Δ. Ε. 21. ΑΓΧΟΣ, ΜΟΝΑΞΙΑ ΚΑΙ ΠΕΡΙΘΩΡΙΟΠΟΙΗΣΗ

Quino, Μαφάλντα· Ars Longa 1987, 10, σ. 7.
«Το όνειρο είχε πραγματοποιηθεί και η συνειδητοποίηση του γεγονότος συνεπαγόταν κάποια χαρά και κάποιες υποχρεώσεις. Η πρώιμη επιτυχία δίνει στον άνθρωπο την ιδέα μιας σχεδόν μυστικιστικής υπεροχής της μοίρας απέναντι στη δύναμη της θέλησης – το ναπολεόντειο σύνδρομο στη χειρότερη εκδοχή του. Ο άνθρωπος που φτάνει ψηλά όταν είναι πολύ νέος πιστεύει πως ασκεί τη θέλησή του επειδή το άστρο του λάμπει. Ο άνθρωπος που πρωτοκαθιερώνεται στα τριάντα έχει μια ισορροπημένη ιδέα της συμβολής μοίρας και θέλησης, κι αυτό που πετυχαίνει στα σαράντα έχει την τάση να ρίξει την έμφαση μόνο στη θέληση. Πράγα που, βέβαια, περνάει όταν η θύελλα χτυπάει το σκάφος του…
Το αντιστάθμισμα μιας πολύ πρώιμης επιτυχίας είναι η πεποίθηση πως η ζωή είναι μια ρομαντική υπόθεση. Στην καλύτερη περίπτωση, αυτό σε κάνει να μένεις νέος. Όταν τα πρωταρχικά θέματα του έρωτα και του χρήματος ήταν πια δεδομένα και η επισφαλής διασημότητά μου είχε χάσει τη γοητεία της, είχα ακόμα μπροστά μου ωραία χρόνια να σπαταλήσω, χρόνια που δεν μπορώ ειλικρινά να μην τα νοσταλγώ, στα οποία κυνηγούσα το αιώνιο Καρναβάλι κοντά στη Θάλασσα. Ήδη γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’20 οδήγησα τ’ αυτοκίνητό μου στην Μεγάλη Κορνίς την ώρα του δειλινού, με ολόκληρη της γαλλική Ριβιέρα ν’ αστράφτει από κάτω. Στον ορίζοντα αντίκριζα το Μόντε Κάρλο, και παρ’ όλο που ήταν εκτός σεζόν και δεν είχαν μείνει Μεγάλοι Δούκες για να παίξουν Καζίνο, παρ’ όλο που ο Ε. Φίλιπς Οππενχάιμ δεν ήταν παρά ένας χοντρός εργατικός άνθρωπος στο ξενοδοχείο μου, ντυμένος πάντα μ’ ένα μπουρνούζι, το όνομα και μόνο Μόντε Κάρλο ήταν τόσο αδιόρθωτα μαγευτικό ώστε σταματούσα το αυτοκίνητο και ψιθύριζα όπως οι Κινέζοι: “Αχ, εγώ! Αχ, εγώ!” Δεν κοιτούσα το Μόντε Κάρλο: το μυαλό μου πήγαινε στον νέο με τη χαρτονένια σόλα που αλώνιζε στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Ήμουν πάλι εκείνος – για μια στιγμή είχα την καλή τύχη να μοιράζομαι τα όνειρά μου, εγώ που δεν είχα πια δικά μου όνειρα. Και υπάρχουν ακόμα στιγμές που γαντζώνομαι απάνω του, τον αιφνιδιάζω κάποιο φθινοπωρινό πρωί στη Νέα Υόρκη ή μια ανοιξιάτικη νύχτα στην Καρολίνα, σε στιγμές που είναι τόση ησυχία ώστε μπορείς να ακούσεις ένα σκυλί να γαβγίζει στο διπλανό χωριό. Αλλά ποτέ πια δεν ένοιωσα εκείνο που αισθανόμουν στη σύντομη περίοδο που εκείνος κι εγώ ήμασταν το ίδιο πρόσωπο, τότε που το ρεμβαστικό παρελθόν και το εκπληρωμένο μέλλον ενώνονται σε μια μοναδική υπέροχη στιγμή – τότε που η ζωή ήταν πραγματικά ένα όνειρο».
F. S. FITZGERALD, «Πρώιμη επιτυχία», στο: Η εποχή των θαυμάτων. (Αυτοβιογραφικά και άλλα), μτφρ. Γ. Λάμψας, πρόλογος G. Westcott, εκδ. Printa, Αθήνα 1993, 103-104.

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ
Για άλλη μια φορά η Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων «άστραψε και βρόντηξε» με τα γραφόμενά της: ΠΕΘ προς Φίλη, για τη μείωση των ωρών διδασκαλίας των Θρησκευτικών στα Δημοτικά Σχολεία
Παγιδευμένη στη λογική του αντιπάλου της, του Υπουργού Παιδείας – ο οποίος με μια ακατανόητη απόφαση επιθυμεί τη μείωση των διδακτικών ωρών του Μαθήματος των Θρησκευτικών (ΜτΘ) στην Ε΄ και ΣΤ΄ τάξη του Δημοτικού – προσπαθεί να υπερασπιστεί την αναγκαιότητα ύπαρξης του ΜτΘ στην Πρωτοβάθμια και Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση με έναν «ιδεολογικό ορθοδοξισμό».
Το χειρότερο, βέβαια, στην περίπτωση αυτή είναι το γεγονός ότι ορισμένα από τα μέλη του Δ. Σ., της ΠΕΘ – αδυνατώ να πιστέψω ότι μερικά εξ αυτών υιοθετούν τις πρακτικές της ηγεσίας τους – από τη στιγμή που εξελέγησαν, έχουν κάμει αυτοσκοπό της «θεολογικής» δράσης και ύπαρξής τους, τον σκανδαλώδη διασυρμό όσων με πόνο ψυχής νηφάλια έχουν δουλέψει για να γίνουν διδακτική πράξη τα Νέα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών, τα οποία δεν καταλαβαίνω γιατί ακόμη η εκάστοτε πολιτική ηγεσία του ΥΠΕΠΘ δεν τολμά να εφαρμόσει. Όμως, δεν είναι μόνον ο παραπάνω διασυρμός συναδέλφων, στα πεπραγμένα της ΠΕΘ εντάσσονται ακόμη πιο θλιβερές εικόνες, όπως οι μνημειώδεις ερμηνευτικές της αυθαιρεσίες, όχι μόνο παιδαγωγικών αλλά και θεολογικών ζητημάτων.
Τί θα μπορούσε να γίνει με το συγκεκριμένο πρόβλημα; Είναι πολλοί – κυρίως από το θεολογικό χώρο – που κάμουν την παραπάνω ερώτηση. Η κατάσταση αυτή δεν μπορεί να συνεχιστεί. Ο θεολογικός κόσμος είναι διχασμένος, κι αυτό γιατί κάποιοι κρατώντας το «ορθοδοξόμετρο» στο χέρι νομίζουν ότι μπορούν να διασώσουν το ΜτΘ από την εξαιρετικά επικίνδυνη κατάσταση που βρίσκεται, δηλαδή να πάψει κάποτε να υπάρχει στο εκπαιδευτικό μας σύστημα. Με την ευσεβίστικη νοοτροπία που κουβαλούν δεν είναι διατεθειμένοι να κατανοήσουν απλά παιδαγωγικά ζητήματα που θέτουν τα Νέα Αναλυτικά Προγράμματα Σπουδών.
Σ’ αυτόν, βέβαια, τον παραταξιακό πόλεμο ο αντίπαλος, όσο κι αν φαίνεται γυμνός, έχει την τιμητική του. Κι αυτός ανήκει στην αντίπερα όχθη και διακατέχεται από ιδεοληψίες του τύπου ότι το ΜτΘ διδάσκει μια μακαριότητα του υπερπέραν, ένα Θεό, δηλαδή, που κάποτε κούρδισε το ρολόι του κόσμου κι έκτοτε τον άφησε στην τύχη του.
Η πρότασή μου, λοιπόν, είναι η εξής. Σ’ όλες τις πόλεις να οργανωθούν ανοικτές συζητήσεις, όπου με νηφάλιο τρόπο και λόγο να ακουστούν αλήθειες για το ΜτΘ· με προσκεκλημένους γονείς και μαθητές, αλλά και κάθε ενδιαφερόμενο. Είναι αδιανόητο μια μικρή μερίδα θεολόγων, που η τύχη τούς έφερε να διοικούν ένα επιστημονικό σωματείο (ΠΕΘ), να έχουν «καβαλήσει το καλάμι» – έτσι επί λέξει μου είπε συνάδελφος που ανήκει σ’ αυτό – και να νομίζουν ότι αυτοί μόνον κατέχουν την αλήθεια για το ΜτΘ. Έναντι του ιδεολογικοποιημένου ατομοκεντρικού τους Χριστιανισμού, είναι ευτύχημα που υπάρχουν νηφάλιες φωνές που νοιάζονται για ένα ΜτΘ, λυτρωμένο από τις πέδες μιας κακέκτυπης κατήχησης.
ΧΡΙΣΤΟΣ ΑΝΕΣΤΗ!

Γιώργος Βαρλάμος, Παπαρούνες, (1978).
«Όσοι θυσίασαν και θυσιάστηκαν για τις κοινωνικές και οικονομικές θεωρίες που αναστάτωσαν τον αιώνα μας – και τις διάφορες φιλοσοφίες ή παραφιλοσοφίες απάνω στις οποίες οι θεωρίες αυτές στηρίχθηκαν (από τον αντίχριστο Νίτσε και άλλους ίσαμε το Μαρξ και το Λένιν) – κάθισαν ποτέ να λογαριάσουν αυτό που γίνηκε, το Σεπτέμβριο του 1932, ο Mahatma Gandhi, μέσα από τη φυλακή της Yeranda, ξεκίνησε την απεργία πείνας (ως το θάνατο) που υποχρέωνε τους Ινδούς να ανοίξουν τις πύλες των ναών στους παρίες για πρώτη φορά ύστερα από αμέτρητες χιλιάδες χρόνια μέσα στην πανάρχαια ιστορία των Ινδιών; Κάθισαν ποτέ να λογαριάσουν ποιά στάθηκε η δύναμη εκείνη που στήριξε το μοναχικό άνθρωπο, και να μετρήσουν το αποτέλεσμα της απεργίας με τα μέτρα της φωνής που φωνάζει πω η γαρ δύναμις μου εν ασθενεία τελειούται; Τα βιβλία που διάβαζαν τα περισπούδαστα δεν έγραφαν μέσα τέτοια. Και όμως δίπλα τους – δίπλα μας – έζησε στις μέρες μας ο άνθρωπος αυτός…
Τελειώνοντας τώρα ο 20ος αιώνας, και με τον ανελέητο πόλεμο που βλέπομε να έχει σηκώσει από παντού σήμερα το φανατισμένο Ισλάμ, δεν είναι να απορεί κανένας πως ένας τέτοιον άνθρωπο τον δολοφόνησε αντιμουσουλμάνος, την αποφράδα εκείνη ημέρα, το Γενάρη του 1948. “Voici le temps des ASSASSINS”, χρησμολογούσε ο Rimbaud (assassins με τις δύο σημασίες)».
Collectanea, εκδ. Δόμος 2009, 501, (878).
Διάλεξη του κ. Χρήστου Γιανναρά, Ομότιμου Καθηγητή της Φιλοσοφίας, με θέμα: «Ο αποφατισμός στην ποίηση και στη θεολογία», Τρίτη 19 Απριλίου 2016 στην Αίθουσα Οπτικοακουστικών Μέσων της Θεολογικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
Συντόνισε η Αναπλ. Πρόεδρος και Καθηγήτρια του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας κ. Κίρκη Κεφαλέα και συμμετείχε στην συζήτηση, μεταξύ άλλων, ο Πρόεδρος του Τμήματος Καθηγητής κ. Σωτήριος Δεσπότης.
Η διάλεξη πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο των εκδηλώσεων με θέμα «Θεολογία και Λογοτεχνία» του Τμήματος Κοινωνικής Θεολογίας του ΕΚΠΑ.
ΠΗΓΗ
Του ΘΕΟΔΩΡΟΥ ΖΙΑΚΑ
Το βιβλίο* αυτό διαπιστώνει ότι το σύστημα κοσμοθεωρητικού προσανατολισμού, που προσφέρει το κείμενο της Ιλιάδας για τον κόσμο της Ιωνίας του 8ου π. Χ., αιώνα, παραμένει αξιόπιστο και για τον σύγχρονο δικό μας κόσμο. Το ίδιο διαπιστώνει και για το Ευαγγελικό κείμενο, ένα κείμενο τον 1ου και του 2ου αιώνα μ. Χ., όπως τουλάχιστον το προσέλαβαν οι Έλληνες Πατέρες της Εκκλησίας. Αλλά πώς μπορούν οι κόσμοι των κειμένων αυτών να είναι και δικός μας κόσμος; Αυτό είναι το προκλητικό ερώτημα του βιβλίου.
Οι «κόσμοι» των δύο κειμένων είναι κοσμο-εικόνες, αντιλήψεις για τον κόσμο. Όχι ο ίδιος ο κόσμος. Οπότε, ή ο κόσμος είναι δεδομένος και ανεξάρτητος από τα κείμενα, ή είναι δημιούργημά τους.
Με άλλα λόγια: Ή υπάρχει μια στατική, αναλλοίωτη ανθρώπινη «φύση» και τα μεγάλα πολιτισμικά κείμενα μας λένε απλώς «τι είναι και πώς λειτουργεί», ή η εν λόγω «φύση μας» δεν είναι και τόσο «δεδομένη και αναλλοίωτη». Δηλαδή είναι κάτι που διαπλάθεται, με βάση ενυπάρχουσες ίσως δυνατότητες, οι οποίες όμως δεν ενεργοποιούνται από μόνες τους, αυτόματα, αλλά χρειάζονται ειδικές πολιτισμικές επεξεργασίες, κατευθυνόμενες από τη γνώση των δυνατοτήτων αυτών, δηλαδή από κάποια «μεγάλα κείμενα».
Αν υπάρχει ανθρώπινη φύση, που επιδέχεται «καλή αλλοίωση», τότε ο ρόλος των μεγάλων κειμένων εμφανίζεται πράγματι ουσιαστικός: Εφόσον αυτά μας «έφτιαξαν» είναι όντως ο «κόσμος μας». Περιέχουν τα «πρότυπα», τους «ελκυστές», τα «κέντρα έλξης», του κόσμου μας.
Εδώ μεσολαβεί όμως ένα δεύτερο παράδοξο: Πώς μπορεί το ιλιαδικό κείμενο να είναι «ο κόσμος μας» και το ευαγγελικό κείμενο να είναι επίσης «ο κόσμος μας», αφού τα πρότυπά τους είναι εντελώς διαφορετικά και εν πολλοίς ασυμβίβαστα; Αν ο κόσμος μας είναι «και των δύο», τότε πρέπει να βρισκόμαστε κάπου «ανάμεσα», σαν σε κάποιου είδους ελλειπτική τροχιά γύρω από δύο εστιακά κέντρα. Θα πρέπει να μιλάμε τότε για μια «ένταξη» στους διαφορετικούς κόσμους τους και συνάμα για «απόκλιση» απ’ αυτούς.
Με αυτή την ελλειπτική έννοια -και με τα δύο νοήματα του όρου- η Ιλιάδα είναι όντως ο κόσμος μας. Θα διευκρινίσω την ιδιότυπη αυτή ιδέα του βιβλίου με δύο παραδείγματα, το ένα χριστιανικό και το άλλο ομηρικό.
α. Χριστιανικό παράδειγμα: «Χριστός Ανέστη και Χρόνια Πολλά!»
Μια φορά (πρόκειται για αληθινή ιστορία) επιστρέφοντας από τη λειτουργία της Αναστάσεως, ο «προοδευτικός» (τότε) Τάσιος (Αναστάσιος), εύχεται στον πατέρα του «Χρόνια Πολλά».
– «Τον κακό σου τον καιρό», του αποκρίνεται ο γέρος!
Πέρασαν «χρόνια πολλά», για να κατανοήσει ο Τάσιος το νόημα της απάντησης: Εφόσον ο Χριστός αναστήθηκε, είναι φανερό ότι ο θάνατος πατήθηκε, ότι το κράτος του καταλύθηκε. Το να ζητάμε το λίγο, όταν έχουμε το παν, είναι τουλάχιστον ηλιθιότητα. Τον κακό μας τον καιρό λοιπόν.
Ο γέρος βρισκόταν, προφανώς, στον αναστάσιμο κόσμο του. Ήθελε να ανήκει σ’ αυτόν ολοκληρωτικά. Ο γιος του, ο Τάσιος, ανήκοντας στον νεωτερικό μας κόσμο, δεν πίστευε στην Ανάσταση. Εφόσον όμως μετείχε στην «εορτή των εορτών», την «πανήγυρη των πανηγύρεων», μετείχε εν μέρει και στον πατερικό κόσμο. Ο πατερικός κόσμος ήταν, εν μέρει, και δικός του κόσμος: «ο κόσμος μας».
Το παράδειγμα δίνει τις δυο «ακραίες» γραμμές του φάσματος. Ο «Χριστός Ανέστη», η μία. «Χρόνια Πολλά», η άλλη. Ο πολύς κόσμος (μας) βρίσκεται ανάμεσα. Τα λέει και τα δύο μαζί: «Χριστός Ανέστη και Χρόνια Πολλά!»
β. Ομηρικό παράδειγμα: το επεισόδιο Αχιλλέα -Λυκάονα.
Ο Αχιλλέας είχε αιχμαλωτίσει τον γιο τον Πριάμου, Λυκάονα, και τον είχε πουλήσει στη Λήμνο, αλλά τον εξαγόρασαν οι δικοί του. Έντεκα μέρες γλεντούσε με τους φίλους του, καθώς ήρθε από τη Λήμνο. Πάνω στις δώδεκα όμως τον ξανάριξε ο θεός στα χέρια του Αχιλλέα. Ήταν τη στιγμή που έφευγε από το ποτάμι, όπου είχε αναμερίσει να δροσιστεί. Ήταν χωρίς περικεφαλαία και ασπίδα. Ούτε δόρυ δεν είχε. Όλα τα είχε ρίξει κάτω – γιατί τον βασάνιζε ο κάματος κι ο ιδρώτας.
Βλέποντάς τον, ο Αχιλλέας οργίστηκε και ετοιμάστηκε να τον στείλει κατευθείαν στον άλλο κόσμο. Αλλά εκείνος μόλις τον είδε έτρεξε, γονάτισε μπροστά του και με χίλια παρακάλια του ζητούσε να τον λυπηθεί. Λαχταρούσε με την καρδιά του να ξεφύγει τον κακό θάνατο και τη μαύρη μοίρα. «Χρόνια Πολλά» ζητούσε ο κακομοίρης!
«… τίη όλοφύρεαι ούτως;» (τι ολοφύρεσαι έτσι;), άκουσε τη βροντερή φωνή του Αχιλλέα. Εδώ πέθανε ο Πάτροκλος, που ήταν πολύ καλύτερός σου. Δεν βλέπεις πόσο κι εγώ είμαι ωραίος και μεγαλόσωμος; Κι είμαι από γενναίο πατέρα κι από θεά μητέρα. Όμως και μένα με περιμένει ο θάνατος και η δυνατή η μοίρα. Και του βυθίζει το σπαθί στο σβέρκο.
[«…αλλά, φίλος, Θάνε και συ. τίη ολοφύρεαι ούτως; / κάτθανε και Πάτροκλος, ό περ σέο πολλόν αμείνων. / Ούχ οράας οίος καί εγώ καλός τε μέγας τε; / πατρός δ’ είμ’ αγαθοίο, θεά δέ με γείνατο μήτηρ / αλλ’ επί τοι καί εμοί θάνατος καί μοίρα κραταιή», (Φ 100-110)]. Η φράση έγινε παροιμιώδης: «Κάτθανε και Πάτροκλος». Τουτέστιν: Έτσι κι αλλιώς θα πεθάνουμε. Το θέμα είναι να πεθάνουμε έντιμα και ένδοξα. Αυτός είναι ο κόσμος της Ιλιάδας.
Ο Αχιλλέας πιστεύει, βεβαίως, στην μετά θάνατον ύπαρξη της ψυχής, αλλά μη νομιστεί ότι αυτός είναι ο λόγος που δεν λογαριάζει τον θάνατο. Αυτή η αθανασία της ψυχής δεν έχει καμιά αξία. Καλύτερα δούλος σ’ αυτή τη ζωή παρά βασιλιάς στην άλλη, δηλώνει κατηγορηματικά. Μόνο αυτή εδώ, η μοναδική ζωή μας, έχει αξία.
Η αθανασία των Ορφικών, του Πυθαγόρα, του Πλάτωνα, και όλων των μεταγενέστερων, έχει απαξιωθεί προκαταβολικά στην αυγή του αρχαιοελληνικού πολιτισμού, από τον Ποιητή των ποιητών, ο οποίος «την Ελλάδα πεπαίδευκεν», κατά τον ίδιο τον αρνητή του, τον Πλάτωνα. (Πολιτεία 606 e.) Μόνο την Ανάσταση θα ήταν διατεθειμένος να συζητήσει ο Ποιητής. Το διαβλέπουμε στα λόγια του Σαρπηδόνα: «Καλέ μου, αν ήταν απ’ τον πόλεμο ξεφεύγοντας ετούτον /εμείς αγέραστοι κι αθάνατοι να ζήσουμε αιώνια, / μήτε κι εγώ μαθές ανάμεσα στους πρώτους θα χτυπιόμουν, / μήτε να μπεις και σένα θα ‘σπρωχνα στην δοξαντρούσα μάχη. / Μα τώρα έτσι κι αλλιώς μας ζώνουνε του χάρου οι Λάμιες όλους, / αρίφνητες. Θνητός δε δύνεται να τις ξεφύγει. Πάμε / να ιδούμε κάποιο αν θα δοξάσουμε για αν μας δοξάσει κάποιος!», [Μ 322 – 328, μτφρ. Ν. Καζαντζάκη – Ι. Θ. Κακριδή].
Τα δικά μας «Χρόνια Πολλά» είναι μάλλον σαν του Λυκάονα. Συνιστούν αυταξία. Αποφυγή του θανάτου πάση θυσία. Βεβαίως δεν υποτιμούμε την «ποιοτική» διάσταση της ζωής, αλλά τη βάζουμε δεύτερη. Γι’ αυτό και στην ευχή «χρόνια πολλά» προσθέτουμε συνήθως «και καλά». Το τι σήμερα εννοούμε «καλά» ας μην το σχολιάσουμε καλύτερα…
Αν στον γέρο Όμηρο ευχόμασταν τέτοιου είδους «Χρόνια Πολλά» θα εισπράτταμε σίγουρα ένα «τον κακό σου τον καιρό». Συνεπώς είμαστε στον κόσμο του Ομήρου, αν πιστεύουμε στην μετά θάνατον ύπαρξη της ψυχής και συγχρόνως μακριά του, αν της δίνουμε αξία. Είμαστε στον κόσμο του Ομήρου, αν καταφάσκουμε τη ζωή, αλλά πολύ μακριά του, αν αυτό που καταφάσκουμε είναι η «ζωούλα» μας.
Αλλά πού τέμνεται ο κόσμος του Ευαγγελίου και ο κόσμος της Ιλιάδας; Προφανώς στον κακό μας τον καιρό. Στο ότι ο Όμηρος απαιτεί αρετή και τόλμη. Στο ότι όλο το ομηρικό έπος είναι «αρετής έπαινος», [«Πάσα μεν η ποίησις τω Ομήρω αρετής έστιν έπαινος», (Μέγας Βασίλειος, Προς τους νέους, Υ26.)] Τέμνεται επίσης στην αναστάσιμη «ποιότητα διαθέσεως», [Μαξίμου Ομολογητού, Κεφάλαια Θεολογικά, VI κ’, ΡΟ τ. 90, στ. 1312C]. Υπ’ αυτή την έννοια είναι και δεν είναι «ο κόσμος μας».
Θα κλείσω το σημείωμά μου με την διαστολή του νεωτερικού από το ομηρικό πρότυπο: Και τα δύο είναι «ατομοκεντρικά», με την έννοια ότι ξεχωρίζουν το άτομο από την ομάδα και του δίνουν αξία. Όμως το ομηρικό άτομο είναι «πολύ πιο άτομο» από το άτομο του νεωτερικού Διαφωτισμού. Το δεύτερο είναι λιγότερο συνεκτικό από το πρώτο, πράγμα που οφείλεται, μάλλον, στην ανεπαρκή χειραφέτησή του από τον μεσαιωνικό κολεκτιβισμό.
*Πρόλογος στο βιβλίο του Πάνου Τζώνου, Η Ιλιάδα. Ο κόσμος μας, εκδ. Εξάντας, Αθήνα 2003.
ΠΗΓΕΣ
I.
«Είναι σαν να σε καλεί στο Δείπνο της Βασιλείας του ο Θεός και συ του λες: Ευχαριστώ, δεν έρχομαι γιατί νηστεύω (ή: έχω φάει).
-Έλα έστω για ένα ποτό, έναν καφέ, ένα φρούτο.
-Δυστυχώς δεν μπορώ. Με… περιμένουν!
Εκείνος επιμένει: Έλα τουλάχιστον στη συντροφιά μας και μην πάρεις τίποτα. Να σε νιώσουμε τουλάχιστον ανάμεσά μας.
Του απαντάς: Δεν γίνεται άλλη φορά;
Αυτός για Σένα κλαίγοντας πικρά το Δείπνο της Βασιλείας του ακυρώνει. Και όσοι ετοιμάζονται να προσέλθουν, εμβαίνουν στ’ αυτοκίνητά τους ήσυχα, πηγαίνουν σπίτι τους να κοιμηθούν. Η νύχτα τους σκεπάζει με το χιόνι. Παρθένο πόδι πλέον δεν εισχωρεί στην ουδετέρα ζώνη. Κόκορας λαλεί».
II.
«Είναι όμως και άλλοι που φλέγονται να έρθουν στο Δείπνο – το λαχταράν μ’ όλη τους την ψυχή, μ’ από φόβο διστάζουν, από αδεξιότητα τρομάζουν, από λειψή θαρρώ κοινωνικότητα το πρόσωπό τους αποστρέφουν.
Αυτούς ο Θεός τους προσκαλεί κάθε φορά με τη μεγίστη ευγένεια.
-Όχι, όχι, όχι.
Τους λέει περάστε, προσέλθετε, φως και πνοή μου, επανέλθετε στην τράπεζάν μου!
Όμως ετούτο ακριβώς τους ταράζει. Ποιος είπε του Κυρίου πως δεν θα ήθελαν να είναι οι πρώτοι και οι καλύτεροι στο Δείπνο του; Πεινούν πολύ. Μήνες και χρόνια να γευτούνε φαγητό, μήνες και χρόνια να εναγκαλισθούν και ν’ ασπασθούν εαυτούς και αλλήλους.
Μην πείτε πως ο Θεός δεν προσπάθησε να τους συμπαρασύρει στο Δείπνο του κι αντάξια να τους τιμήσει σκίζοντας θύρες και παραπετάσματα για να έμπουν με την αόρατη ακολουθία τους.
Με φιλάνθρωπην ως πάντα τυραννία τους ελκύει στον οίκο του. Καλεί το δούλο του και λέει: Πάρε αυτές τις προσκλήσεις και όσους πετύχεις στο δρόμο “ανάγκασον εισλεθείν, όπως γεμισθή ο οίκος μου”· εάν αναλάβω τας πτερύγας μου κατ’ όρθον, θα σε πάρω μαζί μου – έτσι λέει ο Ψαλμός.
Και ο δούλος εξέρχεται. Μα στη βιάση του απάνω σκοντάφτει, γκρεμίζεται, χάνεται.
Ο Κύριος του Δείπνου ακαρτερεί. Και περνάνε. Και περνάνε οι μέρες, οι μήνες, τα χρόνια, ωσάν πολιορκητικές μηχανές. Θεέ μου, λέει ο Θεός, και τώρα τι θα κάνω;
Βρίσκει μια κούκλα ρούχινη, την πιο παλιά, την πιο μαδημένη της παιδικής του ηλικίας· τη βάζει δεξιά του. Εις το όνομα των Απόντων, των Πεινασμένων και των Διψασμένων, εις το όνομα της αδιαιρέτου Αγίας αυτής Τριάδος, αρχίζουμε να μνημονεύουμε τα εκλεκτά εδέσματα».
ΚΥΡΙΑΚΟΣ ΧΑΡΑΛΑΜΠΙΔΗΣ, «Πρόσκληση σε Δείπνο», στο: Μεθιστορία, εκδ. Άγρα, Αθήνα 1996, 21-22.
Της ΣΟΦΙΑΣ ΚΑΡΕΚΛΑ

Στη στοχευμένη επίθεση που δέχεται το τελευταίο διάστημα σχετικά με διοικητικές και εκπαιδευτικές αποφάσεις του απαντά το Τμήμα Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης.
Με ένα κείμενο- παρέμβαση που προέκυψε από σχετική συζήτηση σε συνεδρίαση του Τμήματος Θεολογίας, το Τμήμα θέλει να δώσει μια ηχηρή απάντηση στην «κακόβουλη και άδικη πολεμική» που εκτοξεύεται εναντίον του εδώ και αρκετούς μήνες.
Η επίθεση που δέχεται το Τμήμα Θεολογίας δεν αφορά μόνο στην νεοϊδρυθείσα κατεύθυνση ισλαμικών σπουδών αλλά, όπως αναφέρεται στο κείμενο της παρέμβασης, έχει να κάνει με διάφορες αποφάσεις που λαμβάνει το Τμήμα και επιχειρεί να βλάψει το κύρος του.
Ακολουθεί αυτούσιο ολόκληρο το κείμενο της παρέμβασης του Τμήματος Θεολογίας του ΑΠΘ
Το Τμήμα Θεολογίας του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης και το διδακτικό προσωπικό του δέχονται τον τελευταίο καιρό στοχευμένη και αδικαιολόγητη επίθεση, η οποία σχετίζεται με διοικητικού και εκπαιδευτικού περιεχομένου αποφάσεις. Η επίθεση αυτή, η οποία ξεπερνά την εποικοδομητική κριτική και με απαξιωτικούς χαρακτηρισμούς στρέφεται ουσιαστικά κατά του ακαδημαϊκού χαρακτήρα και του κύρους των θεολογικών σπουδών που παρέχονται από ένα δημόσιο ανώτατο εκπαιδευτικό ίδρυμα.
Το Τμήμα μας, ως ζωντανό και αναπόσπαστο τμήμα του ελληνικού δημόσιου πανεπιστημίου, προσπαθεί να επιτύχει τη δημιουργική σύνθεση παράδοσης και ανανέωσης στην Ορθόδοξη Θεολογία, με βάση την κειμενική και μνημειακή της κληρονομιά, και παράλληλα να προσφέρει υψηλού επιπέδου εκπαίδευση στο επιστημονικό πεδίο της θρησκείας και του πολιτισμού, σύμφωνα με τις παγκοσμίως αναγνωρισμένες για πανεπιστημιακά ιδρύματα σταθερές.
Η Ελληνική Πολιτεία, ως αρμόδια για την θρησκευτική εκπαίδευση όλων ανεξαρτήτως των πολιτών της, εμπιστεύθηκε τη λειτουργία κατεύθυνσης προγράμματος Mουσουλμανικών σπουδών στο Τμήμα μας, διότι αυτό διαθέτει εμπειρία, εξειδικευμένο προσωπικό, πληροί τα απαραίτητα ποιοτικά ακαδημαϊκά κριτήρια και γι΄ αυτό είναι σε θέση να αναλάβει οποιοδήποτε ερευνητικό και διδακτικό έργο κριθεί σκόπιμο με επιστημονικά κριτήρια.
Στην συγκεκριμένη περίπτωση, ωστόσο, εκτός των αμιγώς επιστημονικών και ακαδημαϊκών κριτηρίων είναι προφανής και η κοινωνική και διαπολιτισμική αναγκαιότητα για τη θεραπεία του σχετικού γνωστικού αντικειμένου, το οποίο θα προσφέρει τη δυνατότητα αφενός σε όσους Mουσουλμάνους συμπολίτες μας το επιθυμούν να σπουδάσουν σε ακαδημαϊκό επίπεδο τη θρησκεία τους στην κοινή μας πατρίδα, και αφετέρου σε οποιονδήποτε άλλο να γνωρίσει το Ισλάμ, γεγονός που θα προαγάγει τον ιδιαίτερα χρήσιμο σήμερα διαπολιτισμικό διάλογο.
Η φυσιογνωμία, η ταυτότητα και το έργο του Τμήματός μας διαμορφώνεται, διαφυλάσσεται και αξιολογείται επαρκώς από το προσωπικό του και τους αρμόδιους ακαδημαϊκούς φορείς. Το Τμήμα μας δεν απειλείται από τη θρησκευτική ετερότητα ούτε υφίσταται λόγος παρεμβάσεων από αυτόκλητους τιμητές και αξιολογητές της ορθοδοξίας και της ορθοπραξίας των ακαδημαϊκών θεολόγων.
Σε μια δύσκολη εποχή για την ελληνική κοινωνία, όπως η σημερινή, είναι απαραίτητη η αυτοσυγκράτηση, η ψύχραιμη ανάγνωση των γεγονότων και προπάντων η αποφυγή οποιασδήποτε ενέργειας που θα μπορούσε να υπονομεύσει το κύρος των θεολογικών σπουδών στο δημόσιο ελληνικό πανεπιστήμιο, να τραυματίσει την ενότητα του εκκλησιαστικού σώματος και κατ’ επέκταση να προκαλέσει κοινωνικές εντάσεις.
ΠΗΓΗ