Στο μάθημα της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας, οι μαθητές της Γ΄ Γυμνασίου του Πρωινού και του Εσπερινού σχολείου μελέτησαν την «Αυτοβιογραφία της» Ελισάβετ Μαρτινέγκου, ένα κείμενο που ανέδειξε με έντονο τρόπο τη θέση της γυναίκας στο παρελθόν, τον θεσμό του γάμου και τον καθοριστικό ρόλο της οικογένειας στις προσωπικές επιλογές των παιδιών.
Με αφορμή τον προβληματισμό που γεννήθηκε από το κείμενο, οι μαθητές του Πρωινού έγραψαν γράμματα προς τους ενήλικες συμμαθητές τους. Στην εισαγωγή του γράμματός τους απευθύνονταν προσωπικά σε αυτούς, εκφράζοντας την απορία και την έκπληξή τους για το γεγονός ότι στο παρελθόν οι γονείς αποφάσιζαν για τον γάμο των παιδιών τους χωρίς τη δική τους γνώμη και η άρνηση είχε ως επακόλουθο τον εγκλεισμό στο σπίτι και την κοινωνική απομόνωση. Στα γράμματά τους όλα τα παιδιά δήλωσαν ότι μια τέτοια επιβολή από τους γονείς θα τους προκαλούσε αγανάκτηση και θυμό, καθώς δεν θα λαμβάνονταν υπόψη οι προσωπικές τους επιθυμίες και τα «θέλω» τους και ότι τους ενοχλεί που ακόμα συντηρούνται αρκετά στερεότυπα για τον ρόλο των δύο φύλων. Τόνισαν ότι νιώθουν τυχεροί που σήμερα μπορούν να αποφασίζουν μόνοι τους για το μέλλον τους και ότι, αν επέλεγαν να παντρευτούν, αυτό θα γινόταν από αγάπη και όχι για τα χρήματα ή την κοινωνική θέση. Στο τέλος των γραμμάτων τους διατύπωσαν δικές τους ερωτήσεις προς τους ενήλικες μαθητές ζητώντας να μάθουν πώς μεγάλωσαν, ποιον ρόλο είχαν οι γονείς τους στις αποφάσεις ζωής και αν έχουν προσωπικές ή οικογενειακές εμπειρίες αντίστοιχες με εκείνες της Μαρτινέγκου.
Οι ενήλικοι μαθητές υποδέχτηκαν με ενθουσιασμό τα γράμματα, καθώς ένιωσαν ότι οι μικροί συμμαθητές τους έδειξαν γνήσιο ενδιαφέρον όχι μόνο για το θέμα, αλλά και για τη δική τους γνώμη, τις εμπειρίες και της επιλογές της ζωής τους. Πολλοί ανέφεραν ότι, αν και οι γονείς τους δεν τους επέβαλαν σύζυγο, είχαν έντονη άποψη για τον γαμπρό ή τη νύφη που είχαν επιλέξει και έδιναν μεγάλη σημασία στο αν προερχόταν από «καλή οικογένεια». Ορισμένες μαρτυρίες ήταν ιδιαίτερα συγκλονιστικές. Μια μαθήτρια ανέφερε ότι την προξένεψαν στα 15 της χρόνια με αρκετά μεγαλύτερο άντρα με πολλά κτήματα, ώστε να αποφευχθεί η προίκα και να δοθεί στον γιό της οικογένειας, πρόταση που αρνήθηκε κατηγορηματικά και ευτυχώς εισακούστηκε. Θυμάται ακόμα με έντονη συναισθηματική φόρτιση τη στιγμή που της τον παρουσίασαν και το έντονο σοκ που ένιωσε. Άλλη μαθήτρια μίλησε για γάμο κατόπιν προξενιού που δεν επιθυμούσε και κατέληξε σε διαζύγιο μετά από πολλά χαμένα χρόνια. Άλλος μαθητής αφηγήθηκε την ιστορία της μητέρας του, που αναγκάστηκε να φύγει κρυφά από το χωριό της «γιατί δεν περνούσε ο λόγος των κοριτσιών τότε, οτιδήποτε έλεγε θεωρούνταν επαναστατικό με αποτέλεσμα κάποιες φορές αυτό να επιφέρει βία και κλείσιμο στο σπίτι χωρίς καμία κοινωνικότητα.» Τέλος, κάποιοι ανέφεραν περιπτώσεις γνωστών τους που εγκλωβίστηκαν σε γάμους επιλογής των γονιών τους για λόγους κοινωνικούς, θρησκευτικούς ή οικονομικούς, στους οποίους παραμένουν ακόμα μόνο και μόνο για «το καλό των παιδιών τους». Μέσα από τα γράμματά τους, οι ενήλικοι μαθητές απηύθυναν στους νεότερους συμμαθητές τους ουσιαστικές συμβουλές ζωής. Τους παρότρυναν να δημιουργήσουν οικογένεια με τον άνθρωπο που πραγματικά αγαπούν και επιλέγουν οι ίδιοι, να παντρευτούν —αν το θελήσουν— με τον τρόπο που τους εκφράζει και όχι για να ικανοποιήσουν προσδοκίες άλλων. Γιατί όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ένας μαθητής «οι γνώμες κάποιων άλλων μπορούν να βοηθήσουν. Οι αποφάσεις τους όμως μπορεί να σε καταδικάσουν».
Όταν διαβάστηκαν στην τάξη του Πρωινού οι απαντήσεις των μαθητών του Εσπερινού, οι νεαροί μαθητές άκουγαν με απόλυτη προσοχή τις αληθινές ιστορίες ζωής που ξεδιπλώνονταν, ενώ σε αρκετά πρόσωπα φάνηκε ο προβληματισμός και η σιωπηλή σκέψη. Οι εμπειρίες των ενηλίκων μαθητών τούς έκαναν να συνειδητοποιήσουν ότι οι επιλογές ζωής στο όχι πολύ μακρινό παρελθόν (οι περισσότεροι ενήλικοι μαθητές είναι ή στην ηλικία των γονιών τους ή λίγο μεγαλύτεροι) δεν ήταν πάντα ελεύθερες και ότι οι κοινωνικές συνθήκες συχνά όριζαν το μέλλον των ανθρώπων.
Τα γράμματα λειτούργησαν ως ένα ζωντανό μάθημα ενσυναίσθησης, κατανόησης και σύνδεσης γενεών, αποδεικνύοντας ότι όταν οι μαθητές συνομιλούν ως «συμμαθητές», ακόμα κι αν δεν συναντιούνται ποτέ, μπορούν να μοιραστούν αλήθειες ζωής που αφήνουν βαθύ παιδαγωγικό αποτύπωμα.
Η φιλόλογος Αθανασία Ζιάτα


































