«Αναγνώστες και Φίλοι» και άλλα «Καινοτόμα εκπαιδευτικά προγράμματα φιλαναγνωσίας» (Δημοσιευμένο άρθρο)

Καινοτόμα Εκπαιδευτικά Προγράμματα Φιλαναγνωσίας (Περιοδικό ΔΙΑΔΡΟΜΕΣ, ΤΧ. 110, ΣΕΛ. 19-38)

                             

    από την Ελένη  Ηλία, Δρ. Νεοελληνικής Λογοτεχνίας ΕΚΠΑ                                              

Ο πρώτος προβληματισμός που εγείρεται σε σχέση  με τα προγράμματα αναφέρεται στο είδος και την ποιότητα των βιβλίων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σε αυτά, ώστε να επιτευχθεί ο στόχος της ανάπτυξης θετικής στάσης για την ανάγνωση από το σύνολο των μαθητών που συμμετέχουν. Στις περισσότερες περιπτώσεις πογραμμάτων που έχουμε πραγματοποιήσει έως τώρα[1], χρησιμοποιήθηκαν βιβλία λογοτεχνικά, η αισθητική ποιότητα και η αφηγηματική αρτιότητα των οποίων είχε κριθεί αρχικά από ενηλίκους αναγνώστες, συνήθως τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς. Η τακτική αυτή στηριζόταν στην πεποίθηση ότι εξασφαλίζοντας την ποιότητα των έργων, είναι δεδομένη η απόλαυση που προκαλείται κατά την ανάγνωσή τους, οπότε μεγιστοποιείται η πιθανότητα να αποκτήσουν τα παιδιά τη συνήθεια της ανάγνωσης.

Ανάμεσα στα βιβλία αυτά βρίσκονταν μάλιστα πέρα από τα σύγχρονα και κάποια κλασικά. Ενδεικτικά αναφέρομαι στο έργο της Πηνελόπης Δέλτα  «Τρελαντώνης» (εκδ, Εστία). Το προσεγγίσαμε με δεδομένο ότι αν και ο κόσμος στο πέρασμα των χρόνων αλλάζει, κάποια στοιχεία του ωστόσο παραμένουν αναλλοίωτα, σταθερά κι ένα από αυτά είναι η παιδική φύση. Τα παιδιά εξακολουθούν να αγαπούν το παιχνίδι, να συμπεριφέρονται παρορμητικά με κίνητρο την περιέργειά τους να γνωρίσουν τον κόσμο και να κάνουν σκανταλιές. Αφού τέτοιος ακριβώς είναι ο ήρωας του ομώνυμου έργου, ο Τρελαντώνης, εύκολα τα σύγχρονα παιδιά-αναγνώστες θα μπορούσαν να ταυτιστούν μαζί του[2]. Σε αυτό συντελούν άλλωστε και οι αφηγηματικές επιλογές της Δέλτα. Συγκεκριμένα, ο αφηγητής του λογοτεχνικού αυτού έργου εμφανίζεται ως προσεκτικός παρατηρητής, που καταγράφει γεγονότα και συμπεριφορές χωρίς να εκφέρει προσωπική κρίση[3]. Δεν επιχειρεί σε καμία περίπτωση να νουθετήσει απροκάλυπτα το μικρό αναγνώστη. Η τεράστια παιδαγωγική δύναμη του έργου προκύπτει αφενός από τη συμπάθεια και το θαυμασμό που εκδηλώνουν για τον ήρωα τα τρία αδέρφια του και αφετέρου από την έμπρακτη αναγνώριση των αρετών του από τα ενήλικα μέλη της οικογένειάς του, παρόλο που συχνά ταλαιπωρούνται από το ζωηρό χαρακτήρα του. Έτσι το σύνολο των θετικών χαρακτηριστικών του ήρωα, στα οποία περιλαμβάνονται η φιλαλήθεια, η ειλικρίνεια, η ανάληψη της ευθύνης για τις πράξεις του και η αλληλεγγύη που χαρακτηρίζει τη σχέση του με  τα αδέρφια του παρά το γεγονός ότι στη ζωή τους κυριαρχεί ο φόβος της τιμωρίας από τους ενηλίκους, μάς υποβάλλονται αβίαστα.

Στο νηπιαγωγείο οι μικροί μαθητές απόλαυσαν τις αταξίες τού  συγκεκριμένου ήρωα και τις προσάρμοσαν  στις δικές τους εμπειρίες κι επιθυμίες, όπως διαφαίνεται στα παρακάτω κείμενά τους, είτε ομαδικά είτε ατομικά, τα οποία αποδεικνύουν πως ο Τρελαντώνης παραμένει ελκυστικός και προσιτός, με άλλα λόγια, διαχρονικός.

Το κεφάλαιο στο οποίο αναφέρεται το ακόλουθο κείμενο έχει τίτλο «Ο ναργιλές» και παρουσιάζει τον ήρωα, μιμούμενο το θείο του, «να κάνει φούσκες στο νερό» με το ναργιλέ του, με αποτέλεσμα να αδιαθετήσει κ έτσι να αποκαλυφθούν όλα στην αυστηρή θεία του:

Ο Τρελαντώνης βρίσκει στην άμμο ένα λάστιχο και με αυτό κάνει μπουρμπουλήθρες στη θάλασσα. Του αρέσει να κάνει μπουρμπουλήθρες. Μια φορά είχε κάνει με το ναργιλέ του θείου. Ο θείος είχε πάει στη λαϊκή να ψωνίσει, για να μαγειρέψει η θεία. Η θεία ήταν στην κουζίνα και τα κορίτσια είχαν πάει στις κούνιες το μικρό Αλέξανδρο. Έτσι ο Αντώνης που ήταν μόνος, μπήκε στο δωμάτιο του θείου και πήρε το ναργιλέ. Όμως όταν έκανε φούσκες, έτρεξε στο μπάνιο του θείου και έκανε εμετό. Για να καθαρίσει, τα δοκίμασε όλα, τη σφουγγαρίστρα, το σφουγγάρι και τελικά τα κατάφερε. Το μπάνιο έγινε λαμπερό και κανένας δεν κατάλαβε τίποτα.

            Το επόμενο κείμενο αναφέρεται στο κεφάλαιο «Η βάρκα» και παρουσιάζει τον Τρελαντώνη με ένα γειτονόπουλό του να μπαίνουν κρυφά σε μια βάρκα και να ξανοίγονται στα βαθιά. Κινδυνεύουν, τρομάζουν και τελικά διασώζονται με την παρέμβαση των δικών τους. Ας απολαύσουμε το αντίστοιχο κείμενο που δημιούργησαν τα παιδιά:

Ο Τρελαντώνης έχει βάλει τη βάρκα του στη μπανιέρα. Την σπρώχνει με το χέρι του πέρα δώθε. Η Πουλουδιά τον ρωτάει αν μπορεί να πάρει κι αυτή τη βάρκα της να παίξουν μαζί. Όμως η βάρκα της Πουλουδιάς δεν προλαβαίνει τη βάρκα του Αντώνη, που είναι πιο γρήγορη. Τότε παίρνει τη βάρκα του και μπαίνει στο παιχνίδι κι ο Αλέξανδρος. Η Αλεξάνδρα τους ψάχνει. Θέλει να τους δείξει ένα μικρό καραβάκι που είχε βρει. Το είχε ο μπαμπάς τους, όταν ήταν παιδάκι. Το δοκίμασαν κι αυτό ήταν το πιο γρήγορο απ’ όλα.

Σε άλλα προγράμματα φιλαναγνωσίας επιλέχθηκαν όχι έργα παλαιότερων εποχών που απευθύνονται ειδικότερα στο παιδικό αναγνωστικό κοινό αλλά κάποια που θεωρήθηκαν κατάλληλα για τα παιδιά-αναγνώστες, αν και δεν έχουν αξιοποιηθεί εκδοτικά προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση. Εδώ θα εστιάσουμε ενδεικτικά  στην Αιολική Γη του Ηλία Βενέζη (εκδ. Εστία), την οποία επιλέξαμε για τους παρακάτω λόγους. Στο βιβλίο ένα αγόρι αφηγείται τη ζωή του στη μικρασιατική ύπαιθρο την περίοδο έως τους διωγμούς του ’14. Έτσι όλα περιγράφονται όπως τα βλέπουν τα «έκθαμβα μάτια» ενός παιδιού[4], που το χαρακτηρίζουν η καρδιά, ο αθόλωτος νους, η ελάχιστη πείρα και η έλλειψη γνώσης[5]. Τα παιδικά συναισθήματα αποδίδονται στο έργο με λεπτότητα[6]. Επίσης, παρά το γεγονός ότι η αφηγηματική υπόθεση αναφέρεται σε μια πολύ δύσκολη ιστορική περίοδο, στο κείμενο κυριαρχεί η αισιοδοξία, εφόσον οι παιδικές εμπειρίες των ηρώων στη μικρασιατική ύπαιθρο θεωρούνται ικανές να τους θωρακίσουν, ώστε να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά τις μελλοντικές αντιξοότητες της ζωής[7].

Οι δημιουργικές προσεγγίσεις των νηπίων που παραθέτουμε στη συνέχεια αναφέρονται καταρχάς στην κυρίως αφηγηματική υπόθεση, συγκεκριμένα στο πρώτο κεφάλαιο της Αιολικής Γης, με τίτλο «Κιμιντένια» και στο τρίτο, με τον τίτλο «Τα πεινασμένα τσακάλια». Από τα συγκεκριμένα κεφάλαια διαβάστηκαν αποσπάσματα. Για το πρώτο κεφάλαιο, που περιγράφει τα Καλοκαίρια του μικρού ήρωα στην εξοχή, στο κτήμα του παππού του, κάτω από τα βουνά που ονομάζονται Κιμιντένια, παραθέτουμε το παρακάτω κείμενο:

Το παιδάκι με τη μαμά του δεν έχουν φύγει για το κτήμα του παππού, γιατί δεν έχουν ακόμη λιώσει τα χιόνια στα Κιμιντένια. Όσο μένει στην πόλη, μαζεύει κοχύλια, για να κάνει κατασκευές όταν θα είναι στο κτήμα. Έτσι περνάει τον καιρό του στην εξοχή και όταν επιστρέφει στην πόλη, πουλά τις κατασκευές του στους φίλους του. Τα χρήματα που κερδίζει, τα δίνει στον παππού, για ν’ αγοράζει εργαλεία για το κτήμα.

Το τρίτο κεφάλαιο περιγράφει τον τρόπο που οι άνθρωποι απωθούσαν τα πεινασμένα τσακάλια, για να μην καταστρέψουν τις σοδειές τους. Τα παιδιά αφηγήθηκαν σχετικά:

α) Τα παιδιά παίζουν έξω από το σπιτάκι του παππού. Όταν βραδιάζει, ακούν τα τσακάλια να ουρλιάζουν. Τα παιδιά μπαίνουν στο σπίτι, για να κοιμηθούν. Τα τσακάλια συνεχίζουν να ουρλιάζουν μέχρι να τα ακούσει ο Μεγάλος Δράκος και να πάει να τα ταϊσει. Ο Δράκος καμιά φορά κοιμάται και δεν τα ακούει. Τα τσακάλια ουρλιάζουν για να τον ξυπνήσουν. Τότε πηγαίνει δίπλα στο σπίτι των παιδιών και δίνει στα τσακάλια τροφή. Τα παιδιά όποτε βλέπουν το Δράκο, τρομάζουν.

β) Τα παιδιά παίζουν με τα καραβάκια που έχουν φτιάξει από πεύκο. Όταν νυστάζουν, πηγαίνουν για ύπνο. Το πρωί βρίσκουν στην αυλή τενεκέδες και τύμπανα και παίζουν μουσική. Ο παππούς με τη γιαγιά που πίνουν αυτήν την ώρα καφέ, ενοχλούνται από το θόρυβο και φωνάζουν τα παιδιά μέσα στο σπίτι. Τα παιδιά ρωτάνε πώς βρέθηκαν όλα αυτά στην αυλή και ο παππούς τους λέει για τον πόλεμο με τα τσακάλια, που νίκησαν οι άνθρωποι. Τα παιδιά στεναχωριούνται, γιατί θα ήθελαν να είχαν νικήσει τα πεινασμένα τσακάλια.

Αυτό που χαρακτηρίζει την Αιολική Γη είναι το πλήθος των εγκιβωτισμένων αφηγήσεων. Πρόκειται δηλαδή για διάφορες αυτοτελείς ιστορίες που παρεμβάλλονται μέσα στην κύρια αφηγηματική υπόθεση. Τα αντίστοιχα αποσπάσματα, καθώς έχουν νοηματική αυτοτέλεια προσφέρονται ιδιαίτερα για λογοτεχνική διδασκαλία. Σε κάποιο από αυτά περιγράφεται η μορφή της Γοργόνας. Αναλυτικότερα, ένα από τα δευτερεύοντα πρόσωπα της ιστορίας που συνομιλούν με θέμα τα φαντάσματα, αναφέρεται στην εμφάνιση της Γοργόνας. Το πλάσμα αυτό  συνδυάστηκε στην αντίληψη του ήρωα με την εμπειρία μιας φοβερής καταιγίδας και τρικυμίας, που βίωσε όταν ήταν δεκάχρονο αγόρι, οπότε έκανε το πρώτο του θαλασσινό ταξίδι μαζί με τον πατέρα του. Όταν ακούστηκε η φωνή του πατέρα του, καπετάνιου του σκάφους, να  διαβεβαιώνει ότι ζει ο Μεγαλέξανδρος, η Γοργόνα βυθίστηκε στη θάλασσα που γαλήνεψε ενώ ταυτόχρονα καθάρισε και ο ουρανός. «Ήταν μια φοβερή ώρα του Αιγαίου…τραβηχτήκαν κατά τα δυτικά» ( σσ. 119 – 121):

α) Μια ηλιόλουστη χειμωνιάτικη μέρα ταξιδεύουν δυο αδερφάκια και ο μπαμπάς τους με το καράβι τους. Ξαφνικά σηκώνονται κύματα σαν γιγάντια βουνά. Τότε τα δυο παιδάκια βλέπουν στο πλάι του καραβιού μια καφέ ουρά ψαριού. Το κοριτσάκι λέει «μήπως είναι κάποιο σπάνιο ψάρι;» Ύστερα το καράβι πέφτει πάνω σ’ αυτήν την ουρά. Ο μπαμπάς τους εξηγεί πως είναι μια γοργόνα. Έχει μακριά μαύρα μαλλιά και στην ουρά της μικρές κίτρινες βουλίτσες. Τα μάτια της είναι μπλε. Η γοργόνα πριν ξαναβουτήξει στη θάλασσα, προλαβαίνει να δει τον καπετάνιο και να τον ερωτευτεί. Θέλει να γίνει άνθρωπος, για να μείνει κοντά του. Βρίσκει ένα σπάνιο κοράλλι, το τρίβει και φτιάχνει με αυτό ένα μαγικό φίλτρο. Το πίνει και μεταμορφώνεται σε κανονική γυναίκα. Βγαίνει στην παραλία, ψάχνει σ’ όλα τα σπίτια και βρίσκει τον καπετάνιο της στο τελευταίο. Εκείνος την αναγνωρίζει αμέσως από μια λεπτομέρεια, έχει παπούτσια με κίτρινες βουλίτσες. Γίνεται γυναίκα του καπετάνιου, γιατί τη μαμά των παιδιών την είχε αρπάξει ένα γιγάντιο ψάρι κάποτε που είχε πάει να κολυμπήσει.

β) Στην ήρεμη θάλασσα ταξιδεύουν τέσσερα καράβια. Σ’ ένα από αυτά βρίσκεται ένας επιβάτης με άσπρα ρούχα, που έχει ταξιδέψει στους πιο μακρινούς ωκεανούς, έχει περάσει όλη τη θάλασσα και τώρα γυρίζει πίσω στην πόλη του, για να ξαναβρεί τους φίλους του. Πηγαίνει στο παλιό του σπίτι και βγαίνει στα μαγαζιά της θάλασσας, για να αγοράσει κανένα ρούχο. Το φοράει και συναντά όλους τους φίλους του, εκτός από έναν που έχει φύγει απ’ την πόλη. Όλοι μαζί πηγαίνουν να φάνε και να πιουν ό,τι θέλουν, για να γιορτάσουν τη συνάντησή τους. Ο άνθρωπος που ήρθε από τους ωκεανούς μπαίνει να κολυμπήσει. Εκεί κάτι νιώθει, νομίζει ότι τον ακουμπά ένα ψάρι. Όταν όμως αυτό υψώνεται, βλέπει πως δεν είναι απλό ψάρι αλλά μια Γοργόνα με ροζ ουρά, που τα μαλλιά της είναι μπλε, όπως το θαλασσινό νερό και τα μάτια της πράσινα. Το βλέμμα της είναι χαρούμενο, γιατί γνωρίζει αυτόν τον άντρα. Τον είχε συναντήσει στα ταξίδια του στους ωκεανούς κι είχε φτάσει ως εκεί, ακολουθώντας το καράβι του. Ο άντρας την πήρε στα χέρια του, την έβγαλε από το νερό και μόλις την ακούμπησε στη στεριά η Γοργόνα έγινε κανονικός άνθρωπος. Οι φίλοι του τότε τον άφησαν κι έφυγαν. Θύμωσαν μαζί του, γιατί ο κανόνας έλεγε ότι οι Γοργόνες απαγορεύεται να βγαίνουν από το θαλασσινό νερό, γιατί η ουρά τους δεν θα ξαναγίνει ποτέ. Όταν το βράδυ ο άντρας κοιμήθηκε, η Γοργόνα εξαφανίστηκε. Το πρωί όμως ξαναγύρισε, για να ζήσει για πάντα κοντά του.

            Σε άλλη εγκιβωτισμένη αφήγηση παρατίθεται ο σχετικός θρύλος με τον αδερφό της Γοργόνας, το Μέγα Αλέξανδρο και το αθάνατο νερό (σσ. 121-122) Εδώ ένας καπετάνιος,  με ερέθισμα την εμφάνιση της Γοργόνας στην τρικυμία, απευθυνόμενος στο μικρό γιο του, αναφέρει ότι η Γοργόνα ανυποψίαστη ήπιε το αθάνατο νερό που έφερε ο αδερφός της από τις εκστρατείες του, στερώντας του άθελά της τη δυνατότητα να παραμείνει αθάνατος. Την ιδιότητα της αθανασίας την απέκτησε εκείνη, που παραμένει από τότε στη θάλασσα, όπου την έριξε ο Μέγας Αλέξανδρος, εξοργισμένος για το ανεπανόρθωτο λάθος της. Καθώς οι τύψεις δεν την αφήνουν να ησυχάσει, εμφανίζεται στους ναυτικούς, προκειμένου να πληροφορηθεί τις συνέπειες της πράξης της. Όταν εκείνοι την διαβεβαιώνουν πως ο αδερφός της ζει, προκειμένου να κατευνάσουν την ταραχή της, η Γοργόνα ηρεμεί προσωρινά και τότε συνεχίζουν ανενόχλητοι το ταξίδι τους. Αντίθετα όταν της απαντούν την αλήθεια, υποφέρει τόσο, που βουλιάζει το πλοίο και πνίγει το πλήρωμά του. Τα νήπια αφηγήθηκαν σχετικά:

α) Το αθάνατο νερό  το πουλάει ένα μανάβικο. Οι άνθρωποι που το αγοράζουν, δεν ξέρουν ακόμη αν είναι στ’ αλήθεια αθάνατο, όμως το αγοράζει πολύς κόσμος, γιατί δεν είναι ακριβό. Ο μανάβης το παίρνει από τη Γοργόνα. Εκείνη του δίνει, επειδή της λέει ψέματα ότι ο αδερφός της ζει. Έτσι η Γοργόνα αφήνει όλα τα καράβια και περνάνε ελεύθερα. Μια φορά ένας ναυτικός λέει στη Γοργόνα την αλήθεια για το Μεγαλέξανδρο κι εκείνη ρίχνει το μανάβη στη θάλασσα.

β) Το αθάνατο νερό ήταν κλεισμένο σ’ ένα μπαούλο στο βυθό της θάλασσας. Εκεί το βρήκε τυχαία ο Μεγαλέξανδρος και πήρε ένα μικρό μπουκάλι. Το έχουν βρει όμως και οι Γοργόνες και γι’ αυτό είναι αθάνατες. Όταν περνάνε καράβια, οι Γοργόνες βγαίνουν στην επιφάνεια και δίνουν το αθάνατο νερό στους ανθρώπους, χωρίς να τους λένε τι είναι. Εκείνοι νομίζουν ότι είναι απλό νερό και το πίνουν για να ξεδιψάσουν. Όταν οι άνθρωποι καταλαβαίνουν ότι έχουν γίνει αθάνατοι, φτιάχνουν ένα ποτό με χρυσόσκονη που παίρνουν από την άμμο και το δίνουν με τη σειρά τους στις Γοργόνες που συναντούν, για να τις κάνουν κοπέλες κι έτσι να τους ξεπληρώσουν το καλό που τους έχουν κάνει αυτές. Έτσι οι Γοργόνες μπορούν να ζουν πια μαζί τους. Υπάρχουν όμως πάντα Γοργόνες, γιατί κάποιες δεν θέλουν να γίνουν κοπέλες.

Σε μια τρίτη εγκιβωτισμένη αφήγηση (σσ.76-77) παρουσιάζεται μια διαφορετική αφηγηματική εκδοχή για την Κοκκινοσκουφίτσα, σύμφωνα με τις εμπειρίες του παππού του έργου, ο οποίος αφηγείται συχνά την παραλλαγμένη ιστορία στα εγγόνια του. Στην εκδοχή αυτή όπου είναι έκδηλη η αγάπη του παππού για το φυσικό περιβάλλον όπου ζει, η υπόθεση του κλασικού παραμυθιού μεταφέρεται στο δάσος με τις βελανιδιές στα Κιμιντένια. Ακολουθούν και πάλι οι σχετικές δημιουργικές αφηγήσεις των νηπίων:

α) Η φίλη μου τη βελανιδιά μου είπε για το λύκο που ζει στα Κιμιντένια ότι είναι κακός και μπορεί να με φάει. Έτσι φοβόμουν ν’ ανέβω στο βουνό. Τώρα όμως που έγινα πέντε χρονών,       ανέβηκα στο βουνό, για να δω μόνος μου πόσο κακός  είναι ο λύκος. Όταν τον είδα, κρύφτηκα πίσω από ένα δέντρο, για να μην με δει κι αυτός. Σκέφτηκα ένα σχέδιο για να τον εμποδίσω να φτάσει στο καλυβάκι της γιαγιάς. Τον φώναξα και του είπα αν θέλει να φάει κάτι από το καλαθάκι μου. Αυτός τα έφαγε όλα. Τότε άρχισα να τρέχω γύρω-γύρω κι εκείνος έτρεχε πίσω μου, για να με φάει κι εμένα. Έτσι ζαλίστηκε κι εγώ βρήκα χρόνο να φτάσω πρώτη στη γιαγιά και να κλειδώσω την πόρτα.

β) Πηγαίνω στο σπίτι της γιαγιάς κι αντί για τη γιαγιά μου βρίσκω εκεί το λύκο. Αρχίζω να τρέχω για να γλιτώσω. Στο δρόμο μου πέφτει ένα βελανίδι. Χοροπήδησε και το έπιασα. Το βελανίδι είναι μαγικό, κάνει ευχές. Έτσι ευχήθηκε και για μένα, να τρέξω πάρα πολύ γρήγορα, για να μην με φτάσει  ο λύκος. Πρόλαβα και μπήκα στο σπίτι μου και σώθηκα.

 

                             Α Ν Α Γ Ν Ω Σ Τ Ε Σ   Κ Α Ι   Φ Ι Λ Ο Ι

Στο συγκεκριμένο πρόγραμμα για πρώτη φορά η πρωτοβουλία της επιλογής δίνεται αποκλειστικά στα ίδια τα νήπια. Οι μαθητές ενθαρρύνονται να φέρουν ο καθένας τους στην τάξη το «αγαπημένο του βιβλίο», εκείνο που θεωρούν μεταξύ όσων έχουν διαβάσει, το πιο αγαπημένο. Ταυτόχρονα ζητήθηκε από τους γονείς να μην παρέμβουν κατά κανένα τρόπο στην επιλογή των βιβλίων.

 

Στόχοι του προγράμματος

Α) Καλλιέργεια της φιλαναγνωσίας

Β) Ουσιαστική επικοινωνία και δημιουργία ισχυρών δεσμών μεταξύ των μελών της σχολικής τάξης

Γ) Καλλιέργεια της δημιουργικής σκέψης,

Δ) Καλλιέργεια της λεκτικής έκφρασης των μαθητών,

Ε) Καλλιέργεια της δημιουργικής εικαστικής έκφρασης των μαθητών,

ΣΤ) Ανάπτυξη της ικανότητας της ακρόασης και της επικοινωνίας,

Ζ) Κατανόηση της σύνδεσης ανάμεσα στον προφορικό και το γραπτό λόγο, της ιδιότητας του γραπτού λόγου να αναπαριστά τον προφορικό.

Η) Άνοιγμα του σχολείου στην κοινωνία.

Μεθόδευση

Η διαδικασία που ακολουθήσαμε κατά την υλοποίηση του προγράμματος περιλαμβάνει τρία στάδια: 1ο. Επιλογή του βιβλίου που θα παρουσιαστεί

2ο. Παρουσίαση του βιβλίου

3ο. Έκφραση εντυπώσεων  για το βιβλίο.

1ο στάδιο:  Στον πίνακα με τα ονόματα των μαθητών που βρίσκεται σταθερά αναρτημένος στο σημείο της σχολικής αίθουσας όπου συγκεντρωνόμαστε ως ολομέλεια, κάποιο από τα παιδιά (διαφορετικό κάθε φορά) εντοπίζει δίπλα στο όνομά του ένα μικρό αυτοκόλλητο σε σχήμα καρδιάς ή αστεριού. Αυτό συνιστά ένδειξη ότι το συγκεκριμένο παιδί θα επιλέξει μεταξύ των αγαπημένων βιβλίων των συμμαθητών του αυτό που επιθυμεί να παρουσιαστεί. Στη συνέχεια όλα τα αγαπημένα βιβλία (εκτός βέβαια όσων έχουν ήδη παρουσιαστεί) τοποθετούνται στα τραπεζάκια των εργασιών, συνοδευόμενα από τις καρτέλες τους, όπου αναγράφεται μόνο το όνομα του παιδιού, που έχει φέρει στην τάξη το κάθε βιβλίο. Ακούγεται ένα σταθερό ρυθμικό μοτίβο, το οποίο εκτελείται από την ορχήστρα των κρουστών οργάνων του Orff, που αποτελείται από τη δασκάλα και τους μαθητές. Στο διάστημα αυτό, το παιδί που έχει τη δυνατότητα να επιλέξει το βιβλίο που επιθυμεί να παρουσιαστεί, ξεφυλλίζει τα βιβλία και αποφασίζει ποιο θα προτιμήσει.

2ο στάδιο: Το παιδί που έχει επιλεγεί το αγαπημένο του βιβλίο, παρουσιάζει στην ολομέλεια το περιεχόμενό του, καθισμένο σε χώρο που έχουμε διαμορφώσει ειδικά για να χρησιμοποιείται αποκλειστικά από τον εκάστοτε αφηγητή. Η παρουσίαση έχει τη μορφή αφήγησης μιας ιστορίας ακόμη και όταν δεν πρόκειται για βιβλίο αφηγηματικό αλλά γνώσεων, χρηστικό ή οτιδήποτε άλλο. Ο δάσκαλος που είναι ήδη ενημερωμένος για το περιεχόμενο των βιβλίων, διακόπτει συχνά, θέτοντας συγκεκριμένες ερωτήσεις αναφορικά με την ιστορία, για τις οποίες δεν υπάρχει απάντηση στο βιβλίο, ώστε να δώσει έτσι στο μαθητή την ευκαιρία να προσθέσει δικά του στοιχεία και γενικότερα να διαφοροποιηθεί από το πρωτότυπο αφηγηματικό κείμενο. Ο δάσκαλος κάθεται έξω αλλά δίπλα στη σκηνή, για να τον παρακολουθεί και ο αφηγητής και οι ακροατές ενώ καταγράφει την αφήγηση. Μετά την ολοκλήρωσή της, την διαβάζει και ο ίδιος και οι συμμαθητές έχουν την ευκαιρία να εκδηλώσουν τη θετική τους εντύπωση για την ιστορία που άκουσαν, χειροκροτώντας.

3ο στάδιο: Κάθε παιδί εικονογραφεί την ιστορία μέσα από την οποία ο συμμαθητής του παρουσίασε το αγαπημένο του βιβλίο. Στη συνέχεια οι ζωγραφιές παρουσιάζονται στην ολομέλεια από τους δημιουργούς τους και τοποθετούνται όλες σε έναν κοινό φάκελο.

Στην καρτέλα με το όνομα του παιδιού που παρουσιάζεται το αγαπημένο του βιβλίο, αναγράφονται επίσης η αρίθμηση με βάση τη σειρά που παρουσιάστηκε, ο τίτλος του βιβλίου και το όνομα του μαθητή που το επέλεξε να παρουσιαστεί. Η καρτέλα αναρτάται  στο χώρο επάνω από τη σκηνή.

                          Προκαταρκτική φάση

Πριν από την έναρξη του προγράμματος έχουν προηγηθεί εκπαιδευτικές δραστηριότητες ώστε όλοι οι μαθητές να είναι σε θέση να αναγνωρίζουν τα ονόματα του συνόλου των συμμαθητών τους, προκειμένου κατά την επιλογή του βιβλίου να γνωρίζουν σε ποιον ανήκει.

Επίσης μέσα στην πρώτη διδακτική εβδομάδα επαναλαμβανόταν καθημερινά δραστηριότητα με τίτλο «η ώρα των βιβλίων», κατά την οποία οι μαθητές είχαν την ευχέρεια να εξοικειωθούν με το περιεχόμενο όλων των βιβλίων, να σχηματίσουν μια πρώτη εντύπωση, ώστε να διευκολυνθούν στην επιλογή τους.

                           Τελική φάση

Τα κείμενα και οι ζωγραφιές που προκύπτουν στο πλαίσιο του προγράμματος αξιοποιούνται και αναδεικνύονται ποικιλότροπα. Συγκεκριμένα, το πρόγραμμα ολοκληρώνεται με την παρουσίαση των παιδικών κειμένων με τη μορφή ανοιχτής χριστουγεννιάτικης θεατρικής παράστασης, όπου οι ίδιοι οι μαθητές υποδύονται τους ήρωες των ιστοριών τους. Στο τέλος της παράστασης κάθε μαθητής παραλαμβάνει ως «πρωτοχρονιάτικο» δώρο το φάκελο με τις ζωγραφιές των συμμαθητών του, που αναφέρονται στη δική του ιστορία για το αγαπημένο του βιβλίο ενώ προσφέρει τη δική του ζωγραφιά στο συμμαθητή του που επέλεξε να παρουσιαστεί το δικό του αγαπημένο βιβλίο.

Επίσης, δημοσιεύονται οι εργασίες των νηπίων, κείμενα και ζωγραφιές. Τέλος, το σύνολο των κειμένων των παιδιών διατίθενται σε φωτοτυπημένα αντίγραφα σε φιλανθρωπικό παζάρι που διοργανώνεται από το Δήμο στον οποίο βρίσκεται το σχολείο.

Χρονοδιάγραμμα

Το πρόγραμμα ξεκινά με την προκαταρκτική φάση από την πρώτη εβδομάδα του Σεπτεμβρίου, συνεχίζεται με τις παρουσιάσεις των βιβλίων από το τέλος Σεπτεμβρίου έως το τέλος Νοεμβρίου και ολοκληρώνεται με την προετοιμασία και την πραγματοποίηση της χριστουγεννιάτικης παράστασης στη διάρκεια του Δεκεμβρίου. Για το λόγο αυτό χρησιμοποιείται στο θεατρικό κείμενο μια εισαγωγή, με στόχο να προσδώσει στην παράσταση χριστουγεννιάτικη διάσταση.

Σύνδεση προγράμματος με γνωστικά αντικείμενα

Μέσα από τις καρτέλες με την αρίθμηση που αντιστοιχούν στα διάφορα βιβλία και την επικόλληση επάνω στο ίδιο το βιβλίο του αριθμού, πραγματοποιείται η εξοικείωση των μαθητών με τα αριθμητικά σύμβολα και η αντιστοίχηση των συμβόλων με τα σχετικά σύνολα (Μαθηματικά).

Επίσης μέσα από την ανάρτηση των καρτελών στη σχολική αίθουσα με τα ονόματα και τους τίτλους των βιβλίων, την καταγραφή των αφηγουμένων κειμένων από το δάσκαλο και τη δημοσίευσή τους, συνοδευόμενα πάντα από το ονοματεπώνυμο του μαθητή, τα παιδιά μυούνται στο γραπτό λόγο και στη σχέση του με τον προφορικό (Γλώσσα).

Συσχέτιση στόχων με στοιχεία προγράμματος

Α) Ο στόχος της φιλαναγνωσίας επιδιώκεται με την επαφή με τα βιβλία με τη διαμεσολάβηση των συμμαθητών τόσο κατά την επιλογή τους όσο και κατά την παρουσίασή τους.

Β) Ο στόχος της επικοινωνίας και της δημιουργίας ισχυρών φιλικών δεσμών επιδιώκεται να επιτευχθεί καθώς οι συμμαθητές μοιράζονται τις αναγνωστικές εμπειρίες τους τόσο κατά την παρουσίαση της ιστορίας όσο και κατά την παρουσίαση των ζωγραφιών που αναφέρονται σε αυτήν. Επίσης καθώς ανταλλάσσουν τις ζωγραφιές τους, προσφέρουν δηλαδή σε κάθε συμμαθητή τις ζωγραφιές που έφτιαξαν για την ιστορία του.

Γ) Ο στόχος της καλλιέργειας της δημιουργικής σκέψης επιδιώκεται καθώς τα βιβλία παρουσιάζονται μέσα από την αναδιήγηση της πρωτότυπης ιστορίας από τα ίδια τα παιδιά, που έχουν τη δυνατότητα της δημιουργικής μίμησης, της τροποποίησης ή ακόμη και της ανατροπής της[8] .

Δ) Ο στόχος της καλλιέργειας της λεκτικής έκφρασης των μαθητών επιδιώκεται μέσα από την αφήγηση από τα παιδιά της πρωτότυπης ιστορίας και την παρουσίαση στην ολομέλεια των ζωγραφιών που έχουν ετοιμάσει για τις ιστορίες που άκουσαν από τους συμμαθητές τους αναφορικά με τα αγαπημένα τους βιβλία.

Ε) Ο στόχος της καλλιέργειας της δημιουργικής εικαστικής έκφρασης επιδιώκεται με την εικονογράφηση από τους μαθητές των ιστοριών για τα αγαπημένα βιβλία των συμμαθητών τους

ΣΤ) Ο στόχος της ανάπτυξης της ικανότητας της ακρόασης και της επικοινωνίας επιδιώκεται μέσα από τη διαδικασία της εικονογράφησης, αφού οι ζωγραφιές στηρίζονται στις ιστορίες από τα αγαπημένα βιβλία των συμμαθητών και αποτελούν αναγνωστικές προσεγγίσεις τους.

Ζ) Ο στόχος να κατανοήσουν οι μαθητές την ιδιότητα του γραπτού λόγου να αναπαριστά τον προφορικό επιδιώκεται με την καταγραφή της αφήγησης από το δάσκαλο και την ανάγνωσή της.

Η) Ο στόχος να ανοίξει το σχολείο στην κοινωνία επιδιώκεται με την ανάδειξη και αξιοποίηση των εργασιών των παιδιών μέσα από την ανοιχτή θεατρική παράσταση και τις διάφορες δημοσιεύσεις και με τη διάθεση αυτών των εργασιών για κοινωνικούς σκοπούς.

                     Συμπεράσματα και επισημάνσεις

Αρκετά από τα βιβλία που έφτασαν στην τάξη ως «αγαπημένα» είναι μεταφρασμένα. Έχουν πρωτοεκδοθεί από ξένους εκδοτικούς. Είτε πρόκειται για φτηνές εκδόσεις είτε για εκδόσεις που δίνουν μεγάλη έμφαση στην εμφάνιση, αντιμετωπίζουν εμφανώς το βιβλίο πρώτιστα ως καταναλωτικό προϊόν. Κάποτε μάλιστα το όνομα του συγγραφέα δεν αναγράφεται καν ή το βρίσκουμε μόνο στις εσωτερικές σελίδες.

Σε σχέση με την επιλογή από τους συμμαθητές των προς παρουσίαση βιβλίων, διαπιστώνεται ότι η πλειοψηφία των μαθητών τα επέλεξε με κριτήριο τη σχέση τους με τον κάτοχό του, επέλεξαν δηλαδή το αγαπημένο βιβλίο του φίλου μας, για να του προσφέρουν την ικανοποίηση να το παρουσιάσει. Δεύτερο μεταξύ των κριτηρίων επιλογής αναδείχτηκε η προϋπάρχουσα εξοικείωση των μαθητών με ένα συγκεκριμένο ήρωα. Βιβλία για δημοφιλείς ήρωες, όπως η Κοκκινοσκουφίτσα ή ο Ηρακλής επελέγησαν από τα πρώτα. Τα κορίτσια συνήθως επέλεξαν για παρουσίαση βιβλία με ηρωίδες, π.χ. Σταχτοπούτα,  Κοκκινοσκουφίτσα, ενώ τα αγόρια προτίμησαν αγόρια-λογοτεχνικούς ήρωες, π.χ. Ηρακλής, Ταρζάν.

Μέσα στην πρώτη εβδομάδα συγκεντρώθηκαν πάνω από τα μισά αγαπημένα βιβλία ενώ σε τρεις εβδομάδες είχαν φτάσει στην τάξη είκοσι τρία αγαπημένα βιβλία σε σύνολο είκοσι πέντε παιδιών.

Από το πρώτο βιβλίο που παρουσιάστηκε στο πρόγραμμα, άρχισαν τα παιδιά να εκδηλώνουν ιδιαίτερο ενδιαφέρον όχι μόνο για τα «αγαπημένα» βιβλία τα δικά τους και των συμμαθητών τους αλλά και για τα βιβλία της σχολικής βιβλιοθήκης. Περνούσαν πλέον αρκετό χρόνο της «ελεύθερης απασχόλησης» στη γωνιά της βιβλιοθήκης ενώ και κατά τη διάρκεια άλλων δραστηριοτήτων όσοι κάθονταν κοντά στη βιβλιοθήκη, δεν έχαναν ευκαιρία να ξεφυλλίζουν βιβλία.                                                                           

Ακολουθούν μερικά κείμενα των παιδιών. Προτιμήσαμε να παρουσιάσουμε εδώ κάποια από όσα αναφέρονται σε πρωτότυπα έργα ελλήνων και ξένων συγγραφέων, εκτός από εκείνα των οποίων την έκδοση ανέλαβαν διάφορες εταιρείες και γράφτηκαν με στόχο τη διαφήμιση των προϊόντων τους. Τα στοιχεία των αντίστοιχων με τα κείμενα βιβλίων προηγούνται της παρουσίασης ενώ στην παρένθεση που τα συνοδεύει αναφέρεται το όνομα του νηπίου που έκανε τη συγκεκριμένη παρουσίαση.                   

Έλενας Χ. Στανιού, Το πρωτοχρονιάτικο δώρο του Άρη, εκδ. Ψυχογιός, 2009: Μια φορά ήταν ένα παιδάκι, που δεν είχε αδερφάκια. Όμως θα ήθελε πολύ στο σπίτι του ένα μωράκι, ένα μικρότερο αδερφάκι. Έκλαιγε, επειδή δεν το είχε και το ήθελε οπωσδήποτε. Έτσι σκέφτηκε να ζητήσει τη βοήθεια του Αϊ-Βασίλη. Ζωγράφισε σ’ ένα χαρτόνι ένα μωράκι και το άφησε κάτω από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο τους. Ο Αϊ-Βασίλης ήρθε κρυφά την Πρωτοχρονιά κι άφησε στο δωμάτιό του το δώρο του, το μωράκι που το παιδί είχε ζητήσει. Εκείνο έτρεξε να το πει στους γονείς του. Του είπαν πως θα βρούν χώρο στο σπίτι, για να το βάλουν. Πήραν ένα κρεβατάκι-κούνια στο δωμάτιό τους κι έβαλαν εκεί το μωρό. Το αγαπούν και το φροντίζουν πολύ όλοι τους. Το παιδάκι το παίρνει αγκαλίτσα, του δίνει γάλα και το κοιμίζει. Οι γονείς του εκτός από την κούνια του μωρού, πήραν και μια κούνια στην αυλή για το παιδί. (Δήμητρα)

 Ευγένιου Τριβιζά, Η Δόνα Τερηδόνα και το μυστικό της γαμήλιας τούρτας, εκδ. Καλέντης, 2001: Κάποτε ήταν ένα κοριτσάκι που το έλεγαν Λουκία. Αγόρασε μια μέρα γλυκά από ένα ζαχαροπλαστείο και τα πήγε δώρο στη μαμά και στο μπαμπά του που γιορτάζουν. Τα σέρβιραν στους καλεσμένους τους, αυτοί όμως δεν τα δοκίμασαν. Εξήγησαν στη Λουκία και τους γονείς της ότι τα γλυκά αυτά τα φτιάχνει μια κακιά μάγισσα που φοράει μαύρα ρούχα. Έχουν πολύ άσχημη γεύση. Έτσι η Λουκία τα πήγε δώρο στη θεία της, για να κάνει πλάκα. Εκείνη είπε ότι τής άρεσαν και τα έτρωγε. Έτσι η Λουκία συνέχισε να της πηγαίνει γλυκά. Η μάγισσα που έφτιαχνε τα γλυκά επίτηδες άσχημα, παραξενεύτηκε όταν άκουσε από τη Λουκία ότι άρεσαν στη θεία της. Η Λουκία πιστεύει ότι η θεία της κρύβει τα γλυκά στο ντουλάπι της και την κοροϊδεύει όταν λέει ότι τα τρώει. Η Λουκία θα συνεχίσει όμως να πηγαίνει στη θεία τα γλυκά της μάγισσας όσο εκείνη θα λέει ότι της αρέσουν. (Γεωργία)

 Κέιτ Φάιφερ, Η μαμά μου προσπαθεί να μου καταστρέψει τη ζωή, μτφρ. Ρένα Ρώσση-Ζαϊρη, εκδ. Μεταίχμιο, 2009Ένα κοριτσάκι το αγαπούσε πολύ η μαμά του και το φιλά μπροστά στους φίλους του. Και το κοριτσάκι την αγαπούσε, δεν του άρεσε όμως να το φιλάει εκείνη, γιατί του έλεγαν οι φίλοι του «είσαι μωρό» και γελούσαν μαζί του. Είπε στη μαμά του να μην το φιλάει μπροστά τους αλλά αυτή συνέχιζε. Έτσι το κοριτσάκι κατέστρωσε ένα σχέδιο, για να φύγει από το σπίτι όταν θα πήγαιναν βόλτα με το αμάξι. Δεν αποφάσισε όμως να φύγει, γιατί θα το ανακάλυπταν. Σκέφτηκε λοιπόν να το σκάσει με το ποδήλατο όταν η μαμά της κοιμόταν στον καναπέ. Τελικά πήρε στο καλαθάκι κάτι για να φάει, το κόλλησε στο ποδήλατό του κι έφτασε όσο μακριά μπορούσε. Όμως η μαμά του το ακολουθούσε χωρίς εκείνο να το έχει καταλάβει. Όταν το ποδήλατό του κόλλησε σε μια λακκούβα, η μαμά του κατέβηκε από το αμάξι της και τότε την είδε. Έτρεξε όσο μπορούσε μακριά της, για να μην του κατέστρεφε τη ζωή. Επειδή κόλλησε στη λακκούβα και το αυτοκίνητο της μαμάς, άρχισε να τρέχει κι αυτή με τα πόδια πίσω του. Δεν μπόρεσε να το φτάσει κι έτσι γύρισε στο σπίτι της και πήρε τηλέφωνο την αστυνομία. Οι αστυνομικοί δεν πίστεψαν όσα τους είπε η μαμά και την έβαλαν φυλακή. Ο μπαμπάς προσπάθησε να τους πείσει ότι είναι αθώα και τον έβαλαν κι αυτόν φυλακή.  Το βράδυ που το κοριτσάκι γύρισε σπίτι, είχε τελειώσει το φαγητό, ήταν κουρασμένο κι όταν αποκοιμήθηκε είδε κακά όνειρα και ξύπνησε. Κανένας δεν ήταν κοντά του για να του δώσει φιλάκι και να του πει να μην φοβάμαι. Φοβήθηκε ακόμη πιο πολύ όταν είδε τη σκιά του κρεβατιού του και τη σκιά τη δικιά του. Φώναξε «Μαμά! Μπαμπά!» αλλά κανείς τους δεν ήταν εκεί. Πήρε τηλέφωνο την αστυνομία και ζήτησε να μιλήσει μαζί τους. Τότε τους άφησαν ελεύθερους. Όταν γύρισαν στο σπίτι τούς είπε: «Μαμά και μπαμπά σας αγαπώ!»(Μαρία-Πελαγία)

Σοφίας Ζαραμπούκα, Το Βρωμοχώρι, εκδ. Κέδρος, 1977Κάποτε ήταν ένα βρωμοχώρι, που το έλεγαν Βρωμοχώρι. Το χωριό αυτό μύριζε άσχημα, σκουπίδια και καπνό. Η βρώμα έφτανε στα γειτονικά χωριά και δεν άρεσε καθόλου στους κατοίκους τους. Έμεναν μέσα στα σπίτια τους και δεν μπορούσαν να βγουν καθόλου έξω. Όμως οι Βρωμοχωρίτες είχαν μάθει από τις γιαγιάδες τους να φτιάχνουν κάτι γυαλιά, που έπαιρναν από αυτά οξυγόνο κι έτσι όταν τα φορούσαν, δεν μύριζαν τις άσχημες μυρωδιές. Επειδή όμως κι αυτά τα γυαλιά βρώμισαν, τα παιδιά στο Βρωμοχώρι είχαν μια ιδέα, για να νιώσουν καλύτερα. Έβαλαν μπαλόνια στις καμινάδες, για να μπαίνει εκεί ο μαύρος καπνός. ΄Ετσι οι κάτοικοι των γειτονικών χωριών δεν μύριζαν πια άσχημες μυρωδιές. Οι πυροσβέστες που είχαν πάει στο Βρωμοχώρι, για να δουν τι συμβαίνει, γύρισαν στα χωριά τους και είπαν τι είχαν δει. Έτσι έβαλαν και τ’ άλλα χωριά μπαλόνια στις καμινάδες τους και ζήσανε αυτοί καλά και οι Βρωμοχωρίτες καλύτερα(Αναστάσης)

Μαρίας Βιγγοπούλου-Χύτα, Μελίτσα. Μια μικρή ελίτσα, εκδ. Άθως, 2010Σε ένα κήπο ήταν πολλά δέντρα με ελιές. Η οικογένεια που έμενε εκεί είχε τρία παιδιά. Τις ελιές και τα λουλούδια που υπήρχαν στον κήπο, τα φρόντιζε ο παππούς. Κάποτε ο παππούς φύτεψε ένα κουκούτσι ελιάς που ήταν μαγικό, χωρίς όμως να το ξέρει. Έτσι γεννήθηκε ένα δέντρο, που δεν ήταν συνηθισμένο. Είχε πρόσωπο κοριτσίστικο, τα κλαριά του ήταν σαν χέρια και τα φύλλα του έμοιαζαν με μαλλιά. Τα παιδιά χαίρονταν που μπορούσαν να παίζουν μαζί του. Τους έκανε σκιά, για να παίζουν από κάτω τη μικρή Ελένη και κρέμονταν από τα κλαδιά του. Ο παππούς βάφτισε το δέντρο Μελίτσα, αφού είχε τους πιο γλυκούς καρπούς. Επειδή το δέντρο μπορούσε να μιλά με κοριτσίστικη φωνή, έλεγε στα παιδιά να προσέχουν το Καλοκαίρι τον ήλιο και να κάθονται στη δροσιά του. Τους έλεγε και ιστορίες για τους παραολυμπιακούς αγώνες. (Μαριεύη)

J. M. Barrie, Πίτερ Παν, μτφρ. Μάριος Βερέττας, εκδ. Άγκυρα, 1994Ένα κοριτσάκι πήγε στη χώρα του Πουθενά, για να δει τον Πήτερ Παν. Έχει πάει κι άλλες φορές με όλη του την οικογένεια. Ταξιδεύουν έως εκεί με αεροπλάνο. Φεύγουν από παντού αεροπλάνα για τη χώρα του Πουθενά όμως πηγαινοέρχονται αδειανά. Μόνο το κοριτσάκι και τ’ αδέρφια του θέλουν να ταξιδεύουν εκεί. Οι άλλοι άνθρωποι φοβούνται τον κάπταιν Χουκ κι έτσι δεν πηγαίνουν ποτέ. Όμως το κοριτσάκι δεν τον φοβάται, γιατί είναι πολύ γενναίο. Ο Πήτερ Παν το περιμένει πάντα στο αεροδρόμιο. Το πηγαίνει στην παιδική χαρά της χώρας του. Αγαπάει πολύ να κάνει κούνια.  Όταν διψάνε, πηγαίνουν στο σπίτι του Πήτερ Παν για νερό. Στο δωμάτιό του δεν έχει παράθυρα, γιατί δεν του αρέσει ο ήλιος, τον ζεσταίνει. Οι τοίχοι είναι γεμάτοι αυτοκόλλητα σε διάφορα σχήματα. Βγάζουν τα παπούτσια τους κι ανεβαίνουν στο κρεβάτι του και χοροπηδάνε. (Δημητριάννα)

[1] Όλα τα προγράμματα εφαρμόστηκαν σε δημόσιο νηπιαγωγείο της Δυτικής Αττικής.

[2] Wayne C. Booth, The Rhetoric of Fiction, Penguin Books, Middlesex, 1987,  σσ. 71, 79, 131,  396-398.

[3] Βλ. W. Iser, The Implied Reader, The Johns Hopkins University Press, Baltimore and London, 1990, σ. 239.

[4] Βλ. Α. Σαχίνη, Η πεζογραφία της Κατοχής, εκδ. Ίκαρος, Αθήνα, 1948, σ. 117 και Romilly Jenkins, «Μνήμη του Ηλία Βενέζη», Αθήνα, 1978, Τετράδια Ευθύνης 6, σ. 115.

[5] Ι. Μ. Παναγιωτόπουλου, Τα πρόσωπα και τα κείμενα, τ. Β΄, Ανήσυχα χρόνια, Οι εκδόσεις των φίλων, Αθήνα, 1980, σ. 71.

[6] Βλ. Pierre Amandry, Αιολική Γη, Πρόλογος στη Γαλλική έκδοση, εκδ. Εστία, Αθήνα, σ. 19.

[7] Βλ. Ελένης Α. Ηλία, Ο Αναγνώστης και η Λογοτεχνική Δημιουργία του Ηλία Βενέζη, εκδ. Αστήρ, 2000, σ. 62.

[8]βλ. Ματσαγγούρα Ηλία Γ., Η Σχολική Τάξη, τ. Β΄, Κειμενοκεντρική Προσέγγιση του γταπτού λόγου, Αθήνα, 2001, σσ. 215, 220-222.

ΠΑΡΑΡΤΗΜΑ

Εισαγωγή

Ο προβληματισμός σε σχέση  με τον οποίο σχεδιάστηκε και αναπτύχθηκε το πρώτο μέρος του προγράμματος αφορά στο είδος και την ποιότητα των βιβλίων που θα μπορούσαν να χρησιμοποιηθούν σ’ ένα εκπαιδευτικό πρόγραμμα με βασικό στόχο την ανάπτυξη θετικής στάσης για την ανάγνωση από το σύνολο των μαθητών που συμμετέχουν σε αυτό. Σε όλα τα σχετικά εκπαιδευτικά προγράμματα που έχουμε πραγματοποιήσει έως τώρα, χρησιμοποιήθηκαν βιβλία λογοτεχνικά, η αισθητική ποιότητα και η αφηγηματική αρτιότητα των οποίων είχε κριθεί αρχικά από ενηλίκους αναγνώστες, συνήθως τους ίδιους τους εκπαιδευτικούς. Επιλέγονταν μάλιστα όχι μόνο έργα που απευθύνονται ειδικότερα στο παιδικό αναγνωστικό κοινό αλλά και άλλα που θεωρήθηκαν κατάλληλα για τα παιδιά-αναγνώστες, αν και δεν έχουν αξιοποιηθεί εκδοτικά προς τη συγκεκριμένη κατεύθυνση (βλ. τις δημοσιεύσεις της ιστοσελίδας με τους τίτλους «Τα Ελληνάκια ταξιδεύουν…», «Η Αιολική Γη πάει…Νηπιαγωγείο», «Ήταν η γοργόνα, η αδερφή του Μεγαλέξαντρου»). Η τακτική αυτή βασιζόταν στο σκεπτικό ότι η ποιότητα των έργων εξασφαλίζει την αναγνωστική απόλαυση. Έτσι μεγιστοποιείται η πιθανότητα  τα παιδιά  που έρχονται σε επαφή με τα αξιόλογα λογοτεχνικά κείμενα  να αποκτήσουν τη συνήθεια της ανάγνωσης.

Στο συγκεκριμένο πρόγραμμα που πραγματοποιούμε κατά το σχ. έτος 2012-2013 η πρωτοβουλία της επιλογής δίνεται αποκλειστικά στους μαθητές, οι οποίοι ενθαρρύνονται να φέρει ο καθένας στην τάξη το «αγαπημένο του βιβλίο», εκείνο που θεωρεί το πιο αγαπημένο μεταξύ όλων όσων έχει διαβάσει . Ταυτόχρονα έχει ζητηθεί από τους γονείς να μην παρέμβουν κατά κανένα τρόπο στην επιλογή των βιβλίων.

Χρονοδιάγραμμα

Το πρώτο μέρος του προγράμματος, αυτό δηλαδή που παρουσιάζεται στη συγκεκριμένη δημοσίευση, ξεκινά με την προκαταρκτική φάση από την πρώτη διδακτική εβδομάδα του Σεπτεμβρίου. Συνεχίζεται με τις παρουσιάσεις των βιβλίων και την εικονογράφησή τους από το τέλος Σεπτεμβρίου έως το τέλος Νοεμβρίου. Ολοκληρώνεται με την προετοιμασία και την πραγματοποίηση της παράστασης μέσα στο Δεκέμβριο (για το λόγο αυτό χρησιμοποιείται στο θεατρικό κείμενο μια εισαγωγή, με στόχο να προσδώσει στην παράσταση χριστουγεννιάτικη διάσταση).

Ακολουθούν τα κείμενα των παιδιών, συνοδευόμενα από ζωγραφιές συμμαθητών τους, ενταγμένα στο χριστουγεννιάτικο θεατρικό έργο που τα ίδια παρουσίασαν. Σε περιπτώσεις δημοφιλών ηρώων, π. χ. Σταχτοπούτα, Αλαντίν και Ηρακλής, συμμετείχαν περισσότερα του ενός νήπια στις αφηγήσεις. Σε παρένθεση μετά από κάθε κείμενο παρατίθενται τα στοιχεία του βιβλίου στο οποίο το κείμενο αυτό αναφέρεται.

 

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ!

(Θεατρικό Χριστουγέννων)

 Έρχονται οι διακοπές των Χριστουγέννων. Θα σταματήσουμε για λίγο το σχολείο και θα χορτάσουμε παιχνίδι.

– Θα πάρουμε και δώρα από τον Άγιο Βασίλη. Δεν νομίζω να μας ξεχάσει και να μην έρθει στη χριστουγεννιάτικη γιορτή μας.

– Όμως είναι παππούς και κουράζεται πολύ. Μήπως είναι καλύτερα να του ζητήσουμε να μην έρθει;

 Δίκιο έχεις. Αλλά θα μείνουμε χωρίς δώρο;

 Όχι δα. Θα στείλει τα ξωτικά του σε όλες τις γειτονιές κι έτσι τα δώρα θα έρθουν στα σπίτια μας.

 Δεν θα φύγουμε όμως κι απ’ το σχολείο με άδεια χέρια. Θα ανταλλάξουμε τις ζωγραφιές που φτιάξαμε για τις ιστορίες των συμμαθητών μας.

 O καθένας μας αφηγήθηκε μια ιστορία, για να παρουσιάσει το αγαπημένο του βιβλίο.

 Παντού οι φίλοι ανταλλάσσουν δώρα. Κι εμείς είμαστε…

ΑΝΑΓΝΩΣΤΕΣ ΚΑΙ ΦΙΛΟΙ!

 – Είμαι ένα παιδάκι, που δεν είχα αδερφάκια. Όμως θα ήθελα πολύ στο σπίτι μας ένα μωράκι, ένα μικρό αδερφάκι. Έκλαιγα, επειδή δεν το είχα και το ήθελα οπωσδήποτε. Έτσι σκέφτηκα να ζητήσω τη βοήθεια του Αϊ-Βασίλη. Ζωγράφισα σ’ ένα χαρτόνι ένα μωράκι και το άφησα κάτω από το Χριστουγεννιάτικο δέντρο στο σπίτι μας. Ο Αϊ-Βασίλης ήρθε κρυφά την Πρωτοχρονιά κι άφησε στο δωμάτιό μου το δώρο του, το μωράκι που του είχα ζητήσει. Έτρεξα να το πω στους γονείς μου. Μου είπαν πως θα βρούμε χώρο στο σπίτι για να το βάλουμε. Πήραν ένα κρεβατάκι-κούνια στο δωμάτιό τους κι έβαλαν εκεί το μωρό. Το αγαπάμε και το φροντίζουμε πολύ όλοι μας. Εγώ το παίρνω αγκαλίτσα, του δίνω γάλα και το κοιμίζω. Οι γονείς μου εκτός από την κούνια του μωρού, πήραν και μια κούνια στην αυλή για μένα.   (Έλενας Χ. Στανιού, Το πρωτοχρονιάτικο δώρο του Άρη, εκδ. Ψυχογιός 2009)

 

 – Ο Άγιος Βασίλης τη μέρα που γιόρταζε, μοίραζε σε εμάς τα παιδιά δώρα. Σε μένα έφερε ένα αρκουδάκι, που μου άρεσε. Αυτή τη νύχτα είχα ξυπνήσει νωρίς, γιατί ήθελα να πιω νερό. Όπως πήγαινα στην κουζίνα, συνάντησα τον Αϊ-Βασίλη μέσα στο σπίτι μου. Του είχε ανοίξει την πόρτα η μαμά. Είχε μαζί του μια μεγάλη κόκκινη τσάντα, γεμάτη δώρα για τα παιδιά.

Το άλλο πρωί πήγα δίπλα στο σπίτι του φίλου μου του Βασίλη, για να μιλήσουμε για τον Άγιο Βασίλη. Τον είχε δει κι εκείνος και του ευχήθηκε Καλή Χρονιά. Ο Άγιος Βασίλης ξέρει ποια παιδιά είναι καλά, γιατί τα βλέπει με τα μάτια του από πάνω. Όλα τα παιδιά τα αγαπάει αλλά σε κάποια δεν φέρνει δώρα, ώσπου να γίνουν καλά. Όλα τα παιδιά μας κάνει να είμαστε καλά το γάλα. Το ζεσταίνουν οι μαμάδες και μας το δίνουν. Όταν το πίνουμε χαμογελάμε κι έτσι γινόμαστε καλά παιδιά.   (Το αστέρι των Χριστουγέννων, εκδ. Παπαδόπουλος, 2010)

 

 

– Είμαι το μικρό σκυλάκι του Αϊ-Βασίλη. Δίψασα και βγήκα έξω, για να βρω νερό, επειδή το νερό στο σπίτι μας είναι για να πίνουν μόνο ο Αϊ-Βασίλης και τα ξωτικά του. Εμένα μου έχουν πει, όποτε διψάω, να πηγαίνω στο ποτάμι. Επειδή όμως είμαι πολύ μικρό, έχασα το δρόμο μου μέσα στη νύχτα.

Στο πρώτο φωτισμένο παράθυρο που συνάντησα, είδα κάτι κουνελάκια που στόλιζαν το χριστουγεννιάτικο δέντρο τους. Πήρα έναν άλλο δρόμο κι έφτασα έξω από ένα παράθυρο, που έβλεπα κάτι αρκούδες να τραγουδάνε Τα τρίγωνα κάλαντα. Άλλαξα δρόμο και βρέθηκα έξω από ένα σπίτι που έμεναν αλεπούδες, μικρές και μεγάλες. Έφυγα και από εκεί και πέρασα σ’ ένα σπίτι που έμενε ο τάρανδος του Αϊ-Βασίλη. Μου έδειξε το δρόμο για το σπίτι μας κι έτσι ξαναγύρισα. Ο Αϊ-Βασίλης μου έκανε δώρο ένα κόκκινο κουδουνάκι, για να το φοράω στο λαιμό μου. Μου είπε πως όταν χάνομαι, θα το ακούει και θα έρχεται εκείνος να με βρίσκει.  (Μια χιονισμένη νύχτα, απόδ. Φίλιππος Μανδηλαράς, εκδ. Πατάκη, 2005)

 

 

 

 Το παιδάκι μου ο μικρός Χηνούλης είναι ένα παπάκι, που παλιά φοβόταν το κρύο νεράκι. Δεν μπορούσε να διώξει το φόβο του. Του άπλωνα τη φτερούγα μου για να την πιάσει και να μπει στο νερό, του έλεγα να παίξουμε με το βαρκάκι που του είχε φέρει δώρο ένας άνθρωπος που φύλαγε τα ζώα, όμως ο Χηνούλης δεν έμπαινε στο νερό. Τότε του έδειξα ένα βάτραχο που πηδούσε και του είπα να παίξουν μαζί.

Όταν πήδηξε ο Χηνούλης μου, σκόνταψε σε μια πέτρα κι έπεσε στο ποτάμι. Τότε κατάλαβε ότι το νερό δεν ήταν κρύο, όπως νόμιζε. Από τότε έπαιζε συνέχεια με το βατραχάκι κι έμπαινε μαζί μου στο νερό. Κολυμπούσε και χωρίς εμένα και μια μέρα το ποτάμι τον πήρε μακριά μας. Γνώρισε άλλες πάπιες και μεγάλωσε μαζί τους, μακριά από μένα. Για να με βρει ξανά, κολύμπησε σε όλα τα ποτάμια και τις θάλασσες της χώρας. Τελικά βρήκε το δρόμο και ξαναγύρισε κοντά μου. Του ζήτησα να μην ξαναφύγει ποτέ.  (Ιζαμπέλλα Καμίνο, Παραμύθια με ζωάκια, μτφρ. Στέλλα Βαρελλά, εκδ. Μίνωας, 2000)

 

 

 

 Είμαι ένα μωρό, που δεν μπορώ ακόμη να διαβάζω. Κάθε μέρα που περνάω στο δρόμο με τη μαμά μου, βλέπω στο απέναντι πεζοδρόμιο ένα μεγάλο παιδί, που κρατάει μια ταμπέλα. Θα ήθελα πολύ να μάθω τι γράφει. Μια μέρα η μαμά με προσέχει από τα αυτοκίνητα την ώρα που περνάω απέναντι. Φτάνω στο παιδί με την ταμπέλα. Στέκεται δίπλα σε ένα σούπερ μάρκετ. Μιλάω μωρουδίστικα  και δείχνω την ταμπέλα στο μεγάλο παιδί. Εκείνο μου λέει: «Γράφει ότι πρέπει να τρώμε λαχανικά».

 

Κάθε μέρα θα πηγαίνουμε με τη μαμά μου στο σούπερ μάρκετ να ψωνίζει, για να μου μαγειρεύει φαγητό, να τρώω και να μεγαλώνω. Το μεγάλο παιδί κάθε μεσημέρι πηγαίνει στο σπίτι του να φάει, για να έχει δύναμη να κρατάει την ταμπέλα. Γιατί το φαγητό μας δίνει δύναμη!   (Ειρήνης Μαραζιώτη, Χτίζω σωστά εμένα, ΦΑΓΕ)

 

 

 

 Εσείς πιστεύετε ότι είμαι μια οδοντόβουρτσα. Για τον οδοντογιατρό το Λουκά όμως είμαι η τριχονεράιδα του. Από τότε που ο Λουκάς ήταν μικρό αγοράκι, τον βοηθούσα να μην χαλάσουν τα δόντια του. Ο οδοντογιατρός του τού χάρισε εμένα, που έχω μπλε ανοιχτό χρώμα, γιατί αυτό είναι το αγαπημένο χρώμα του Λουκά. Καθαρίζαμε τα δόντια του κάθε πρωί, κάθε βράδυ κι όποτε μέσα στη μέρα ο Λουκάς έτρωγε τούρτες, γλυκά και κέικ από το ζαχαροπλαστείο. Τα καθαρίζαμε κι όταν έτρωγε καραμέλες, που του έδινε η φίλη του στην παιδική χαρά.

 

Τώρα που ο Λουκάς έχει γίνει γιατρός, οι γονείς που τα παιδάκια τους δεν πλένουν τα δόντια τους ποτέ, τα πηγαίνουν στο Λουκά με το ζόρι. Εκείνος ρωτά τα παιδιά ποιο είναι το αγαπημένο τους χρώμα και τους μοιράζει οδοντόβουρτσες, δηλαδή τριχονεράιδες με το χρώμα που αγαπάνε. Οι τριχονεράιδες που διαλέγουν τα κορίτσια είναι ροζ, κόκκινες, κίτρινες και πορτοκαλί. Οι τριχονεράιδες των αγοριών είναι πράσινες, μαύρες, άσπρες και μπλε. Έτσι όλα τα παιδιά που πηγαίνουν στο Λουκά, μαθαίνουν να βουρτσίζουν συνέχεια  τα δόντια τους.  (Εμμανουέλα Νικολαϊδου, Η μαγική δύναμη της τριχονεράιδας του Λουκά,  Aim/kids)

 

 

 Είμαι η Λουκία. Αγόρασα γλυκά από ένα ζαχαροπλαστείο και τα πήγα δώρο στη μαμά και στο μπαμπά μου που γιορτάζουν. Τα σερβίραμε στους καλεσμένους μας, αυτοί όμως δεν τα δοκίμασαν. Μας εξήγησαν ότι τα φτιάχνει μια κακιά μάγισσα που φοράει μαύρα ρούχα και έχουν πολύ άσχημη γεύση.

 

Έτσι εγώ τα πήγα δώρο στη θεία μου, για να της κάνω πλάκα. Εκείνη μου είπε ότι της άρεσαν και τα έτρωγε. Έτσι συνέχισα να της πηγαίνω. Η μάγισσα που έφτιαχνε τα γλυκά επίτηδες άσχημα, παραξενεύτηκε όταν της είπα ότι άρεσαν στη θεία μου. Νομίζω ότι η θεία μου κρύβει τα γλυκά στο ντουλάπι της και με κοροϊδεύει όταν μου λέει ότι τα τρώει. Εγώ πάντως θα συνεχίσω να της πηγαίνω τα γλυκά της μάγισσας όσο θα λέει ότι της αρέσουν.    (Ευγένιου Τριβιζά, Η Δόνα Τερηδόνα και το μυστικό της γαμήλιας τούρτας, εκδ. Καλέντης, 2001)

 

 

 

 Είμαι η Ραπουνζέλ. Ένα βράδυ που έβλεπα τηλεόραση, η μαμά μου ήταν στην κουζίνα και ο μπαμπάς μου έλειπε ταξίδι με το φορτηγό του, με άρπαξε μια μάγισσα που έμενε δίπλα στο σπίτι μας και με έκλεισε σε έναν μακρινό πύργο. Ήταν κακιά και ήθελε να με κάνει δικό της κοριτσάκι. Μεγάλωνα μαζί της χωρίς να με αφήνει να βλέπω κανέναν άλλον άνθρωπο. Όπως ήμουνα φυλακισμένη, είδα μια φορά έναν πρίγκιπα που έτρεχε στο δάσος, γιατί τον κυνηγούσαν οι φρουροί να τον φυλακίσουν. Με είδε και σκαρφάλωσε στον πύργο, για να κρυφτεί. Όταν όμως έφτασε στο δωμάτιό μου, τρόμαξα και τον χτύπησα με ένα μαύρο τηγάνι. Ύστερα φώναξα τη μάγισσα κι εκείνη τον πέταξε κάτω. Αυτός όμως δεν πέθανε. Επειδή ήταν όμορφος, τον αγάπησα. Έδενα τα μαλλιά μου και κατέβαινα από τον πύργο, για να βγαίνω βόλτα μαζί του ενώ η μάγισσα έλειπε ταξίδι. Όταν γύρισε, μας βρήκε και τους δύο μέσα στον πύργο. Όμως τα μαλλιά μου βοήθησαν να δραπετεύσουμε και οι δυο. Είχαμε ανάψει φωτιά για να ζεσταθούμε. Η μάγισσα με έσπρωξε στη φωτιά. Ο πρίγκιπας στενοχωρήθηκε πολύ που κάηκαν τα μαλλιά μου κι έριξε τη μάγισσα στη φωτιά.    (Ραπουνζέλ,  Brijbast Art Press, 2012)

 

  Είμαι η Σταχτοπούτα. Μου έχουν δώσει αυτό το όνομα, επειδή άρεσε στη νουνά  μου. Όταν η μαμά μου αρρώστησε με την καρδιά της και πέθανε, ο μπαμπάς παντρεύτηκε μια άλλη γυναίκα, που ήταν κακιά και την έλεγαν Βίβιαν. Είχε από τον προηγούμενο γάμο της δίδυμες κόρες, που ήταν ίσα με μένα. Αυτές με έβαζαν να πουλάω τις κολοκύθες, να καθαρίζω το σπίτι ενώ οι ίδιες δοκίμαζαν στολές και νυφικά, επειδή ήθελαν να παντρευτούν τον πρίγκιπα. Κι εγώ όμως ήθελα να τον παντρευτώ, όπως κι όλες οι κοπέλες. Έτσι φόρεσα το ροζ φόρεμα που είχα αγοράσει και τα γυάλινα γοβάκια της μαμάς μου, για να πάω στο χορό του κάστρου. Η μητριά μου και οι δίδυμες μου έσκισαν το φόρεμα κι ο μπαμπάς μου δεν ήταν κοντά μου για να με βοηθήσει. Είχε πάει στην Αφρική, για να μοιράσει φαγητό στα φτωχά παιδάκια. Έτσι με βοήθησε η μαμά μου, που είχε γίνει άγγελος. Μου είπε όμως να προσέχω, γιατί τα μαγικά που έκανε με το μαγικό ραβδί που της είχε δώσει ο Θεός, θα άντεχαν μόνο μέχρι τα μεσάνυχτα. Πήγα λοιπόν στο χορό αλλά έφυγα τα μεσάνυχτα. Ο πρίγκιπας την άλλη μέρα έψαχνε σ’ όλα τα διαμερίσματα, για να με βρει. Είχε μαζί του το γοβάκι, που όταν το βρήκε στο τελευταίο σκαλοπάτι του κάστρου, είπε «μωρέ αυτό πρέπει να είναι της κοπέλας!» Με βρήκε στον τελευταίο όροφο.

Όμως τότε αρρώστησα με την καρδιά μου και πήγα στον ουρανό μαζί με τη μαμά μου. Ο πρίγκιπας φώναξε τότε στο Θεό: «Θεέ μου φέρε μου πίσω την κοπέλα μου!» Ο Θεός, για να μην λυπάται ο πρίγκιπας και φωνάζει όλη τη νύχτα, με έστειλε  κοντά του. Τότε παρακάλεσα το Θεό, να στείλει πίσω και τη μαμά μου, γιατί μου άρεσε πάρα πολύ η φωνή της και ήθελα να την ακούω. Η μαμά μου όταν ξαναγύρισε στη ζωή, μου είπε: «Σταχτοπούτα μου είσαι ένας άγγελος!»  Μετά η μαμά ζήτησε απ’ το Θεό να ξαναφέρει στη ζωή και τον άντρα της, που είχε πνιγεί όταν γύριζε από την Αφρική. Όταν ξαναγύρισε κι εκείνος στη ζωή, γέννησαν άλλο ένα κοριτσάκι. Εγώ παντρεύτηκα τον πρίγκιπα και η αδερφή μου παντρεύτηκε τον αδερφό του. Η Βίβιαν έκανε τότε όλες τις δουλειές. Αποκτήσαμε ένα κατοικίδιο, ένα σκυλάκι που βρήκα στο δρόμο. Πήραμε και μια οικογένεια παπάκια, για τη λιμνούλα του κάστρου. Γέννησα ένα κοριτσάκι κι ένα αγοράκι, που το βάζουμε τιμωρία κι εγώ και η δασκάλα του, γιατί είναι τεμπέλης και δεν γράφει το όνομά του.   (Η Σταχτοπούτα, μτφρ.-επιμ. Στέλλα Ζούπα, εκδ. Σαββάλας, 2006)

 

 

 Όλα τα κορίτσια περιμέναμε τη Σταχτοπούτα να έρθει με την άμαξα στο σχολείο μας, γιατί θέλαμε πολύ να μας καλέσει στο χορό. Ο χορός γινόταν το ίδιο βράδυ στο κάστρο της Σταχτοπούτας. Ευχαριστήσαμε όλες μας τη Σταχτοπούτα που μας κάλεσε και το βράδυ ανεβήκαμε στην άμαξα που είχε στείλει  και φτάσαμε στο κάστρο. Στο χορό χορέψαμε μία-μία με τη Σταχτοπούτα. Εκείνη μας κέρασε καραμέλες και σοκολατάκια και έπαιξε μαζί μας Μικρή Ελένη. Ύστερα παίξαμε την Κοκκινοσκουφίτσα και η Σταχτοπούτα έκανε το λύκο. Όταν η άμαξα μάς γύριζε στα σπίτια μας, συζητούσαμε πόσο άρεσαν σε όλες μας τα σοκολατάκια  και τι ωραία που ήταν τα παιχνίδια που παίξαμε.

Η Σταχτοπούτα έρχεται επίσκεψη στο σχολείο για να μας βλέπει. Εμείς δεν χρειάζεται να ξαναπάμε στο κάστρο, επειδή το έχουμε ήδη δει.  (Disney. Αληθινά Όνειρα, εκδ. Ελληνικά Γράμματα, 2008)

 

  Είμαι η Κοκκινοσκουφίτσα. Βοήθησα τη μαμά μου να φτιάξει κεϊκάκια, σουπίτσα και τα βάλαμε σ’ ένα καφέ καλαθάκι. Ύστερα φόρεσα την κάπα μου, έβαλα την κουκούλα γιατί έκανε κρύο, πήρα το καλαθάκι και ξεκίνησα για το σπίτι της γιαγιάς. Είναι λίγο μακριά αλλά εγώ πήγαινα μόνη μου, γιατί η μαμά είχε δουλειά και ο μπαμπάς ήταν στο περιβόλι και ράντιζε. Για να φτάσω εκεί έπρεπε να περάσω από ολόκληρο το δάσος, να βρω λουλούδια, μούρα και σταφύλια για τη γιαγιά.

Στη διαδρομή είδα το λύκο αλλά κάθε φορά τον συναντάω κι έτσι δεν φοβήθηκα. Ο λύκος πολλές φορές με ρωτάει πού πηγαίνω. Το ίδιο με ρώτησε κι αυτήν τη φορά. Μου έδωσε κι άλλα λουλούδια, μούρα και σταφύλια για τη γιαγιά. Ύστερα συνάντησα πουλάκια, ελαφάκια κι όλα με ρωτούσαν πού πηγαίνω και μου έδιναν νεκταρίνια, ροδάκινα και μήλα για τη γιαγιά μου.

Όταν έφτασα στο σπίτι της γιαγιάς, ο λύκος την είχε κλειδώσει στη ντουλάπα κι είχε ξαπλώσει στο κρεβάτι της. Δεν κατάλαβα πως ήταν ο λύκος, γιατί είχε χρώμα γκρίζο, όπως τα μαλλιά της γιαγιάς. Άκουσα όμως τη φωνή της από τη ντουλάπα: «Βοήθεια Κοκκινοσκουφίτσα!» Εκεί που άνοιγα τη ντουλάπα, ο λύκος με άρπαξε. Περνούσε όμως ένας κυνηγός, πυροβόλησε το λύκο και τον σκότωσε. Κοιμήθηκα μαζί με τη γιαγιά και το βράδυ ήρθε ο μπαμπάς να με πάρει. Έμαθε την περιπέτειά μας από τον κυνηγό. Πήγαμε στο σπίτι μας κι η γιαγιά έμεινε μόνη της. Δεν φοβόταν αφού ο κυνηγός είχε σκοτώσει το λύκο. (Κοκκινοσκουφίτσα, εκδ. Παπαδόπουλος, 1998)

 

  Η μαμά μου με αγαπά πολύ και με φιλά μπροστά στους φίλους μου. Κι εγώ την αγαπάω, δεν μου αρέσει όμως να με φιλάει μπροστά τους, γιατί μου λένε «είσαι μωρό» και γελάνε μαζί μου. Έχω πει στη μαμά μου να μην με φιλάει μπροστά τους αλλά αυτή συνεχίζει. Έτσι κατέστρωσα ένα σχέδιο, για να φύγω από το σπίτι όταν θα πηγαίναμε βόλτα με το αμάξι. Δεν αποφάσισα όμως να φύγω, γιατί θα με ανακάλυπτε. Σκέφτηκα λοιπόν να το σκάσω με το ποδήλατο όταν αυτή κοιμόταν στον καναπέ. Τελικά πήρα στο καλαθάκι κάτι για να φάω, το κόλλησα στο ποδήλατό μου κι έφτασα όσο μακριά μπορούσα.

Όμως η μαμά μου με ακολουθούσε χωρίς να το έχω καταλάβει. Όταν το ποδήλατό μου κόλλησε σε μια λακκούβα, η μαμά κατέβηκε από το αμάξι της και τότε την είδα. Έτρεξα όσο μπορούσα μακριά της, για να μην μου καταστρέψει τη ζωή. Επειδή κόλλησε στη λακκούβα και το αυτοκίνητο της μαμάς, άρχισε να τρέχει κι αυτή με τα πόδια πίσω μου. Δεν μπόρεσε να με φτάσει κι έτσι γύρισε στο σπίτι μας και πήρε τηλέφωνο την αστυνομία. Οι αστυνομικοί δεν πίστεψαν όσα τους είπε και έβαλαν τη μαμά φυλακή. Ο μπαμπάς προσπάθησε να τους πείσει ότι είναι αθώα και τον έβαλαν κι αυτόν φυλακή.

Το βράδυ που γύρισα σπίτι, ένιωθα όμορφα. Όμως είχε τελειώσει το φαγητό, ήμουνα κουρασμένη κι όταν αποκοιμήθηκα είδα κακά όνειρα και ξύπνησα. Κανένας δεν ήταν κοντά μου για να μου δώσει φιλάκι και να μου πει να μην φοβάμαι. Φοβήθηκα ακόμη πιο πολύ όταν είδα τη σκιά του κρεβατιού μου και τη σκιά τη δικιά μου. Φώναξα «Μαμά! Μπαμπά!» αλλά κανείς τους δεν ήταν εκεί. Πήρα τηλέφωνο την αστυνομία και τους ζήτησα να μιλήσω μαζί τους. Τότε τους άφησαν ελεύθερους. Όταν γύρισαν στο σπίτι τους είπα: «Μαμά και μπαμπά σας αγαπώ!»  (Κέιτ Φάιφερ, Η μαμά μου προσπαθεί να μου καταστρέψει τη ζωή, μτφρ. Ρένα Ρώσση-Ζαϊρη, εκδ. Μεταίχμιο, 2009)

 

  Είμαι η Φραουλίτσα και με κάλεσε στο σπίτι της η καλύτερη φίλη μου, η Πορτοκαλίτσα, για να ετοιμάσουμε για το πιτζάμα πάρτι της. Βάλαμε μπαλόνια, γιρλάντες και χάρτες. Βοήθησα την Πορτοκαλίτσα, γιατί ζει μόνη της. Τους γονείς της τους σκέπασε το κύμα και βουλιάξανε. Από τότε η Πορτοκαλίτσα κοιμάται μόνη της. Διαβάζει ιστορίες μέχρι να την πάρει ο ύπνος. Δεν την φοβίζει το σκοτάδι.

Σκέφτηκε να κάνει το πιτζάμα-πάρτι, επειδή είναι Άνοιξη και οι πορτοκαλιές στον κήπο της είναι ανθισμένες. Εκτός από μένα κάλεσε και την Τουρτίτσα και τη Μπισκοτίτσα. Θα αγοράσουμε τούρτα, θα φτιάξουμε φραντζολάκια, πίτσες, βραχιόλια και θα διαβάσουμε ιστορίες από τα βιβλία της Πορτοκαλίτσας. Ύστερα θα κάνουμε πιτζάμα-πάρτι και στα σπίτια των άλλων κοριτσιών.   (S. Ciminera, Πιτζάμα πάρτι, Modern Times)

 

  Είμαι από ένα βρωμοχώρι, που το λένε Βρωμοχώρι. Το χωριό μου παλιά μύριζε άσχημα, σκουπίδια και καπνό. Η βρώμα έφτανε στα γειτονικά χωριά και δεν άρεσε καθόλου στους κατοίκους τους. Έμεναν μέσα στα σπίτια τους και δεν μπορούσαν να βγουν καθόλου έξω.

Όμως εμείς οι Βρωμοχωρίτες είχαμε μάθει από τις γιαγιάδες μας να φτιάχνουμε κάτι γυαλιά, που παίρναμε από αυτά οξυγόνο κι έτσι όταν τα φορούσαμε, δεν μυρίζαμε τις άσχημες μυρωδιές. Επειδή όμως κι αυτά τα γυαλιά βρώμισαν, εμείς τα παιδιά στο Βρωμοχώρι είχαμε μια ιδέα, για να νιώσουμε καλύτερα. Βάζαμε μπαλόνια στις καμινάδες, για να μπαίνει εκεί ο μαύρος καπνός. ΄Ετσι οι κάτοικοι των γειτονικών χωριών δεν μύριζαν πια άσχημες μυρωδιές. Οι πυροσβέστες που είχαν έρθει στο Βρωμοχώρι, για να δουν τι συμβαίνει, γύρισαν στα χωριά τους και είπαν τι είχαν δει. Έτσι έβαλαν και τ’ άλλα χωριά μπαλόνια στις καμινάδες τους και ζήσανε αυτοί καλά και εμείς οι Βρωμοχωρίτες καλύτερα.     (Σοφίας Ζαραμπούκα, Το Βρωμοχώρι, εκδ. Κέδρος, 1977)

 

  Σε αυτόν τον κήπο είμαστε πολλά δέντρα με ελιές. Η οικογένεια που μένει εδώ έχει τρία παιδιά. Εμάς και τα λουλούδια που υπάρχουν εδώ, μας φροντίζει ο παππούς. Κάποτε ο παππούς φύτεψε ένα κουκούτσι ελιάς που ήταν μαγικό, χωρίς όμως να το ξέρει. Έτσι γεννήθηκα εγώ, που δεν είμαι δέντρο συνηθισμένο. Έχω πρόσωπο κοριτσίστικο, τα κλαριά μου είναι σαν χέρια και τα φύλλα μου μοιάζουν με μαλλιά.

Τα παιδιά χαίρονται που μπορούν να παίζουν μαζί μου. Τους κάνω σκιά, για να παίζουν από κάτω τη μικρή Ελένη και κρέμονται  από τα κλαδιά μου. Ο παππούς με βάφτισε Μελίτσα, επειδή έχω τους πιο γλυκούς καρπούς.

Επειδή μπορώ να μιλάω με κοριτσίστικη φωνή, λέω στα παιδιά να προσέχουν το Καλοκαίρι τον ήλιο και να κάθονται στη δροσιά μου. Τους λέω και ιστορίες για τους παραολυμπιακούς αγώνες.   (Μαρίας Βιγγοπούλου-Χύτα, Μελίτσα. Μια μικρή ελίτσα, εκδ. Άθως 2010.)

 

  Είμαι η κόρη της Βροχής. Όταν η μαμά μου βρίσκεται έξω από το σπίτι μας, είναι που βρέχει. Εγώ μένω τότε μέσα με το μπαμπά μου, που με προσέχει. Ο μπαμπάς δεν με αφήνει να βγαίνω έξω, γιατί φοβάται  μην φύγω μακριά. Όποτε ο μπαμπάς φεύγει για τη δουλειά του, έρχεται πίσω η μαμά μου κι έτσι σταματάει να βρέχει. Επειδή εμένα μου αρέσει πολύ να βρέχει, δεν θέλω η μαμά μου να είναι στο σπίτι.

Η μαμά μου όταν μένει στο σπίτι, με αφήνει να βγαίνω έξω για να παίζω. Καμιά φορά όταν ο μπαμπάς κοιμάται, η μαμά με παίρνει μαζί της, για να περπατήσω στη βροχή. Κι αυτό είναι που μου αρέσει καλύτερα απ’ όλα.   (Φανταστικά παραμύθια, εκδ. Susaeta ΕΛΛΑΣ Α. Ε.)

 

  Είμαι το Καλοκαίρι. Όταν έφτασα στην Ελλάδα, πρώτα με κατάλαβαν τα παιδιά. Ήξεραν ότι θα έρθω και με περίμεναν. Τους αρέσει να κολυμπάνε στη θάλασσα, να κάνουν ποδήλατο, να παίζουν με την άμμο.

Θα μείνω πολύ καιρό εδώ κι όταν φύγω, θα έρθει το Φθινόπωρο. Χαίρομαι όταν βλέπω το Φθινόπωρο. Μόλις έρχεται, εγώ φεύγω και πηγαίνω στην Αμερική, στην έρημο, σ’ όλο τον κόσμο. Δεν μου αρέσει να μένω στο ίδιο μέρος, προτιμώ να ταξιδεύω και να πηγαίνω παντού, γιατί όλα τα παιδιά με περιμένουν.   (Οι τέσσερις εποχές, εκδ. Πατάκη, 2004)

 

  Το όνομά μου είναι Αλαντίν. Μια μέρα όταν ήρθε το βράδυ, το έσκασα από το σπίτι μου και έφυγα μακριά. Έφτασα στην Αμερική, γιατί είχα ακούσει ότι υπάρχουν σοκολατένιοι άνθρωποι και ήθελα να τους γνωρίσω. Εκεί είδα ένα μικρό παιδί σοκολατένιο και πήγα κοντά του. Τότε ένας σοκολατένιος άνθρωπος με σημάδεψε με το πιστόλι του και μου είπε: «Ακίνητος». Όμως εμφανίστηκε η αστυνομία και συνέλαβε αυτόν τον άνθρωπο.

 

Ζήτησα από τους αστυνομικούς να με γυρίσουν σπίτι μου. Η μαμά μου με πήρε αγκαλιά και μου είπε να μην το ξανασκάσω ποτέ.    (Το λυχνάρι του Αλαντίν, εκδ. ΚΑΛΟΚΑΘΗ, 2008)

 

  Είμαι ο Ηρακλής. Κάποτε, που ήμουν μωρό η μαμά μου μαγείρευε και ο μπαμπάς δούλευε στο περιβόλι μας. Μπήκαν από την εξώπορτα που είχε μείνει λίγο ανοιχτή, δύο φίδια και βρέθηκαν στο δωμάτιό μου. Εγώ τότε σκέφτηκα: «Ας τα πνίξω». Μπήκε τότε μέσα η μαμά μου, είδε τα πνιγμένα φίδια στην κούνια και ένιωσε πάρα πολλή χαρά, που ο γιος της ήταν τόσο δυνατός.

Όταν μεγάλωσα κι έγινα άντρας, φόρεσα μια στολή λιονταριού που είχα αγοράσει στα Jumbo, έβαλα φωτιά στο τόξο μου, μπήκα στο δάσος και σκότωσα όλα τα φίδια. Όποτε έβγανα, φορούσα τη στολή του λιονταριού, γιατί πάντα κάτι σκότωνα. Σκότωσα ένα αγριογούρουνο, σκότωσα ακόμα και το λιοντάρι της Νεμέας. Οι άνθρωποι με αγαπούν πολύ και με αγκαλιάζουν, αφού σκοτώνω τα κακά ζώα της ζούγκλας κι έτσι αυτά δεν τους κάνουν κακό. Μια φορά συνάντησα έναν άλλον γίγαντα, που ήταν πιο μεγάλος από εμένα. Είχε πάρει τα μήλα από κάποια κορίτσια που τα έλεγαν Εσπερίδες. Εγώ τα πήρα από τον γίγαντα και τα έδωσα σ’ ένα αγόρι που του άρεσαν. Δεν έφαγα κανένα, γιατί δεν μου αρέσουν τα φρούτα. Μου αρέσει να τρώω ρεβύθια, σπανακόρυζο, χυλοπίτες και πιο πολύ απ’ όλα μου αρέσει το γάλα, γιατί με δυναμώνει.    (Οι δώδεκα άθλοι του Ηρακλή, εκδ. Παπαδόπουλος, 2005)

 

  Πήγα στη Χώρα του Πουθενά, για να δω τον Πήτερ Παν. Έχω πάει κι άλλες φορές με όλη μου την οικογένεια. Ταξιδεύουμε έως εκεί με αεροπλάνο. Φεύγουν από παντού αεροπλάνα για τη χώρα του Πουθενά όμως πηγαινοέρχονται αδειανά. Μόνο εγώ και τ’ αδέρφια μου θέλουμε να ταξιδεύουμε εκεί. Οι άλλοι άνθρωποι φοβούνται τον κάπταιν Χουκ κι έτσι δεν πηγαίνουν ποτέ. Όμως εγώ δεν τον φοβάμαι, γιατί είμαι πολύ γενναία.

Ο Πήτερ Παν μας περιμένει πάντα στο αεροδρόμιο. Μας πηγαίνει στην παιδική χαρά της χώρας του. Αγαπάει πολύ να κάνει κούνια. Όταν διψάμε, μας πηγαίνει στο σπίτι του για νερό. Στο δωμάτιό του δεν έχει παράθυρα, γιατί δεν του αρέσει ο ήλιος, τον ζεσταίνει. Οι τοίχοι είναι γεμάτοι αυτοκόλλητα σε διάφορα σχήματα. Βγάζουμε τα παπούτσια μας κι ανεβαίνουμε στο κρεβάτι του και χοροπηδάμε. Το βράδυ φεύγουμε από τη Χώρα του Πουθενά.    (J. M. Barrie, Πίτερ Παν, μτφρ. Μάριος Βερέττας, εκδ. Άγκυρα, 1994)

 

  Είμαι ο Ταρζάν. Ταξιδεύαμε κάποτε με τη μαμά μου με αεροπλάνο. Πηγαίναμε να ζήσουμε με το μπαμπά. Η μαμά με είχε πάρει μακριά του, επειδή είχαν μαλώσει. Όμως της ζήτησα να γυρίσουμε κοντά του και να του πει συγγνώμη. Εκείνη συμφώνησε μαζί μου. Στη διαδρομή τελείωσαν τα καύσιμα και το αεροπλάνο μας έπεσε στη ζούγκλα. Ευτυχώς που είχε κάτι αλεξίπτωτα, για να μην σκοτώνονται οι άνθρωποι κι έτσι επιζήσαμε όλοι οι επιβάτες. Κάναμε κάμπινγκ στη ζούγκλα και τρώγαμε ξηρά τροφή.

Όμως εμένα με άρπαξε μια πιθηκίνα και με πήρε μακριά από τους άλλους, γιατί εγώ δεν έμοιαζα με τα πιθηκάκια της, ήμουν πιο όμορφος. Έτσι μεγάλωσα με τους πιθήκους. Σκαρφάλωνα στα δέντρα σαν κι εκείνους κι έτρωγα από το φαγητό τους. Δεν έκλαιγα ποτέ, όπως κλαίνε καμιά φορά τα παιδιά. Έβγαζα μόνο πολύ δυνατές κραυγές, κοφτές, όπως οι πίθηκοι. Θα ζήσω για πάντα εδώ. Καμιά φορά θυμάμαι τη μαμά μου. Όταν έρχονται στο μυαλό μου οι αναμνήσεις που ήμαστε μαζί, πιάνομαι απ’ τα ψηλά κλαριά και πηδάω πολύ-πολύ μακριά. (Ο άρχοντας της ζούγκλας, εκδ. Παπαδόπουλος, 1999)

 

  Είμαι ο ΤυΡεξ, δηλαδή ο τυραννόσαυρος με το όνομα Ρεξ, ο βασιλιάς των δεινοσαύρων, ακόμα κι εκείνων που έχουν τόσο μακριά ουρά όσο δέκα τρένα στη σειρά και είναι τόσο ψηλοί, που μπορούν να δουν τη στέγη τους. Ζούσα σε μια σπηλιά κάτω από ένα ηφαίστειο. Τη μέρα που η γυναίκα μου γεννούσε, είδε τη λάβα να βγαίνει. Έτσι πήρε τα τρία νεογέννητα μωρά μας κι έτρεξε μακριά απ’ τη σπηλιά, για να σωθούν.

Εμένα με ξέχασαν στη σπηλιά. Κοιμόμουν και με ξύπνησε η έκρηξη. Έψαχνα να τους βρω μέχρι που βρήκα μια άλλη δεινοσασαυρίνα. Φτιάξαμε μια καινούρια οικογένεια. Έχουμε δύο δεινοσαυράκια που πηγαίνουν στην παιδική χαρά και βρίσκουν τα φιλαράκια τους.     (Τζούντυ Νάγιερ, Οι δεινόσαυροι στα χέρια σου, εκδ. McClanahan Book Company)

 

  Είμαι στην έρημο και ψάχνω για αρχαία πράγματα, όπως κόκκαλα δεινοσαύρων. Αυτά τα στέλνουμε στα μουσεία, για να τα βλέπουν οι άνθρωποι. Κάποτε υπήρχε πολύς κόσμος εδώ. Όσο πιο βαθιά σκάβαμε στην έρημο με τα φτυάρια μας τόσο περισσότερα κόκκαλα βρίσκαμε. Κάποια στιγμή δεν βρίσκαμε πια άλλα κόκκαλα, γιατί είχαν βρεθεί ήδη.

Εγώ όμως δεν θέλω να σταματήσω ποτέ να ψάχνω, γιατί περιμένω ότι κάτι ακόμη θα βρω. Όταν μου τελείωσαν το νερό και το φαγητό, ήμουν ολομόναχος και αβοήθητος. Πήρα μια καμήλα και με πήγε σε μια όαση. Εκεί βρήκα δυο-τρεις ανθρώπους, που έγιναν υπηρέτες μου κι έκαναν ό,τι  τους έλεγα, επειδή με συμπάθησαν. Με βοηθούσαν σε όλα. Έσκαβαν για μένα κι εγώ πήγαινα με την καμήλα και τους έφερνα νερό. Όμως μετά από δύο μήνες έφυγαν, γιατί έπρεπε να φτιάξουν κάποια σπίτια. Έτσι έμεινα πάλι μόνος μου με την καμήλα. Η ζωή μου είναι λίγο βαρετή πια. Σκάβω όλο και πιο αραιά και μένω περισσότερο στην όαση. Όμως είμαι αποφασισμένος να μείνω για πάντα στην έρημο ακόμα κι αν δεν συναντήσω ποτέ πια κανέναν άνθρωπο. (Δεινόσαυροι και προϊστορική ζωή, εκδ. Susaeta ΕΛΛΑΣ Α. Ε.)

Αφήστε μια απάντηση