«Το όνειρο είχε πραγματοποιηθεί και η συνειδητοποίηση του γεγονότος συνεπαγόταν κάποια χαρά και κάποιες υποχρεώσεις. Η πρώιμη επιτυχία δίνει στον άνθρωπο την ιδέα μιας σχεδόν μυστικιστικής υπεροχής της μοίρας απέναντι στη δύναμη της θέλησης – το ναπολεόντειο σύνδρομο στη χειρότερη εκδοχή του. Ο άνθρωπος που φτάνει ψηλά όταν είναι πολύ νέος πιστεύει πως ασκεί τη θέλησή του επειδή το άστρο του λάμπει. Ο άνθρωπος που πρωτοκαθιερώνεται στα τριάντα έχει μια ισορροπημένη ιδέα της συμβολής μοίρας και θέλησης, κι αυτό που πετυχαίνει στα σαράντα έχει την τάση να ρίξει την έμφαση μόνο στη θέληση. Πράγα που, βέβαια, περνάει όταν η θύελλα χτυπάει το σκάφος του…

Το αντιστάθμισμα μιας πολύ πρώιμης επιτυχίας είναι η πεποίθηση πως η ζωή είναι μια ρομαντική υπόθεση. Στην καλύτερη περίπτωση, αυτό σε κάνει να μένεις νέος. Όταν τα πρωταρχικά θέματα του έρωτα και του χρήματος ήταν πια δεδομένα και η επισφαλής διασημότητά μου είχε χάσει τη γοητεία της, είχα ακόμα μπροστά μου ωραία χρόνια να σπαταλήσω, χρόνια που δεν μπορώ ειλικρινά να μην τα νοσταλγώ, στα οποία κυνηγούσα το αιώνιο Καρναβάλι κοντά στη Θάλασσα. Ήδη γύρω στα μέσα της δεκαετίας του ’20 οδήγησα τ’ αυτοκίνητό μου στην Μεγάλη Κορνίς την ώρα του δειλινού, με ολόκληρη της γαλλική Ριβιέρα ν’ αστράφτει από κάτω. Στον ορίζοντα αντίκριζα το Μόντε Κάρλο, και παρ’ όλο που ήταν εκτός σεζόν και δεν είχαν μείνει Μεγάλοι Δούκες για να παίξουν Καζίνο, παρ’ όλο που ο Ε. Φίλιπς Οππενχάιμ δεν ήταν παρά ένας χοντρός εργατικός άνθρωπος στο ξενοδοχείο μου, ντυμένος πάντα μ’ ένα μπουρνούζι, το όνομα και μόνο Μόντε Κάρλο ήταν τόσο αδιόρθωτα μαγευτικό ώστε σταματούσα το αυτοκίνητο και ψιθύριζα όπως οι Κινέζοι: “Αχ, εγώ! Αχ, εγώ!” Δεν κοιτούσα το Μόντε Κάρλο: το μυαλό μου πήγαινε στον νέο με τη χαρτονένια σόλα που αλώνιζε στους δρόμους της Νέας Υόρκης. Ήμουν πάλι εκείνος – για μια στιγμή είχα την καλή τύχη να μοιράζομαι τα όνειρά μου, εγώ που δεν είχα πια δικά μου όνειρα. Και υπάρχουν ακόμα στιγμές που γαντζώνομαι απάνω του, τον αιφνιδιάζω κάποιο φθινοπωρινό πρωί στη Νέα Υόρκη ή μια ανοιξιάτικη νύχτα στην Καρολίνα, σε στιγμές που είναι τόση ησυχία ώστε μπορείς να ακούσεις ένα σκυλί να γαβγίζει στο διπλανό χωριό. Αλλά ποτέ πια δεν ένοιωσα εκείνο που αισθανόμουν στη σύντομη περίοδο που εκείνος κι εγώ ήμασταν το ίδιο πρόσωπο, τότε που το ρεμβαστικό παρελθόν και το εκπληρωμένο μέλλον ενώνονται σε μια μοναδική υπέροχη στιγμή – τότε που η ζωή ήταν πραγματικά ένα όνειρο».

F. S. FITZGERALD, «Πρώιμη επιτυχία», στο: Η εποχή των θαυμάτων. (Αυτοβιογραφικά και άλλα), μτφρ. Γ. Λάμψας, πρόλογος G. Westcott, εκδ. Printa, Αθήνα 1993, 103-104.

Σκόρπιες σκέψεις με αφορμή τις Τζαζ Ιστορίες του Σάκη Παπαδημητρίου

Του Αθανασίου Ι. Καλαμάτα

ΣΑΚΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ, Τζαζ ιστορίες και ανησυχίες, εκδ. Απόπειρα, Αθήνα 2003

Γνωρίζω τον Σάκη Παπαδημητρίου από τη Θεσσαλονίκη. Ήταν η χρονιά του 1994, χρονιά που έκαμε την έκδοση δύο σημαντικών βιβλίων του για την τζαζ. Στον πανεπιστημιακό εκδοτικό οίκο University Studio Press, όπου τότε εργαζόμουν ως υπεύθυνος εκδόσεων, είχε έρθει ο Σάκης για να εκδώσει την Εισαγωγή στην τζαζ και ένα βιβλίο για τον Leonard Bernstein. Πολλές ήταν τότε οι στιγμές – μοναδικές θα τις χαρακτήριζα – που συζητώντας μαζί του, είχα τη χρυσή ευκαιρία να διευρύνω τη σχέση μου με την τζαζ μουσική. Ήξερα, βέβαια, ότι η υπόθεση της τζαζ στην Ελλάδα ήταν, και συνεχίζει βέβαια να είναι, αδιαχώριστα συνδεδεμένη με το όνομα του Σάκη Παπαδημητρίου. Το μόνο, ωστόσο, που δεν φανταζόμουν ήταν ότι μουσικός αυτός δημιουργός, ποιητής, πεζογράφος και παραγωγός ραδιοφωνικών εκπομπών, θα ήταν τόσο απλός και οικείος, αλλά και πρωτοπόρος. Ενθυμούμαι πολύ καλά, τώρα που γράφω αυτές τις σκέψεις, τα θλιβερά γεγονότα της συναυλίας με τη Γεωργία Συλλαίου που είχε κάμει ο Σάκης Παπαδημητρίου στη Ροτόντα, τότε που μαινόμενοι «χριστιανομαθημένοι» χούλιγκαν «πιστοί» είχαν εισβάλλει στο μοναδικό για το είδος του αυτό μνημείο και τα είχαν κάμει γυαλιά καρφιά. Αντιδρούσαν βλέπετε στην «παραβίαση» της ιερότητας του χώρου, ο οποίος όμως για την ίδια την ιστορία της ανεξάντλητης αυτής πόλης, της Θεσσαλονίκης, εγγράφεται ως μνημείο όχι μόνο θρησκευτικό, αλλά και ως μνημείο – σύμβολο της ιστορικής πολυπολιτισμικής φυσιογνωμίας της.

Ο Σάκης Παπαδημητρίου έχει το ακριβό προνόμιο να συνταιριάζει άψογα το ρόλο του μουσικού δημιουργού με αυτόν του κριτικού. Όλα του σχεδόν τα βιβλία και η δράση του, από τη μαγευτική «Διαγώνιο» μέχρι τις ανεπιτήδευτες ραδιοφωνικές παραγωγές του, φέρουν το στίγμα της πρωτοτυπίας και αντιστέκονται στο κυρίαρχο συρμό της βιομηχανοποιημένης μουσικής των ημερών μας. Σ’ αυτό το δέκατο έβδομο βιβλίο του, πάνω απ’ όλα ο αφηγητής Σάκης Παπαδημητρίου, ανήσυχα και απρόβλεπτα μας ξετυλίγει προσωπικές ιστορίες και περιπέτειες του, ταξίδια και φεστιβάλ, πρόσωπα, βιβλία και δίσκους, «ανοίγει» την τζαζ σ’ άλλες καλλιτεχνικές μορφές: τον κινηματογράφο, τη λογοτεχνία, το θέατρο, το χορό, τη φωτογραφία. Πρόκειται για ένα βιβλίο όπου τα κριτήρια αξιολόγησης κυριαρχούνται από το πνεύμα της τζαζ. Διαρθρωμένο σε τρία μέρη, στο μεν πρώτο, με «έδρα τη Θεσσαλονίκη», απεικονίζει μνήμες από τα νεανικά χρόνια του καλλιτέχνη, στο δεύτερο, σχολιάζει βιβλία με θέμα τη τζαζ και βιογραφεί μουσικούς, στο δε τρίτο, επανεκτιμά ορισμένες σύγχρονες κριτικές τάσεις που αφορούν το συγκεκριμένο μουσικό ρεύμα, όπως λόγου χάριν την πολεμική του Adorno, το «νέο πνεύμα» του Le Corbusier και του Δ. Μητρόπουλου.

Είπαν πως η τζαζ είναι κατεξοχήν τέχνη του αυτοσχεδιασμού. Εξού και η πολλαπλότητα των στοιχείων της, της βαριάς κληρονομιάς της: η γέννησή της στη Νέα Ορλεάνη, τα σπιρίτζουαλ, τα μπλουζ, τα μίνστρελ, το σουίνγκ, η αφροκουβανέζικη επίδρασή της. Ο Σάκης Παπαδημητρίου βιώνει εκπληκτικά τον καλλιτεχνικό αυτό ορίζοντα, δίνοντάς μας απλόχερα για άλλη μια φορά, μέσα από ένα μουσικό σχολείο που ξεκινάει από το 1975 στο Β΄ Πρόγραμμα και φτάνει σε εκπομπή της ΕΡΤ 3 με την «παγκοσμιότητα της τζαζ», ένα βιβλίο ουτοπικό.

Ο ΣΑΚΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΙΟΥ ΜΕ ΤΗ ΓΕΩΡΓΙΑ ΣΥΛΛΑΙΟΥ ΣΤΟ ART STUDIO