Παρέμβαση των Εμπειρογνωμόνων των νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Οι Επιτροπές Εμπειρογνωμόνων που εκπόνησαν τα νέα Προγράμματα Σπουδών στα Θρησκευτικά Δημοτικού-Γυμνασίου και Λυκείου χαιρετίζουν με ιδιαίτερη ικανοποίηση την εφαρμογή τους στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, με την έναρξη της φετινής σχολικής χρονιάς 2016-17, ύστερα από τη δημοσίευση και την αποστολή των σχετικών ΦΕΚ στα σχολεία όλης της χώρας.

Η σύνταξη αυτών των νέων Προγραμμάτων Σπουδών ξεκίνησε το 2010-2011, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας για μεταρρύθμιση της διδακτικής σε όλα τα γνωστικά αντικείμενα, στο Δημοτικό και στο Γυμνάσιο από την τότε πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας. Μάλιστα, κατά τα έτη 2011-2014 τα νέα Προγράμματα Σπουδών ετέθησαν σε πιλοτική εφαρμογή, η οποία αξιολογήθηκε και από εξωτερικούς κριτές. Οι κυρίως εργασίες τελείωσαν το 2015, με την ολοκλήρωση του Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Λυκείου, ενώ το 2016 συνεχίστηκαν οι προβλεπόμενες αναθεωρήσεις και έγιναν οι σχετικές επανεκδόσεις. Μαζί με τους εμπειρογνώμονες εργάστηκαν επικουρικά και ομάδες εκπαιδευτικών, για τη συγκέντρωση του προτεινόμενου διδακτικού και υποστηρικτικού υλικού. Οι θεολόγοι που ενεπλάκησαν στη διαδικασία δούλεψαν με πολύ μεράκι και με προσήλωση στο παιδαγωγικό καθήκον, τοποθετώντας πολύ ψηλά τον πήχη, υπερβαίνοντας κατά πολύ αυτές τις τυπικές απαιτήσεις του έργου, χωρίς να φείδονται χρόνου και κόπων και χωρίς να υπολογίζουν τις αντιξοότητες. Μοναδικό κίνητρο και στόχος ήταν η ποιοτική αναβάθμιση του μαθήματος των Θρησκευτικών σε όλα τα επίπεδα, τη στιγμή μάλιστα που διάφορες πολιτικές πλευρές έδειχναν να υποβαθμίζουν τη θέση του στο σχολείο. Σε όλες τις φάσεις της συγγραφής, κυριάρχησε η παιδαγωγική ευθύνη απέναντι στους σημερινούς μαθητές και μαθήτριες, η αγάπη για το μάθημα των Θρησκευτικών και η πίστη στη μορφωτική αποστολή του.

Λαμβάνοντας υπόψη τόσο τα ποσοτικά όσο και τα ποιοτικά χαρακτηριστικά του συνολικού έργου, μπορούμε να πούμε ότι επιτελέστηκε ένας τεράστιος άθλος, ο οποίος οφείλεται στον μόχθο πολλών ανθρώπων. Σε αυτούς περιλαμβάνονται στελέχη του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής, πανεπιστημιακοί καθηγητές, σχολικοί σύμβουλοι, συγγραφείς διδακτικών βιβλίων και εκπαιδευτικοί της τάξης, θεολόγοι και δάσκαλοι της Δημοτικής Εκπαίδευσης. Εκτός από τις Επιτροπές Εμπειρογνωμόνων, οι οποίες επωμίστηκαν το έργο της σύνταξης των Προγραμμάτων Σπουδών και των Οδηγών Εκπαιδευτικού, πρέπει να αναφερθεί η συμβολή της Επιτροπής Αξιολογητών του Λυκείου, των Σχολικών Συμβούλων Θεολόγων, των εκπαιδευτικών στα πιλοτικά σχολεία, οι οποίοι συνέβαλαν με την πολύτιμη εμπειρία τους, αλλά και των χιλιάδων μαθητών/μαθητριών αυτών των σχολείων, που με την ανταπόκριση και τον ενθουσιασμό τους μετέδωσαν δύναμη και ελπίδα για να ολοκληρωθεί αυτό το έργο. Επιπρόσθετα, πρέπει να αναφερθούν αρκετοί θεολόγοι-εκπαιδευτικοί, οι οποίοι με φιλότιμο μοιράστηκαν διδακτικές ιδέες και πολύτιμο διδακτικό υλικό, οι εξωτερικοί παρατηρητές και κριτικοί φίλοι, καθώς επίσης όλοι όσοι -στο πλαίσιο του διαλόγου που διεξήχθη- κατέθεσαν καλοπροαίρετη κριτική και παρατηρήσεις. Στον διάλογο αυτό, συνέβαλαν με τις απόψεις τους εκκλησιαστικοί θεσμοί, οι θεολογικές σχολές, σχολικοί σύμβουλοι, επιστημονικές ενώσεις θεολόγων, συνδικαλιστικές ενώσεις εκπαιδευτικών, πανεπιστημιακοί καθηγητές, εκπαιδευτικοί κ.ά.

Απευθυνόμενοι προς τους εκπαιδευτικούς της τάξης, αλλά και προς τους γονείς και τους μαθητές, καταθέτουμε την πεποίθησή μας ότι τα Προγράμματα θα αρχίσουν άμεσα να αποδίδουν καρπούς, μέσα από την αναδιάταξη των διδακτικών θεμάτων και την ανανέωση της διδασκαλίας, με πλούσιο διδακτικό υλικό και με πιο σύγχρονες διδακτικές μεθόδους που ενεργοποιούν τους μαθητές. Σύντομα η εφαρμογή τους θα υποστηριχθεί και από μια εργαστηριακού τύπου στοχευμένη επιμόρφωση των εκπαιδευτικών. Τα νέα Προγράμματα Σπουδών στα Θρησκευτικά δεν είναι κλειστά και τετελεσμένα προγράμματα, αλλά από τη φύση και τη λειτουργία τους είναι ανοικτά και επιδέχονται συνεχή ανανέωση και αναθεώρηση. Κατά τη φετινή πρώτη χρονιά υλοποίησής τους θα δοθεί η ευκαιρία στους εκπαιδευτικούς να αξιολογήσουν την πορεία εφαρμογής τους, να καταθέσουν ενδεχόμενες παρατηρήσεις και προτάσεις βελτίωσης και αναθεώρησής τους, όχι θεωρητικά ή ιδεολογικά, αλλά μέσα από την ίδια τη μαθησιακή διαδικασία. Για να φθάσουμε στο επιθυμητό αποτέλεσμα, χρειάζεται η συνδρομή και η συνεργασία όλων. Αυτό που είναι κατεξοχήν καινοτόμο στο μάθημα είναι η παιδαγωγική μέθοδος. Ως προς την ίδια τη φυσιογνωμία του, η διαφοροποίηση δεν είναι τόσο ριζοσπαστική όσο παρουσιάζεται στη βάση ποικίλων παραναγνώσεων. Είναι ένα μάθημα που δίνει απόλυτη προτεραιότητα στην παράδοση του τόπου μας, στην ορθόδοξη χριστιανική. Δεν έχει κατηχητικό χαρακτήρα, καθώς η κατήχηση είναι μια υπόθεση της Εκκλησίας και της οικογένειας, όχι του σχολείου. Παράλληλα, όπως και στα προηγούμενα προγράμματα, ενημερώνει και για τον κόσμο των θρησκειών. Η αίσθηση ότι υπάρχει «πολλή θρησκειολογία» ή ότι είναι «ουδετερόθρησκο» δεν είναι ακριβής. Ασφαλώς, εξάλλου, το μάθημα δεν είναι «θρησκειολογικό». Πόσο μάλλον δεν ισχύει η κατηγορία ότι το μάθημα προωθεί τον θρησκευτικό συγκρητισμό. Αυτό είναι απολύτως αναληθές και εδράζεται σε ακατάλληλη ανάγνωση του ΠΣ. Το μάθημα είναι ορθόδοξο, κατά αντιστοιχία με την κοινωνική πλειοψηφία και κύρια πολιτισμική ταυτότητα της κοινωνίας μας. Συνάμα είναι ανοιχτό στην ετερότητα και εμπεριέχει και γνωσιακή ύλη για άλλες θρησκείες, όπως ίσχυε και στο παρελθόν. Απλώς υπάρχει μια αναδιάρθρωση της ύλης, που υπηρετεί καλύτερα τις σύγχρονες συνθήκες και αντανακλά τις παραστάσεις για τον κόσμο που ήδη έχουν τα παιδιά. Εν τέλει, το μάθημα προάγει την κατανόηση της ετερότητας, όχι τη σύγχυση της ταυτότητας.

Παράλληλα με τα παραπάνω, επιθυμούμε να εκφράσουμε, με σαφήνεια και προς κάθε κατεύθυνση, τη θέση μας γύρω από ορισμένες εντάσεις, οι οποίες αναφύονται με αφορμή την εφαρμογή των νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά. Οι Επιτροπές των εμπειρογνωμόνων που τα εκπόνησαν, έχουν αποσαφηνίσει όλα τα ζητήματα που έχουν αναδειχθεί κατά τον δημόσιο διάλογο και έχουν ανασκευάσει με επιστημονική τεκμηρίωση τις επικρίσεις που κατατέθηκαν ή είδαν το φως της δημοσιότητας, ανεξάρτητα από τα κίνητρά τους. Ουδέποτε οι Επιτροπές αρνήθηκαν τον διάλογο ούτε υποτίμησαν οποιαδήποτε άποψη. Εξακολουθούμε να είμαστε ανοιχτοί σε διάλογο, καθώς περιμένουμε τον περαιτέρω εμπλουτισμό των διδακτικών υλικών, αλλά και την αξιολόγηση των συναδέλφων εκπαιδευτικών κατά την πρώτη αυτή χρονιά εφαρμογής των νέων Προγραμμάτων Σπουδών. Αναμένουμε επίσης την έντυπη έκδοση των συμβατών βιβλίων και υλικών του μαθήματος, ώστε να θεωρηθεί ολοκληρωμένη η διαδικασία υποστήριξης και εφαρμογής των Προγραμμάτων.

Προβληματιζόμαστε εντόνως όταν διαβάζουμε κείμενα, τα οποία προέρχονται από μέλη επιστημονικών ενώσεων, που συκοφαντούν, λοιδορούν, απειλούν ή επιδιώκουν να διχάσουν τη θεολογική και εκπαιδευτική κοινότητα, παρακινώντας σε «αντίσταση κατά της αρχής»! Τόσα χρόνια που διεξάγεται διάλογος, θα περιμέναμε από τους ενορχηστρωτές και τους πρωταγωνιστές των επικρίσεων, αντί της στείρας και άγονης κριτικής, να αντιπροβάλουν, ένα προσχέδιο, έστω ένα σκαρίφημα ή ένα σχέδιο μαθήματος, από τη δική τους παιδαγωγική πρόταση για την αναβάθμιση του μαθήματος των Θρησκευτικών, παρουσιάζοντας τη δική τους διδακτική προσέγγιση. Ακόμη και σήμερα, ύστερα από διάλογο πέντε ετών, ορισμένοι επικριτές δείχνουν να μην έχουν καταλάβει –δεν θέλουμε να πιστέψουμε ότι παραπλανούν σκόπιμα– ότι τα Προγράμματα Σπουδών δεν είναι διδακτικά βιβλία, ότι δεν περιλαμβάνουν την έννοια της διδακτέας ύλης, ότι δεν είναι θρησκειολογικά κ.ά. Ευτυχώς τέτοιου είδους εσκεμμένοι αποπροσανατολισμοί δεν αφορούν στο μεγάλο μέρος των εκπαιδευτικών θεολόγων. Σήμερα, όλοι οι εκπαιδευτικοί μπορούν να κρίνουν, μόνοι τους στην τάξη και με τους μαθητές τους, ποιο ακριβώς είναι το περιεχόμενο του νέου Προγράμματος Σπουδών.

Είναι γνωστό ότι ποτέ δεν αρνηθήκαμε την πρόσκληση είτε της Αρχιεπισκοπής είτε της Ιεράς Συνόδου για ενημέρωση και διάλογο μαζί της -το αντίθετο μάλιστα. Όπως είναι εξίσου γνωστές και καταγεγραμμένες οι δημόσιες ενθαρρύνσεις του ίδιου του Αρχιεπισκόπου σε ενημερωτικές συναντήσεις μαζί μας (και υπήρξαν πολλές), «να συνεχίσουμε το έργο της αναβάθμισης του θρησκευτικού μαθήματος στους άξονες και τις αρχές», που ο ίδιος και γνώριζε καλά και υπεραμυνόταν. Μας ανησυχεί, όμως, το γεγονός ότι η ηγεσία της Εκκλησίας τελικώς ανέθεσε την έκφραση και εκπροσώπησή της στους ανθρώπους που εδώ και πέντε έτη βάλλουν συστηματικά εναντίον των νέων Προγραμμάτων, κατασκευάζοντας θεωρίες συνομωσίας, συκοφαντώντας και σπιλώνοντας την τιμή και τη συνείδηση ανθρώπων που προσφέρουν και διακονούν επί σειράν ετών το ποιμαντικό και θεολογικό έργο της. Εν τέλει, όσοι θεωρούν ότι είναι προτιμότερο ή καλύτερο να αλλάξει το υφιστάμενο θεσμικό πλαίσιο της θρησκευτικής εκπαίδευσης στην Ελλάδα σήμερα, με τους κινδύνους που συνεπάγεται αυτή η αλλαγή, ας αναλάβουν την ευθύνη της πρότασής τους.

Στο σημείο αυτό θα θέλαμε να προβούμε σε μία απαραίτητη διευκρίνιση σχετικά με ένα μέρος του προς επεξεργασία υλικού, το οποίο ο Αρχιεπίσκοπος αναδεικνύει ως προβληματικό στην πρόσφατη επιστολή του προς τον Πρωθυπουργό. Διευκρινίζουμε, λοιπόν, και επισημαίνουμε ότι το υλικό αυτό είναι απολύτως ενδεικτικό και ο εκπαιδευτικός έχει τη δυνατότητα και την ελευθερία να το αντικαταστήσει με δικό του. Το υλικό αυτό δεν αποτελεί παραγγελία του Υπουργείου ή του ΙΕΠ, αλλά πρόκειται για μια καθαρά εθελοντική εργασία, την οποία συνέθεσαν εκπαιδευτικοί της τάξης, θεωρώντας ότι μπορεί να διευκολύνει τους συναδέλφους τους στο ξεκίνημα της εφαρμογής των νέων Προγραμμάτων. Τα όποια τραγούδια κρίνεται ότι ενδέχεται να σκανδαλίσουν τους μαθητές και τις μαθήτριες μπορούν άμεσα να αποσυρθούν από το δημοσιευμένο/αναρτημένο υλικό.

Εντούτοις, μας προκαλεί έκπληξη και απορία η απόρριψη παρόμοιων υλικών, ενώ αυτού του είδους οι παιδαγωγικές διαδικασίες και οι νέες τεχνικές μάθησης έχουν ήδη εισαχθεί και αξιοποιηθεί στην κατήχηση της Εκκλησίας, στα προγράμματα ποιμαντικής επιμόρφωσης, στις εκκλησιαστικές κατασκηνώσεις (Βλ. Ιερά Αρχιεπισκοπή Αθηνών, Γραφείο Νεότητος, Κατηχητικό Βοήθημα 2006-2007, «Σύγχρονα τραγούδια, αφορμή για συζήτηση με τους νέους μας», Επιμ. Σχόλια: Πρωτ. Θεμιστοκλής Μουρτζανός, Αθήνα 2006 και www.imcorfu.gr/website/katixi2006_2007.doc· επίσης, Αδαμάντιος Αυγουστίδης, «“Χάσμα γενεών” και η “Γεφύρωσή” του, Ψυχολογική και Θεολογική προσέγγιση», στο: Αγάπη και Μαρτυρία, αναζητήσεις λόγου και ήθους στο έργο του Ηλία Βουλγαράκη, Ακρίτας, Αθήνα, 2001, σσ. 275-290). Η αντίφαση, λοιπόν, παραμένει πώς τέτοιου είδους υλικό θεωρείται «απρεπές» για το μάθημα των Θρησκευτικών στο δημόσιο σχολείο;

Με αφορμή διάφορες μικροπολιτικές συζητήσεις του παρελθόντος -και οι οποίες επαναλαμβάνονται σήμερα με επίκαιρες προσαρμογές, με προφανή στόχο να συκοφαντηθούν τα Προγράμματα Σπουδών- τονίζουμε την πεποίθησή μας ότι οι παιδαγωγικές αξίες δεν χρωματίζονται πολιτικά, πολύ δε περισσότερο κομματικά. Η πολυετής διάρκεια της εργασίας μας και η προσήλωσή μας στις θεολογικές και παιδαγωγικές αρχές της δεν επιτρέπει σε κανέναν την ταύτισή της με οποιαδήποτε κομματική σκοπιμότητα ή ιδεολογία. Οφείλουμε να προστατεύσουμε το μάθημα των Θρησκευτικών από επικοινωνιακές αντιπαραθέσεις, μικροκομματικά συμφέροντα και σκοπιμότητες που δεν έχουν σχέση με το παιδαγωγικό πλαίσιο της λειτουργίας του.

Τέλος, εκφράζουμε την ανησυχία μας επειδή ορισμένες απόψεις που κατατίθενται, με αποκλειστικό σκοπό την πάση θυσία ατομική δικαίωση εκείνων που τις διατυπώνουν, μπορεί να θέσουν σε κίνδυνο ακόμη και τα κεκτημένα και αναγνωρισμένα δικαιώματα του μαθήματος των Θρησκευτικών. Τα νέα Προγράμματα Σπουδών προχωρούν στην αναβάθμιση του μαθήματος με αφετηρία το υφιστάμενο νομικό και εκπαιδευτικό πλαίσιο, χωρίς να το ανατρέπουν. Επιπλέον, παρέχουν τον ζωτικό χώρο και προσφέρουν τα διδακτικά υλικά και εργαλεία στον εκπαιδευτικό, για την ανάδειξη του πνευματικού πλούτου και της μορφωτικής δυναμικής που περιέχει το μάθημα των Θρησκευτικών με επίκεντρο την Ορθόδοξη Παράδοση και σε διάλογο με τον σύγχρονο και ραγδαία μεταβαλλόμενο κόσμο μας. Προς όφελος, πάντα, των παιδιών και εφήβων που μαθητεύουν στα σχολεία της πατρίδας μας -και όχι, φυσικά, της πείσμονος αγκίστρωσης σε ιδεολογικά καταφύγια άσχετα με τη ζωή και το νόημά της, εν τέλει άσχετα με τη ζωή της Εκκλησίας.

Με τιμή,

Ακανθοπούλου Καλλιρρόη, Δρ. Θεολογίας, καθηγήτρια Θεολόγος

Βαλλιανάτος Άγγελος, Δρ. Θεολογίας, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων

Βασιλειάδης Πέτρος, Ομ. Καθηγητής Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ

Βουλγαράκη Ευαγγελία, Δρ. Θεολογίας, καθηγήτρια Θεολόγος

Γιαγκάζογλου Σταύρος, Σύμβουλος Α΄ του Υπουργείου Παιδείας, Έρευνας και Θρησκευμάτων, Προϊστάμενος Γραφείου Έρευνας, Σχεδιασμού και Εφαρμογών Α του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής

Γριζοπούλου Όλγα, Δρ. Θεολογίας

Διαμαντής Φώτιος, Δάσκαλος, MEd & Θεολόγος, MTh

Ζιάκα Αγγελική, Επ. Καθηγήτρια Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ

Ζορμπάς Κωνσταντίνος, Δρ. Θεολογίας, Κοινωνιολόγος, καθηγητής Θεολόγος

Καλαϊτζίδης Παντελεήμων, Δρ. Θεολογίας, τ. Πάρεδρος ε.θ. του Π.Ι., καθηγητής Θεολόγος

Καραχάλιας Στέφανος, Δρ. Θεολογίας, καθηγητής Θεολόγος

Κουκουνάρας-Λιάγκης Μάριος, Λέκτορας Τμήματος Θεολογίας ΕΚΠΑ

Μαλεβίτης Ηλίας, MA, καθηγητής Θεολόγος

Μητροπούλου Βασιλική, Αν. Καθηγήτρια Τμήματος Θεολογίας ΑΠΘ

Μόσχος Δημήτρης, Επίκουρος Καθηγητής Θεολογικής Σχολής ΕΚΠΑ

Νευροκοπλής Αθανάσιος, MTh, καθηγητής Θεολόγος

Παναγάκης Αντώνης, Δάσκαλος και Θεολόγος

Παπαδόπουλος Γιώργος, καθηγητής Θεολόγος

Πλιάκου Ζωή, Θεολόγος

Στάθης Γιώργος, τ. Πάρεδρος Παιδαγωγικού Ινστιτούτου

Στριλιγκάς Γεώργιος, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων

Συργιάννη Μαρία, Δρ. Θεολογίας, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων

Ταμβάκης Παναγιώτης, Δρ. Θεολογίας, Σχολικός Σύμβουλος Πρωτοβάθμιας Εκπαίδευσης

Τριανταφυλλίδου Κυριακή, MA, καθηγήτρια Θεολόγος

Υφαντής Παναγιώτης, Αν. Καθηγητής Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

Φανάρας Βασίλειος, Δρ. Θεολογίας, καθηγητής Θεολόγος

Χριστόπουλος Νικόλαος, Δρ. Θεολογίας, Σχολικός Σύμβουλος Θεολόγων

Πηγή

http://religionslehrer.blogspot.gr/2016/10/blog-post_5.html

ΟΙ ΕΠΙΤΡΟΠΕΣ ΕΜΠΕΙΡΟΓΝΩΜΟΝΩΝ ΓΙΑ ΤΑ ΝΕΑ ΠΡΟΓΡΑΜΜΑΤΑ ΣΠΟΥΔΩΝ ΣΤΑ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Το νέο Πρόγραμμα Σπουδών στα Θρησκευτικά απηχεί πολυετείς προβληματισμούς ήδη από τα τέλη της δεκαετίας του ’90. Με ιδιαίτερη τιμή στους δασκάλους μας, τους θεολόγους που ανανέωσαν και αναζωπύρωσαν τον θεολογικό λόγο τις προηγούμενες δεκαετίες, με την ίδια αγάπη και μαθητεία αναστοχαστήκαμε τη φυσιογνωμία, τη θέση και τη διδακτική μεθοδολογία του Μαθήματος των Θρησκευτικών, ώστε να ανταποκρίνεται στο σήμερα. Η σύνταξη των νέων Προγραμμάτων Σπουδών ξεκίνησε το 2010-2011, στο πλαίσιο μιας ευρύτερης προσπάθειας για μεταρρύθμιση της διδακτικής διαδικασίας σε όλα τα γνωστικά αντικείμενα Δημοτικού και Γυμνασίου από την τότε πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Παιδείας. Kατά τα έτη 2011-2014, τα νέα Προγράμματα Σπουδών τέθηκαν σε πιλοτική εφαρμογή, η οποία αξιολογήθηκε και από εξωτερικούς κριτές. Το 2014 συστάθηκε νέα Επιτροπή Εμπειρογνωμόνων για την εκπόνηση του Προγράμματος Σπουδών στα Θρησκευτικά Λυκείου, ολοκληρώνοντας έτσι τον κύριο κύκλο των εργασιών σχεδιασμού του Προγράμματος Σπουδών σε όλες τις βαθμίδες της Πρωτοβάθμιας και Δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης. Το 2016 συνεχίστηκαν οι προβλεπόμενες αναθεωρήσεις και έγιναν οι σχετικές επανεκδόσεις των Προγραμμάτων Σπουδών. Μαζί μας εργάστηκαν επικουρικά και ομάδες θεολόγων εκπαιδευτικών καθώς και δασκάλων, για τη συγκέντρωση του προτεινόμενου διδακτικού και υποστηρικτικού υλικού. Οι ομάδες των εμπειρογνωμόνων συναπαρτίζονται από έμπειρα στελέχη όλων των βαθμίδων της εκπαίδευσης και του Ινστιτούτου Εκπαιδευτικής Πολιτικής. Τα κριτήρια επιλογής τους ήταν αυστηρά αξιοκρατικά, με αξιολόγηση των ιδιαίτερων προσόντων των υποψηφίων. Εκτός από τις Επιτροπές Εμπειρογνωμόνων, συνέβαλε και η Επιτροπή Αξιολογητών του Λυκείου, οι Σχολικοί Σύμβουλοι Θεολόγων, οι εκπαιδευτικοί στα πιλοτικά σχολεία με την πολύτιμη εμπειρία τους, αλλά και οι χιλιάδες μαθητές αυτών των σχολείων, με την ανταπόκριση και τον ενθουσιασμό τους. Επιπρόσθετα, πρέπει να αναφερθούν αρκετοί συνάδελφοι θεολόγοι-εκπαιδευτικοί, οι οποίοι με φιλότιμο μοιράστηκαν διδακτικές ιδέες και πολύτιμο διδακτικό υλικό. Συνάμα, οι εξωτερικοί παρατηρητές και κριτικοί φίλοι, καθώς επίσης όλοι όσοι – στο πλαίσιο του διαλόγου που διεξήχθη – κατέθεσαν καλοπροαίρετη κριτική και παρατηρήσεις, όπως εκκλησιαστικοί θεσμοί, οι θεολογικές σχολές, σχολικοί σύμβουλοι, επιστημονικές ενώσεις θεολόγων, συνδικαλιστικές ενώσεις εκπαιδευτικών, πανεπιστημιακοί καθηγητές, εκπαιδευτικοί, κ.ά. Τα νέα Προγράμματα Σπουδών δεν αντιγράφουν, μήτε εισάγουν άκριτα και μιμητικά ξένα μοντέλα, μήτε συνιστούν μια επιφανειακή, εμβαλωματική ή οριακή βελτίωση των προηγουμένων. Αντίθετα, είναι μια ολοκληρωμένη νέα δημιουργία, στην αιχμή της σύγχρονης Παιδαγωγικής. Από την άποψη αυτή είναι καινοτόμα και πρωτοποριακά και ελπίζουμε να εμπνεύσουν γενικότερα εκπαιδευτικούς και μαθητές στο ελληνικό σχολείο. Οι παιδαγωγικές μέθοδοι που εισηγούμαστε απομακρύνονται από το μοντέλο της απομνημόνευσης, της μετωπικής διδασκαλίας, της παθητικής στάσης του μαθητή και προάγουν την πρωτοβουλία, την ελευθερία μαζί με την ευθύνη, τη μαθητοκεντρικότητα  – που συνεπάγεται ότι η μάθηση είναι ενεργητικά κατάκτηση του μαθητή με τη διακριτική φροντίδα και συνοδεία του δασκάλου του –, την αποκέντρωση και μεγάλη ευχέρεια σχεδιασμού του μαθήματος από τον διδάσκοντα και τους διδασκόμενους, σε ένα οργανωμένο γενικό πλαίσιο, αλλά και με βάση τις ιδιαίτερες ανάγκες και τα ενδιαφέροντα της συγκεκριμένης τάξης. Οι τεχνικές που εισηγούμαστε ποικίλουν – και ανάλογα μπορεί να επιλεγούν οι πιο κατάλληλες για κάθε σχολική κοινότητα και τάξη – αλλά και ισορροπούν ανάμεσα στο παιγνιώδες, δροσερό, ευχάριστο, χαρούμενο, και το πιο συγκροτημένο, ερευνητικό, απαιτητικό. Το μάθημα από ένα βαρετό, οριακής αποδοχής, απλά επιβαρυντικό στις τελευταίες λυκειακές τάξεις μάθημα, γίνεται ένα μάθημα υψηλής εκπαιδευτικής αξίας, θελκτικό, δημιουργικό και ενδιαφέρον. Η εργασία στο σπίτι αντικαθίσταται από την ενεργητική συμμετοχή στην τάξη, σχεδιασμένη ποικιλότροπα ώστε να ενσωματώνει φιλόξενα κάθε μαθητή με τις ιδιαιτερότητές του. Όλοι οι μαθητές μπορούν σε ποικίλα επίπεδα να δημιουργήσουν και να μάθουν στο πλαίσιο του νέου μαθήματος των Θρησκευτικών. Ενώ προάγεται ένα ευρύτατο πεδίο γνώσης και ενημέρωσης, προάγεται συνάμα η κριτική σκέψη, η γλωσσική δεξιότητα και έκφραση, συνάμα προάγεται η χαρά της μάθησης και η αγάπη στο σχολείο. Καθώς ξεκίνησε η εφαρμογή των νέων ΠΣ, ήδη το ενδιαφέρον αυξάνει, ο αρνητισμός μηδενίζεται, οι μαθητές θέλουν να κάνουν Θρησκευτικά, και οι συνάδελφοι καθηγητές των άλλων ειδικοτήτων στη Δευτεροβάθμια, συνειδητοποιούν πρώτοι ότι κάτι σημαντικό συντελείται στις τάξεις την ώρα του μαθήματος των Θρησκευτικών. Τα νέα Προγράμματα Σπουδών δεν είναι βιβλίο του μαθητή, αλλά βιβλίο-εργαλείο του εκπαιδευτικού. Κατά συνέπεια διαβάζονται ως τέτοια. Εκεί βρίσκεται το κλειδί της σωστής κατανόησης και εφαρμογής των Προγραμμάτων. Σε σχέση με το προτεινόμενο υλικό που υπάρχει υποστηρικτικά, κάθε διδάσκων επιλέγει ή και δημιουργεί. Όριο και όρος στην ελευθερία αυτή είναι η υπηρέτηση όλων των στόχων και προσδοκώμενων του ΠΣ. Η ελευθερία που θα έχει ο διδάσκων είναι πρωτόγνωρη στο ελληνικό σχολείο. Η ελευθερία όμως κάποτε είναι βαριά, καθώς πάει με την ευθύνη. Η πρώτη ευθύνη είναι η υπηρέτηση των ορίων, των γενικών και ειδικών σκοπών των Προγραμμάτων Σπουδών. Η δεύτερη ευθύνη είναι αυτή της προετοιμασίας και του σχεδιασμού του μαθήματός του. Ο διδάσκων επιβαρύνεται με την προετοιμασία, αλλά ευνοείται από την ατμόσφαιρα της τάξης κατά τη διεξαγωγή του μαθήματος. Ο διδάσκων δεν είναι μόνος του. Η κοινότητα των θεολόγων και των δασκάλων στα Θρησκευτικά συνεργάζεται σε επίσημες και άτυπες πλατφόρμες για την παραγωγή υλικού, σχεδίων μαθημάτων, αντιμετώπιση δυσκολιών τεχνικής και παιδαγωγικής φύσης, παραγωγή και προσφορά υλικού και ιδεών. Συνάμα το ΙΕΠ ξεκινά το πρόγραμμα επιμορφώσεων που θα επιτρέψει σε όλους τους εμπλεκόμενους μια βαθύτερη κατανόηση των νέων Προγραμμάτων. Η βοήθεια αυτή θα ολοκληρωθεί με την προκήρυξη και τη συγγραφή νέων εγχειριδίων για το μάθημα. Αυτό που είναι το κατεξοχήν καινοτόμο στο μάθημα είναι η παιδαγωγική μέθοδος. Ως προς την ίδια τη φυσιογνωμία του, η διαφοροποίηση δεν είναι τόσο ριζοσπαστική όσο παρουσιάζεται στη βάση ποικίλων παραναγνώσεων. Είναι ένα μάθημα που δίνει απόλυτη προτεραιότητα στην παράδοση του τόπου μας, στην ορθόδοξη χριστιανική. Δεν έχει κατηχητικό χαρακτήρα, καθώς η κατήχηση είναι μια υπόθεση της Εκκλησίας και της οικογένειας, όχι του σχολείου. Παράλληλα, όπως και στα προηγούμενα προγράμματα, ενημερώνει και για τον κόσμο των θρησκειών. Η αίσθηση ότι υπάρχει «πολλή θρησκειολογία» ή ότι είναι «ουδετερόθρησκο» δεν είναι ακριβής. Ασφαλώς, εξάλλου, το μάθημα δεν είναι «θρησκειολογικό». Πόσο μάλλον δεν ισχύει η κατηγορία ότι το μάθημα προωθεί τον θρησκευτικό συγκρητισμό. Αυτό είναι απολύτως αναληθές και εδράζεται σε ακατάλληλη ανάγνωση του ΠΣ. Το μάθημα είναι ορθόδοξο, κατά αντιστοιχία με την κοινωνική πλειοψηφία και κύρια πολιτισμική ταυτότητα της κοινωνίας μας. Συνάμα είναι ανοιχτό στην ετερότητα και εμπεριέχει και γνωσιακή ύλη για άλλες θρησκείες, όπως ίσχυε και στο παρελθόν. Απλώς υπάρχει μια αναδιάρθρωση της ύλης, που υπηρετεί καλύτερα τις σύγχρονες συνθήκες και αντανακλά τις παραστάσεις για τον κόσμο που ήδη έχουν τα παιδιά. Πολύ μεγάλο μέρος των αναζητήσεων των ανθρώπων σε όλα τα μήκη και τα πλάτη της γης είναι οικείο στους μαθητές και από την τηλεόραση αλλά συχνά και από τη γειτονιά τους. Η εγκυκλοπαιδική, λοιπόν, ενημέρωση για το τι συντελείται στον κόσμο στο πεδίο της θρησκείας κατεβαίνει σε πιο μικρές ηλικίες και θεωρείται δεδομένη στο Λύκειο, όπου ο μαθητής αναμετριέται με τις προσωπικές του υπαρξιακές αναζητήσεις. Η κατάλληλη ενημέρωση για τον κόσμο γύρω μας είναι η μόνη υπεύθυνη στάση για το μάθημα των Θρησκευτικών. Το μάθημα προάγει την κατανόηση της ετερότητας, όχι τη σύγχυση της ταυτότητας. Είναι φιλόξενο και απευθύνεται σε όλους τους μαθητές, ενημερώνει θέτοντας τις κατάλληλες προτεραιότητες και σε καμιά περίπτωση δεν χειραγωγεί, μήτε επιδιώκει να χειραγωγεί, συνειδήσεις. Δεν υπάρχει τρόπος να κλειστούμε σε τείχη και να κλείσουμε έξω από τη θέα μας τον κόσμο. Από σκοπιά θεολογική δεν μπορούμε παρά να επισημάνουμε ότι αυτό άλλωστε είναι και το μήνυμα της πρόσφατης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Αλλά και από παιδαγωγική σκοπιά ισχύει πως οι μαθητές, τόσο στο μάθημα των Θρησκευτικών όσο και σε όλα τα μαθήματα, δεν προετοιμάζονται για να κρυφτούν από τον κόσμο, αλλά για να ζήσουν σε αυτόν με κατάλληλη προετοιμασία, ενημέρωση και προσωπική συγκρότηση. Οι εμπειρογνώμονες που εκπονήσαμε τα νέα Προγράμματα Σπουδών στα Θρησκευτικά εργαστήκαμε με πολύ μεράκι και με προσήλωση στο παιδαγωγικό καθήκον και υπηρετήσαμε το μάθημα ως θεολόγοι εκπαιδευτικοί και ως δημόσιοι λειτουργοί στο πλαίσιο της δημοκρατικής παράδοσης και των δεσμεύσεων της χώρας μας για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ως Επιτροπές Εμπειρογνωμόνων χαιρετίζουμε την εφαρμογή των νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά. Αναγνωρίζουμε παράλληλα ότι κάθε τι καινούργιο παρουσιάζει μια δυσκολία και θα είμαστε δίπλα στους συναδέλφους για ό,τι χρειαστεί. Δεν υπάρχει τρόπος να κλειστούμε σε τείχη και να κλείσουμε έξω από τη θέα μας τον κόσμο. Από σκοπιά θεολογική δεν μπορούμε παρά να επισημάνουμε ότι αυτό άλλωστε είναι και το μήνυμα της πρόσφατης Αγίας και Μεγάλης Συνόδου της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Αλλά και από παιδαγωγική σκοπιά ισχύει πως οι μαθητές, τόσο στο μάθημα των Θρησκευτικών όσο και σε όλα τα μαθήματα, δεν προετοιμάζονται για να κρυφτούν από τον κόσμο, αλλά για να ζήσουν σε αυτόν με κατάλληλη προετοιμασία, ενημέρωση και προσωπική συγκρότηση. Οι εμπειρογνώμονες που εκπονήσαμε τα νέα Προγράμματα Σπουδών στα Θρησκευτικά εργαστήκαμε με πολύ μεράκι και με προσήλωση στο παιδαγωγικό καθήκον και υπηρετήσαμε το μάθημα ως θεολόγοι εκπαιδευτικοί και ως δημόσιοι λειτουργοί στο πλαίσιο της δημοκρατικής παράδοσης και των δεσμεύσεων της χώρας μας για τα ανθρώπινα δικαιώματα. Ως Επιτροπές Εμπειρογνωμόνων χαιρετίζουμε την εφαρμογή των νέων Προγραμμάτων Σπουδών στα Θρησκευτικά. Αναγνωρίζουμε παράλληλα ότι κάθε τι καινούργιο παρουσιάζει μια δυσκολία και θα είμαστε δίπλα στους συναδέλφους για ό,τι χρειαστεί.

Αλληλεγγύη στον Σταύρο Γιαγκάζογλου

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Ένα τεράστιο μπράβο στον αγαπητό συνάδελφο Γιώργο Βαρδαβά που στο blog του ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ ξεκίνησε ένα τίμιο αγώνα αλληλεγγύης προς τον ΣΤΑΥΡΟ ΓΙΑΓΚΑΖΟΓΛΟΥ, εμπνευσμένο θεολόγο που το διάστημα αυτό υφίσταται ανοίκειες επιθέσεις και τόνους λάσπης από πολλούς ζητορθόδοξους και ορθοδοξομέτρες.

Αναμφισβήτητα το ήθος, το έργο και η προσφορά του ΣΤΑΥΡΟΥ ΓΙΑΓΚΑΖΟΓΛΟΥ στα θεολογικά γράμματα είναι γνωστά στη θεολογική και εκκλησιαστική κοινότητα. Του οφείλουμε θερμότατες ευχαριστίες για το διαρκές ενδιαφέρον και την έγνοια του για το μάθημα των Θρησκευτικών.

Συνυπογράφω την πρωτοβουλία του αγαπητού συναδέφου Γιώργου Βαρδαβά.

Η θεσμική Εκκλησία και το μάθημα των Θρησκευτικών (μτΘ)

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Ο “εχθρός” θα σφαγιασθεί και σε λίγο όλοι θα πούμε “ζήτω τα Θρησκευτικά”.

Ενώ η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος συνεδριάζει, δεν ξέρω αν έχει λάβει υπόψη την αγωνία πολλών θεολόγων που λένε το αυτονόητο: για να βγει η Ορθοδοξία από το περιθώριο της κοινωνίας μας στο οποίο δραματικά έχει περιέλθει τα τελευταία χρόνια – αυτό είναι μια πικρή αλήθεια κι ας κάνουν μερικοί ότι δεν καταλαβαίνουν –  οφείλει και πρέπει να επαναπροσδιορισθεί στη βάση της εκκλησιολογικής της ταυτότητας.

Παράκληση, λοιπόν, προς όλους τους ιεράρχες μας: το μάθημα των Θρησκευτικών δεν προσφέρεται για τους μικροεκκλησιαστικούς και μικροπολιτικούς σκοπούς τους.

Παρά ταύτα, στην τόσο θολή και άκρως θλιβερή περιρρέουσα ατμόσφαιρα των ημερών, με αναπαύουν κείμενα σαν το παρακάτω, το οποίο προφανώς είναι “ψιλά γράμματα” για αρτηριοσκληρωτικούς συναδέλφους θεολόγους και, βέβαια, ιεράρχες:

«Δεν την ξέραμε την Εκκλησία της Αγάπης; Δεν έχομε την παράδοσή μας; Πότε τη χάσαμε; Πως αναρωτιόμαστε ή φωνάζουμε (ακόμα και ο πρόσφυγας ποιητής):

Αγάπη, που ‘ναι η εκκλησιά σου / Βαρέθηκα τα μετόχια. 

Δεν ξέραμε πως μείζων δε τούτων η αγάπη; Ποιος μας είπε να τη χάσομε και τώρα να “βαριόμαστε” στα μετόχια; Ανεξήγητος, ανεξήγητος ο σημερινός Έλληνας δέκα φορές».

ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ, Collectanea, εκδ. Δόμος, Αθήνα 2009, σ. 147, [314].

ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ, Ο Φτωχοπρόδρομος, 1933· αυγοτέμπερα σε ξύλο

Επικίνδυνα Θρησκευτικά; Η «στροφή» του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμουκαι η σύμπλευσή του με τους ακραίους Ιεράρχες και την υπερσυντηρητική Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΚΑΛΑΪΤΖΙΔΗ / Δρ. Θεολογίας / Διευθυντή της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου
«Εγώ με μια λέξη θα έλεγα σήμερα, επειδή διάβασα τα καινούργια προγράμματα [για το Μάθημα των Θρησκευτικών] και τα είδα, πως είναι απαράδεκτα. Είναι επικίνδυνα. Είναι πράγματα που δεν θα αποδώσουν καρπούς αλλά μεγάλη ζημιά στην Παιδεία γενικότερα, στην κοινωνία μας και ρήξη στις σχέσεις της Εκκλησίας με την Πολιτεία», δήλωσε πρόσφατα ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, περιστοιχιζόμενος από μέλη της αρτηριοσκληρωτικής Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων (την οποία ο ίδιος φρόντιζε μέχρι πρότινος να κρατά σε απόσταση ασφαλείας, εγκαλώντας τους θεολόγους-εκπροσώπους της για τις παρωχημένες ιδέες τους).

Ώστε λοιπόν δεν αποτελούν κίνδυνο (και όνειδος) για την Εκκλησία ο αντισημιτισμός του Μητροπολίτη Πειραιώς ή η απροκάλυπτη εξύμνηση των πρωτεργατών της στρατιωτικής δικατορίας και της εγκληματικής οργάνωσης της «Χρυσής Αυγής», καθώς και τα κηρύγματα μνησικακίας και οι κατάρες που εξαπολύει προς κάθε κατεύθυνση και με κάθε ευκαιρία ο Μητροπολίτης Καλαβρύτων. Κίνδυνο για την ηγεσία της θεσμικής Εκκλησίας (και τις σχέσεις της με το κράτος…) αποτελούν οι θεολόγοι εκπαιδευτικοί και τα νέα Προγράμματα για το ΜτΘ!Δεν φαίνεται όμως να απασχολεί την ηγεσία της θεσμικής Εκκλησίας η όλο και μεγαλύτερη αποξένωσή της από την κοινωνία, από τους μορφωμένους και σκεπτόμενους πολίτες και τους νέους, των οποίων εξάλλου δεν μίλησε ποτέ τη γλώσσα ούτε έκανε κάποια ιδιαίτερη προσπάθεια για να τους προσεγγίσει.

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο στη συνέχεια

ΤΟ ΝΕΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΟΙ ΤΟΥ

Του Παναγιώτη Υφαντή / Αναπληρωτή Καθηγητή Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

Θεμελιώδης στόχευση του Προγράμματος Σπουδών του Μαθήματος των Θρησκευτικών (ΜτΘ) προκειμένου να ανταποκριθεί στις εκπαιδευτικές απαιτήσεις του Νέου Σχολείου καθώς και στα τρέχοντα κοινωνικά δεδομένα στον ελλαδικό χώρο είναι η προσφορά ενός μαθήματος παιδείας, υποχρεωτικού και χρήσιμου για όλους τους μαθητές. Η παραπάνω στόχευση υπαγόρευσε τις εξής δεσμεύσεις που διαμορφώνουν τη θεολογική φυσιογνωμία του μαθήματος και τη λειτουργικότητά του στη διδακτική διαδικασία.

Η υπέρβαση της μονοφωνικής ομολογιακότητας που μέχρι τώρα περιόριζε το εύρος του περιεχομένου και την απήχηση του ΜτΘ κυρίως ή αποκλειστικά στους ορθοδόξους μαθητές.

Η μελέτη της Ορθόδοξης Παράδοσης και το ταυτόχρονο άνοιγμα στην προσέγγιση και άλλων θρησκειών.

Η οργάνωση, διάρθρωση και ανάπτυξη του υλικού του ΜτΘ με άξονα και επίκεντρο τους μαθητές ανεξαρτήτως πολιτισμικής καταγωγής, εθνικής ταυτότητας και κυρίως θρησκευτικής δέσμευσης.

Η ισόρροπη καλλιέργεια του διαλόγου και του κριτικού αναστοχασμού πάνω στις ποικίλες θεμελιώδεις προτάσεις και τις νοηματοδοτήσεις της ζωής που προτείνουν οι μείζονες θρησκευτικές παραδόσεις.

Η αντιμετώπιση των μαθητών όχι ως «αυριανών πολιτών» αλλά ως θρησκευτικά εγγράμματων και «δρώντων κοινωνικών προσώπων», εφόσον η θρησκεία κατανοείται και μελετάται ως διαχρονική πηγή έμπνευσης πολιτισμικών κατορθωμάτων και άντλησης νοήματος, ως συνεκτικός ιστός κοινωνικών συσσωματώσεων αλλά και αφορμή κοινωνικών εντάσεων.

Αναδιαμόρφωση του λόγου και του ρόλου των διδασκόντων, οι αυτοί δεν είναι πλέον καταδικασμένοι να μεταδίδουν πληροφορίες και γνώσεις απέναντι σε παθητικούς δέκτες αλλά καλούνται να εμψυχώνουν και να συνεργάζονται με τους μαθητές, εφαρμόζοντας καινοτόμες μεθόδους και ενορχηστρώνοντας μαζί με αυτούς τη διαδικασία και το περιεχόμενο του μαθήματος.

Οι πρόσφατες δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερωνύμου εναντίον του Προγράμματος πυροδότησαν μια μάλλον όψιμη (εφόσον το νέο Πρόγραμμα ήδη εφαρμόζεται δια νόμου σε όλα τα σχολεία της χώρας) αντιπαράθεση γύρω από τον χαρακτήρα και την αποστολή του Μαθήματος. Μια μερίδα των διαφωνούντων –κυρίως από τον χώρο της ιεραρχίας- επιμένουν στον κατηχητικό και ομολογιακό χαρακτήρα του Μαθήματος, αγνοώντας ότι ο θεολόγος καθηγητής δεν δικαιούται να χρησιμοποιεί την τάξη ως ιεραποστολικό προορισμό ούτε βέβαια να αναπληρώνει το διδασκαλικό και κατηχητικό χρέος της θεσμικής Εκκλησίας απέναντι στους πιστούς. Από την πλευρά τους, αρκετοί θεολόγοι από υπερβάλλοντα ζήλο «αλλ’ ου κατ’ επίγνωσιν» ταυτίζουν το μάθημα με την ομολογία πίστης, ξεχνώντας μεταξύ άλλων πως η πίστη τουλάχιστον στον χώρο του σχολείου, δεν είναι επαγγελματικά εκμεταλλεύσιμη, κατά το βιβλικό «δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε». Άλλοι πάλι θέλουν να παρουσιάσουν το Πρόγραμμα ως ιδεολογικό προϊόν ενός αριστερής έμπνευσης εκπαιδευτικού προγράμματος προκαλώντας τεχνητές εντάσεις προφανώς για ιδιοτελείς λόγους καλυμμένους πίσω από μια κινδυνολογική ρητορεία περί «αφελληνισμού», «θρησκευτικού αποχρωματισμού» των παιδιών και άλλα ηχηρά παρόμοια. Γι’ αυτό και αποσιωπούν ότι το Πρόγραμμα είχε αμιγώς ξεκίνησε επί Υπουργίας Διαμαντοπούλου (ΠΑΣΟΚ), πέρασε σε ΦΕΚ επί Υπουργίας Αρβανιτόπουλου (ΝΔ) και αποφασίστηκε να εφαρμοστεί επί Υπουργίας Φίλη (ΣΥΡΙΖΑ), ο οποίος αναγνώρισε, όπως και οι προκάτοχοί του, την ανταποκρισιμότητα του Προγράμματος στις επιταγές του σύγχρονου σχολείου. Τέλος, υπάρχουν ορισμένοι καθηγητές της Μέσης Εκπαίδευσης, οι οποίοι, έχοντας συνηθίσει στη χρήση ενός διδακτικού εγχειριδίου, απλώς αρνούνται να ξεβολευτούν αγνοώντας πεισματικά τις απέραντες δυνατότητες που τους προσφέρει το νέο Πρόγραμμα να προσαρμόσουν τον διδακτικό χειρισμό κάθε ενότητας και επιμέρους θέματος στην ζωντανή και πάντα μεταβλητή πραγματικότητα κάθε τάξης.

ΠΗΓΕΣ

εφ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΑΙΡΟΣ για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης

Τα μυαλά είναι σαν τα αλεξίπτωτα: για να λειτουργήσουν πρέπει να είναι ανοικτά.

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗ / Δρ. Θεολογίας / Θεολόγου Καθηγητή στο ΠΓΕΣΣ

Τον τελευταίο καιρό παρακολουθούμε μια αντιπαράθεση ομάδων και προσώπων, μια σύγκρουση ιδεών αλλά και φυσικών οντοτήτων με κέντρο το θέμα διαχείρισης των προσφύγων. Σύλλογοι γονέων, όπως του Ωραιόκαστρου και της Φιλιππιάδας, υιοθετούν εθνικιστικές θέσεις που κινούνται στις παρυφές ακροδεξιάς απόχρωσης κομματικών τοποθετήσεων. Στο πλευρό τους και τοπικοί άρχοντες, πολιτικοί και θρησκευτικοί, αλλά   και «αγανακτισμένοι πολίτες» που καίνε hot spot στο όνομα της εθνικής μας ταυτότητας.

Από την άλλη πλευρά πιο ψύχραιμες φωνές επικαλούνται το φιλάνθρωπο και φιλάδελφο χαρακτήρα του Χριστιανισμού, κύριο συστατικό της εθνικής μας ταυτότητας, για τη φιλοξενία των εμπερίστατων συνανθρώπων μας. Και φυσικά θα ταχθούμε με αυτές, όπως του Μητροπολίτη Δημητριάδος Ιγνάτιου, βασιζόμενοι όχι μόνο στη ρήση του Αποστόλου Παύλου στην επιστολή του προς Κολοσσαείς (3,11) : «Εδώ δεν υπάρχει πια Έλληνας και Ιουδαίος, περιτμημένος και απερίτμητος, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος ή ελεύθερος, αλλά τα πάντα και μέσα σε όλους τα αναπληρώνει ο Χριστός.» αλλά και ενθυμούμενοι τη στάση της Συρίας προς τους χριστιανούς πρόσφυγες το 1922 καθώς και αναγνωρίζοντας τις συνέπειες από τη συμμετοχή μας με στρατεύματα στο μακρινό Αφγανιστάν στηρίζοντας τις Νατοϊκές επιλογές.

Ο κος Ιγνάτιος επεσήμανε ότι «χάσαμε την «κοινότητα». Είναι αυτό που έχει χάσει και η Εκκλησία πολλές φορές. Εκκλησία είναι η πρόσκληση γύρω από ένα τραπέζι να φάμε μαζί. Είναι ο Χριστός στην Αγία Τράπεζα. Παίρνω ένα ψίχουλο και μία σταγόνα, όχι για να ζήσω αλλά για να είμαι με τον Θεό. Η Εκκλησία ήταν αγάπη γύρω από μία τράπεζα, που γινόταν αγάπη σε ένα τραπέζι. Δεν γίνεται όταν κοινωνώ από ένα ποτήρι, να μην έχεις να φας εσύ και εγώ να τρώω. Στην κοινωνία γίνομαι ένα με τον συνάνθρωπό μου, που κοινωνούμε μαζί. Δεν γίνεται να είσαι ξένος και να παραμένεις ξένος για μένα. Στις μικρές εκκλησιαστικές κοινότητες, η μικρή ενορία, που συγκροτείται από τους ανθρώπους που έχουν συνείδηση, αναπληρώνει το κενό της κοινωνίας μας. Αν έχουμε χάσει την κοινωνία μεταξύ μας, ο ατομισμός κυριαρχεί και η μοναξιά οδηγεί στην κατάθλιψη».

Από την άλλη πλευρά ο κ. Άνθιμος δηλώνει: «Είμαι αντίθετος στη φιλοξενία των διαφόρων μεταναστών. Μέσα στην πόλη της Θεσσαλονίκης, για πλείστους όσους λόγους, εγώ προσωπικά σαν επίσκοπος και εκπρόσωπος τη τοπικής εκκλησίας που έχει ιστορία 2.000 χρόνων, δεν θα ήθελα να εγκατασταθούν, διότι δεν ξέρουμε τι ακριβώς στη συνέχεια θα επακολουθήσει». Εκτός από τη ξενοφοβία ο Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης εκφράζει και έντονα αντιχριστιανικά θέσεις αφού αντιπαλεύει το παραπάνω Παύλειο εδάφιο αλλά και αρνείται την πίστη «θα χτίσω την εκκλησία μου και οι πύλες του Άδη δε θα μπορέσουν να την κατανικήσουν» (Ματθ 16,18) στερώντας μας από την ευχαριστιακή και εσχατολογική θετικότητα.

Ο Έλληνας σήμερα ζει μεταξύ κλειστότητας του παρελθόντος και ανοικτότητας του παρόντος και πιθανόν του μέλλοντος. Εγκλωβισμένος σε παλιές τακτικές ενός κλειστού πολιτισμικού περιβάλλοντος όπως ήταν οι αγροτικές κοινότητες του περασμένου αιώνα όπου ξένος ήταν ακόμη και ο κάτοικος του διπλανού χωριού, τρέχει ασθμαίνοντας να προλάβει τις κοινωνικές εξελίξεις που πραγματοποιούνται στο παγκόσμιο γίγνεσθαι όπου μέσω του διαδικτύου, πλησίον έχει γίνει κάθε κάτοικος του πλανήτη μας.

Και καθώς λέει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος (22,37-40), υποστηρίζοντας την αναγκαιότητα της συνύπαρξης: «Κι ο Ιησούς του αποκρίθηκε: Θ” αγαπήσεις τον Κύριο το Θεό σου με όλη την καρδιά σου και με όλη την ψυχή σου και με όλη τη διάνοιά σου. Αυτή είναι η πρώτη και μεγαλύτερη εντολή. Και δεύτερη, όμοια μ” αυτή, είναι: Θ” αγαπήσεις τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. Σ” αυτές τις δύο εντολές στηρίζονται όλος ο νόμος και οι προφήτες».

Στο ερώτημα πως θα επιτύχουμε τη μετάβαση στην ανοικτότητα και θα καταστήσουμε την κοινωνία μας μέτοχη στα πλανητικά πολιτισμικά δρώμενα, η απάντηση είναι μία : γνώση. Η γνώση και η εργαλειακή της χρήση, η σοφία, προσφέρεται σήμερα στα δημόσια σχολεία κι όχι στην τηλεόραση ή στο internet. Το παρεχόμενο αγαθό της εκπαίδευσης οφείλει να βασίζεται και παράλληλα να αναπτύσσει την κριτική και δημιουργική σκέψη των μαθητών και μαθητριών ώστε να επεξεργάζονται το πλήθος των πληροφοριών που μπορούν να φτάνουν ως αυτούς. Και μιας και ένα από τα στοιχεία διαμόρφωσης της πολιτισμικής και εθνοτικής ταυτότητας είναι η θρησκεία, το μάθημα των θρησκευτικών θα έπρεπε να έχει κύριο ρόλο στην ανάπτυξη του συναισθηματικού και λογικού κόσμου των παιδιών μας.

Ένα σύγχρονο σχολείο που ανταποκρίνεται στις παιδαγωγικές απαιτήσεις της κοινωνίας δεν μπορεί να εγκλωβίζεται σε μονολιθικές τάσεις και κατηχητικές πρακτικές, συγχέοντας τους ρόλους της εκκλησίας και του κράτους. Η παρεχόμενη Θρησκειακή Αγωγή στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση, οφείλει να απευθύνεται σε όλους τους μαθητές και να μη διαρρηγνύει τον κοινωνικό ιστό αλλά να προάγει την ενότητα και την ομόνοια των πολιτών βασιζόμενη στην αρχή της ανεκτικότητας και το σεβασμό της ετερότητας κάτι που θα επιτυγχάνεται με τη διαθρησκειακή προσέγγιση των επιμέρους ζητημάτων και αξιών.

Το Μάθημα των Θρησκευτικών που περιγράφουμε και παράγεται με τα Νέα Προγράμματα Σπουδών, προάγει την ενότητα και όχι το διαχωρισμό. Μέσα από το θρησκειακό εγγραμματισμό καθιστούμε τη Θρησκειακή Αγωγή αναγκαία προϋπόθεση της εκπαιδευτικής διαδικασίας που καταδεικνύει το σύγχρονο δημοκρατικό σχολείο όχι ως παράγοντα αναπαραγωγής ανισοτήτων και διαφορών, αλλά ως ανοικτό εργαστήριο αξιών όπως η ειρήνη, τα ανθρώπινα δικαιώματα και ο σεβασμός του περιβάλλοντος με κύριο στόχο τη συνύπαρξη.

Η θεολογία, αντί να λειτουργεί ως οπισθέλκουσα δύναμη και αδράνεια, καλείται σήμερα να προσδιορίσει και νοηματοδοτήσει θεολογικά τις δυο επικρατούσες έννοιες: την παγκοσμιοποίηση και τη μετα-νεωτερικότητα και να καταδείξει σύγχρονους τρόπους πορείας προς τη θρησκειακή γνώση. Ο συγκερασμός της παγκοσμιότητας και των τοπικών ιδιαιτεροτήτων (glocal) είναι επιβεβλημένος και η θρησκευτική γνώση και άρα και αγωγή πρέπει να εστιάσει σε αυτή την προοπτική.

Το Μάθημα των Θρησκευτικών στην ελληνική δημόσια εκπαίδευση, βασισμένο στη διαθεματικότητα και διεπιστημονικότητα και εργαλειακά χρησιμοποιώντας το Μοντέλο Διαδικασίας μόνο θετικά μπορεί να λειτουργήσει στην κοινωνικοποίηση των μαθητών και να πρωτοπορήσει στη διαμόρφωση της ταυτότητας των νέων και τελικά της ταυτότητας των νέων κοινωνιών βγάζοντάς μας από τη θρησκειακή αλλά και πολιτισμική απομόνωση.

Δημοσιεύθηκε στο περ. ΕΠΙΚΑΙΡΑ τχ. 358 (30/9/2016).

ΠΗΓΗ

…για το Μάθημα των Θρησκευτικών ΠΠ Γυμνασίου Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης

“Τις αληθινές επαναστάσεις τις κάνουν πάντα όσοι ζουν αποτραβηγμένοι στη δουλειά τους – ο Γαλιλαίος, ο Motzar, ο Αϊνστάιν”, Ζήσιμος Λορεντζάτος

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Αναμφίβολα αυτό που ουκ ολίγοι (συνάδελφοι θεολόγοι και σεβαστοί ιεράρχες) επιθυμούν για το μάθημα των Θρησκευτικών (μτΘ), με αφορμή την εφαρμογή των νέων προγραμμάτων σπουδών, τελικά δείχνουν να τo πετυχαίνουν: έκαμαν το μάθημα «μπαλάκι» του πινγκ πόνγκ στα χέρια κάθε πολιτικάντη, όλων των αποχρώσεων, προεξάρχοντος του Υπουργού Παιδείας κ. Φίλη. Τις τελευταίες ημέρες, ένας νηφάλιος άνθρωπος αδυνατεί πια να παρακολουθήσει όσα ακούει και διαβάζει στα ΜΜΕ και στο Διαδίκτυο για το μτΘ. Ένας ορυμαγδός απόψεων και κατηγοριών, που στην κυριολεξία κατατρώει τη σάρκα ολάκερου του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Όσο, όμως, θα κρατά ετούτο το θλιβερό σκηνικό, ο αγωνιστής και ήρωας Μακρυγιάννης από τον τάφο του θα συνεχίζει να αναφωνεί: «μας γιομώσατε και φατρίες». Δεδομένη είναι η έλλειψη του μέτρου στα όσα λένε και πράττουν, όλοι αυτοί που έχουν αρπάξει το φραγγέλιο και καταδικάζουν τα νέα προγράμματα του μτΘ, στο όνομα βέβαια, όσων θέλουν να πιστεύουν ότι διακονούν, δηλαδή την υπεράσπιση της ορθόδοξης πίστης και της πατρίδας μας. Αυτό διατυμπανίζουν ότι κάμουν. Στην προκείμενη, όμως, περίπτωση είναι άδικοι. Και παραχαράκτες των εννοιών: δάσκαλος και ορθόδοξη πίστη. Σφυρηλατούν δεσμούς, ακόμα και απάνθρωπους, και σφυροκοπούν ανελέητα κάθε πνοή αλλαγής προς το καλύτερο. Πολλές φορές μάλιστα εναλλάσσουν το ρόλο του σταυρωτή και του ιεροεξεταστή με κείνο του Πόντιου Πιλάτου. Ψάχνεις να βρεις επάνω τους αγάπη, εντιμότητα, ειλικρίνεια, ευθύτητα και αξιοπρέπεια, πανανθρώπινες αξίες, και δυστυχώς διαψεύδονται οι προσδοκίες σου. Αγνοούν ότι «η μόνη λάσπη που μας λερώνει είναι αυτή που ρίχνουμε στους άλλους». Είμαι σίγουρος ότι έχουν καταλάβει τα λάθη τους, όλοι αυτοί οι κατήγοροι των νέων προγραμμάτων στο μτΘ. Επιμένουν, όμως, στα λάθη τους δίχως ίχνος αυτοκριτικής και συνεχίζουν τα καμώματά τους. Τουλάχιστον θα έπρεπε να έχουν συνειδητοποιήσει ετούτη την αλήθεια: ο καθένας μπορεί να κάμει λάθη, αλλά μονάχα οι εγωιστές επιμένουν σ’ αυτά.

Αυτό το κάτι νέο που πάει να ανθίσει με τις αλλαγές στο μτΘ, και που ουκ ολίγοι, στη γέννησή του προσπαθούν να κόψουν τις ρίζες του, ομοιάζει με την καταδίκη του Γαλιλαίου από την Ιερά Εξέταση της Δυτικής Εκκλησίας, για το αυτονόητο που ανακάλυψε, ότι δηλαδή, η γη κινείται. Όπως και τότε έτσι και σήμερα, μέχρι και δίκες έχουν στηθεί. Κι αυτό δεν είναι σχήμα λόγου. Είναι πραγματικότητα. Ετούτη η καταδίκη είναι ένα τρανταχτό παράδειγμα στη διδασκαλία για την έννοια της επιστήμης, στην πρώτη θεματική ενότητα των νέων προγραμμάτων για τη Γ΄ Λυκείου. Ο Οδηγός Σπουδών που πλουσιοπάροχα στη διάθεσή μας έχει θέσει το ΙΕΠ, για μια αποτελεσματική δίωρη διδασκαλία, με αφορμή τη θέση της επιστήμης στον σύγχρονο κόσμο, στα τόσα ωραία που προτείνει, προτείνει και τη χρήση του γνωστού πίνακα ζωγραφικής του Cristiano Banti, με τον Γαλιλαίο να αντιμετωπίζει την Ιερά Εξέταση. Αρκεί κανείς να τον αντιπαραβάλλει με τις σημερινές εικόνες των κατηγόρων των νέων προγραμμάτων σπουδών του μτΘ, που βγαίνουν στα κανάλια και παραπληροφορούν γονείς και μαθητές, για να δει τις ομοιότητες.

Με αφορμή, λοιπόν, αυτόν το πίνακα, ψάχνοντας να βρω επιπρόσθετο διδακτικό υλικό με παράλληλα κείμενα για να τα θέσω στη διάθεση των μαθητών μου, έπεσα πάνω στα γραπτά του λαμπρότατου ποιητή, λογοτέχνη και κριτικού της λογοτεχνίας μας Ζήσιμου Λορεντζάτου, στο τελευταίο βιβλίο του, τα Collectanea. Διαβάζοντας όσα γράφει για τον Γαλιλαίο διερωτήθηκα: πώς είναι δυνατόν αυτά τα τόσο σημαντικά κείμενα να είναι «απαράδεκτα και επικίνδυνα» για παιδιά που σε λίγο καιρό θα διεκδικούν μια θέση σ’ ένα πανεπιστήμιο; Πώς είναι δυνατόν, από εκπροσώπους της εκπαίδευσης και της Εκκλησίας μας να στέλνεται στην πυρά η προσπάθεια αναμόρφωσης ενός μαθήματος για το οποίο δεκαετίες τώρα έχει γίνει ουσιαστικός διάλογος; Εδώ, αξίζει να τονίσω το γεγονός ότι εντυπωσιάζει η θρασύτητα πολλών από τον θεολογικό εκπαιδευτικό χώρο όταν διαρκώς μιλάνε για διάλογο, ενώ κανείς δεν κάμει λόγο για έρευνα, στην προοπτική που αυτή πάντα θα είναι «αδέσμευτη και αδογμάτιστη», όπως έλεγε κι ο καλός μας κάποτε δάσκαλος Νίκος Ματσούκας· ας είναι αιωνία η μνήμη του. Όπως, όμως, κι αν έχει το ζήτημα, με έμφαση θέλω να τονίσω ότι θεωρώ επιβεβλημένο το διάλογο για το μτΘ, αλλά όχι ερήμην της επιστήμης, θεολογικής και παιδαγωγικής. Να θυμίσω, βέβαια, εδώ ότι τα ίδια ακριβώς γίνονταν πριν είκοσι περίπου χρόνια, όταν στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση εισάγονταν τα νέα βιβλία θρησκευτικών. Ο μακαριστός τότε αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, πολλοί ιεράρχες, αλλά και τα επιστημονικά σωματεία της ΠΕΘ και της Ένωσης Θεολόγων Β. Ελλάδος, θεωρούσαν το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και τους Συμβούλους του στο μτΘ, όπως τον αείμνηστο Αθανάσιο Νίκα, υπευθύνους για αλλοίωση του ορθόδοξου χαρακτήρα του μαθήματος, κατηγορώντας τα νέα βιβλία ότι υιοθετούσαν «φιλοπαπικό και οικουμενιστικό πνεύμα».

Επανέρχομαι, όμως, στη σημερινή θλιβερή εικόνα: στο διχαστικό κλίμα που επικρατεί στον εκπαιδευτικό θεολογικό και εκκλησιαστικό χώρο, με αφορμή την εφαρμογή των νέων προγραμμάτων σπουδών του μτΘ. Επαναλαμβάνω ότι η καταδίκη αυτών των προγραμμάτων και των εμπειρογνωμόνων που τα σχεδίασαν ομοιάζει με την καταδίκη του Γαλιλαίου. Και για να δώσω περαιτέρω νόημα στην άποψή μου θα επικαλεστώ τα γραφόμενα του Ζήσιμου Λορεντζάτου. Τα αντιγράφω αυτολεξεί και ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματά του. Είθε οι κατήγοροι των νέων προγραμμάτων σπουδών καλοπροαίρετα να προσέλθουν στο τραπέζι του διαλόγου. Γιατί αν θέλουν να φτιάξουν τον κόσμο οφείλουν πρώτα να «ξεκινήσουν από τον εαυτό τους κι όχι από τους άλλους», καθώς σοφά λέγει ο Αλεξάντερ Σολζενίτσιν. Στον κορυφαίο τώρα Ζήσιμο Λορεντζάτο που γράφει: «Όταν διαβάζομε – Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως – την κοσμολογία του Δαμασκηνού δεν πρέπει να χαμογελάμε διαβάζοντας πως την γην, ης την έδραν, και την βάσιν ουδείς ανθρώπων ειπείν δεδύνηται ή όταν τον παρακολουθάμε να μας αραδιάζει τις διάφορες κοσμολογικές υποθέσεις που έκαναν οι των έξω σοφοί (οι επιστήμονες, θα λέγαμε σήμερα) – καθώς τους ονομάζει – τον 8ο αιώνα μ. Χ. για μια γη που στηρίζεται είτε επί των υδάτων είτε επί του αέρος είτε επ’ ουδενός· δεν πρέπει, λέω, να χαμογελάμε άσοφα, γιατί παρακάτω συμπληρώνει σοφά ο ίδιος πως καν ουν εφ’ εαυτής, καν επί αέρος, καν επί υδάτων, καν επ’ ουδενός δώμεν ηδράσθαι αυτήν, χρη μη αφίστασθαι της ευσεβούς έννοιας, αλλά πάντα ομού συγκρατείσθαι, ομολογείν, και συνέχεσθαι τη δυνάμει του κτίσαντος. Ή όπως μας βεβαιώνει παραπάνω για τις διάφορες μεταβατικές υποθέσεις – και όλες οι υποθέσεις στην επιστήμη αποβαίνουν λιγότερο ή περισσότερο μεταβατικές – όμως είτε ούτως, είτε εκείνως, άπαντα τω θείω προστάγματι γέγονέ τε και ήδρασται, συμπληρώνοντας θεόληπτα: και το θείον θέλημά τε και βούλημα, θεμέλιον ασάλευτον κέκτηται· αυτός γαρ είπε, και εγεννήθησαν, αυτός ενετείλατο, και εκτίσθησαν· έστησεν αυτά εις τον αιώνα, και εις τον αιώνα του αιώνος· πρόσταγμα έθετο, και ου παρελεύσεται. Αυτό είναι το σημαντικό, λοιπόν: ομολογείν (πάντα ομού συγκρατείσθαι και συνέχεσθαι τη δυνάμει του κτίσαντος) και είτε με την κοσμολογία του 8ου αιώνα μ. Χ. είτε με την κοσμολογία του 20ου αιώνα μ. Χ. ή του 30ου αιώνα αργότερα, χρη μη αφίστασθαι της ευσεβούς εννοίας, οποιαδήποτε και αν είναι, κάθε φορά ή κάθε εποχή, τα συμπεράσματα και οι υποθέσεις της φυσικής επιστήμης.

Έτσι βλέπομε καθαρά εκείνο που ακόμα σήμερα θολώνει άδικα πολλούς θεολόγους και πολλούς επιστήμονες – πως δηλαδή με τον ίδιο τρόπο που μπορεί να είναι ανεξάρτητη η θρησκεία απέναντι στην επιστήμη, με τον ίδιο τρόπο μπορεί να είναι (και πρέπει να είναι) ανεξάρτητη η επιστήμη απέναντι στη θρησκεία. Τουλάχιστο στην Ορθόδοξη Παράδοσή μας και στην πατερική διδασκαλία της. Αντίθετα με τον Καθολικισμό – το βρίσκω αυτό σημαντικότατο – η Ορθοδοξία δεν έχει μήτε Ιερή Εξέταση μήτε καταδίκη του Γαλιλαίου στο παθητικό της. Φυσικά ο άνθρωπος, όσο έχει μέσα του την άγια περιέργεια της έρευνας («die heilige Neugier des Forschens», καθώς την ονομάζει ο Einstein), δε θα πάψει ποτέ να εξετάζει το σύμπαν με τα θαυμαστά λογικομαθηματικά (και άλλα) σύνεργα που του χάρισε από την αρχή ο Θεός, αφήνοντάς τον συνάμα ελεύθερο να βρίσκει εκείνος κάθε φορά το σημείο το κρίσιμο, πέρα από το οποίο κανένας αυτοκαταστρέφεται ή απαράβατα χαλιέται. Όριον έθου ο ου παρελεύσονται. Έχομε από το Θεαίτητο του Πλάτωνα, στο πρόσωπο του Θαλή, τον ερευνητή αστρονομούντα και άνω βλέποντα, πεσόντα εις φρέαρ, που γίνεται περίγελος μιας υπηρέτριας, ως τα μεν εν ουρανώ προθυμοίτο ειδέναι, τα δ’ έμπροσθεν αυτού και παρά πόδας λανθάνοι αυτόν (174). Εδώ χρειάζεται να μην παραβαίνομε τις αναλογίες. Ο άνθρωπος μπορεί να μην ανακατεύεται στα κοινά ή να ζει απομόναχος, δεν μπορεί όμως να παύει να πατάει γερά στη γη, τη μάνα του, ή να χάνει την ανθρωποσύνη του βγαίνοντας από τα προκαθορισμένα όριά της. Ο άνθρωπος χρειάζεται τα ανθρώπινα μέτρα. Όσοι ψαχουλεύουν συστηματικά – οι των έξω σοφοί – είτε γας υπένερθε βυθομετρώντας τον πλανήτη μας σε μερικά εκατομμύρια χρόνια, είτε ουρανού δ’ ύπερ αλαργεύοντας μερικά εκατομμύρια χρόνια φωτός ανάμεσα στους γαλαξίες – «Le silence éternel de ces espaces infinis m’effraie», αποφαινόταν ο Πασκάλ (Pansees III, 206) – είτε σημαδεύοντας σε περιοχές του χωροχρόνου όπου, εξαιτίας της μεγάλης βαρύτητας, τίποτα δεν μπορεί να ξεφύγει από μέσα εκεί (black holes), μήτε φως,  – καλά θα κάνουν να θυμούνται τον Ιωάννη το Δαμασκηνό με το ταπεινό ομολογείν του ή ακόμα πως, πέρα από τις τολμηρότερες υποθέσεις τους:

Και εις την σκοτίαν βαθείαν,

Εις το απέραντον διάστημα

του Κάλβου, βρίσκεται παντού και πάντα μπροστά τους, απερινόητος, ο καθήμενος επί θρόνου δόξης και επιβλέπων αβύσσους», (Collectanea, σσ. 467-469 [823]· πρβλ. και τις σσ. 149 [321], 362-363 [679], 445 [782], 470-471 [825], 644-645 [1105], 662-663 [1138], αντίστοιχες αναφορές στο Γαλιλαίο).

Επάνω σε τέτοια τολμηρά κείμενα κινείται το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου των νέων προγραμμάτων σπουδών του μτΘ. Κι όσοι λένε ότι διαπνέονται από πανθρησκειακό και θρησκειολογικό περιεχόμενο, προφανώς και δεν τα έχουν μελετήσει σοβαρά. Πιστεύω ότι όλα τα παραπάνω πιθανόν να μην αρέσουν σε λαϊκιστές και δημαγωγούς πολιτικάντηδες, όλων των αποχρώσεων, το ξαναλέω. Ας γνωρίζουμε όμως ότι, πάντοτε πολύς λόγος γίνεται για την «τυραννική δυναστεία των μετριοτήτων». Το βιβλίο του Ε. Λαμπέση, Η τεράστια κοινωνική σημασία των βλακών εν τω συγχρόνω βίω, Αθήνα 1989 (με πολλές επανεκδόσεις από την εποχή που εκδόθηκε, το 1941) είναι ένα καλό παράδειγμα για όσους επιζητούν την αποδέσμευσή τους από λαϊκιστές και δημαγωγούς.

Ο Γαλιλαίος αντιμετωπίζει την Ιερά Εξέταση· Cristiano Banti, 1857

Επιτέλους… μιλάω τη γλώσσα των αγγέλων!!!

 Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ / Θεολόγου Καθηγητή

 

«Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον», (Προς Κορινθίους Α΄, ιγ΄, 1)

Από μικρό παιδί μέσα στη θρησκεία. Με προσέλκυε η πειθαρχία, οι λάμπες και ο γυαλιστερός τσίγκος που άστραφτε στις λάμπες. Ήρθε η ώρα να πάρω κι εγώ τη θέση μου.

Είμαι σπουδαίος. Το καταλαβαίνω. Βλέπω να το αναγνωρίζουν και οι άλλοι. Όταν μου το λένε, χαίρομαι. Διακριτικά και ταπεινόσχημα, βέβαια. Λέω βέβαια πως ό,τι έχω το οφείλω στο Θεό, γιατί έτσι πρέπει να πω. Πόσο ωραία αισθάνομαι όταν λέω ότι είμαι κι εγώ αμαρτωλός. Φουσκώνω καθώς με κυριεύει η γλύκα στο λαιμό από τη θρησκευτικότητά μου κι όταν θυμάμαι την προσφορά μου στην Εκκλησία. Κι όταν μιλάω, νομίζω ότι από κάτω με θαυμάζουν. Κάνω και τη φωνή μου λίγο κάπως, να εκπέμπει θρησκευτικό λυρισμό και να στηρίζει την αυτοανάδειξή μου.

Πάντα με γοήτευαν οι άγγελοι. Αυστηροί, με τα φτερά και με τα σπαθιά τους. Απεσταλμένοι και εκπρόσωποι του Θεού στη γη. Αυτούς χρειάζεται η Εκκλησία. Έτσι κι εγώ. Ήρθα για να σώσω την Εκκλησία. Όποιος παραβαίνει το νόμο θα δέχεται την κοφτερή μου γλώσσα και τις άμεσες ενέργειές μου. Ποιος ασεβής, ανυπάκουος και βλάσφημος θα τολμήσει να αμφισβητήσει την αξιοσύνη μου, την πυγμή μου και το κύρος μου; Θα δράσω άμεσα. Για το καλό του Θεού πάντα. Αυτός μου έδωσε αυτό το ρόλο και αυτή τη δύναμη.

Έχω από τους άλλους την απόσταση που χρειάζεται. Μόνο στο Θεό τα δίνω όλα. Έτσι πρέπει. Αυτόν υπηρετώ. Είδες; Και γράφω πάντα το όνομά Του με κεφαλαίο.

Τα έχω καταφέρει. Το βλέπω. Το οσμίζομαι. Το νιώθω. Ζω στην ουράνια πανδαισία. Μιλάω πλέον τη γλώσσα των αγγέλων. Δεν νομίζω πως χρειάζομαι κάτι άλλο….

Υ.Γ. Για τους πιστούς που γίναμε θρήσκοι, για τους ιερείς που έγιναν παπάδες και για τους επισκόπους που έγιναν δεσποτάδες. Και εις έτη πολλά!!!

ΠΗΓΗ

Εκπαιδευτικές και θεολογικές αταξίες

Ο Οδυσσέας Ελύτης, η Κική Δημουλά, ο Γιώργος Σεφέρης, η Αποκάλυψη του Ιωάννη και η «εχθρική συμφιλίωση»

Του  Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Στους τελευταίους τρεις στίχους του ποιήματός της «Εχθρική συμφιλίωση» γράφει η Κική Δημουλά: «Κοιμήθηκα. / Σίγουρα θα σ’ το πρόφτασε κι αυτό / η φαρμακόγλωσσα ενοχή μου». Αν και η ποίηση δεν σχολιάζεται, τολμώ εδώ να χρησιμοποιήσω ετούτους τους στίχους για όσα πριν λίγες μόλις ώρες είπε ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπός μας κ.κ. Ιερώνυμος για το μάθημα των Θρησκευτικών (μτΘ), περιστοιχισμένος από μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων (ΠΕΘ): http://intv.gr/arxeio/eidiseis/item/diloseis-makariotatou-arxiepiskopou-athinon-kai-pasis-ellados-k-k-ieronymou-kai-peth-gia-ta-thriskeftika Χαρακτήρισε τα νέα προγράμματα σπουδών «απαράδεκτα και επικίνδυνα», με εμφανή στο video τα χαμόγελα όσων ήταν δίπλα του.

Με τη δική μου, όμως, ταπεινή ματιά του θεολόγου καθηγητή, που διδάσκει το μτΘ στο Λύκειο ας μου επιτραπούν δύο σύντομα σχόλια. Πρώτον: στην από εφέτος εφαρμογή τους τα νέα προγράμματα του μτΘ, μολονότι επί μια πενταετία δέχθηκαν σφοδρότατη αρνητική κριτική – διερωτώμαι εδώ· άραγε όσοι τα κατηγορούν τα έχουν μελετήσει; – δείχνουν έναν άλλο τρόπο μάθησης και διδασκαλίας, συμβατό με τις παιδαγωγικές επιστήμες, όχι μόνο από πλευράς Διδακτικής Μεθοδολογίας, αλλά και από πλευράς Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας. Δεύτερον: σ’ ότι αφορά στο περιεχόμενο τους, για το οποίο η παραπληροφόρηση στην κυριολεξία δεν έχει τελειωμό, διερωτώμαι που ακριβώς βρίσκεται εκείνη η περιβόητη «πολυθρησκειακή και θρησκειολογική λαίλαπα», που κάποιοι βλέπουν και κάποιοι δεν βλέπουν. Εκτός κι αν Θρησκειολογία είναι να πεις σ’ ένα μαθητή του Δημοτικού, Γυμνασίου και του Λυκείου ότι, «ξέρεις οι μουσουλμάνοι, όπως και εμείς οι χριστιανοί, κάνουν κι αυτοί προσκυνηματικά ταξίδια, στην ιερή τους πόλη, τη Μέκκα κι αυτό το λένε χατζ». Αν αυτό είναι Θρησκειολογία και αλλοίωση της χριστιανικής πίστης, συγχωρέστε μου την τοποθέτηση, μάλλον κάτι δεν πάει καλά με το ρόλο εμάς των θεολόγων εντός του εκπαιδευτικού χώρου.

Και κάτι ακροτελεύτιο. Σήμερα για δεύτερη διδακτική ώρα από την αρχή του σχολικού έτους, μπήκα σε τμήμα της Β΄ Λυκείου για να διδάξω το υπόλοιπο της 1ης θεματικής ενότητας για την Αποκάλυψη, των «επικίνδυνων και απαράδεκτων» νέων προγραμμάτων του μτΘ. Ολόκληρο το διδακτικό μου πακέτο περιλάμβανε υλικό από τον οδηγό του εκπαιδευτικού που έχει θέσει στη διάθεσή μας το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, δηλαδή: απόσπασμα από το βιβλίο του Ν. Μπερντιάεφ, Αλήθεια και Αποκάλυψη, σε ωραία μετάφραση του Χρήστου Μαλεβίτση· περιλάμβανε ένα ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη, το «Ακινδύνου, Ελπιδοφόρου, Ανεμπόδιστου» από Τα ελεγεία της Οξώπετρας, με εκείνο τον πανέμορφο στίχο «Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπει»· περιλάμβανε το ποίημα της Κικής Δημουλά Αθώο το αναπόδεικτο, από την ποιητική της συλλογή Χαίρε ποτέ· και με δική μου πρωτοβουλία περιλάμβανε απόσπασμα από την εισαγωγή που έχει γράψει ο Γιώργος Σεφέρης μεταγράφοντας στη δημοτική γλώσσα την Αποκάλυψη του Ιωάννη, με παράλληλη προβολή εικόνων από τα λευκώματα Πάτμος, εκδ. Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Πάτμου, και Η Αποκάλυψη του Ιωάννη. Τοιχογραφίες σε μοναστήρια της Ορθοδοξίας, έργο του Μιχαήλ Ένεφ, εκδ. Παρατηρητής. Αν αυτά Μακαριώτατε είναι «επικίνδυνα και απαράδεκτα», ειλικρινά λυπάμαι βαθύτατα.

Υ. Γ. Ωστόσο, πρέπει εδώ να ακουστεί ένα μεγάλο δ υ σ τ υ χ ώ ς. Τα νέα προγράμματα του μτΘ εφαρμόζονται σε μια εποχή που ο χώρος της εκπαίδευσης σαρώνεται από αλλοπρόσαλλες ιδεοληπτικές πολιτικές που μας πάνε χρόνια πίσω. Και μέσα στον ορυμαγδό των ισοπεδωτικών αλλαγών – αξιοσημείωτη είναι εδώ η αναφορά στα όσα τραγικά συμβαίνουν με το μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών – συμπαρασύρεται χωρίς να το θέλει και το μτΘ. Για όσους, όμως, δεν γνωρίζουν τα πράγματα, θα πρέπει να μάθουν ότι τα νέα προγράμματα του μτΘ εκπονήθηκαν εδώ και πέντε – έξι χρόνια και μερικά εξ αυτών δουλεύτηκαν πιλοτικά σε σχολεία της πατρίδας μας.

Αποτέλεσμα εικόνας για Βακιρτζής φως στο χώρο

Γιώργος Βακιρτζής, Φως στο χώρο, (λάδι σε μουσαμά)