ποίημα για τους αριθμούς

Δέκα κούκοι κούκου κάναν
τους ακούγαν και τους πιάναν.
Δέκα κουκουβάγιες κλαίγαν
κουκουβάου βάου λέγαν.
Δέκα άγνωστα πουλιά
κελαηδούσαν στη φωλιά!

Εννιά κάβουρες κουτσαίναν
σαν τον κάβουρα πηγαίναν.
Για να φαν εννιά μερίδες
σκουληκάκια και γαρίδες.
Για να φάνε κι εννιά φύκια
που φυτρώναν στα χαλίκια!

Οχτώ σκύλοι από ράτσα
γάβγιζαν σε μια ταράτσα.
Οχτώ κάλτσες μουσκεμένες
ήταν στο σκοινί απλωμένες.
Και οχτώ ριγέ βρακάκια
στέγνωναν στα μανταλάκια!

Εφτά νάνοι στην κουζίνα
είχανε μεγάλη πείνα.
Εφτά φέτες μορταδέλα
περιμέναν στην πιατέλα.
Εφτά μήλα στο ψυγείο
περιμέναν μές στο κρύο.

Έξι λύκοι στο βουνό
κοιτάζαν τον ουρανό.
Έξι φίλες αλεπούδες
κοίταζαν κάτι λακκούβες.
Έξι έξυπνα κουνέλια
ξεκαρδίζονταν στα γέλια.

Πέντε γάτοι στην Αγγλία
νιαουρίζαν αγγλικά.
Πέντε γάτες στην Γαλλία
νιαουρίζαν γαλλικά.
Κι έκαναν πέντε παιδιά
που δεν τσιμουδιά!

Τέσσερις χοντροί καθίσαν
τέσσερα σκαμνιά διαλύσαν
Τέσσερις καρέκλες σπάσαν
φοβηθήκαν και το σκάσαν!

Τρεις σοφοί όλο σοφία
γράφανε σοφά βιβλία.
Και τα τρία τους μολύβια
όλα γράφανε τα ίδια.
Και τρεις γόμες με συγγνώμες
σβήνανε όλες τις γόμες!

Δύο τοίχοι που χαθήκαν
στη γωνιά συναντηθήκαν.
Δυο χαρούμενες κοπέλες
φέρναν πιάτα και πιατέλες.
Δυο κουτάλια σ? ένα πιάτο
ψάχνανε να βρουν τον πάτο.

Μία κότα έκανε αβγά
Κι ένας κόκορας καβγά.
Ένα βόδι που κοιμόταν
Πως ξυπνά ονειρευόταν.

λαχνίσματα

Η Κυρία Αφροδίτη
Η κυρία Αφροδίτη
επαντρεύτηκε στην Κρήτη
έχει άντρα υπουργό
και παιδιά δεκαοχτώ
ένα, δύο, τρία, τέσσερα, πέντε,
έξι, επτά, οκτώ, εννέα, δέκα
και του Παντελή η γυναίκα
πήγε να αφοράσει γάλα
και κατάπιε την μπουκάλα
που θα πάει να γιατρευτεί
στην Αγιά Παρασκευή
που? χει δώδεκα γιατρούς
και σαράντα ποντικούς

Ανέβηκα στην πιπεριά
Ανέβηκα στην πιπεριά
να κόψω ένα πιπέρι
κι η πιπεριά τσακίστηκε
και μου΄κοψε το χέρι

Δώσ? μου το μαντηλάκι σου
το χρυσοκεντημένο
να δέσω το χεράκι μου
που είναι ματωμένο,
μες το αίμα βουτηγμένο

γλωσσοδέτες

… Μπερδεύουμε τη γλώσσα και δοκιμάζουμε να το πούμε όλο και πιο γρήγορα

  • Της αλεπούς η ουρά, επτά φορές κομπομανικοθιλικώθηκε
  • Πέφτη έκοψα το πεύκο. Πέφτη πέφτει ο πεύκος κάτω
  • Γάτα φάκα, φάκα γάτα
  • Βαρέλι, μελοβάρελο
  • Μια πάπια, μα ποια πάπια;
    Μια πάπια, μα ποια πάπια;
    Μια πάπια με παπιά
  • Πίτα σπανακόπιτα, σπανακολαδόπιτα
  • Άσπρη πέτρα ξέξασπρη, κι απ’ τον ήλιο ξεξασπρότερη
  • Η βάρκα η παλιόβαρκα, η μικρή παλιοβαρκίτσα
  • Καλημέρα, καμηλάρη
    καμηλάρη, καλημέρα!
  • Φίλος φίλευε το φίλο
    τριαντάφυλλο με φύλλο
  • Τρύπα σκουληκότρυπα, σκουληκοποντικότρυπα
  • Μαύρη, καρακόμαυρη καρακάξα
    με τα μαύρα καρακαξόπουλα …
  • Από παλιά πουλά πουλιά
    πολλά πουλιά
  • Θαλασσόλυκος στη θάλασσα
    θαλλασοπνίγεται,
    θαλλασσοπούλι θαλασσί
    θαλλασοδέρνεται
  • Κρασάκι σταφυλόκρασο
    ξιδάκι βαρελόξιδο
    βαρελοσταφυλοκρασόξιδο
  • Της καρέκλας το ποδάρι,
    ξεκαρεκλοποδαριάστηκε
  • Τάβλα καλή,
    τάβλα στραβή
    τάβλα στραβοκομμένη
  • Έφαγα κι εχόρτασα
    ζεστά, ξερά, σκαστά κουκιά,
    με τη ζεστή, ξερή, σκαστή κουτάλα
  • Ο παπάς ο παχύς
    έφαγε παχιά φακή.
    Γιατί παπά παχύ
    έφαγες παχιά φακή;
  • Κούπα καπακωτή,
    κούπα καπακωμένη,
    κούπα ξεκαπάκωτη,
    κούπα ξεκαπακωμένη
  • Ο Ρουμπής ο κουμπής ο ρουμποκομπολογης,
    επήγε να ρουμπέψει να κουμπέψει,
    να ρουμποκομπολογεύσει,
    και τον πιάσαν οι ρουμπήτες οι κουμπήτες,
    οι ρουμποκομπολογήτες
    και του κόψαν τα ρουμπιά του τα κουμπιά του,
    τα ρομποκομπολογά του.
    Γιατί Ρουμπή κουμπή πήγες να ρουμπέψεις
    να κουμπέψεις να ρουμποκομπολογεψεις
    και σε πιάσαν οι ρουμπήτες οι κουμπήτες,
    οι ρουμποκομπολογήτες
    και σου κόψαν τα ρουμπιά σου τα κουμπιά σου,
    τα ρουμποκομπολογά σου;

Μπορούμε να ακούσουμε και το ποίημα της Νανάς Νικολάου σε μουσική Νότη Μαυρουδή “Γλωσσοδέτης”, από την παιδική χορωδία Δημήτρη Τυπάλδου

Γλωσσοδέτης
(Νανά Νικολάου)

Μια μέρα άσπρη ξέξασπρη
που εγώ δεν είχα μία
με τον Ρουμποκομπολόγη
φύγαμε για Ρουμπία.

Στον κήπο όταν ετάιζε
μια πάπια μα ποιά πάπια
του παππά μας του παχύ
τη φακή κατάπια.

Να τρέξει πήγε πίσω μου
μα κάτω κουβαριάστηκε
της καρέκλας το ποδάρι
ξεκαρεκλοποδαριάστηκε.

Ανέβηκα στη Τζιτζιριά
για να φωνάξω “κούι”
μα ο Τζιτζιμιτζιχότζιρας
ποτέ του δεν ακούει.

Όλου του κόσμου η Βαβέλ
σα γνωσσοδέτης μοιάζει
κι αν γλώσσεψες τη μπέρδα σου
κανέναν δεν τον νοιάζει.