ΤΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟΤΕΡΑ ΚΕΦΑΛΑΙΑ ΤΗΣ ΠΑΙΔΙΚΗΣ ΜΑΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ (Δημοσιευμένα άρθρα για Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά και περιοδικό Διαδρομές)

Τέσσερα δημοσιευμένα άρθρα μου, για τους λογοτεχνικούς διαγωνισμούς της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς, για το μακροβιότερο περιοδικό Παιδικής Λογοτεχνίας, τις  Διαδρομές και για έργα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου:

ΤΑ ΠΕΝΗΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ ΤΗΣ ΓΥΝΑΙΚΕΙΑΣ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗΣ ΣΥΝΤΡΟΦΙΑΣ

 ΕΛΕΝΗ  Α. ΗΛΙΑ, Δρ. Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Ε.Κ.Π.Α.

(Το παρόν άρθρο μου για το ιστορικό σωματείο της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς, έχει δημοσιευτεί στο περιοδικό Διαδρομές, τχ. 20, Χειμώνας 2005, σελ. 328-334).

Εφέτος συμπληρώνονται πενήντα χρόνια από τη σύσταση της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς. Επρόκειτο για μια παρέα τριάντα ελληνίδων λογοτεχνών, που επεδίωκαν τη μεταξύ τους επικοινωνία, την ανταλλαγή απόψεων και προβληματισμών αναφορικά με τα πνευματικά δρώμενα του τόπου. Ανάμεσά τους η Τατιάνα Σταύρου, η οποία και ανέλαβε πρόεδρος του Σωματείου, θέση στην οποία παρέμεινε για τριάντα πέντε χρόνια, έως το θάνατό της το 1990, καθώς επίσης και οι Μελισσάνθη, Ρένα Καρθαίου, Αθηνά Ταρσούλη, Μυρτιώτισσα, Λίνα Κάσδαγλη, Ιωάννα Μπουκουβάλα-Αναγνώστου, Λίλα Καρανικόλα, Αλεξάνδρα Πλακωτάρη, ΄Εφη Αιλιανού, Μαρία Αμαριώτη. Μέσα σε τρία μόλις χρόνια αυτή η κατά κυριολεξία «Συντροφιά» αποσαφηνίζει πλήρως το στόχο της, ανακαλύπτει την ταυτότητά της και δίνει το στίγμα της στα νεοελληνικά γράμματα, κινούμενη στον εντελώς αδιαμόρφωτο τότε χώρο της σύγχρονης ελληνικής Παιδικής Λογοτεχνίας. Ο Β. Δ. Αναγνωστόπουλος σημειώνει σχετικά πως η αξιόλογη ποιοτική και ποσοτική παραγωγή και κίνηση του παιδικού βιβλίου οφείλεται  κατά κύριο και πρώτο λόγο στην αποστολική ζέση και πνοή με την οποία εργάστηκε η Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά. Χαρακτηρίζει δε την προσφορά και τη δράση της ιστορικής και εθνικής σημασίας [1].

Η δραστηριότητα της Συντροφιάς συνίσταται κυρίως στη διεξαγωγή ετήσιων πανελλήνιων διαγωνισμών συγγραφής παιδικών λογοτεχνημάτων, για τους οποίους στάθηκε αφορμή η επισήμανση της ποιήτριας Ρένας Καρθαίου «ότι δεν υπήρχαν στην εγχώρια παραγωγή έργα που θα μπορούσαν να διαβάζουν τα παιδιά και οι έφηβοι»[2]. Το γεγονός των εν λόγω διαγωνισμών αποτελεί ιστορικό προηγούμενο, αφυπνίζει συνειδήσεις, προάγει και αναπτύσσει το είδος[3], το προστατεύει από την εκδοτική παραγωγή ασήμαντων και άτεχνων παιδικών κειμένων[4]. Ενδεικτική είναι η αναφορά της Αγγελικής Βαρελλά ότι όλοι σχεδόν όσοι γράφουν Παιδική Λογοτεχνία στον τόπο μας  «έχουν περάσει από τους διαγωνισμούς της Γ.Λ.Σ».[5]

Στις προκηρύξεις των διαγωνισμών που δημοσιεύονταν στον ημερήσιο τύπο, δίνονταν βασικές κατευθύνσεις προς τους υποψηφίους συγγραφείς, προκειμένου τα έργα τους αφενός να ανταποκρίνονται στον ψυχισμό και τις αντιληπτικές δυνατότητες των παιδιών και αφετέρου να αποδίδουν στοιχεία της ελληνικής κοινωνικής πραγματικότητας της εποχής. ΄Ετσι άρχισαν να διαμορφώνονται τα αφηγηματικά, υφολογικά και θεματολογικά χαρακτηριστικά στην ελληνική παραγωγή του είδους.  Αντιγράφουμε τα αντίστοιχα αποσπάσματα από  δελτία του Σωματείου:  «…ως βάση των διαγωνισμών της (η Γ.Λ..Σ.) ζήτησε πράγματα απολύτως Ελληνικά και απολύτως ανθρώπινα: Αισιοδοξία και πίστη στη ζωή. Και κάτι ακόμη το ίδιο σημαντικό: Την ελληνοποίηση του παιδικού αναγνώσματος»[6]. Διευκρινίζεται δε περαιτέρω ότι η υπόδειξη «να κινούνται τα έργα μέσα στην ελληνική πραγματικότητα», εκφράζει την αναγκαιότητα «να υπάρχουμε κι εμείς μέσα στο παραμύθι, το τραγούδι, σαν λαός, σαν ΄Εθνος, σαν Ιστορία, με τις παραδόσεις μας, το χρώμα, την ψυχή μας»[7]. Αυτή η επιλογή εξυπηρετείται θαυμάσια ειδικότερα με την προκήρυξη διαγωνισμών ιστορικού μυθιστορήματος, στους οποίους η Γ. Λ. Σ.  έδωσε ιδιαίτερη έμφαση[8].

΄Όλα τα χειρόγραφα υποβάλλονταν προς κρίση ανώνυμα (με ψευδώνυμο), ώστε να ξεπεραστούν οι πιθανές αναστολές των δημιουργών τους, είτε επρόκειτο για πρωτοεμφανιζόμενα πρόσωπα[9] είτε για ήδη καταξιωμένους λογοτέχνες[10].Τα έργα που λαμβάνονταν, διαβάζονταν από τα μέλη της κριτικής επιτροπής με εξαιρετικό ενδιαφέρον και βαθύ αίσθημα ευθύνης. Η Αγγελική Βαρελλά σημειώνει σχετικά για την Τατιάνα Σταύρου, τη χαρά της κατά  την αναζήτηση κρυμμένων ταλέντων στην ανάγνωση των χειρογράφων, καθώς και το φόβο της μήπως η πάντοτε αυστηρή αν και καλοπροαίρετη κριτική της, αποθάρρυνε στο ξεκίνημά τους κάποιους ικανούς μέλλοντες συγγραφείς[11]. Κατά τη συνεδρίαση της επιτροπής αποσφραγίζονταν οι φάκελοι όπου αναγράφονταν τα πραγματικά στοιχεία των διακριθέντων με βραβείο, έπαινο ή εύφημη μνεία και στη συνέχεια αυτοί ενημερώνονταν προσωπικά για την επιτυχία τους και συνήθως δέχονταν συγκεκριμένες υποδείξεις για τη βελτίωση των κειμένων τους. Η απονομή γινόταν στα μέσα Δεκεμβρίου στην αίθουσα τελετών του Φιλολογικού Συλλόγου «Παρνασσός». Δεν περιοριζόταν όμως στην επίδοση των διακρίσεων, ήταν κάτι σαφώς πολυτιμότερο, ουσιαστική επαφή με το σύνολο των υποψηφίων,  διδασκαλία, φιλολογική κριτική των κειμένων τους[12].

Καθώς προσδοκία των μελών του Σωματείου ήταν η ανακάλυψη των νέων ταλέντων, η εμψύχωση και η καθοδήγησή τους, ώστε να τελειοποιήσουν τα έργα τους και να τα απολαύσουν οι μικροί αναγνώστες, η προσωπική επαφή με τους βραβευθέντες συνεχιζόταν και μετά τη βραδιά της απονομής με άπειρους τρόπους. Ενδεικτικά είναι τα ακόλουθα αποσπάσματα: «Από τη στιγμή που (η Τατιάνα Σταύρου) ανακάλυπτε τους εκκολαπτόμενους συγγραφείς , αισθανόταν υπεύθυνη γι’ αυτούς. Δεν άφηνε τον πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα να απομακρυνθεί από το πεδίο βολής της και να εξαφανιστεί. Το βραβείο ή ο έπαινος ήταν η αφετηρία. Αλλά από κει και πέρα παρακολουθούσε την πορεία του, τον καλούσε τα κυριακάτικα απογεύματα για κουβεντούλα κι ένα τσάι, χαιρόταν με τις επιτυχίες του, τον συμβούλευε, τον μυούσε στα μυστικά της Λογοτεχνίας…»[13]. Ειδικότερα για την παρότρυνση της προέδρου αναφορικά με την έκδοση των χειρογράφων, επισημαίνεται: «Η Τατιάνα ήθελε να βλέπει τα έργα που βραβεύονταν να τυπώνονται όσο γινότανε πιο γρήγορα. Και πίεζε τους συγγραφείς και δεν τους έκρυβε τη στεναχώρια της όταν αργούσαν να πάρουν το δρόμο προς το τυπογραφείο…Οι δύο εκθέσεις με βιβλία βραβευμένα από τη Συντροφιά…ήταν από τις πιο όμορφες στιγμές της και της έδωσαν πολλή χαρά»[14].

 

Σήμερα το τοπίο στην ελληνική Παιδική Λογοτεχνία έχει διαφοροποιηθεί σημαντικά. Παρατηρείται γενικευμένο ενδιαφέρον γονιών, δασκάλων, φορέων και εκπαιδευτικών ιδρυμάτων  για το συγκεκριμένο είδος, που έχει ως κύρια συνέπεια την τεράστια εκδοτική παραγωγή. Ωστόσο η Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά συνεχίζει να συμβάλλει στις εξελίξεις με τρόπους δοκιμασμένους, όπως οι διαγωνισμοί της, αλλά και διαφορετικούς. Αναφορικά με τους διαγωνισμούς καταρχάς, είναι σημαντικό να τονίσουμε ότι συνεχίζεται η αθρόα συμμετοχή των υποψηφίων  – στην εκδήλωση για τη συμπλήρωση σαράντα χρόνων από την έναρξη των διαγωνισμών, αναφέρθηκε πως τα χειρόγραφα που συνολικά υποβλήθηκαν από την έναρξη των διαγωνισμών έως τη δεδομένη στιγμή, ξεπερνούσαν τις  τρεις χιλιάδες[15]–  και ότι ο όρος της ανωνυμίας εξακολουθεί να τηρείται απαρέγκλιτα [16]. Εξίσου απαράλλαχτη όμως παραμένει η αγωνία και η χαρά παλιών και νεότερων μελών των κριτικών επιτροπών, για τον εντοπισμό άγνωστων ταλέντων . Στη συναισθηματική φόρτιση που επιφυλάσσει στους συμμετέχοντες η διαδικασία αυτή,  αναφέρεται συχνά η σημερινή πρόεδρος του Σωματείου Αγγελική Βαρελλά, στις τελετές απονομής των βραβείων, που πλέον πραγματοποιούνται στην αίθουσα της Φιλεκπαιδευτικής  Εταιρείας στη Στοά του Βιβλίου, την 11η Δεκεμβρίου, Παγκόσμια Ημέρα του Παιδιού: «Γιατί θα ήταν χωρίς αντικείμενο, αδικαιολόγητο, να διαβάζει κανείς τόσα ανέκδοτα κείμενα, αν δεν είχε την περιέργεια, την κρυφή προσδοκία, ν’ ανακαλύψει μέσα απ’ αυτά ένα ταλέντο, μια φωνή που να προϊδεάζει ότι θα μπορέσει να εξελιχθεί, με λίγη ενθάρρυνση, σε συγγραφέα που να μαγεύει με το λόγο του τα παιδιά… Στις συναντήσεις αυτές μιλάμε με τις ώρες, μετράμε τις κριτικές και τις παρατηρήσεις μας, κι όταν πια καταλήξουμε σ’ ένα αποτέλεσμα…σηκώνουμε το ακουστικό…ευτυχείς για τη χαρά που θα δώσουμε, και διαισθανόμαστε από την άλλη μεριά το καλώδιο να πάλλεται. Ακούμε την αναπνοή της ανακούφισης»[17].

Η Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά, επιδιώκοντας την ευαισθητοποίηση των   ενηλίκων αναφορικά με τη σπουδαιότητα της Παιδικής Λογοτεχνίας, τη δημιουργία αξιόλογων έργων για το παιδικό αναγνωστικό κοινό[18] και την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας από τα πρώτα μαθητικά χρόνια, πέρα από την έμφαση που εξακολουθεί να αποδίδει στο θεσμό των ετήσιων διαγωνισμών, επιδίδεται και σε νέους τρόπους δραστηριοποίησης[19]. Ανάμεσά τους περιλαμβάνονται η ανάπτυξη έντονης εκδοτικής δραστηριότητας, η διοργάνωση ποικίλων πνευματικών εκδηλώσεων,  η επαφή με τους μικρούς αναγνώστες μέσα  από συχνές επισκέψεις σε σχολεία και βιβλιοθήκες, καθώς και η αρμονική συνεργασία με τα άλλα σωματεία για την Παιδική Λογοτεχνία, δηλαδή, τον Κύκλο του Ελληνικού Παιδικού  Βιβλίου και τον Αίσωπο, με τα οποία συστεγάζονται στο χώρο που απέκτησαν με τη συνδρομή του Υπουργείου Πολιτισμού, στην οδό Μπουμπουλίνας 28.

Ενδεικτικά, αναφέρουμε τη σειρά των εκδηλώσεων με τίτλο «Τι διάβαζαν οι μεγάλοι όταν ήταν παιδιά», οι  οποίες πραγματοποιούνται σε διάφορες πόλεις (Αθήνα, Πάτρα, Καρδίτσα, Θεσσαλονίκη, Βούλα), με προσκεκλημένους εξέχουσες προσωπικότητες από το χώρο των γραμμάτων, της τέχνης κ.ο.κ. Επίσης, τις εκπαιδευτικές ημερίδες στο Ναύπλιο,  τον Παλαμά Καρδίτσας, το Περιβαλλοντικό Κέντρο Κλειτορίας και αλλού. Επιπλέον,  τη συμμετοχή της στις εκδηλώσεις εορτασμού της Παγκόσμιας ημέρας Παιδικού Βιβλίου του Εθνικού Κέντρου Βιβλίου, και  σε αυτές του Πολιτιστικού Τριγώνου Πρεσπών. Επισημαίνουμε ακόμη  την επίσκεψη έντεκα σχολείων και την παρουσίαση διαλέξεων στις περιοχές του Μονάχου και της Στουτγάρδης , με την υποστήριξη της Γεν. Γραμμ. Απόδημου Ελληνισμού.  Στον εκδοτικό χώρο[20] σημειώνουμε τα Λογοτεχνικά Ημερολόγια του  Σωματείου από το 2000, το αφιέρωμα στην  πρώτη πρόεδρο της Συντροφιάς, με τίτλο «Τατιάνα Σταύρου, καθώς την αναπολούμε…», το θεωρητικό τόμο «Περιπλανήσεις στην Παιδική Λογοτεχνία. Μελετήματα», τον οποίο θα ακολουθήσουν και άλλοι, καθώς και τους λογοτεχνικούς συλλογικούς τόμους  «Πατρίδες της Ψυχής», «Στην παλιά μου γειτονιά», «Σαν το σκύλο με τη γάτα», «-Να τα πούμε; -Να τα πείτε» κ.λπ.

 

Δεν θα μπορούσαμε μιλώντας για τα πενήντα χρόνια της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς, να μην στρέψουμε το βλέμμα και στο μέλλον. Τώρα που η Παιδική μας Λογοτεχνία  αναπτύσσεται ταχύτατα και καταξιώνεται  μέρα με την ημέρα στη συνείδηση των πνευματικών ανθρώπων αλλά και όσων εμπλέκονται στην αγωγή των παιδιών, το Σωματείο, που συνέβαλε καθοριστικά σε αυτό, εξακολουθεί ασφαλώς να έχει λόγο ύπαρξης. Διατηρώντας τις αξίες του αναφορικά με την ποιότητα των λογοτεχνικών έργων για παιδιά και αναμορφώνοντας τους επιμέρους στόχους του σύμφωνα με τη διαρκώς εξελισσόμενη πραγματικότητα, θα συνεχίσει να συμπαραστέκεται σε όσους αγωνίζονται για τη βελτίωση του είδους, και να τους εμψυχώνει, να αναζητά και να αναδεικνύει σύγχρονα αφηγηματικά μέσα και θέματα. Σχετικά  ο Β. Δ. Αναγνωστόπουλος σημειώνει  πως «το μέλλον ανήκει σε πρωτοβουλίες με σταθερή καθοδήγηση γεγονός που, όπως φαίνεται, η Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά έχει εξασφαλίσει με τη νέα περίοδο»[21].

Τα παλαιότερα μέλη της, που έζησαν την ανάγκη και το πάθος των ιδρυτριών του για  την ανακάλυψη ταλαντούχων συγγραφέων οι οποίοι θα ασχολούνταν συστηματικά με κείμενα για το παιδικό αναγνωστικό κοινό, συνεργάζονται με τα νεότερα, που πλησιάζουν το Σωματείο γοητευμένα από  το μέγεθος της ιστορικής προσφοράς του, προκειμένου να βρουν ασφάλεια και στήριξη στους προσωπικούς τους αγώνες και προβληματισμούς. Μαζί, προσφέρουν με θέρμη εθελοντική, συστηματική δουλειά , ανταλλάσσουν  εμπειρίες, γνώσεις και ιδέες. Η παραπάνω εικόνα παρουσιάζεται εύγλωττα και στο ακόλουθο απόσπασμα: «Τώρα τα φιντάνια της Τατιάνας Σταύρου, βγάλανε και βγάζουν φιντανάκια που τα σπέρνουν με αγάπη στο χώμα που εκείνη, με πολύ κόπο και φροντίδα, μάζεψε. Κι εκείνα φυτρώνουν, μεγαλώνουν και πολλαπλασιάζονται. Κι έτσι, από  γενιά σε γενιά, θα περνάνε το σπόρο της δημιουργίας…»[22].

Σημειώσεις

[1] Τάσεις και Εξελίξεις της Παιδικής Λογοτεχνίας στη δεκαετία 1970-1980, Οι Εκδόσεις των Φίλων, Αθήνα, 1987, σσ. 9,25.

[2] Βλ. σχετικά στο βιβλίο της Τατιάνας Σταύρου «Ελιά. Η βιογραφία ενός δέντρου», επιμ. Γεωργία Τσάκωνα, εκδ. Ηλίβατον, Αθήνα 2001, σ. 20 και

Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς, Στον απόηχο της χρονιάς που πέρασε 1998-1999, την εναρκτήρια εισήγηση της σημερινής προέδρου του Σωματείου Αγγελικής Βαρελλά στην εκδήλωση απονομής βραβείων ,σ.6.

[3] Β. Δ. Αναγνωστόπουλου, ό.π., σσ. 14 ,25.

[4] Δημήτρη Γιάκου, Ιστορία της Ελληνικής Παιδικής Λογοτεχνίας, εκδ. Παπαδήμα, σσ. 13-14.

[5] Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς, Στα χνάρια της χρονιάς 2002-2003, σ.6.

[6] Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά, «Τα είκοσί μας χρόνια»,1958-1978, σ.11.

[7] Γυναικεία Λογοτεχνική Συντροφιά, «Τα Βραβεία», 1958-73, Αθήνα, 1974, σ.21.

[8] Για τη συμβολή των συγκεκριμένων διαγωνισμών στο ιστορικό μυθιστόρημα βλ. Β. Δ. Αναγνωστόπουλου, ό.π., σσ. 116-117 και Αντιγόνης Χατζηθεοδώρου,  «Οι διαγωνισμοί της Γυναικείας Λογοτεχνικής Συντροφιάς και το Ιστορικό Μυθιστόρημα», Διαδρομές, τχ.18, Καλοκαίρι 1990, σσ.106-109.

[9] Χαρακτηριστικά σημειώνει για το ξεκίνημα της λογοτεχνικής δραστηριότητάς της μέσα από διαγωνισμό της Γ. Λ. Σ. η Νίτσα Τζώρτζογλου, που «σήμερα έχει πίσω της πενήντα πετυχημένα βιβλία και δεκαεννιά βραβεία»: «Θα τολμούσα; το ψευδώνυμο και το πραγματικό όνομα σε κλεισμένο φάκελο που θα σχιζότανε μόνο σε περίπτωση βράβευσης, νίκησε το δισταγμό μου…(«Πρώτη επαφή…», στον τόμο της Γ. Λ. Σ., Τατιάνα Σταύρου καθώς την αναπολούμε…, επιμ. Αγγελικής Βαρελλά, σσ. 66-67).

[10] Αναφέρω ενδεικτικά την περίπτωση της ποιήτριας Ρίτας Μπούμη Παππά, η οποία βραβεύτηκε  το 1964 για τη συλλογή της «Η Μαγική Φλογέρα». Στο σκεπτικό της βράβευσης αναφέρεται χαρακτηριστικά: «Με χαρούμενη έκπληξη η Επιτροπή ανοίγοντας τους κλειστούς φακέλους…ανακάλυψε το όνομα της Ρίτας Μπούμη-Παπά. Την ευχαριστούμε που τίμησε το διαγωνισμό μας…»

[11] Βλ. το κείμενό της «Οι τρεις αγάπες της Τατιάνας», στον τόμο με  γενικό τίτλο Τατιάνα Σταύρου καθώς την αναπολούμε, ό.π., σ.14 . ΄Αλλωστε  η ίδια  η  Τ. Σταύρου ομολογεί : «Διαβάζω όλα τα έργα που υποβάλλονται στο διαγωνισμό και μάλιστα όχι μια φορά το καθένα» (Γιάννη Μπάρτζη, «Πώς γνώρισα την Τατιάνα Σταύρου», ό.π.,,σ.39).

[12] Η Δέσπω Καρβέλη χαρακτηρίζει την τελετή της απονομής  «κοσμαντάμωμα χαράς και αισιοδοξίας», όπου δημιουργούνται γνωριμίες, φιλίες, γέφυρες επικοινωνίας («Σ’ ένα κοσμαντάμωμα χαράς» , ό.π.,σ.29).

[13] Αγγελικής Βαρελλά, ό.π., σ.14.

[14] Ζωής Κανάβα, «Δέκα χρόνια κοντά στην Τατιάνα», ό.π.,σ.22. Την επιμονή της Σταύρου για την άμεση έκδοση των βραβευμένων χειρογράφων τονίζουν επίσης οι Νίκος Κανάκης , («Το φαινόμενο Τατιάνα Σταύρου» ό.π.,σ.25) και Βεατρίκη Κάντζολα-Σαμπατάκου, («Δεν έχεις μάθει ακόμα να …ψαλιδίζεις», ό.π., σ.26).

[15] Γυν. Λογοτ. Συντροφιά, Στον απόηχο της χρονιάς που πέρασε 1998-1999, σ. 4.

[16] Γ. Λ. Σ. ,Στην τροχιά του περασμένου χρόνου, σ. 3.

[17] Γ. Λ. Σ. ,Στα χνάρια της χρονιάς 2001-2002, σ. 6.

[18] Η Αγγελική Βαρελλά σημειώνει σχετικά: «Το πρόβλημα δεν είναι να γεμίσουμε την αγορά με άχαρα βιβλία, αλλά με βιβλία που να προσελκύουν με τη δροσιά και το ενδιαφέρον τους τους μικρούς αναγνώστες (Γ. Λ. Σ., ΄Εχουμε και λέμε… για την περίοδο 2003-2004, σ. 4).

[19] Βλ. τον Πρόλογο του Β. Δ. Αναγνωστόπουλου, στον τόμο Τατιάνα Σταύρου καθώς την αναπολούμε, ό.π., σ. 2.

[20] Για τις εκδοτικές μας δραστηριότητες συνεργαζόμαστε με τους οίκους Πατάκη, Ψυχογιό, Καστανιώτη, Φυτράκη, Λιβάνη, ΄Αγκυρα, Κέδρο, Αστέρα, Ακρίτα, Τήνος, Ελληνικά Γράμματα, κ.λπ. (βλ.  Γ. Λ. Σ.,  Στην Τροχιά του περασμένου χρόνου 2000-2001, σ.  5).

[21] Γ. Λ. Σ., Τατιάνα Σταύρου καθώς την αναπολούμε, ό.π., σ.3.

[22] Γιολάντας Πατεράκη, «Η γηραιά κυρία της λογοτεχνίας μας», Τατιάνα Σταύρου καθώς την αναπολούμε, ό.π., σ.53.

 

ΠΑΙΔΙΚΗ  ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ  ΚΑΙ  ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ:  ΣΥΝΤΡΟΦΟΙ  ΑΧΩΡΙΣΤΟΙ

Ελένη Α. Ηλία, Δρ. Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Ε.Κ.Π.Α.

(Η παρούσα εισήγηση παρουσιάστηκε στο διήμερο συνέδριο που πραγματοποιήθηκε στο Αμφιθέατρο του Μαρασλείου Διδασκαλίου, στις 4-5 Δεκεμβρίου του 2015, με θέμα «30 χρόνια Διαδρομές στην παιδική και νεανική λογοτεχνία. Ιστορία, έρευνα και μέλλον του παιδικού βιβλίου». Περιλαμβάνεται στα Πρακτικά του συνεδρίου: Διαδρομές στην Παιδική Λογοτεχνία, επιμ. Κ. Μαλαφάντης, Μ. Κουρκουμέλη, εκδ. Ψυχογιός, Αθήνα, 2017,     ISBN: 978-618-01-1945-9,        σσ. 49-51).

Θα μου  επιτρέψετε να ξεκινήσω την τοποθέτησή μου με μια εικόνα από το μέλλον.                  70 χρόνια μετά…  Πολλά έχουν αλλάξει στον κόσμο. Η ανθρώπινη φύση όμως είναι ίδια. Έχει πάντα ανάγκη από πνευματική τροφή. Έχει πάντα την τάση να εξελίσσεται. Έτσι λοιπόν τα παιδιά έχουν πάντα ανάγκη τα καλά λογοτεχνικά βιβλία. Για το λόγο αυτό, το περιοδικό μας, οι Διαδρομές, εξακολουθεί να κυκλοφορεί. Και σε μια λαμπρή εκδήλωση γιορτάζονται τα εκατό χρόνια του…

Δεν πρόκειται τόσο για ευχή όσο για πεποίθηση. Και γίνομαι αμέσως πιο συγκεκριμένη. Άκουσα πρώτη φορά για τις Διαδρομές στα φοιτητικά μου χρόνια από τον καθηγητή μου της Παιδικής Λογοτεχνίας, τον κ. Ηρακλή Καλλέργη. Στο μάθημά του το περιοδικό ήταν το σταθερό σημείο αναφοράς, η πηγή από όπου αντλούσαμε πληροφορίες και γνώσεις για τη σύγχρονη ελληνική παιδική λογοτεχνία. Διδάσκοντας αργότερα η ίδια το μάθημα της Λογοτεχνίας σε εν ενεργεία δασκάλους και νηπιαγωγούς, στην Πάτρα, στην Αθήνα και αλλού, το περιοδικό εξακολουθούσε να συνιστά σταθερό σημείο αναφοράς. Η σχέση μου με το περιοδικό εξελισσόταν παράλληλα με τη σχέση μου με την Παιδική Λογοτεχνία. Όσο η δεύτερη γινόταν πιο συνειδητή τόσο στενότερη γινόταν η επαφή μου με το περιοδικό. Με θυμάμαι ως επισκέπτρια στο θρυλικό πατάρι του, να γνωρίζω την ψυχή του, γιατί πώς αλλιώς θα μπορούσα να αποκαλέσω  τους εθελοντές του; Ανθρώπους με ήθος, που καταξιωμένοι συγγραφείς οι ίδιοι, δεν επεδίωκαν μέσα από το περιοδικό να προβάλλουν το έργο τους. Αγωνίζονταν και αγωνιούσαν για .τη δημιουργία γενιών αναγνωστών. Και κατόρθωσαν να συμβάλλουν πολύ σημαντικά σε αυτό, στην ευαισθητοποίηση των εκπαιδευτικών, των γονιών, του πνευματικού κόσμου για το παιδί-αναγνώστη. Ανέδειξαν τη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή μέσα από τις ουσιαστικές, επιστημονικές, εις βάθος μελέτες που φιλοξενούνταν στις σελίδες του. Έτσι ως αναγνώστρια πάντοτε απολάμβανα τα άρθρα των Διαδρομών, ως μελετήτρια δε πάντοτε παρέπεμπα σε αυτά. Νιώθω ιδιαίτερα τυχερή καθώς χάρη στους πρωτεργάτες του περιοδικού βρέθηκα στο Διοικητικό Συμβούλιο της Λέσχης Μελέτης και Έρευνας της Παιδικής Λογοτεχνίας «Οι Διαδρομές» και στη συντακτική επιτροπή του ενώ αργότερα έως και σήμερα, μεταξύ των υπευθύνων της ύλης του. Αισθάνομαι εξίσου τυχερή που σε διάφορα τεύχη του περιοδικού  περιλαμβάνονται και δικά μου κείμενα είτε αυτά συνιστούν αναγνωστικές προσεγγίσεις λογοτεχνικών έργων είτε διδακτικές προσεγγίσεις της Λογοτεχνίας είτε αναφορές σε φορείς που επικεντρώνονται στην παιδική λογοτεχνία.  Κοινή συνισταμένη σε αυτές τις δημοσιεύσεις μου, ο δημιουργικός ρόλος του αναγνώστη. Επισημαίνω το γεγονός ότι ο αναγνώστης σε όποιο στάδιο αναγνωστικής ωριμότητας και αν βρίσκεται, συνδημιουργεί με το συγγραφέα το λογοτεχνικό έργο, το αναδημιουργεί, προσαρμόζοντάς το στο δικό του πρόσωπο, στις εμπειρίες και τις επιθυμίες που τον διαμορφώνουν. Μέσα από τις πολλαπλές, προσωπικές αναγνώσεις (πραγματικές ή δυνητικές), με την ιδιαιτερότητα, τη μοναδικότητά τους, αναδεικνύεται ο ανεξάντλητος χαρακτήρας των λογοτεχνημάτων. Και αυτό το γεγονός δεν μπορεί παρά να είναι το πρώτιστο κριτήριο για την ποιότητα του λογοτεχνικού έργου. Από τη λογοτεχνική ανάγνωση δεν ωφελείται ασφαλώς μόνο το έργο. Παίζοντας το δημιουργικό παιχνίδι της ανάγνωσης,  μέσα από την απόλαυση και τη συγκίνηση οδηγούμαστε οι αναγνώστες στην αυτογνωσία. Εκεί ακριβώς έγκειται η τεράστια παιδαγωγική δύναμη της Λογοτεχνίας.

Από την με κάθε τρόπο ενασχόλησή μου με το περιοδικό Διαδρομές, εκείνο που διαπιστώνω,  είναι πως η μακροζωία του δεν είναι κάτι τυχαίο. Οφείλεται στην ικανότητα των ανθρώπων που το δημιούργησαν και εξακολουθούν να το υπηρετούν, να το προσαρμόζουν στις εκάστοτε συνθήκες. Ο βιολογικός νόμος της προσαρμογής και της εξέλιξης βρίσκει στην περίπτωση των Διαδρομών μία θαυμάσια, υποδειγματική εφαρμογή. Αυτήν τη στιγμή το περιοδικό κυκλοφορεί ηλεκτρονικά. Δεν θα κάνω εικασίες για τη μορφή του στο μέλλον. Θα εκφράσω ωστόσο, για άλλη μια φορά, την ακλόνητη πεποίθησή μου ότι οι Διαδρομές θα εξελίσσονται και θα επιβιώνουν όσο τα παιδιά θα έχουν ανάγκη τη λογοτεχνία. Κι όσο θα υπάρχουν ενήλικοι που θα ενδιαφέρονται για τα παιδιά…

Σας ευχαριστώ θερμά.

 

Β.Δ. Αναγνωστόλουλος: Ο «χρονογράφος» των Διαδρομών

Ελένη Α. Ηλία, Δρ. Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Ε.Κ.Π.Α.

(Το άρθρο μου αυτό περιλαμβάνεται στον τιμητικό τόμο για τον Καθηγητή Βασίλη Αναγνωστόπουλο, «Ηδονών ήδιον έπαινος». Θεωρήσεις της Παιδικής-Εφηβικής Λογοτεχνίας, επιμ. Τασούλα Τσιλιμένη, Ελένη Κονταξή, Ευγενία Σηφάκη. Εκδόσεις Τζιόλα, 2018,      ISBN: 978-960-418-822-2,  σελ. 17-24).

Ξεκινώ αυτό το άρθρο, παραθέτοντας τον ορισμό του χρονογραφήματος και τα χαρακτηριστικά του. Το χρονογράφημα συνιστά πεζό λογοτέχνημα, που δημοσιεύεται σε εφημερίδα ή περιοδικό. Στην Ελλάδα τουλάχιστον ξεκίνησε από τα περιοδικά. Το χρονογράφημα είναι είδος έντεχνου πεζού λόγου,  με λογοτεχνική κάποτε χροιά, αν και συχνότατα  παραμένει  στην περιοχή της δημοσιογραφίας. Ο Νιρβάνας γράφει «είτε είδος λογοτεχνικό είτε παραλογοτεχνικό, το χρονογράφημα έχει το δικαίωμα να παρίσταται στο νάρθηκα τουλάχιστον του ναού της τέχνης».  Συνήθως πραγματεύεται ζητήματα κοινωνικά, πολιτιστικά και ηθικά, θέματα της επικαιρότητας που απασχολούν την κοινή γνώμη. Αφορμή για συγγραφή χρονογραφήματος μπορεί να δώσει οτιδήποτε: μια εντύπωση, ανάμνηση, ιστορία, κριτική, ασήμαντο καθημερινό γεγονός  κ. ο. κ. Το χρονογράφημα είναι σύντομο κείμενο, ευχάριστο και καλύπτει συγκεκριμένη στήλη στην εφημερίδα ή στο περιοδικό. Γράφεται σε τόνο εύθυμο, χαριτωμένο, χιουμοριστικό, κάποτε επικριτικό, δηκτικό άλλοτε, συχνά ειρωνικό, παραινετικό, έμμεσα ή άμεσα διδακτικό και παιδαγωγικό. Αυτά σημαίνουν ότι συστεγάζει αρμονικά τη χάρη και τη σκωπτικότητα, την ευφυολογία και τον κριτικό στοχασμό, την αφηγηματική ροή και τη διδακτική πρακτική, την ειρωνική διάθεση και τη σοβαρή πρόθεση. Με την ποικιλία των θεμάτων του και των τρόπων με τους οποίους γράφεται, εξασφαλίζει όλες τις προϋποθέσεις μιας φιλικής, ευχάριστης και τακτικής επικοινωνίας χρονογράφου και κοινού. Οι αναγνώστες το περιμένουν. Σκοπός του χρονογράφου είναι να ωφελήσει την κοινωνική ομάδα στην οποία απευθύνεται, να υποδείξει, να συμβουλέψει, να διδάξει, να διαπαιδαγωγήσει ενδεχομένως, να συμβάλει στη διάπλαση της κοινωνίας. Κι όλα αυτά και άλλα ακόμη (το χρονογράφημα υπερβαίνει κάθε φραγμό) επιδιώκει να τα πραγματοποιήσει με τρόπο ευχάριστο αλλά και καυστικό. Είναι ο χρονογράφος ο καθημερινός οδηγός και δάσκαλος πολλών ανθρώπων.  Την καλύτερη περιγραφή του χρονογραφήματος τη δίνει ο Σπύρος Μελάς, στο πρώτο του χρονογράφημα από τις στήλες της εφημερίδας «Αθηναϊκά Νέα» (στις 28.5.1931), όπου ορίζει το είδος γράφοντας προς τους αναγνώστες:            «… έλαβα την … εντολή … να σας συγκινώ, να σας ενθουσιάζω, να σας ζωγραφίζω, να σας θυμώνω, να σας ενδιαφέρω, και προπάντων να σας διασκεδάζω από αυτή τη στήλη κάθε μέρα.» Συμπερασματικά, θα επισημαίναμε ότι εξορισμού το χρονογράφημα  το «περιμένουμε» με χαρά και ανυπομονησία, γιατί μας ευχαριστεί αλλά ταυτόχρονα και μας «διδάσκει»! (Οι παραπάνω αναφορές στο είδος του χρονογραφήματος προέρχονται από την Εγκυκλοπαίδεια Πάπυρος Λαρούς Μπριτάννικα, 1994, σ. 345, από τη  Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια, 1983, σ. 531 και από την  Έκφραση-Έκθεση, τχ. Α΄ , σ. 271, που περιλαμβάνεται στα διδακτικά βιβλία του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου).

Καθώς στο χρονογράφημα πρέπει μέσα σε πολύ λίγες αράδες και με λιτές εκφράσεις να διατυπώσεις με σαφήνεια τη στάση, τη φιλοσοφία σου, τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεσαι το γεγονός που στάθηκε η αφορμή του κειμένου σου, είναι κοινή η παραδοχή ότι για να συνταχθεί το χρονογράφημα, απαιτείται συγγραφική ωριμότητα. Η προσωπικότητα και η ευφυΐα του χρονογράφου είναι τα στοιχεία που καθορίζουν αποκλειστικά την ποιότητα του κειμένου του. Ας επιχειρήσω σχετικά μία απλή σύγκριση. Στη συγγραφή μιας επιστημονικής εργασίας ακολουθούμε συγκεκριμένους κανόνες. Το αποτέλεσμα λοιπόν εξαρτάται κατά πολύ από το πόσο ορθά και πιστά οι κανόνες έχουν εφαρμοστεί. Στην περίπτωση ωστόσο του χρονογραφήματος, δεν υπάρχουν κανόνες να ακολουθήσουμε. Και εκεί έγκειται ακριβώς η δυσκολία του. Αν και γράφεται δύσκολα όμως, διαβάζεται πολύ πιο εύκολα και από περισσότερους ανθρώπους, λόγω της μικρής έκτασής του και του ευχάριστου ύφους του.  Συνεπώς πρόκειται για είδος εξαιρετικά χρήσιμο.

Για να αποδοθεί πληρέστερα και αποτελεσματικότερα το ενδιαφέρον που εμφανίζει και η σπουδαιότητα που διακρίνει το  χρονογράφημα, θα εξετάσουμε αναλυτικότερα  την περίπτωση του περιοδικού Διαδρομές, που η κυκλοφορία  του συνεχίζεται για περισσότερα από τριάντα χρόνια. Στα παλαιότερα τεύχη του εν λόγω περιοδικού, τα εισαγωγικά κείμενα ήταν συνήθως ανυπόγραφα και περιορίζονταν αποκλειστικά στην παρουσίαση της ύλης του τρέχοντος τεύχους. Τις σπάνιες φορές που τα κείμενα υπογράφονταν με τις λέξεις «Ο Διευθυντής», η προσέγγιση του συντάκτη τους, Βασίλη Αναγνωστόπουλου, ήταν προσωπική, συναισθηματική, δίνοντάς μας τα πρώτα δείγματα για την εξαιρετικά ενδιαφέρουσα εξέλιξη του εισαγωγικού αυτού κειμένου, που θα παρακολουθήσουμε στη συνέχεια. Η λογοτεχνική γλώσσα κυριαρχούσε. Το πρόσωπο όλων των ρημάτων ήταν το πρώτο πληθυντικό, για να φανερώνει τη συλλογικότητα της προσπάθειας, στην οποία οφειλόταν το επιτυχές αποτέλεσμα. Ο καθηγητής, ο επιστήμονας, ο ερευνητής Αναγνωστόπουλος δεν χρησιμοποιούσε εδώ τη δοκιμιακή γραφή, εφόσον προφανώς θα ήταν ακατάλληλη για να αποδώσει τη σχέση του με το περιοδικό. Φράσεις όπως «Δοσμένοι στο όνειρο και στον αγώνα. Ο χρόνος σε δεύτερη μοίρα… γίνεται παρανάλωμα του πυρετικού ρυθμού και της αγωνίας. Είκοσι χρόνια!… Στο ζύγι κεφάλι έπαιρναν οι χαρές. Οι λύπες ήταν λιγόζωες.» (τχ. 20, 2005)   ή  «Από τότε κύλησε πολύ νερό στο αυλάκι των Διαδρομών. Η καρδιά και η ματιά μας, όταν γυρίζουν πίσω σ’ αυτά τα περασμένα χρόνια, γεμίζουν με νοσταλγία αλλά και ασφαλέστερη εκτίμηση για πρόσωπα, γεγονότα, δυσκολίες, για ευχάριστες και δυσάρεστες στιγμές… » (τχ. 92, 2008),  επιλέχθηκαν για να αποδοθεί η ποιότητα και ο όγκος της εργασίας αλλά και το κίνητρο, που είναι η ευθύνη για τη δημιουργία γενιών και γενιών παιδιών – αναγνωστών .

Στην τελευταία δε περίοδο, οπότε οι Διαδρομές κυκλοφορούν σε ηλεκτρονική μορφή,  τα εισαγωγικά κείμενα που  πλέον υπογράφονται στο σύνολό τους από τον Βασίλη Αναγνωστόπουλο, διατηρώντας τον πυρήνα τους που είναι η παιδική λογοτεχνία, έχουν διευρυνθεί θεματικά και εξελιχθεί, υιοθετώντας αποκλειστικά  το ανάλογο ύφος και όλες τις αρετές του ιδιαίτερα δύσκολου και απαιτητικού είδους του χρονογραφήματος.  Δίνεται πάντοτε στα κείμενα κάποιος τίτλος, λογοτεχνικός ή μη: π. χ. «Βιβλία-πυγολαμπίδες» (τχ. 111, 2013), « “Χώρα” με δροσιές και χρώματα» (τχ. 118, 2015) ή «Συνεχίστε να διαβάζετε!» (τχ. 113, 2014) και «Καλή σχολική χρονιά!» (τχ. 103, 2011). Αυτό που εντυπωσιάζει περισσότερο είναι ότι όποια κι αν είναι η αφορμή από την επικαιρότητα που αξιοποιεί ο Αναγνωστόπουλος, πάντοτε τη συνδέει αριστοτεχνικά με το σκοπό και τη φύση του περιοδικού και κατ’ επέκταση με το συγκεκριμένο περιεχόμενο κάθε τεύχους. Διαφορετική μεν η αφετηρία κοινό δε το τέρμα, εφόσον ο χρονογράφος εναρμονίζει πλήρως το εκάστοτε θέμα του με την ανάδειξη της παιδικής λογοτεχνίας.

Κάποια από τα εισαγωγικά κείμενα που υπογράφει ο διευθυντής των Διαδρομών, επικεντρώνονται ευρύτερα στον κλάδο της Παιδικής Λογοτεχνίας, και ειδικότερα στην αμφισβήτησή της από μερίδα επιστημόνων. Συνεισφέρει στη σχετική συζήτηση που εδώ και αρκετές δεκαετίες συνεχίζεται και στη χώρα μας, απαριθμώντας τίς εδώ αλλά και τις διεθνείς προσπάθειες για τη στήριξή της και την προβολή της, ανάμεσα στις οποίες συγκαταλέγεται και η έκδοση του περιοδικού (τχ. 94, 2009). Αλλού η προσέγγιση του χρονογράφου διαφοροποιείται εντελώς. Το παιδικό βιβλίο προβάλλεται μέσα στο φυσικό του πλαίσιο, το κοινωνικό περιβάλλον και μάλιστα της εορταστικής περιόδου Χριστουγέννων-Πρωτοχρονιάς. Συσχετίζεται με τα παιχνίδια που δωρίζονται τότε στα παιδιά, με τα γλυκά που κυκλοφορούν παντού. Ο Αναγνωστόπουλος κινητοποιώντας το σύνολο των αισθήσεών μας, διεκδικεί για το παιδικό βιβλίο στο γιορταστικό αυτό πλαίσιο, πρωταγωνιστικό ρόλο, καθώς το εκλαμβάνει ως έκφραση και απόδειξη της αγάπης μας προς τα παιδιά (τχ. 116, 2014). Άλλοτε αφετηρία του κειμένου του συνιστά η καθιερωμένη παγκόσμια ημέρα Παιδικού Βιβλίου. Σύμφωνα με το εκάστοτε μήνυμα που ερμηνεύει, κάποτε δίνει την έμφαση στην παγκόσμια διάσταση αυτής της γιορτής, που αντιπροσωπεύει τις κοινές ηθικές, πνευματικές αρχές και αξίες του πολιτισμού μας (τχ. 117, 2015). Άλλοτε πάλι φωτίζει τις ποικίλες πτυχές της πανανθρώπινης ιστορίας, όπως τις εκφράζουν τα διαφορετικά βιβλία, που όλα μαζί την συνθέτουν συνολικά (τχ. 101, 2011). Η ευαισθησία του Αναγνωστόπουλου για την Παιδική Λογοτεχνία δεν παραλείπει να κάνει τη διάκριση μεταξύ βιβλίου και γραπτού λόγου γενικότερα και των έργων τέχνης του προφορικού λόγου, προσπαθώντας να αναδείξει την ουσία και την  αξία του τελευταίου, προλογίζοντας άρθρα με θέμα την αφήγηση, στην εποχή μας όπου η υπεροχή του γραπτού λόγου είναι πλήρης (τχ. 90, 2008).

Ένα άλλο μεγάλο μέρος αυτών των κειμένων αναδεικνύει τη σημαντικότητα  της σχέσης  του λογοτεχνικού βιβλίου με τον αναγνώστη  ( Iser, 1990, σσ.44-45, 104, 281). Θα χαρακτήριζα αυτήν την επιλογή του Αναγνωστόπουλου αναμφισβήτητα ως την πλέον θετική  για το μέλλον τόσο των βιβλίων όσο και των παιδιών-αναγνωστών. Παίρνοντας αφορμή ο Αναγνωστόπουλος από το δοκίμιο «Η Λογοτεχνία σε κίνδυνο», προσπαθεί να ευαισθητοποιήσει τους εμπλεκόμενους επαγγελματικά με αυτήν, κριτικούς, διδάσκοντες κ.λπ., προκειμένου να την εμφανίσουν ως ελκυστική δραστηριότητα (τχ. 110, 2013). Συνεχίζοντας, επιδιώκει να αναδείξει την παιδαγωγική της δύναμη, επισημαίνοντας τις εμπειρίες που προσφέρει , την αυτογνωσία στην οποία σταδιακά μάς οδηγεί (τχ. 111, 2013). Χαρακτηρίζει ακόμη τα αναγνώσματα της παιδικής μας ηλικίας ως ιδιαίτερα πολύτιμες αναμνήσεις στην περίοδο της ενηλικίωσης (τχ. 113, 2014). Ο Αναγνωστόπουλος αναφέρεται δε στο χρόνο ο οποίος δωρίζεται το Καλοκαίρι, προκειμένου οι αναγνώστες να ασχοληθούν με άνεση με το βιβλίο (τχ. 82, 2006). Τονίζει ότι η χαλάρωση που προσφέρουν οι καλοκαιρινές διακοπές, συνιστά ευκαιρία για τη δημιουργική δραστηριότητα της λογοτεχνικής ανάγνωσης (τχ. 118, 2015). Αντιπαραθέτει το ρυθμό της λογοτεχνικής ανάγνωσης  στον απάνθρωπο ρυθμό της σύγχρονης ζωής, ώστε να μας προσφέρεται μέσα από αυτήν διέξοδος  και εξισορρόπηση (τχ. 98, 2010). Και ο ίδιος ο Αναγνωστόπουλος δηλώνει ότι επωφελείται από τις καλοκαιρινές διακοπές ως ευκαιρία να ανατρέξει σε αξιόλογα αναγνώσματα. Κάποιες από αυτές τις αναγνώσεις του φέρνει μάλιστα στο φως, για να υποστηρίξει διάφορες σταθερές απόψεις του για την εκπαίδευση και ειδικότερα τη λογοτεχνική διδασκαλία. Συγκεκριμένα, την άποψή του υπέρ της επιδίωξης της αριστείας , που  βάλλεται από ορισμένες  μεταρρυθμίσεις στο εκπαιδευτικό σύστημα, ο Αναγνωστόπουλος την αναδεικνύει μέσα από δύο αρχαίες  φράσεις  υπέρ της επιδίωξης της αριστείας, τις οποίες συνήθιζε ο Καζαντζάκης να γράφει στα  τετράδιά του από το  Δημοτικό  Σχολείο.  Το παραπάνω δεν είναι το μόνο στοιχείο που ο Αναγνωστόπουλος  αντλεί από τη βιογραφία του συγγραφέα την οποία έχει γράψει   η  Έλλη Αλεξίου. Από το ίδιο βιβλίο επιλέγει ένα ακόμη επεισόδιο από τη ζωή του Καζαντζάκη, για να προβάλλει το σπουδαιότερο στόχο κάθε λογοτεχνικής προσέγγισης και διδασκαλίας, που συνίσταται στην αναγνωστική επάρκεια, όπου οδηγεί η  φιλαναγνωσία.  Καταδεικνύει δε την ευθύνη εκπαιδευτικών και γονιών για την καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας  στα παιδιά (τχ. 122, 2016). Επίσης, ο Αναγνωστόπουλος αντιπαραθέτει την εικόνα, που στην εποχή μας έχει κυριαρχήσει με άπειρους τρόπους, προς το λόγο, το κείμενο, το οποίο προσφέρει τη δραστηριοποίηση της αναγνωστικής φαντασίας (τχ. 85, 2007).

Μια άλλη κατηγορία κειμένων αναφέρονται στο σχολικό πλαίσιο και ειδικότερα στην εκπαιδευτική διαδικασία. Ο Αναγνωστόπουλος προτείνει εμφατικά την είσοδο του λογοτεχνικού βιβλίου στο σχολείο, προκειμένου να επιτευχθούν οι παιδαγωγικοί στόχοι. Θεωρεί ότι το λογοτεχνικό βιβλίο θα μπορούσε θαυμάσια να λειτουργήσει συμπληρωματικά, εξυπηρετώντας άριστα τον παιδαγωγικό ρόλο του σχολείου. Και σε αυτό το σημείο τίθεται από τον Αναγνωστόπουλο το κρίσιμο ερώτημα για την επιλογή του σωστού βιβλίου. Θεωρεί ότι την απάντηση μπορούν να δώσουν οι ίδιοι οι εκπαιδευτικοί, τους οποίους προσπαθεί να ευαισθητοποιήσει ως προς το δικαίωμα της ελευθερίας και ταυτόχρονα την ευθύνη της επιλογής (τχ. 95, 2009). Εισηγείται μάλιστα σχετικά την καθιέρωση της Λογοτεχνίας στο αναλυτικό πρόγραμμα, διευκρινίζοντας ωστόσο την εξέχουσα σημασία του τρόπου διδασκαλίας της (Alter, J. κ. ά., 1985), ώστε να μην αντιμετωπιστεί ως «μάθημα» και χάσει την ομορφιά της (τχ. 84, 2006). Με αφορμή το ξεκίνημα μιας σχολικής χρονιάς, που αποδίδεται λογοτεχνικά τόσο με το ποίημα της Ρένας Καρθαίου, όπου ο Σεπτέμβρης εμφανίζεται ως αγόρι που αφήνει την εξοχή για να χτυπήσει την καμπάνα του σχολείου, όσο και με αναφορά στις διώχνες, τα κρινάκια-σύμβολο του Φθινοπώρου, που διώχνουν τα παιδιά από την εξοχή, παρουσιάζει άρθρα με θέμα τη διδακτική της Λογοτεχνίας στο σχολείο (τχ. 83, 2006). Ο Αναγνωστόπουλος θέτει  το περιοδικό Διαδρομές στην υπηρεσία του στόχου να επιλέγονται οι προσφορότεροι τρόποι λογοτεχνικής διδασκαλίας,  εντάσσοντας συστηματικά πλέον στην ύλη του  περιοδικού σχετικές μελέτες που να διευκολύνουν τους εκπαιδευτικούς (τχ. 88,  2007). Κάνει και ειδικότερα λόγο για τον εμπλουτισμό της θεματολογίας του περιοδικού, ώστε να ανταποκριθεί στη διαθεματική αξιοποίηση της λογοτεχνίας, τη σύνδεσή της με τα διάφορα γνωστικά αντικείμενα όλων των εκπαιδευτικών βαθμίδων (τχ. 89, 2008). Ο Αναγνωστόπουλος σε άλλο κείμενό του επεκτείνεται ακόμη περισσότερο στο σχολικό γίγνεσθαι, επιχειρώντας να εντοπίσει τις παραμέτρους που καθορίζουν το αποτέλεσμα της εκπαιδευτικής διαχείρισης, επιδιώκοντας να συμβάλλει  στην επιτυχία της (τχ. 91, 2008). Αλλά ακριβώς επειδή το χρονογράφημα παίρνει αφορμή από την επικαιρότητα, ο Αναγνωστόπουλος δεν διστάζει επίσης να καταγράψει με συντομία αλλά και ακρίβεια τα κυριότερα προβλήματα που γεννά σε όλες τις εκπαιδευτικές βαθμίδες η οικονομική κρίση (τχ. 103, 2011). Στο πλαίσιο μάλιστα της αντιμετώπισης της κρίσης ο Αναγνωστόπουλος προβάλλει το παράδειγμα του Αμερικανού συγγραφέα James Patterson, που δημιουργώντας σχολική βιβλιοθήκη στη μικρή Τήλο, θεωρεί ότι θέτει τις βάσεις για τη σωτηρία της ζωής των παιδιών του νησιού μέσα από την επαφή τους με το αξιόλογο λογοτεχνικό βιβλίο (τχ. 119, 2015).

Και περνάμε σε άλλη ενότητα κειμένων, μεταξύ των οποίων κάποιο όπου ο Αναγνωστόπουλος αναφερόμενος στη συνήθεια της φιλαναγνωσίας, θα την συνδέσει με κάτι πολύ ευρύτερο από το σχολείο, θα την συνδέσει με τους κοινωνικούς αγώνες. Η αντιμετώπιση των καταστάσεων που η χώρα μας έχει οδηγηθεί λόγω οικονομικής κρίσης, είναι για το συντάκτη ένα ακόμη πλαίσιο που αναδεικνύει τα οφέλη της φιλαναγνωσίας. Παραθέτοντας τα ευρήματα της Γ΄ Πανελλήνιας Έρευνας αναγνωστικής συμπεριφοράς και πολιτιστικών πρακτικών, σύμφωνα με τα οποία οι αναγνώστες είναι οι πιο δραστήριοι πολίτες, εκφράζει τη βεβαιότητα ότι είναι αυτή η κατηγορία ανθρώπων που θα αναζητήσουν και θα βρουν τελικά διέξοδο από τα σημερινά προβλήματα, ενισχύοντας έτσι την ελπίδα για όλους τους συνανθρώπους τους (τχ. 102, 2011). Και ο Αναγνωστόπουλος δεν σταματάει εδώ. Με σημείο αναφοράς και οδηγό το παιδικό βιβλίο δεν προσδοκά μόνο ελπίδα στην κρίση, προσδοκά επίσης ειρήνη στον κόσμο. Παίρνοντας για άλλη μια φορά αφορμή από πολεμικές συρράξεις και τρομοκρατικές ενέργειες με πλήθος αθώων θυμάτων, οι οποίες λαμβάνουν χώρα σε πάμπολλα σημεία του πλανήτη, επικαλείται τη φράση της ιδρύτριας της Διεθνούς Βιβλιοθήκης Νέων του Μονάχου. Σύμφωνα με αυτήν τη φράση, τα παιδικά βιβλία γίνονται γέφυρα μεταξύ των νέων σε ολόκληρο τον κόσμο. Ο Αναγνωστόπουλος ανάμεσα σε όλους όσοι ασχολούνται με το παιδικό βιβλίο, προσβλέπει στη δύναμή του να καλλιεργήσει πανανθρώπινη συνείδηση στους νέους, ώστε ο αυριανός κόσμος να μην μοιάζει με το σημερινό στη βία και στο αίμα αλλά  να βασιστεί σε εκείνες τις διαχρονικές, οικουμενικές αξίες, οι οποίες θα οδηγήσουν στην ευτυχία την ανθρωπότητα στο σύνολό της (τχ. 115, 2014).

Τα χρονογραφήματα των τευχών του περιοδικού Διαδρομές που υπογράφονται από το Βασίλη Αναγνωστόπουλο, στην περιορισμένη έκτασή τους αναπτύσσουν σαφείς απόψεις και προβληματίζουν τους αναγνώστες τους για τις ευθύνες τους και τις επιλογές τους αναφορικά με την παιδική λογοτεχνία. Πρόκειται για κείμενα που επιτυγχάνουν να συμβάλλουν  στη διαμόρφωση των κριτηρίων με τα οποία διαλέγουμε βιβλία για τα παιδιά μας, που ευαισθητοποιούν τους αναγνώστες τους για την αναγκαιότητα δημιουργίας αισθητικά ποιοτικών και αφηγηματικά άρτιων λογοτεχνικών έργων για τα παιδιά-αναγνώστες. Ακόμη, τα συγκεκριμένα κείμενα βοηθούν τον αναγνώστη να συνειδητοποιήσει τα ποικίλα οφέλη που απορρέουν από την επαφή με τα λογοτεχνικά βιβλία, όπως είναι η απόλαυση που αυτά προσφέρουν, οι εμπειρίες με τις οποίες μας πλουτίζουν συναισθηματικά, ψυχικά και κοινωνικά, η αναγνωστική δημιουργικότητα που  οδηγεί στη μοναδικότητα, την ιδιαιτερότητα της ανάγνωσης του καθενός μας. Τέλος, τα κείμενα του Αναγνωστόπουλου μάς μυούν στην παιδαγωγική δύναμη της λογοτεχνίας, η οποία αποδίδεται ακριβώς στην απόλαυση και τη δημιουργικότητα που η λογοτεχνία επιφυλάσσει. Διαπιστώνουμε λοιπόν μέσα από το παράδειγμα που επικεντρωθήκαμε, ότι τα χρονογραφήματα αποτυπώνουν άριστα τις απόψεις και τις στάσεις του συντάκτη τους και χαρακτηριστικά της προσωπικότητάς του.

 

ΠΗΓΕΣ

Διαδρομές στο χώρο της Λογοτεχνίας για παιδιά και νέους, τχ. 20, 81, 82, 83, 84, 85, 88, 89, 90, 91, 92, 94, 95, 98, 101, 102, 103, 110, 111, 112, 113, 114, 115, 116, 117, 118, 119, 120, 122.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ

Αλεξίου, Έλλη (2004), Για να γίνει μεγάλος, Αθήνα: Καστανιώτης.

Alter, J. κ. ά., (1985), Η διδασκαλία της Λογοτεχνίας. Συνέδριο του Σεριζί, μτφρ. Ι. Ν. Βασιλαράκης, Αθήνα: Επικαιρότητα.

Εξυπερύ, Αντουάν Ντε Σαιντ (1983), Ο Μικρός Πρίγκιπας, μτφρ. Τσίρκας Στρατής, Αθήνα: Ηριδανός.

Iser, W. (1990). The Implied Reader. Patterns of Communication in Prose Fiction from Bunyan to Beckett. Baltimore and London: The Johns Hopkins University Press.

Μεγάλη Σοβιετική Εγκυκλοπαίδεια (1983), τ. 34, Αθήνα: Άκαδημος.

Μελάς, Σπύρος (28.5.1931),  Αθηναϊκά Νέα, Αθήνα.

H σύγχρονη ελληνική κοινωνία σε πρόσφατα έργα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου,

Της Ελένης Α. Ηλία, Διδάκτορα Νεοελληνικής Φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών

Από το  βιβλίο  Το υφαντό της Πηνελόπης  – διαχρονικές αναγνώσεις για το έργο και την προσωπικότητα της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου, εκδ. Εργαστήρι Λόγου και Πολιτισμού Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, Βόλος 2008, σσ. 97-102.

(Διάβασε το άρθρο και στο https://lotypetrovits.blogspot.com/2013/09/h_19.html?spref=fb&fbclid=IwAR25BoeszZmIcZv0D9-mczABd7EE4yqsDsWWm8ILzZXJz9V0yZC7UTqs_II) 

Σημαντικό μέρος των βιβλίων της Λότης Πέτροβιτς-Ανδρουτσοπούλου που εκδόθηκαν κατά τη νέα χιλιετία, αναφέρεται στη σύγχρονη ελληνική κοινωνία. Η καταξιωμένη συγγραφέας προσεγγίζει με αφηγηματική δεξιοτεχνία και κοινωνική ευαισθησία ποικίλα ζητήματα της εποχής μας. Αποδίδει τα χαρακτηριστικά της εύστοχα, ρεαλιστικά αλλά και με αισιοδοξία.

Στο βιβλίο της με τον τίτλο Το μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη (Πατάκης), που  αναφέρεται στην πολυπολιτισμικότητα της σύγχρονης ελληνικής κοινωνίας, αναδεικνύεται η κοινωνική προσφορά ενός ογδοντάχρονου. Η τετράχρονη Νεφέλη που κατοικεί στα Εξάρχεια, συναντά μέσα στον Ιούλιο κάπου στη γειτονιά της έναν παππού με άσπρα μαλλιά και γένια, κόκκινη φόρμα και  σάκο. Αν και η μικρή είναι βέβαιη πως πρόκειται για τον αγαπημένο ΄Αγιο των παιδιών, κανένας από τους γύρω της δεν έχει την ίδια γνώμη μαζί της για την ταυτότητά του. Όταν δε το κοριτσάκι ενημερώνει τους δικούς της ότι ο σχεδόν συνομήλικός της Φραγκίσκος ήταν μαζί του, εκείνοι αναστατώνονται. Σύντομα όμως διαπιστώνουν ότι πρόκειται για το γνώριμό τους κύριο Λευτέρη, ο οποίος είναι χρόνια εγκατεστημένος στην Αυστραλία και φορώντας τη στολή του εθελοντή πυροσβέστη, παίζει το ρόλο του Αϊ – Βασίλη για τα παιδιά των μεταναστών και των προσφύγων της Αθήνας.

Οι ακραίες ρατσιστικές συμπεριφορές οι οποίες αναπτύσσονται ως συνέπεια της πολυπολιτισμικότητας  που χαρακτηρίζει τις σύγχρονες δυτικές κοινωνίες απασχολεί τη Λότη Πέτροβιτς – Ανδρουτσοπούλου στο βιβλίο της Τα τέρατα του λόφου (Πατάκης). Αναλυτικότερα, αποδίδεται η εγκληματική δράση μιας συμμορίας  που βασίζεται σε ναζιστικά πρότυπα και δρα στην περιοχή των Εξαρχείων, ενάντια σε άτομα διαφορετικής φυλετικής ταυτότητας. Δύο δεκάχρονα κορίτσια, η ΄Ολγα και η Ειρήνη, γίνονται μάρτυρες του βίαιου ξυλοδαρμού ενός μικρού Νιγηριανού και της δολοφονίας του πατέρα του από την ίδια περιθωριακή ομάδα. Στη δράση της συμμορίας περιλαμβάνονται επίσης δύο εμπρηστικές επιθέσεις, η πρώτη στο υπόγειο εργαστήριο όπου ο κύριος Λευτέρης δέχεται τα παιδιά των οικονομικών μεταναστών και τους χαρίζει τα παιχνίδια που επισκευάζει, με θύμα τον ίδιο και ένα κοριτσάκι από τις Φιλιππίνες. Η δεύτερη σε ναό της περιοχής την ώρα του γάμου του εξαδέλφου της ΄Ολγας. Η αναβολή της τελετής ως συνέπεια αυτού του περιστατικού αποδεικνύεται τελικά ευεργετική για το ζευγάρι, αφού ανατρέπει το πρόγραμμα του γαμήλιου ταξιδιού του, σύμφωνα με το οποίο θα επισκέπτονταν τους δίδυμους πύργους την 11η Σεπτεμβρίου, οπότε κατέρρευσαν.

Στο μυθιστόρημα της με τον τίτλο Ο κόκκινος θυμός (Πατάκης), ο έφηβος  ήρωας  Απελλής αντίθετα, εκτονώνει δημιουργικά την οργή του για την εγκατάλειψη της  δεκαεξάχρονης τότε μητέρας του από το φυσικό του πατέρα κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, μέσα από την τέχνη της ζωγραφικής. Με τη συνομήλικη φίλη του Νιόβη, η οποία παράλληλα με το σχολείο εργάζεται για να βοηθήσει την οικογένειά της και φροντίζει τον ανάπηρο αδερφό της, μοιράζονται το πάθος για τη ζωγραφική, τις ανησυχίες και τα διλήμματά τους, με κορυφαίο ανάμεσά τους την επιλογή των σπουδών τους. Ο Απελλής προσανατολίζεται προς την αρχιτεκτονική, σύμφωνα και με την επιθυμία της μητέρας του, ώσπου η προσφορά μιας υποτροφίας για σπουδές στη ζωγραφική σε Πανεπιστήμιο του Καναδά, η οποία προέρχεται από έναν διάσημο παγκοσμίως άνθρωπο των τεχνών που εκδηλώνει έντονο προσωπικό ενδιαφέρον για το έργο του, ανατρέπει τα σχέδιά του. Όταν ο νεαρός ήρωας ανακαλύπτει ότι το συγκεκριμένο πρόσωπο είναι ο φυσικός του πατέρας, οι παρεξηγήσεις λύνονται και η αγάπη διαλύει το θυμό. Παράλληλα με το γεμάτο αξίες και όνειρα κόσμο των δύο παιδιών, παρουσιάζεται και εκείνος όπου κυριαρχούν η βία, η παραβατικότητα, η αυτοκαταστροφή και η εκδίκηση, από τον οποίο ένας πρώην ναρκομανής, παλιός γνώριμος του Απελλή, επιδιώκει να ξεφύγει.

Η πολυτιμότητα των παραπάνω έργων έγκειται ωστόσο στο γεγονός ότι προσφέρουν διαχρονικά  στον αναγνώστη τη δυνατότητα να βιώσει  τη σημερινή πραγματικότητα. Αυτό οφείλεται στην αφηγηματική τους αρτιότητα, χάρη στην οποία βιώνουμε καταστάσεις και συναισθήματα των λογοτεχνικών ηρώων. Αξίζει λοιπόν να σταθούμε στους συγγραφικούς χειρισμούς και τεχνικές που εξασφαλίζουν την εμπλοκή μας στον αφηγηματικό κόσμο, που ευθύνονται για τη συγκινησιακή μας φόρτιση κατά την ανάγνωση.

Στα  βιβλία Το μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη και Ο κόκκινος θυμός επιλέγεται η τριτοπρόσωπη αφήγηση. Στα δε Τέρατα του λόφου παρατηρείται εναλλαγή του ετεροδιηγητικού αφηγητή με ένα από τα βασικά πρόσωπα της ιστορίας, την Ειρήνη, που στέλνοντας στη γιαγιά της στην Αμερική ηλεκτρονικά μηνύματα, παρέχει στον αναγνώστη πληροφορίες για όσα συμβαίνουν στη δική της ζωή  καθώς και στων υπολοίπων λογοτεχνικών ηρώων. Το αναγνωστικό ενδιαφέρον διατηρείται αμείωτο και στα τρία έργα, καθώς τα κρισιμότερα γεγονότα αποδίδονται μέσα από την οπτική των προσώπων τα οποία αφορούν, κατά τη στιγμή μάλιστα που βρίσκονται σε εξέλιξη. Αναλυτικότερα, η μικρή Νεφέλη που έχει δει μερικές φορές να περιφέρεται στη γειτονιά της ο Αϊ – Βασίλης με κόκκινη καλοκαιρινή στολή, επιδιώκει συχνά να τον ξανασυναντήσει όταν βρίσκεται μαζί με κάποιο μεγαλύτερο μέλος της οικογένειας, προκειμένου να γίνει πιστευτή, χωρίς ωστόσο να το κατορθώνει. Επίσης, επιθυμεί να τον πλησιάσει όποτε εμφανίζεται με τη μορφή ζητιάνου, όμως δεν της δίνεται ευκαιρία, αφού πρέπει να ακολουθήσει τα υπόλοιπα παιδιά, για να μην χαθεί.

Αντίστοιχα, στο μυθιστόρημα Τα τέρατα του λόφου το επεισόδιο της απαγωγής της ΄Ολγας από τη συμμορία των νεοναζί αποδίδεται με αναδρομή της αφήγησης, καθώς  το κορίτσι που βρίσκεται αιχμάλωτο σ’ έναν άθλιο χώρο, αναλογίζεται όσα συνέβησαν έως τη στιγμή αυτή. Επίσης, το κίνητρο και οι απαιτήσεις των απαγωγέων γνωστοποιούνται στον αναγνώστη όταν η ηρωίδα ακούει τον αρχηγό να υπαγορεύει το κείμενο που θα διαβάσουν τηλεφωνικώς στους γονείς της. Εκεί, με αφορμή την πρόσκληση για το γάμο που οι δύο φίλες έχασαν στο λόφο, στην οποία έχει γραφτεί το περιεχόμενο του τηλεφωνήματος, πληροφορούμαστε την πρόθεση της συμμορίας να δημιουργήσει πρόβλημα στην οικογένεια κατά τη γαμήλια τελετή του ξαδέρφου της ΄Ολγας. Η αναγνωστική αγωνία για την τύχη του αιχμάλωτου κοριτσιού κορυφώνεται όταν το ίδιο αναγνωρίζει στο πρόσωπο του σημαντικού ξένου που υποδέχονται οι απαγωγείς της, τον Χανς, τον αδερφό του γαμπρού. ΄Οταν εκείνος μιλώντας γερμανικά, της εξηγεί πως συμμετέχει σε σχέδιο απελευθέρωσής της, μοιραζόμαστε την ελπίδα της για αίσια έκβαση της περιπέτειάς της  που ενισχύεται όταν ο Χανς απευθύνει στα μέλη της συμμορίας την πρόταση να αναλάβει ο ίδιος τη φρούρησή της ΄Ολγας, για όση ώρα εκείνοι θα λείπουν στο λόφο, για να παραλάβουν τον τραυματισμένο σύντροφό τους. Η αναμονή των δύο παιδιών μέχρι οι νεοναζί να απομακρυνθούν, βιώνεται εξίσου έντονα και από τον αναγνώστη.

Στη διατήρηση της συγκινησιακής μας φόρτισης συμβάλλουν εξίσου οι συνεχείς αντιθέσεις ανάμεσα στις αλλεπάλληλες σκηνές βίας και στις προετοιμασίες του γάμου. Επίσης, αξίζει να επισημάνουμε την όξυνση του αναγνωστικού ενδιαφέροντος, που προκαλεί η ματαίωση των προσδοκιών μας[1] για συμμετοχή του Χανς σε ναζιστική οργάνωση. Οι σχετικές προσδοκίες  δημιουργούνται μέσα από μια σειρά ενδείξεων, με προεξάρχουσα την αναφορά στην ενασχόληση του νεαρού με την ξιφασκία, που συνδυάζεται με τη δοκιμασία του «μάνσουρεν» όπου υποβάλλονται οι νεοναζιστές. Ενδεικτική για την ποικιλία των συγγραφικών χειρισμών, που επίσης  μεγιστοποιεί τη δυνατότητα εμπλοκής μας στα αφηγηματικά δρώμενα, είναι   η τελική επαλήθευση[2] της προσδοκίας για επίθεση της συμμορίας στο γάμο.

Αντίστοιχα, στον Κόκκινο θυμό μέσα από την ταύτιση της οπτικής μας με του Απελλή και της δυνατότητάς μας να εισερχόμαστε στον εσωτερικό του κόσμο, βιώνουμε την ανυπομονησία του για τη συνάντηση με το Τζίσεν, που θα είναι καθοριστική για τη μελλοντική καλλιτεχνική πορεία του, και ειδικότερα την αγωνία του αν  τελικά συγκατατεθεί η μητέρα του για να φύγει για σπουδές στη ζωγραφική με υποτροφία σε Πανεπιστήμιο του  Καναδά. Επιπλέον, όταν η Κλειώ αντιλαμβάνεται ότι ποτέ ο Τζίσεν δεν έπαψε να την αγαπά και δεν αδιαφόρησε για εκείνη και για το παιδί τους, όπως έως τότε πίστευε, συμμετέχουμε πλήρως στο φόβο και την ένταση που προκαλεί στον Απελλή το ενδεχόμενο εκείνη να εγκαταλείψει το σημερινό σύζυγό της, για να ακολουθήσει τον εφηβικό της έρωτα. Τέλος, συμμεριζόμαστε  την απορία του νεαρού ήρωα για την ταυτότητα του Λάζαρου και την περιέργειά του για την προτίμηση και τη συμπάθεια που του έδειχνε.

Η δραστηριοποίησή μας κατά τη λογοτεχνική ανάγνωση και ειδικότερα η ταύτισή μας με τα αφηγηματικά πρόσωπα  όπου προαναφερθήκαμε, έχουν ως συνέπεια την τεράστια παιδαγωγική δύναμη των συγκεκριμένων λογοτεχνικών έργων, που θα ήταν ασφαλώς σκόπιμο να αξιοποιηθεί στην εκπαιδευτική διαδικασία.  Αναλυτικότερα, τα εν λόγω έργα  που καλύπτουν όλες τις ηλικίες των μαθητών – αναγνωστών, συμβάλλουν στην κοινωνική και ψυχική ωρίμασή τους, αποδίδοντας ρεαλιστικά και διακριτικά τη σημερινή κοινωνική πραγματικότητα και παράλληλα υποβάλλοντας σταθερές, οικουμενικές πολιτισμικές αξίες και στάσεις. Στους παράγοντες που υπαγορεύουν την εκπαιδευτική αξιοποίηση, θα προσθέταμε τη σύγχρονη διδακτική τάση για διαθεματική προσέγγιση της γνώσης και τη δυνατότητα των εκπαιδευτικών να διαθέτουν το 25% του χρόνου του προγράμματος διδασκαλίας σύμφωνα με την προσωπική επιλογή τους. ΄Ετσι, ανάμεσα στα  στοιχεία των παραπάνω κειμένων που θα μπορούσαν να δώσουν την αφορμή για ανάγνωσή τους από τους μαθητές, με γνώμονα την επικαιρότητα, την αμεσότητα και τα διάφορα γνωστικά αντικείμενα του ωρολογίου προγράμματος, σημειώνουμε εντελώς ενδεικτικά για τον  Κόκκινο θυμό όσα αφορούν στις τέχνες της ζωγραφικής, της λογοτεχνίας, του κινηματογράφου και της μουσικής. Επίσης, για Τα τέρατα του λόφου επισημαίνουμε τα ιστορικά στοιχεία που παρέχονται για το ναζισμό, τις πληροφορίες για τα χαρακτηριστικά των νεοναζιστικών οργανώσεων που δρουν παγκοσμίως, για τις άλλες ρατσιστικές οργανώσεις που δημιουργήθηκαν στο παρελθόν στο δυτικό κόσμο και για τις οργανώσεις που ιδρύονται με πρωτοβουλία πολιτών με στόχο την αντιμετώπιση και καταπολέμηση τέτοιων φαινομένων. Τέλος, οι κλασικοί και σύγχρονοι μύθοι για το πρόσωπο του Αϊ – Βασίλη[3] και η πραγματικότητα τόσο για τον ΄Αγιο της Ορθοδοξίας όσο και για τη δημοφιλή μορφή της Πρωτοχρονιάς, θα μας φέρουν σε επαφή στη σχολική τάξη με το βιβλίο Το μυστήριο του καλοκαιρινού Αγιοβασίλη.

________________________________________

[1]     Όπως ο M. Riffaterre επισημαίνει, αποτέλεσμα της ματαίωσης των αναγνωστικών προσδοκιών είναι να εντείνεται το ενδιαφέρον μας για τη συνέχεια της υπόθεσης (βλ. τη μελέτη του «Describing Poetic Structures. Two approaches to Baudelaire’ s “The Chats”», στον τόμο Reader Response Criticism, From Formalism to Post-Structuralism, επιμ. J. P. Tompkins, The Johns Hopkins University Press, Baltimore and London, 1988,  σσ. 38 – 39).

[2]     Στην ευχαρίστηση και την αίσθηση σταθερότητας και ασφάλειας που αποκομίζει ο αναγνώστης ως αποτέλεσμα της επαλήθευσης των προσδοκιών του αναφέρεται ο Αντ. Κάλφας στο βιβλίο του Ο Μαθητής ως Αναγνώστης, εκδ. Τα τραμάκια, Θεσσαλονίκη, 1993, σ. 40.

[3]     Αναφέρω ενδεικτικά το «Βλογημένο Μαντρί» του Φώτη Κόντογλου.

 

 

Αφήστε μια απάντηση