως, από τον οποίο και ο ίδιος προέρχεται, το διωγμό του 1914, την καταστροφή του  ΄22, την προσφυγιά. Στα αυτοβιογραφικά στοιχεία του  έργου του περιλαμβάνονται επίσης αναφορές σε περιβάλλοντα, ήθη και τρόπους ζωής που έχουν οριστικά εκλείψει. Ωστόσο, αν και τα κείμενά του αποδίδουν  αποκλειστικά μια πραγματικότητα που συνιστά πλέον παρελθόν, κατορθώνουν να αφορούν προσωπικά τον αναγνώστη που βιώνει τη σύγχρονη καθημερινότητα. Του προκαλούν έντονη συγκινησιακή φόρτιση,  με συνέπεια  να συμβάλλουν σημαντικά  στην αυτογνωσία του.

Η ερμηνεία της παραπάνω αναγνωστικής αντίδρασης θα ήταν σκόπιμο να αναζητηθεί στον τρόπο προσέγγισης της συγκεκριμένης θεματολογίας από το συγγραφέα. Ειδικότερα, στην τεράστια έμφαση που δίνει στον εσωτερικό κόσμο, στα συναισθήματα και τους προβληματισμούς των ηρώων του. Η έμφαση αυτή επιτυγχάνεται αφενός με την ποσοτική υπεροχή των αντίστοιχων αφηγηματικών σημείων. Αφετέρου δε με τη χρησιμοποίηση ποικίλων τεχνικών, οι οποίες συντελούν στην υποβολή των συναισθηματικών αντιδράσεων των λογοτεχνικών προσώπων, με αποτέλεσμα  την  έντονη αντιληπτική δραστηριοποίησή μας και συνακόλουθα την εμπλοκή μας σε αυτές. ΄Ετσι, η αγωνία και ο φόβος που προξενεί  ο κίνδυνος του θανάτου, ο οποίος κυριαρχεί στα  ιστορικά γεγονότα που υφίστανται οι αφηγηματικοί ήρωες, όπως και τα συναισθήματα  που διαμορφώνουν τις  προσωπικές σχέσεις τους, είτε  καθορίζονται από την εθνική ταυτότητα και τους κοινωνικούς ρόλους τους είτε τα υπερβαίνουν, συνιστούν  βασικότατο σημείο επαφής  τους με το σύγχρονο αναγνώστη.

 

 

 

 

Η   Ε Π Ι Κ Α Ι Ρ Ο Τ Η Τ Α    Τ Η Σ    Α Φ Η Γ Η Μ Α Τ Ο Γ Ρ Α Φ Ι Α Σ

                           Τ Ο Υ    Η Λ Ι Α    Β Ε Ν Ε Ζ Η

                                                                                             

            Το μεγαλύτερο μέρος των μυθιστορημάτων και των διηγημάτων του Ηλία Βενέζη συνιστά μαρτυρία των ιστορικών γεγονότων της εποχής του. Ο συγγραφέας επιδιώκοντας να γράψει για τα περιστατικά που τον συγκλόνισαν παρά τις πολλαπλάσιες δυσκολίες που ενυπάρχουν σε απόπειρες λογοτεχνικής απόδοσης άμεσων εμπειριών, καλύπτει μάλλον πρώτιστα μια εσωτερική του ανάγκη[1].

Αναφέρεται κυρίως στις περιπέτειες του μικρασιατικού ελληνισμού από τον οποίο προέρχεται. Στο διωγμό του 1914, στην καταστροφή του  ’22, στην προσφυγιά, όπως ο ίδιος τα βίωσε. Στα αυτοβιογραφικά στοιχεία του έργου του περιλαμβάνονται επίσης περιβάλλοντα, ήθη και τρόποι ζωής που έχουν οριστικά εκλείψει. Συγκεκριμένα, καθώς οι ήρωες του Βενέζη ζουν σε υπαίθριους χώρους, στη συντριπτική πλειοψηφία τους απασχολούνται στους πρωτογενείς τομείς παραγωγής. Στο έργο του ενυπάρχουν συνεπώς πολλές δραστηριότητες και ιδιότητες που έχουν ριζικά διαφοροποιηθεί ή εκλείψει στη σύγχρονη εποχή: αγρότες, βοσκοί, γουναράδες, λοτόμοι, ψαράδες, παραδοσιακοί κτίστες, φαροφύλακες, κοντραμπατζήδες, ραβδοσκόποι… Ο πετροπόλεμος, η μονομαχία, η πάλη ανάμεσα στις αρσενικές καμήλες για τη διεκδίκηση του θηλυκού, που προσφέρεται ως ψυχαγωγικό θέαμα, συμπληρώνουν την εικόνα ενός κόσμου που έχει παρέλθει.

Ωστόσο, η λογοτεχνική δημιουργία του Βενέζη, είτε αναφέρεται σε πολεμικές είτε σε ειρηνικές περιόδους, αφορά προσωπικά τους σημερινούς αναγνώστες, τους προκαλεί έντονη συγκινησιακή φόρτιση. Στη σχετική βιβλιογραφία επισημαίνεται αναλυτικότερα ότι το έργο του «θέλγει» και «συναρπάζει»[2], «πείθει»[3] και «προβληματίζει»[4], προσφέρει στον αναγνώστη ηδονή[5], τον καθοδηγεί και συμβάλλει στην ευτυχία του[6]. Αρκετοί από τους μελετητές του Βενέζη που έχουν επιχειρήσει να ερμηνεύσουν τα παραπάνω χαρακτηριστικά, συγκλίνουν στην άποψη ότι στο έργο του το επίκαιρο ανάγεται σε διαχρονικό, το εθνικό ιστορικό γεγονός προσλαμβάνει διαστάσεις οικουμενικές, πανανθρώπινες[7].

Εδώ επιχειρούμε να αναζητήσουμε τις αφηγηματικές επιλογές του Βενέζη που ευθύνονται για την επικαιρότητα της αφηγηματογραφίας του τόσες δεκαετίες μετά. Επισημαίνουμε καταρχάς την τεράστια έμφαση με την οποία ο συγγραφέας αναφέρεται στον εσωτερικό κόσμο, στα συναισθήματα και τους προβληματισμούς των ηρώων του. Η έμφαση αυτή, όπως θα δούμε παρακάτω, επιτυγχάνεται με τη χρησιμοποίηση πλήθους τεχνικών που προκαλούν την εντατική αντιληπτική δραστηριοποίηση του αναγνώστη. Κατά συνέπεια, ο τελευταίος βιώνει  προσωπικά συναισθηματικές καταστάσεις που προκαλεί κυρίως ο κίνδυνος του θανάτου. Ο θάνατος, πραγματικότητα συνυφασμένη με την ανθρώπινη ύπαρξη οποιασδήποτε εποχής σε παγκόσμια κλίμακα, συνιστά το κυρίαρχο γεγονός στο έργο του συγγραφέα. Σύμφωνα με τον Καραντώνη, το έργο αυτό παρουσιάζει το σύμπλεγμα της ατομικής αντίστασης με την αιωνιότητα της φθοράς[8]. Ο Π. Χάρης διακρίνει εδώ τον αιώνιο θρήνο που σφραγίζει την ανθρώπινη ζωή[9] και ο Γ. Χατζίνης το δράμα της ψυχικής προσαρμογής με το μυστήριο του εξωτερικού κόσμου[10]. ΄Οσο για τον Α. Σαχίνη, επισημαίνει τον πόνο που προκαλεί η ματαιότητα του ανθρώπινου αγώνα[11], η αναποτελεσματικότητα του οποίου τονίζει ιδιαίτερα τη γενναιότητα εκείνων που τον διεξάγουν[12].

Ας παρακολουθήσουμε στο σημείο αυτό το θεματικό μοτίβο του θανάτου ενδεικτικά στα τρία  παρακάτω κείμενα. Στη «Γαλήνη» παρακολουθούμε τη βίαιη θανάτωση της νεαρής ΄Αννας , που συμβαίνει όταν η κοπέλα ύστερα από μακρά περίοδο αναμονής, απολαμβάνει την ευτυχία δίπλα στον αγαπημένο της. Στα τραγικά γεγονότα του βιβλίου συγκαταλέγεται επίσης ο πνιγμός της Ελένης, συζύγου του Γλάρου, στην προσπάθειά της να διαφυλάξει έναν αρχαίο κούρο, που στην πώλησή του η οικογένεια έχει στηρίξει όλες της τις ελπίδες για οικονομική ανόρθωση. Ωστόσο, κατά τη βιβλιογραφία  το έργο συνιστά «αντίσταση στο θάνατο»[13], «ύμνο» στη βιολογική αντοχή του ανθρώπινου κυττάρου, αφού και όταν το άτομο χαθεί, η ομάδα θα συνεχίσει να αγωνίζεται, ξεπερνώντας το φράγμα του θανάτου[14]. Στον επίλογο η αφήγηση επικεντρώνεται στο μικρότερο παιδί του Γλάρου με το συμβολικό όνομα Αυγή ( σσ.234-237). Στο διήγημα «Ο Μανόλης Λέκας» της συλλογής ΄Ανεμοι, όπου κυριαρχεί το ψυχολογικό και δραματικό στοιχείο[15], η πραγματικότητα επιφυλάσσει στους ήρωες ό, τι ακριβώς θεωρούσαν ως τη μεγαλύτερη καταστροφή και προσπαθούσαν με κάθε τρόπο να αποφύγουν. Σκοτώνεται ο μικρότερος γιος της οικογένειας, που οι γονείς του επεδίωκαν συστηματικά να προφυλάξουν, ενώ ο διανοητικά ανάπηρος μεγαλύτερος αδερφός του, που οι δικοί του ενδομύχως εύχονταν το θάνατό του, παραμένει στη ζωή (σ.37). Στο διήγημα «Οι Γλάροι» από το βιβλίο με τίτλο Αιγαίο , ο ήρωας, φαροφύλακας σε ένα ερημονήσι, που έχει απομείνει μόνος μετά το θάνατο και των δύο παιδιών του στον πόλεμο, βρίσκει παρηγοριά στη συντροφιά δυο γλάρων. Αν και η εξημέρωση των πουλιών, τα οποία ο γέροντας αποκαλεί με τα ονόματα των παιδιών του, συνιστά έναν τρόπο αντίστασής του στο θάνατο, στη συνέχεια του επιφυλάσσει έναν επιπλέον πόνο. Όταν νεαροί εκδρομείς σκοτώνουν τους  γλάρους του, η απόγνωση και η μοναξιά του ήρωα φαντάζουν πια  ανυπέρβλητες (σ.52).

Εστιάζουμε σε ορισμένες  από τις πάμπολλες στα έργα του Βενέζη συναισθηματικές αντιδράσεις που προκαλούν στους ήρωες  ο θάνατος ως ενδεχόμενο ή ως τετελεσμένο γεγονός για τους ίδιους και τους οικείους τους αντίστοιχα, προκειμένου να φανερωθεί η έκταση και η ποικιλία με τα οποία αποδίδονται από το συγγραφέα. Στο «Νούμερο 31328» αιτία της σκληρότητας που εμφανίζουν οι αιχμάλωτοι απέναντι στους συντρόφους τους συνιστά η συνεχής ταλαιπωρία και ο κίνδυνος να εκτελεστούν. Ο νεαρός Ηλίας χαίρεται που οι Τούρκοι σκοτώνουν κάποιο συγκρατούμενό του, επειδή είχε βρεθεί σε αυτή τη θέση αντί για τον ίδιο (σ.39). Αλλού εμφανίζεται να μην αισθάνεται συμπόνια για έναν αιχμάλωτο που τον είχε ευεργετήσει, όταν εκείνος πεθαίνει τελικά από τις κακουχίες (  σσ. 78-79). Ο Γιάννης στο ίδιο μυθιστόρημα αντέχει αντίθετα στις αντίξοες συνθήκες της αιχμαλωσίας και τονώνει το ηθικό των συντρόφων του, αντλώντας δύναμη από την πεποίθησή του ότι η γυναίκα και τα τρία παιδιά του κατόρθωσαν να επιζήσουν και να περάσουν στην Ελλάδα. Ο αναγνώστης όμως γνωρίζει ότι η οικογένεια του ήρωα έχει σκοτωθεί. Η πλάνη του τον οδηγεί επίσης να επιδιώκει να αποσπάσει την υπόσχεση όσων απελευθερώνονται νωρίτερα ότι θα επισκεφτούν τους δικούς του για να τους μεταφέρουν νέα του, χωρίς ωστόσο να αναφερθούν στις δυσκολίες διαβίωσής του, για να μην τους λυπήσουν. Η τραγική ειρωνεία αναφορικά με το συγκεκριμένο πρόσωπο κορυφώνεται, καθώς εκείνος φαντάζεται, επιστρέφοντας στην Ελλάδα, την έκπληξη των αγαπημένων του όταν θα εμφανιστεί απροειδοποίητα.

Ως θύμα τραγικής ειρωνείας παρουσιάζεται επίσης η θεία Μαρία, ηρωίδα του μυθιστορήματος Γαλήνη, καθώς παραμένει αισιόδοξη για την επιστροφή του γιου της από την ανατολή, επειδή οι γύρω της επιλέγουν να της αποκρύψουν ότι έχει σκοτωθεί. ΄Εχει προηγηθεί στο έργο η σκηνή της άφιξης των αιχμαλώτων στο συνοικισμό, την οποία παρακολουθούμε μέσα από την οπτική των προσφύγων κατοίκων του. Ενώ οι περισσότεροι περιμένουν  δικούς τους, παρακολουθούμε να επιστρέφει ένα μόνον πρόσωπο, το οποίο αδυνατούν αρχικά να αναγνωρίσουν εξαιτίας της απόστασης:

΄Ενας μονάχος, άνθρωπος πρόβαλε στο μονοπάτι.  Είχε  σκεπασμένο  με  τσουβάλια το κορμί του, το   μούτρο του ήταν κίτρινο, ήταν ολομόναχος, καταπόδι  του τρέχαν τα σκυλιά και τον γαύγιζαν. Κι από πίσω   του ήταν λόφοι.  Σκιά θανάτου σκέπασε μονομιάς τους Φωκιανούς (σ.125).

Εκτός της τραγικής ειρωνείας και της κοινής οπτικής μας με αυτήν των ηρώων, η αγωνία του θανάτου αποδίδεται συχνά στο έργο του Βενέζη  με την αδιάκοπη δημιουργία προσδοκιών στον αναγνώστη αναφορικά με το χαμό κάποιου αφηγηματικού προσώπου. Παρακολουθούμε, για παράδειγμα, τον Αντρέα να αγωνιά έντονα για τη ζωή της αγαπημένης του ΄Αννας, όταν η κοπέλα του διηγήθηκε το όνειρο που είδε την περασμένη νύχτα, καθώς  του θυμίζει το όνειρο του φίλου του την ημέρα που τον σκότωσαν. Οι απεγνωσμένες προσπάθειες του νέου να πείσει την κοπέλα να μην απομακρυνθεί από τους δικούς της, όπως προγραμμάτιζε για εκείνη την ημέρα, μαρτυρούν τη βεβαιότητά του για κάποια δυσάρεστη εξέλιξη, ενισχύοντας σημαντικά τις σχετικές αναγνωστικές προσδοκίες (σ. 127).

Στο έργο του Βενέζη πέρα από τα συναισθήματα που συνδέονται με το θάνατο, ιδιαίτερα μας απασχολούν επίσης και όσα οι ήρωες αναπτύσσουν για τους συνανθρώπους τους είτε αυτά καθορίζονται από την εθνική ταυτότητα και τους κοινωνικούς ρόλους τους είτε τα υπερβαίνουν. Στο διήγημα «Το Λιος» της συλλογής Αιγαίο, Τούρκοι συλλαμβάνουν ένα νέο ανάπηρο  ψαρά  σε απαγορευμένη για τους ΄Ελληνες περιοχή, αλλά τελικά του επιτρέπουν  να επιστρέψει με τη βάρκα του στο νησί του. Ο νεαρός που έως τότε μισούσε θανάσιμα όλους τους Τούρκους, επειδή κάποιοι από αυτούς είχαν προκαλέσει στο παρελθόν την αναπηρία του, ύστερα από τη μεγαλοψυχία τους στο πρόσφατο επεισόδιο αλλάζει ριζικά στάση απέναντί τους. Η διαφοροποίηση των συναισθημάτων του προκύπτει από την πρόθεσή του να χτυπήσει στο κομμένο χέρι του τατουάζ, καθώς η παράσταση που επέλεξε συνδεόταν άμεσα με όσα συνέβησαν στο Λιος (σ.34). Επίσης, στο διήγημα της συλλογής ΄Ωρα Πολέμου με τίτλο ΄Ανθρωποι στο Σαρωνικό» ένας πατέρας κυριεύεται από τυφλό μίσος για τους Ιταλούς, όταν κατά τη διάρκεια της Κατοχής κάποιοι από αυτούς γίνονται αιτία να σκοτωθεί η κόρη του. ΄Ετσι, ο ήρωας εμφανίζεται σε κάποιο σημείο διατεθειμένος να σκοτώσει έναν Ιταλό στρατιώτη που απολάμβανε αμέριμνος τη φυσική ομορφιά ενώ σε άλλη περίπτωση δεν ανταποκρίνεται στις απελπισμένες κραυγές κάποιου ναυαγού που υποθέτει ότι είναι ιταλικής καταγωγής. Στη συνέχεια προσπαθεί μανιωδώς να απομακρύνει το πτώμα  Ιταλού ναυαγού που το κύμα έχει φέρει σε ακτή του νησιού του. Η απελευθέρωση του ήρωα από το εθνικό μίσος πραγματοποιείται σταδιακά, για να ολοκληρωθεί με την οργισμένη αντίδρασή του στην κακομεταχείριση του κρανίου Ιταλού στρατιώτη από ΄Ελληνες εκδρομείς μετά το τέλος του πολέμου.

Η κυριαρχία της αλληλεγγύης και του ανθρωπισμού στο έργο του Βενέζη επισημαίνεται πολύ συχνά στη βιβλιογραφία. Συγκεκριμένα ο Κορδάτος διακρίνει στις σελίδες του «Νούμερου» ειδικότερα  διάχυτο ανθρωπισμό τόσο σε Τούρκους όσο και σε Ρωμιούς αιχμαλώτους[16]. Ο Μ. Γ. Μερακλής διαπιστώνει για το ίδιο έργο πως δεν υπάρχουν Τούρκοι και ΄Ελληνες, καταπιεστές και θύματα παρά μονάχα «ψυχές που κρατούν όρθιο το αίτημα της ανθρώπινης αγάπης»[17]. Ο Παπατσώνης διατυπώνει σχετικά το συμπέρασμα πως η συμφορά είναι μάστιγα των ανθρώπων και όχι των Ελλήνων[18]. Καθώς εδώ ο οίκτος εκφράζεται και για τους βασανιζόμενους και για τους βασανιστές[19], το βιβλίο καθίσταται «αντιπολεμικό»[20]  και η ανθρωπολογία και χαρακτηρολογία που παρουσιάζεται από το συγγραφέα «διεθνική» ή «υπερεθνική»[21].

Συνεχίζουμε ως προς τα συναισθήματα των ηρώων που μας υποβάλλονται, με μερικές χαρακτηριστικές περιπτώσεις από το μυθιστόρημα «Αιολική Γη», όπου κυριαρχεί η παιδική αθωότητα. Η είδηση που μετέφερε στη μικρή ΄Αρτεμη ο αδερφός της Πέτρος ότι ο κυνηγός με τον οποίο εκείνη είναι ερωτευμένη βρισκόταν στο δάσος παρέα με την όμορφη Σκωτσέζα, τη Ντόρις, προκαλεί αμηχανία και αναστάτωση στο κορίτσι, όπως αριστοτεχνικά υποδηλώνεται στο ακόλουθο απόσπασμα:

Τα δάχτυλα της ΄Αρτεμης χαλαρώνουν, ανοίγουν. Το αιχμαλωτισμένο τζιτζίκι κάνει με τη μια φτερούγα που  του μένει μεγάλο αγώνα να πετάξει, δεν μπορεί, σέρνεται στη γη, φεύγει (σσ. 179-180).

Αλλά και στην ικεσία που η ΄Αρτεμη απευθύνει στον παππού της, για να κρατήσουν στο σπίτι τους το αρκουδάκι που της έστειλε η Ντόρις, μετά το θάνατο του κυνηγού την  ημέρα εκείνη που ο τελευταίος σκότωσε τη μαύρη αρκούδα  για να χαρίσει  το ζωάκι στη γυναίκα, αντιλαμβανόμαστε το μέγεθος του έρωτα της μικρής ηρωίδας, που ξεπερνά την πικρία της για την προτίμηση του νέου στην κοπέλα (σ. 246). ΄Οσο για τον Πέτρο, διακρίνουμε αρχικά το ερωτικό  του συναίσθημα για τη Ντόρις στο ξαφνικό ενδιαφέρον του για το κυνήγι, που συνιστά την αγαπημένη της δραστηριότητα (σσ. 185-186).

Ας στραφούμε για άλλη μια φορά στη βιβλιογραφία  για το έργο του Βενέζη, προκειμένου να εντοπίσουμε αναφορές στο στοιχείο της υποβολής, το οποίο έχει ως αποτέλεσμα την  εμπλοκή μας στον ψυχισμό των λογοτεχνικών προσώπων. Ο Χατζίνης αναγνωρίζει την υποβολή ως τον κυριότερο δρόμο μέσα από τον οποίο ο συγγραφέας μας πραγματοποιεί τις προθέσεις του[22] και ο Τ. Αθανασιάδης διευκρινίζει επίσης ότι ο Βενέζης δεν υπογραμμίζει αλλά υποβάλλει[23].

Αξιοσημείωτη ωστόσο θα κρίναμε και την ποσοτική υπεροχή των αφηγηματικών σημείων   στα οποία ο Βενέζης υποβάλλει τα συναισθήματα των ηρώων του. Ενδεικτικά αναφέρουμε ότι ο έρωτας που αισθάνονται  στην «Αιολική Γη» ΄Αρτεμη και Πέτρος για τον κυνηγό και τη Ντόρις αντίστοιχα, λανθάνει σε εννέα αφηγηματικά σημεία σε μια ενότητα έκτασης τεσσάρων σελίδων (σσ.179-182). Στο «Νούμερο 31328» αντιλαμβανόμαστε την ψυχική ανάταση που προσφέρουν στους αιχμαλώτους οι κρυφοί νυχτερινοί τους περίπατοι, σε δέκα τουλάχιστον υποδηλωτικές αναφορές (σσ.173-175). Στο μυθιστόρημα «Ωκεανός» η αίσθηση της μοναξιάς που διακατέχει τους ήρωες καθώς ταξιδεύουν στον Ατλαντικό, αποδίδεται μέσα από δώδεκα διαφορετικές ενδείξεις (σσ. 173-174,193, 209). Τέλος, η πληγωμένη αξιοπρέπεια του Μανόλη Λέκα, όταν αναγκάζεται να υποκύψει στον εκβιασμό κάποιου Τούρκου αξιωματούχου, προκειμένου ο τελευταίος να απαλλάξει το γιο του από τη στράτευση, λανθάνει στην επιθετική συμπεριφορά που εκδηλώνει ο ήρωας προς ποικίλους στόχους σε εφτά αφηγηματικά σημεία σε δύο μόλις σελίδες (΄Ανεμοι, σσ. 33-34).    

Ανακεφαλαιώνοντας, θα τονίζαμε ότι η εστίαση του αναγνωστικού ενδιαφέροντος στον εσωτερικό κόσμο των λογοτεχνικών προσώπων του Βενέζη, που κυριαρχείται από την απειλή του θανάτου ή επικεντρώνεται στις ανθρώπινες σχέσεις, επιτυγχάνεται με ποικίλες τεχνικές οι οποίες δημιουργούν την υποβολή. Ο συγκεκριμένος αφηγηματικός προσανατολισμός καθιστά τα έργα  του εξαιρετικά επίκαιρα, καθώς επιτρέπει την ταύτιση του σύγχρονου αναγνώστη με τους ήρωές του.                

[1] Γ. Θεοτοκά (χ.χ.) Πνευματική Πορεία, Εστία, Αθήνα, σ.288.

[2] Α. Σαχίνη, Η πεζογραφία της Κατοχής, ΄Ικαρος, Αθήνα, 1948  και   Ε. Π. Παπανούτσου, «Ο Ραψωδός της χαμένης πατρίδας», Μνήμη του Ηλία Βενέζη, Τετράδια Ευθύνης 6, Αθήνα 1978, σ. 9.

[3] Τ. Αθανασιάδη, Η Πεζογραφία του Ηλία Βενέζη. Αναγνωρίσεις-Δοκίμια, εκδ. AlvinRedman, Αθήνα 1965, σ.262 και Αιμ. Χουρμουζίου, «Η διηγηματογραφία του Βενέζη», Τετράδια Ευθύνης 6, Αθήνα, 1978, σ.85.

[4] Τέλλου ΄Αγρα, «΄Ένα μεταπολεμικό βιβλίο», ό. π., σ.71.

[5] Γ. Ξενόπουλου, «Γαλήνη», ό.π., σ.74.

[6] Πέτρου χάρη, «Ηλίας Βενέζης», Νέα Εστία, Χριστούγεννα ’74, σσ. 37, 40.

[7] Ας περιοριστούμε εδώ στα κείμενα των  Παπανούτσου (ό.π.), Τσιρόπουλου, «Ο Ηλίας Βενέζης εθνικός συγγραφέας», MarcelArland, «Μνήμη του Ηλία Βενέζη», Α. Κατακουζηνού, «Μικρό ψυχογράφημα για ένα μεγάλο φίλο», που περιλαμβάνονται στον τόμο Τετράδια Ευθύνης 6, στις σελίδες 12, 47,117 και 27 αντίστοιχα,  στις μελέτες των Π. Χάρη (ό.π.,σ.23) και Γ. Αθανασιάδη-Νόβα , «Μνήμη Ηλία Βενέζη», επίσης από το αφιέρωμα της Νέας Εστίας, ό.π. ,σ. 13 και στο βιβλίο του Α.. Καραντώνη, Φυσιογνωμίες, τ. Β΄ , εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα, 1977, σ.483.

[8] Α. Καραντώνη, «Ηλίας Βενέζης», Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, τ. Β΄ , Δεκέμβριος 1946, σ.318.

[9] Π. Χάρη, «Ηλία Βενέζη: Γαλήνη, β΄ έκδοση», Νέα Εστία, τ.27, 1940, σ.713.

[10] Γ. Χατζίνη, Ελληνικά Κείμενα, εκδ. Π. Οικονόμου, Αθήνα, σ. 129.

[11] Α. Σαχίνη, Πεζογράφοι του καιρού μας, εκδ. Ινστιτούτο του βιβλίου Μ. Καρδαμίτσα, Αθήνα, 1989, σ.86.

[12] Α. Καραντώνη, Φυσιογνωμίες, ό.π., σ. 481 – Α. Σαχίνη, Η πεζογραφία της Κατοχής, ό.π., σ.116  και Γ. Χατζίνη, ό.π., σ.138.

[13] Γ. Χατζίνη, ό.π., σσ. 127-128.

[14] Α. Καραντώνη, «Ηλίας Βενέζης», ό.π.

[15] Α. Θρύλου, «Τα βιβλία: Διηγήματα και αφηγήματα», Αγγλοελληνική Επιθεώρηση, τ. Α΄ , εκδ. A. G. I. S,  σσ. 25-26.

[16] Γ. Κορδάτου, Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, τ. 2, εκδ. Επικαιρότητα, Αθήνα, 1983, σ. 741.

[17] Μ. Γ. Μερακλή, Προσεγγίσεις στην Ελληνική Πεζογραφία (Ο Αστικός Χώρος), εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα, 1986, σ.79.

[18] Τ. Κ. Παπατσώνη, «Οάσεις της κολάσεως»,Τετράδια Ευθύνης 6, ό.π., σ.61.

[19] Γ. Χατζίνη, «Τοποθέτηση του Ηλία Βενέζη», Νέα Εστία, Χριστούγεννα ’74, ό.π., σ.85.

[20] Γ. Κορδάτου, ό.π.

[21] Μ. Γ. Μερακλή, ό.π., σ.78.

[22] Γ. Χατζίνη, Ελληνικά Κείμενα, ό.π., σσ. 130 ,134-135.

[23] Τ. Αθανασιάδη, ό.π., σσ. 267-268.