Αρχείο κατηγορίας Χωρίς κατηγορία

Η θεσμική Εκκλησία και το μάθημα των Θρησκευτικών (μτΘ)

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Ο “εχθρός” θα σφαγιασθεί και σε λίγο όλοι θα πούμε “ζήτω τα Θρησκευτικά”.

Ενώ η Ιεραρχία της Εκκλησίας της Ελλάδος συνεδριάζει, δεν ξέρω αν έχει λάβει υπόψη την αγωνία πολλών θεολόγων που λένε το αυτονόητο: για να βγει η Ορθοδοξία από το περιθώριο της κοινωνίας μας στο οποίο δραματικά έχει περιέλθει τα τελευταία χρόνια – αυτό είναι μια πικρή αλήθεια κι ας κάνουν μερικοί ότι δεν καταλαβαίνουν –  οφείλει και πρέπει να επαναπροσδιορισθεί στη βάση της εκκλησιολογικής της ταυτότητας.

Παράκληση, λοιπόν, προς όλους τους ιεράρχες μας: το μάθημα των Θρησκευτικών δεν προσφέρεται για τους μικροεκκλησιαστικούς και μικροπολιτικούς σκοπούς τους.

Παρά ταύτα, στην τόσο θολή και άκρως θλιβερή περιρρέουσα ατμόσφαιρα των ημερών, με αναπαύουν κείμενα σαν το παρακάτω, το οποίο προφανώς είναι “ψιλά γράμματα” για αρτηριοσκληρωτικούς συναδέλφους θεολόγους και, βέβαια, ιεράρχες:

«Δεν την ξέραμε την Εκκλησία της Αγάπης; Δεν έχομε την παράδοσή μας; Πότε τη χάσαμε; Πως αναρωτιόμαστε ή φωνάζουμε (ακόμα και ο πρόσφυγας ποιητής):

Αγάπη, που ‘ναι η εκκλησιά σου / Βαρέθηκα τα μετόχια. 

Δεν ξέραμε πως μείζων δε τούτων η αγάπη; Ποιος μας είπε να τη χάσομε και τώρα να “βαριόμαστε” στα μετόχια; Ανεξήγητος, ανεξήγητος ο σημερινός Έλληνας δέκα φορές».

ΖΗΣΙΜΟΣ ΛΟΡΕΝΤΖΑΤΟΣ, Collectanea, εκδ. Δόμος, Αθήνα 2009, σ. 147, [314].

ΝΙΚΟΣ ΕΓΓΟΝΟΠΟΥΛΟΣ, Ο Φτωχοπρόδρομος, 1933· αυγοτέμπερα σε ξύλο

Επικίνδυνα Θρησκευτικά; Η «στροφή» του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμουκαι η σύμπλευσή του με τους ακραίους Ιεράρχες και την υπερσυντηρητική Πανελλήνια Ένωση Θεολόγων

Του ΠΑΝΤΕΛΗ ΚΑΛΑΪΤΖΙΔΗ / Δρ. Θεολογίας / Διευθυντή της Ακαδημίας Θεολογικών Σπουδών Βόλου
«Εγώ με μια λέξη θα έλεγα σήμερα, επειδή διάβασα τα καινούργια προγράμματα [για το Μάθημα των Θρησκευτικών] και τα είδα, πως είναι απαράδεκτα. Είναι επικίνδυνα. Είναι πράγματα που δεν θα αποδώσουν καρπούς αλλά μεγάλη ζημιά στην Παιδεία γενικότερα, στην κοινωνία μας και ρήξη στις σχέσεις της Εκκλησίας με την Πολιτεία», δήλωσε πρόσφατα ο Αρχιεπίσκοπος Αθηνών και πάσης Ελλάδος κ. Ιερώνυμος μπροστά στις τηλεοπτικές κάμερες, περιστοιχιζόμενος από μέλη της αρτηριοσκληρωτικής Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων (την οποία ο ίδιος φρόντιζε μέχρι πρότινος να κρατά σε απόσταση ασφαλείας, εγκαλώντας τους θεολόγους-εκπροσώπους της για τις παρωχημένες ιδέες τους).

Ώστε λοιπόν δεν αποτελούν κίνδυνο (και όνειδος) για την Εκκλησία ο αντισημιτισμός του Μητροπολίτη Πειραιώς ή η απροκάλυπτη εξύμνηση των πρωτεργατών της στρατιωτικής δικατορίας και της εγκληματικής οργάνωσης της «Χρυσής Αυγής», καθώς και τα κηρύγματα μνησικακίας και οι κατάρες που εξαπολύει προς κάθε κατεύθυνση και με κάθε ευκαιρία ο Μητροπολίτης Καλαβρύτων. Κίνδυνο για την ηγεσία της θεσμικής Εκκλησίας (και τις σχέσεις της με το κράτος…) αποτελούν οι θεολόγοι εκπαιδευτικοί και τα νέα Προγράμματα για το ΜτΘ!Δεν φαίνεται όμως να απασχολεί την ηγεσία της θεσμικής Εκκλησίας η όλο και μεγαλύτερη αποξένωσή της από την κοινωνία, από τους μορφωμένους και σκεπτόμενους πολίτες και τους νέους, των οποίων εξάλλου δεν μίλησε ποτέ τη γλώσσα ούτε έκανε κάποια ιδιαίτερη προσπάθεια για να τους προσεγγίσει.

Διαβάστε ολόκληρο το άρθρο στη συνέχεια

ΤΟ ΝΕΟ ΜΑΘΗΜΑ ΤΩΝ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΚΑΙ ΟΙ ΠΟΛΕΜΙΟΙ ΤΟΥ

Του Παναγιώτη Υφαντή / Αναπληρωτή Καθηγητή Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

Θεμελιώδης στόχευση του Προγράμματος Σπουδών του Μαθήματος των Θρησκευτικών (ΜτΘ) προκειμένου να ανταποκριθεί στις εκπαιδευτικές απαιτήσεις του Νέου Σχολείου καθώς και στα τρέχοντα κοινωνικά δεδομένα στον ελλαδικό χώρο είναι η προσφορά ενός μαθήματος παιδείας, υποχρεωτικού και χρήσιμου για όλους τους μαθητές. Η παραπάνω στόχευση υπαγόρευσε τις εξής δεσμεύσεις που διαμορφώνουν τη θεολογική φυσιογνωμία του μαθήματος και τη λειτουργικότητά του στη διδακτική διαδικασία.

Η υπέρβαση της μονοφωνικής ομολογιακότητας που μέχρι τώρα περιόριζε το εύρος του περιεχομένου και την απήχηση του ΜτΘ κυρίως ή αποκλειστικά στους ορθοδόξους μαθητές.

Η μελέτη της Ορθόδοξης Παράδοσης και το ταυτόχρονο άνοιγμα στην προσέγγιση και άλλων θρησκειών.

Η οργάνωση, διάρθρωση και ανάπτυξη του υλικού του ΜτΘ με άξονα και επίκεντρο τους μαθητές ανεξαρτήτως πολιτισμικής καταγωγής, εθνικής ταυτότητας και κυρίως θρησκευτικής δέσμευσης.

Η ισόρροπη καλλιέργεια του διαλόγου και του κριτικού αναστοχασμού πάνω στις ποικίλες θεμελιώδεις προτάσεις και τις νοηματοδοτήσεις της ζωής που προτείνουν οι μείζονες θρησκευτικές παραδόσεις.

Η αντιμετώπιση των μαθητών όχι ως «αυριανών πολιτών» αλλά ως θρησκευτικά εγγράμματων και «δρώντων κοινωνικών προσώπων», εφόσον η θρησκεία κατανοείται και μελετάται ως διαχρονική πηγή έμπνευσης πολιτισμικών κατορθωμάτων και άντλησης νοήματος, ως συνεκτικός ιστός κοινωνικών συσσωματώσεων αλλά και αφορμή κοινωνικών εντάσεων.

Αναδιαμόρφωση του λόγου και του ρόλου των διδασκόντων, οι αυτοί δεν είναι πλέον καταδικασμένοι να μεταδίδουν πληροφορίες και γνώσεις απέναντι σε παθητικούς δέκτες αλλά καλούνται να εμψυχώνουν και να συνεργάζονται με τους μαθητές, εφαρμόζοντας καινοτόμες μεθόδους και ενορχηστρώνοντας μαζί με αυτούς τη διαδικασία και το περιεχόμενο του μαθήματος.

Οι πρόσφατες δηλώσεις του Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος Ιερωνύμου εναντίον του Προγράμματος πυροδότησαν μια μάλλον όψιμη (εφόσον το νέο Πρόγραμμα ήδη εφαρμόζεται δια νόμου σε όλα τα σχολεία της χώρας) αντιπαράθεση γύρω από τον χαρακτήρα και την αποστολή του Μαθήματος. Μια μερίδα των διαφωνούντων –κυρίως από τον χώρο της ιεραρχίας- επιμένουν στον κατηχητικό και ομολογιακό χαρακτήρα του Μαθήματος, αγνοώντας ότι ο θεολόγος καθηγητής δεν δικαιούται να χρησιμοποιεί την τάξη ως ιεραποστολικό προορισμό ούτε βέβαια να αναπληρώνει το διδασκαλικό και κατηχητικό χρέος της θεσμικής Εκκλησίας απέναντι στους πιστούς. Από την πλευρά τους, αρκετοί θεολόγοι από υπερβάλλοντα ζήλο «αλλ’ ου κατ’ επίγνωσιν» ταυτίζουν το μάθημα με την ομολογία πίστης, ξεχνώντας μεταξύ άλλων πως η πίστη τουλάχιστον στον χώρο του σχολείου, δεν είναι επαγγελματικά εκμεταλλεύσιμη, κατά το βιβλικό «δωρεάν ελάβετε, δωρεάν δότε». Άλλοι πάλι θέλουν να παρουσιάσουν το Πρόγραμμα ως ιδεολογικό προϊόν ενός αριστερής έμπνευσης εκπαιδευτικού προγράμματος προκαλώντας τεχνητές εντάσεις προφανώς για ιδιοτελείς λόγους καλυμμένους πίσω από μια κινδυνολογική ρητορεία περί «αφελληνισμού», «θρησκευτικού αποχρωματισμού» των παιδιών και άλλα ηχηρά παρόμοια. Γι’ αυτό και αποσιωπούν ότι το Πρόγραμμα είχε αμιγώς ξεκίνησε επί Υπουργίας Διαμαντοπούλου (ΠΑΣΟΚ), πέρασε σε ΦΕΚ επί Υπουργίας Αρβανιτόπουλου (ΝΔ) και αποφασίστηκε να εφαρμοστεί επί Υπουργίας Φίλη (ΣΥΡΙΖΑ), ο οποίος αναγνώρισε, όπως και οι προκάτοχοί του, την ανταποκρισιμότητα του Προγράμματος στις επιταγές του σύγχρονου σχολείου. Τέλος, υπάρχουν ορισμένοι καθηγητές της Μέσης Εκπαίδευσης, οι οποίοι, έχοντας συνηθίσει στη χρήση ενός διδακτικού εγχειριδίου, απλώς αρνούνται να ξεβολευτούν αγνοώντας πεισματικά τις απέραντες δυνατότητες που τους προσφέρει το νέο Πρόγραμμα να προσαρμόσουν τον διδακτικό χειρισμό κάθε ενότητας και επιμέρους θέματος στην ζωντανή και πάντα μεταβλητή πραγματικότητα κάθε τάξης.

ΠΗΓΕΣ

εφ. ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟΣ ΘΕΟΛΟΓΙΚΟΣ ΣΥΝΔΕΣΜΟΣ ΚΑΙΡΟΣ για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης

Τα μυαλά είναι σαν τα αλεξίπτωτα: για να λειτουργήσουν πρέπει να είναι ανοικτά.

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΠΕΤΑΝΑΚΗ / Δρ. Θεολογίας / Θεολόγου Καθηγητή στο ΠΓΕΣΣ

Τον τελευταίο καιρό παρακολουθούμε μια αντιπαράθεση ομάδων και προσώπων, μια σύγκρουση ιδεών αλλά και φυσικών οντοτήτων με κέντρο το θέμα διαχείρισης των προσφύγων. Σύλλογοι γονέων, όπως του Ωραιόκαστρου και της Φιλιππιάδας, υιοθετούν εθνικιστικές θέσεις που κινούνται στις παρυφές ακροδεξιάς απόχρωσης κομματικών τοποθετήσεων. Στο πλευρό τους και τοπικοί άρχοντες, πολιτικοί και θρησκευτικοί, αλλά   και «αγανακτισμένοι πολίτες» που καίνε hot spot στο όνομα της εθνικής μας ταυτότητας.

Από την άλλη πλευρά πιο ψύχραιμες φωνές επικαλούνται το φιλάνθρωπο και φιλάδελφο χαρακτήρα του Χριστιανισμού, κύριο συστατικό της εθνικής μας ταυτότητας, για τη φιλοξενία των εμπερίστατων συνανθρώπων μας. Και φυσικά θα ταχθούμε με αυτές, όπως του Μητροπολίτη Δημητριάδος Ιγνάτιου, βασιζόμενοι όχι μόνο στη ρήση του Αποστόλου Παύλου στην επιστολή του προς Κολοσσαείς (3,11) : «Εδώ δεν υπάρχει πια Έλληνας και Ιουδαίος, περιτμημένος και απερίτμητος, βάρβαρος, Σκύθης, δούλος ή ελεύθερος, αλλά τα πάντα και μέσα σε όλους τα αναπληρώνει ο Χριστός.» αλλά και ενθυμούμενοι τη στάση της Συρίας προς τους χριστιανούς πρόσφυγες το 1922 καθώς και αναγνωρίζοντας τις συνέπειες από τη συμμετοχή μας με στρατεύματα στο μακρινό Αφγανιστάν στηρίζοντας τις Νατοϊκές επιλογές.

Ο κος Ιγνάτιος επεσήμανε ότι «χάσαμε την «κοινότητα». Είναι αυτό που έχει χάσει και η Εκκλησία πολλές φορές. Εκκλησία είναι η πρόσκληση γύρω από ένα τραπέζι να φάμε μαζί. Είναι ο Χριστός στην Αγία Τράπεζα. Παίρνω ένα ψίχουλο και μία σταγόνα, όχι για να ζήσω αλλά για να είμαι με τον Θεό. Η Εκκλησία ήταν αγάπη γύρω από μία τράπεζα, που γινόταν αγάπη σε ένα τραπέζι. Δεν γίνεται όταν κοινωνώ από ένα ποτήρι, να μην έχεις να φας εσύ και εγώ να τρώω. Στην κοινωνία γίνομαι ένα με τον συνάνθρωπό μου, που κοινωνούμε μαζί. Δεν γίνεται να είσαι ξένος και να παραμένεις ξένος για μένα. Στις μικρές εκκλησιαστικές κοινότητες, η μικρή ενορία, που συγκροτείται από τους ανθρώπους που έχουν συνείδηση, αναπληρώνει το κενό της κοινωνίας μας. Αν έχουμε χάσει την κοινωνία μεταξύ μας, ο ατομισμός κυριαρχεί και η μοναξιά οδηγεί στην κατάθλιψη».

Από την άλλη πλευρά ο κ. Άνθιμος δηλώνει: «Είμαι αντίθετος στη φιλοξενία των διαφόρων μεταναστών. Μέσα στην πόλη της Θεσσαλονίκης, για πλείστους όσους λόγους, εγώ προσωπικά σαν επίσκοπος και εκπρόσωπος τη τοπικής εκκλησίας που έχει ιστορία 2.000 χρόνων, δεν θα ήθελα να εγκατασταθούν, διότι δεν ξέρουμε τι ακριβώς στη συνέχεια θα επακολουθήσει». Εκτός από τη ξενοφοβία ο Αρχιεπίσκοπος Θεσσαλονίκης εκφράζει και έντονα αντιχριστιανικά θέσεις αφού αντιπαλεύει το παραπάνω Παύλειο εδάφιο αλλά και αρνείται την πίστη «θα χτίσω την εκκλησία μου και οι πύλες του Άδη δε θα μπορέσουν να την κατανικήσουν» (Ματθ 16,18) στερώντας μας από την ευχαριστιακή και εσχατολογική θετικότητα.

Ο Έλληνας σήμερα ζει μεταξύ κλειστότητας του παρελθόντος και ανοικτότητας του παρόντος και πιθανόν του μέλλοντος. Εγκλωβισμένος σε παλιές τακτικές ενός κλειστού πολιτισμικού περιβάλλοντος όπως ήταν οι αγροτικές κοινότητες του περασμένου αιώνα όπου ξένος ήταν ακόμη και ο κάτοικος του διπλανού χωριού, τρέχει ασθμαίνοντας να προλάβει τις κοινωνικές εξελίξεις που πραγματοποιούνται στο παγκόσμιο γίγνεσθαι όπου μέσω του διαδικτύου, πλησίον έχει γίνει κάθε κάτοικος του πλανήτη μας.

Και καθώς λέει ο Ευαγγελιστής Ματθαίος (22,37-40), υποστηρίζοντας την αναγκαιότητα της συνύπαρξης: «Κι ο Ιησούς του αποκρίθηκε: Θ” αγαπήσεις τον Κύριο το Θεό σου με όλη την καρδιά σου και με όλη την ψυχή σου και με όλη τη διάνοιά σου. Αυτή είναι η πρώτη και μεγαλύτερη εντολή. Και δεύτερη, όμοια μ” αυτή, είναι: Θ” αγαπήσεις τον πλησίον σου όπως τον εαυτό σου. Σ” αυτές τις δύο εντολές στηρίζονται όλος ο νόμος και οι προφήτες».

Στο ερώτημα πως θα επιτύχουμε τη μετάβαση στην ανοικτότητα και θα καταστήσουμε την κοινωνία μας μέτοχη στα πλανητικά πολιτισμικά δρώμενα, η απάντηση είναι μία : γνώση. Η γνώση και η εργαλειακή της χρήση, η σοφία, προσφέρεται σήμερα στα δημόσια σχολεία κι όχι στην τηλεόραση ή στο internet. Το παρεχόμενο αγαθό της εκπαίδευσης οφείλει να βασίζεται και παράλληλα να αναπτύσσει την κριτική και δημιουργική σκέψη των μαθητών και μαθητριών ώστε να επεξεργάζονται το πλήθος των πληροφοριών που μπορούν να φτάνουν ως αυτούς. Και μιας και ένα από τα στοιχεία διαμόρφωσης της πολιτισμικής και εθνοτικής ταυτότητας είναι η θρησκεία, το μάθημα των θρησκευτικών θα έπρεπε να έχει κύριο ρόλο στην ανάπτυξη του συναισθηματικού και λογικού κόσμου των παιδιών μας.

Ένα σύγχρονο σχολείο που ανταποκρίνεται στις παιδαγωγικές απαιτήσεις της κοινωνίας δεν μπορεί να εγκλωβίζεται σε μονολιθικές τάσεις και κατηχητικές πρακτικές, συγχέοντας τους ρόλους της εκκλησίας και του κράτους. Η παρεχόμενη Θρησκειακή Αγωγή στη Δευτεροβάθμια εκπαίδευση, οφείλει να απευθύνεται σε όλους τους μαθητές και να μη διαρρηγνύει τον κοινωνικό ιστό αλλά να προάγει την ενότητα και την ομόνοια των πολιτών βασιζόμενη στην αρχή της ανεκτικότητας και το σεβασμό της ετερότητας κάτι που θα επιτυγχάνεται με τη διαθρησκειακή προσέγγιση των επιμέρους ζητημάτων και αξιών.

Το Μάθημα των Θρησκευτικών που περιγράφουμε και παράγεται με τα Νέα Προγράμματα Σπουδών, προάγει την ενότητα και όχι το διαχωρισμό. Μέσα από το θρησκειακό εγγραμματισμό καθιστούμε τη Θρησκειακή Αγωγή αναγκαία προϋπόθεση της εκπαιδευτικής διαδικασίας που καταδεικνύει το σύγχρονο δημοκρατικό σχολείο όχι ως παράγοντα αναπαραγωγής ανισοτήτων και διαφορών, αλλά ως ανοικτό εργαστήριο αξιών όπως η ειρήνη, τα ανθρώπινα δικαιώματα και ο σεβασμός του περιβάλλοντος με κύριο στόχο τη συνύπαρξη.

Η θεολογία, αντί να λειτουργεί ως οπισθέλκουσα δύναμη και αδράνεια, καλείται σήμερα να προσδιορίσει και νοηματοδοτήσει θεολογικά τις δυο επικρατούσες έννοιες: την παγκοσμιοποίηση και τη μετα-νεωτερικότητα και να καταδείξει σύγχρονους τρόπους πορείας προς τη θρησκειακή γνώση. Ο συγκερασμός της παγκοσμιότητας και των τοπικών ιδιαιτεροτήτων (glocal) είναι επιβεβλημένος και η θρησκευτική γνώση και άρα και αγωγή πρέπει να εστιάσει σε αυτή την προοπτική.

Το Μάθημα των Θρησκευτικών στην ελληνική δημόσια εκπαίδευση, βασισμένο στη διαθεματικότητα και διεπιστημονικότητα και εργαλειακά χρησιμοποιώντας το Μοντέλο Διαδικασίας μόνο θετικά μπορεί να λειτουργήσει στην κοινωνικοποίηση των μαθητών και να πρωτοπορήσει στη διαμόρφωση της ταυτότητας των νέων και τελικά της ταυτότητας των νέων κοινωνιών βγάζοντάς μας από τη θρησκειακή αλλά και πολιτισμική απομόνωση.

Δημοσιεύθηκε στο περ. ΕΠΙΚΑΙΡΑ τχ. 358 (30/9/2016).

ΠΗΓΗ

…για το Μάθημα των Θρησκευτικών ΠΠ Γυμνασίου Ευαγγελικής Σχολής Σμύρνης

“Τις αληθινές επαναστάσεις τις κάνουν πάντα όσοι ζουν αποτραβηγμένοι στη δουλειά τους – ο Γαλιλαίος, ο Motzar, ο Αϊνστάιν”, Ζήσιμος Λορεντζάτος

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Αναμφίβολα αυτό που ουκ ολίγοι (συνάδελφοι θεολόγοι και σεβαστοί ιεράρχες) επιθυμούν για το μάθημα των Θρησκευτικών (μτΘ), με αφορμή την εφαρμογή των νέων προγραμμάτων σπουδών, τελικά δείχνουν να τo πετυχαίνουν: έκαμαν το μάθημα «μπαλάκι» του πινγκ πόνγκ στα χέρια κάθε πολιτικάντη, όλων των αποχρώσεων, προεξάρχοντος του Υπουργού Παιδείας κ. Φίλη. Τις τελευταίες ημέρες, ένας νηφάλιος άνθρωπος αδυνατεί πια να παρακολουθήσει όσα ακούει και διαβάζει στα ΜΜΕ και στο Διαδίκτυο για το μτΘ. Ένας ορυμαγδός απόψεων και κατηγοριών, που στην κυριολεξία κατατρώει τη σάρκα ολάκερου του εκπαιδευτικού μας συστήματος. Όσο, όμως, θα κρατά ετούτο το θλιβερό σκηνικό, ο αγωνιστής και ήρωας Μακρυγιάννης από τον τάφο του θα συνεχίζει να αναφωνεί: «μας γιομώσατε και φατρίες». Δεδομένη είναι η έλλειψη του μέτρου στα όσα λένε και πράττουν, όλοι αυτοί που έχουν αρπάξει το φραγγέλιο και καταδικάζουν τα νέα προγράμματα του μτΘ, στο όνομα βέβαια, όσων θέλουν να πιστεύουν ότι διακονούν, δηλαδή την υπεράσπιση της ορθόδοξης πίστης και της πατρίδας μας. Αυτό διατυμπανίζουν ότι κάμουν. Στην προκείμενη, όμως, περίπτωση είναι άδικοι. Και παραχαράκτες των εννοιών: δάσκαλος και ορθόδοξη πίστη. Σφυρηλατούν δεσμούς, ακόμα και απάνθρωπους, και σφυροκοπούν ανελέητα κάθε πνοή αλλαγής προς το καλύτερο. Πολλές φορές μάλιστα εναλλάσσουν το ρόλο του σταυρωτή και του ιεροεξεταστή με κείνο του Πόντιου Πιλάτου. Ψάχνεις να βρεις επάνω τους αγάπη, εντιμότητα, ειλικρίνεια, ευθύτητα και αξιοπρέπεια, πανανθρώπινες αξίες, και δυστυχώς διαψεύδονται οι προσδοκίες σου. Αγνοούν ότι «η μόνη λάσπη που μας λερώνει είναι αυτή που ρίχνουμε στους άλλους». Είμαι σίγουρος ότι έχουν καταλάβει τα λάθη τους, όλοι αυτοί οι κατήγοροι των νέων προγραμμάτων στο μτΘ. Επιμένουν, όμως, στα λάθη τους δίχως ίχνος αυτοκριτικής και συνεχίζουν τα καμώματά τους. Τουλάχιστον θα έπρεπε να έχουν συνειδητοποιήσει ετούτη την αλήθεια: ο καθένας μπορεί να κάμει λάθη, αλλά μονάχα οι εγωιστές επιμένουν σ’ αυτά.

Αυτό το κάτι νέο που πάει να ανθίσει με τις αλλαγές στο μτΘ, και που ουκ ολίγοι, στη γέννησή του προσπαθούν να κόψουν τις ρίζες του, ομοιάζει με την καταδίκη του Γαλιλαίου από την Ιερά Εξέταση της Δυτικής Εκκλησίας, για το αυτονόητο που ανακάλυψε, ότι δηλαδή, η γη κινείται. Όπως και τότε έτσι και σήμερα, μέχρι και δίκες έχουν στηθεί. Κι αυτό δεν είναι σχήμα λόγου. Είναι πραγματικότητα. Ετούτη η καταδίκη είναι ένα τρανταχτό παράδειγμα στη διδασκαλία για την έννοια της επιστήμης, στην πρώτη θεματική ενότητα των νέων προγραμμάτων για τη Γ΄ Λυκείου. Ο Οδηγός Σπουδών που πλουσιοπάροχα στη διάθεσή μας έχει θέσει το ΙΕΠ, για μια αποτελεσματική δίωρη διδασκαλία, με αφορμή τη θέση της επιστήμης στον σύγχρονο κόσμο, στα τόσα ωραία που προτείνει, προτείνει και τη χρήση του γνωστού πίνακα ζωγραφικής του Cristiano Banti, με τον Γαλιλαίο να αντιμετωπίζει την Ιερά Εξέταση. Αρκεί κανείς να τον αντιπαραβάλλει με τις σημερινές εικόνες των κατηγόρων των νέων προγραμμάτων σπουδών του μτΘ, που βγαίνουν στα κανάλια και παραπληροφορούν γονείς και μαθητές, για να δει τις ομοιότητες.

Με αφορμή, λοιπόν, αυτόν το πίνακα, ψάχνοντας να βρω επιπρόσθετο διδακτικό υλικό με παράλληλα κείμενα για να τα θέσω στη διάθεση των μαθητών μου, έπεσα πάνω στα γραπτά του λαμπρότατου ποιητή, λογοτέχνη και κριτικού της λογοτεχνίας μας Ζήσιμου Λορεντζάτου, στο τελευταίο βιβλίο του, τα Collectanea. Διαβάζοντας όσα γράφει για τον Γαλιλαίο διερωτήθηκα: πώς είναι δυνατόν αυτά τα τόσο σημαντικά κείμενα να είναι «απαράδεκτα και επικίνδυνα» για παιδιά που σε λίγο καιρό θα διεκδικούν μια θέση σ’ ένα πανεπιστήμιο; Πώς είναι δυνατόν, από εκπροσώπους της εκπαίδευσης και της Εκκλησίας μας να στέλνεται στην πυρά η προσπάθεια αναμόρφωσης ενός μαθήματος για το οποίο δεκαετίες τώρα έχει γίνει ουσιαστικός διάλογος; Εδώ, αξίζει να τονίσω το γεγονός ότι εντυπωσιάζει η θρασύτητα πολλών από τον θεολογικό εκπαιδευτικό χώρο όταν διαρκώς μιλάνε για διάλογο, ενώ κανείς δεν κάμει λόγο για έρευνα, στην προοπτική που αυτή πάντα θα είναι «αδέσμευτη και αδογμάτιστη», όπως έλεγε κι ο καλός μας κάποτε δάσκαλος Νίκος Ματσούκας· ας είναι αιωνία η μνήμη του. Όπως, όμως, κι αν έχει το ζήτημα, με έμφαση θέλω να τονίσω ότι θεωρώ επιβεβλημένο το διάλογο για το μτΘ, αλλά όχι ερήμην της επιστήμης, θεολογικής και παιδαγωγικής. Να θυμίσω, βέβαια, εδώ ότι τα ίδια ακριβώς γίνονταν πριν είκοσι περίπου χρόνια, όταν στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση εισάγονταν τα νέα βιβλία θρησκευτικών. Ο μακαριστός τότε αρχιεπίσκοπος Χριστόδουλος, πολλοί ιεράρχες, αλλά και τα επιστημονικά σωματεία της ΠΕΘ και της Ένωσης Θεολόγων Β. Ελλάδος, θεωρούσαν το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο και τους Συμβούλους του στο μτΘ, όπως τον αείμνηστο Αθανάσιο Νίκα, υπευθύνους για αλλοίωση του ορθόδοξου χαρακτήρα του μαθήματος, κατηγορώντας τα νέα βιβλία ότι υιοθετούσαν «φιλοπαπικό και οικουμενιστικό πνεύμα».

Επανέρχομαι, όμως, στη σημερινή θλιβερή εικόνα: στο διχαστικό κλίμα που επικρατεί στον εκπαιδευτικό θεολογικό και εκκλησιαστικό χώρο, με αφορμή την εφαρμογή των νέων προγραμμάτων σπουδών του μτΘ. Επαναλαμβάνω ότι η καταδίκη αυτών των προγραμμάτων και των εμπειρογνωμόνων που τα σχεδίασαν ομοιάζει με την καταδίκη του Γαλιλαίου. Και για να δώσω περαιτέρω νόημα στην άποψή μου θα επικαλεστώ τα γραφόμενα του Ζήσιμου Λορεντζάτου. Τα αντιγράφω αυτολεξεί και ο καθένας ας βγάλει τα συμπεράσματά του. Είθε οι κατήγοροι των νέων προγραμμάτων σπουδών καλοπροαίρετα να προσέλθουν στο τραπέζι του διαλόγου. Γιατί αν θέλουν να φτιάξουν τον κόσμο οφείλουν πρώτα να «ξεκινήσουν από τον εαυτό τους κι όχι από τους άλλους», καθώς σοφά λέγει ο Αλεξάντερ Σολζενίτσιν. Στον κορυφαίο τώρα Ζήσιμο Λορεντζάτο που γράφει: «Όταν διαβάζομε – Έκδοσις Ακριβής της Ορθοδόξου Πίστεως – την κοσμολογία του Δαμασκηνού δεν πρέπει να χαμογελάμε διαβάζοντας πως την γην, ης την έδραν, και την βάσιν ουδείς ανθρώπων ειπείν δεδύνηται ή όταν τον παρακολουθάμε να μας αραδιάζει τις διάφορες κοσμολογικές υποθέσεις που έκαναν οι των έξω σοφοί (οι επιστήμονες, θα λέγαμε σήμερα) – καθώς τους ονομάζει – τον 8ο αιώνα μ. Χ. για μια γη που στηρίζεται είτε επί των υδάτων είτε επί του αέρος είτε επ’ ουδενός· δεν πρέπει, λέω, να χαμογελάμε άσοφα, γιατί παρακάτω συμπληρώνει σοφά ο ίδιος πως καν ουν εφ’ εαυτής, καν επί αέρος, καν επί υδάτων, καν επ’ ουδενός δώμεν ηδράσθαι αυτήν, χρη μη αφίστασθαι της ευσεβούς έννοιας, αλλά πάντα ομού συγκρατείσθαι, ομολογείν, και συνέχεσθαι τη δυνάμει του κτίσαντος. Ή όπως μας βεβαιώνει παραπάνω για τις διάφορες μεταβατικές υποθέσεις – και όλες οι υποθέσεις στην επιστήμη αποβαίνουν λιγότερο ή περισσότερο μεταβατικές – όμως είτε ούτως, είτε εκείνως, άπαντα τω θείω προστάγματι γέγονέ τε και ήδρασται, συμπληρώνοντας θεόληπτα: και το θείον θέλημά τε και βούλημα, θεμέλιον ασάλευτον κέκτηται· αυτός γαρ είπε, και εγεννήθησαν, αυτός ενετείλατο, και εκτίσθησαν· έστησεν αυτά εις τον αιώνα, και εις τον αιώνα του αιώνος· πρόσταγμα έθετο, και ου παρελεύσεται. Αυτό είναι το σημαντικό, λοιπόν: ομολογείν (πάντα ομού συγκρατείσθαι και συνέχεσθαι τη δυνάμει του κτίσαντος) και είτε με την κοσμολογία του 8ου αιώνα μ. Χ. είτε με την κοσμολογία του 20ου αιώνα μ. Χ. ή του 30ου αιώνα αργότερα, χρη μη αφίστασθαι της ευσεβούς εννοίας, οποιαδήποτε και αν είναι, κάθε φορά ή κάθε εποχή, τα συμπεράσματα και οι υποθέσεις της φυσικής επιστήμης.

Έτσι βλέπομε καθαρά εκείνο που ακόμα σήμερα θολώνει άδικα πολλούς θεολόγους και πολλούς επιστήμονες – πως δηλαδή με τον ίδιο τρόπο που μπορεί να είναι ανεξάρτητη η θρησκεία απέναντι στην επιστήμη, με τον ίδιο τρόπο μπορεί να είναι (και πρέπει να είναι) ανεξάρτητη η επιστήμη απέναντι στη θρησκεία. Τουλάχιστο στην Ορθόδοξη Παράδοσή μας και στην πατερική διδασκαλία της. Αντίθετα με τον Καθολικισμό – το βρίσκω αυτό σημαντικότατο – η Ορθοδοξία δεν έχει μήτε Ιερή Εξέταση μήτε καταδίκη του Γαλιλαίου στο παθητικό της. Φυσικά ο άνθρωπος, όσο έχει μέσα του την άγια περιέργεια της έρευνας («die heilige Neugier des Forschens», καθώς την ονομάζει ο Einstein), δε θα πάψει ποτέ να εξετάζει το σύμπαν με τα θαυμαστά λογικομαθηματικά (και άλλα) σύνεργα που του χάρισε από την αρχή ο Θεός, αφήνοντάς τον συνάμα ελεύθερο να βρίσκει εκείνος κάθε φορά το σημείο το κρίσιμο, πέρα από το οποίο κανένας αυτοκαταστρέφεται ή απαράβατα χαλιέται. Όριον έθου ο ου παρελεύσονται. Έχομε από το Θεαίτητο του Πλάτωνα, στο πρόσωπο του Θαλή, τον ερευνητή αστρονομούντα και άνω βλέποντα, πεσόντα εις φρέαρ, που γίνεται περίγελος μιας υπηρέτριας, ως τα μεν εν ουρανώ προθυμοίτο ειδέναι, τα δ’ έμπροσθεν αυτού και παρά πόδας λανθάνοι αυτόν (174). Εδώ χρειάζεται να μην παραβαίνομε τις αναλογίες. Ο άνθρωπος μπορεί να μην ανακατεύεται στα κοινά ή να ζει απομόναχος, δεν μπορεί όμως να παύει να πατάει γερά στη γη, τη μάνα του, ή να χάνει την ανθρωποσύνη του βγαίνοντας από τα προκαθορισμένα όριά της. Ο άνθρωπος χρειάζεται τα ανθρώπινα μέτρα. Όσοι ψαχουλεύουν συστηματικά – οι των έξω σοφοί – είτε γας υπένερθε βυθομετρώντας τον πλανήτη μας σε μερικά εκατομμύρια χρόνια, είτε ουρανού δ’ ύπερ αλαργεύοντας μερικά εκατομμύρια χρόνια φωτός ανάμεσα στους γαλαξίες – «Le silence éternel de ces espaces infinis m’effraie», αποφαινόταν ο Πασκάλ (Pansees III, 206) – είτε σημαδεύοντας σε περιοχές του χωροχρόνου όπου, εξαιτίας της μεγάλης βαρύτητας, τίποτα δεν μπορεί να ξεφύγει από μέσα εκεί (black holes), μήτε φως,  – καλά θα κάνουν να θυμούνται τον Ιωάννη το Δαμασκηνό με το ταπεινό ομολογείν του ή ακόμα πως, πέρα από τις τολμηρότερες υποθέσεις τους:

Και εις την σκοτίαν βαθείαν,

Εις το απέραντον διάστημα

του Κάλβου, βρίσκεται παντού και πάντα μπροστά τους, απερινόητος, ο καθήμενος επί θρόνου δόξης και επιβλέπων αβύσσους», (Collectanea, σσ. 467-469 [823]· πρβλ. και τις σσ. 149 [321], 362-363 [679], 445 [782], 470-471 [825], 644-645 [1105], 662-663 [1138], αντίστοιχες αναφορές στο Γαλιλαίο).

Επάνω σε τέτοια τολμηρά κείμενα κινείται το μεγαλύτερο μέρος του περιεχομένου των νέων προγραμμάτων σπουδών του μτΘ. Κι όσοι λένε ότι διαπνέονται από πανθρησκειακό και θρησκειολογικό περιεχόμενο, προφανώς και δεν τα έχουν μελετήσει σοβαρά. Πιστεύω ότι όλα τα παραπάνω πιθανόν να μην αρέσουν σε λαϊκιστές και δημαγωγούς πολιτικάντηδες, όλων των αποχρώσεων, το ξαναλέω. Ας γνωρίζουμε όμως ότι, πάντοτε πολύς λόγος γίνεται για την «τυραννική δυναστεία των μετριοτήτων». Το βιβλίο του Ε. Λαμπέση, Η τεράστια κοινωνική σημασία των βλακών εν τω συγχρόνω βίω, Αθήνα 1989 (με πολλές επανεκδόσεις από την εποχή που εκδόθηκε, το 1941) είναι ένα καλό παράδειγμα για όσους επιζητούν την αποδέσμευσή τους από λαϊκιστές και δημαγωγούς.

Ο Γαλιλαίος αντιμετωπίζει την Ιερά Εξέταση· Cristiano Banti, 1857

Επιτέλους… μιλάω τη γλώσσα των αγγέλων!!!

 Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΣΗΜΑΚΟΠΟΥΛΟΥ / Θεολόγου Καθηγητή

 

«Εάν ταις γλώσσαις των ανθρώπων λαλώ και των αγγέλων, αγάπην δε μη έχω, γέγονα χαλκός ηχών ή κύμβαλον αλαλάζον», (Προς Κορινθίους Α΄, ιγ΄, 1)

Από μικρό παιδί μέσα στη θρησκεία. Με προσέλκυε η πειθαρχία, οι λάμπες και ο γυαλιστερός τσίγκος που άστραφτε στις λάμπες. Ήρθε η ώρα να πάρω κι εγώ τη θέση μου.

Είμαι σπουδαίος. Το καταλαβαίνω. Βλέπω να το αναγνωρίζουν και οι άλλοι. Όταν μου το λένε, χαίρομαι. Διακριτικά και ταπεινόσχημα, βέβαια. Λέω βέβαια πως ό,τι έχω το οφείλω στο Θεό, γιατί έτσι πρέπει να πω. Πόσο ωραία αισθάνομαι όταν λέω ότι είμαι κι εγώ αμαρτωλός. Φουσκώνω καθώς με κυριεύει η γλύκα στο λαιμό από τη θρησκευτικότητά μου κι όταν θυμάμαι την προσφορά μου στην Εκκλησία. Κι όταν μιλάω, νομίζω ότι από κάτω με θαυμάζουν. Κάνω και τη φωνή μου λίγο κάπως, να εκπέμπει θρησκευτικό λυρισμό και να στηρίζει την αυτοανάδειξή μου.

Πάντα με γοήτευαν οι άγγελοι. Αυστηροί, με τα φτερά και με τα σπαθιά τους. Απεσταλμένοι και εκπρόσωποι του Θεού στη γη. Αυτούς χρειάζεται η Εκκλησία. Έτσι κι εγώ. Ήρθα για να σώσω την Εκκλησία. Όποιος παραβαίνει το νόμο θα δέχεται την κοφτερή μου γλώσσα και τις άμεσες ενέργειές μου. Ποιος ασεβής, ανυπάκουος και βλάσφημος θα τολμήσει να αμφισβητήσει την αξιοσύνη μου, την πυγμή μου και το κύρος μου; Θα δράσω άμεσα. Για το καλό του Θεού πάντα. Αυτός μου έδωσε αυτό το ρόλο και αυτή τη δύναμη.

Έχω από τους άλλους την απόσταση που χρειάζεται. Μόνο στο Θεό τα δίνω όλα. Έτσι πρέπει. Αυτόν υπηρετώ. Είδες; Και γράφω πάντα το όνομά Του με κεφαλαίο.

Τα έχω καταφέρει. Το βλέπω. Το οσμίζομαι. Το νιώθω. Ζω στην ουράνια πανδαισία. Μιλάω πλέον τη γλώσσα των αγγέλων. Δεν νομίζω πως χρειάζομαι κάτι άλλο….

Υ.Γ. Για τους πιστούς που γίναμε θρήσκοι, για τους ιερείς που έγιναν παπάδες και για τους επισκόπους που έγιναν δεσποτάδες. Και εις έτη πολλά!!!

ΠΗΓΗ

Εκπαιδευτικές και θεολογικές αταξίες

Ο Οδυσσέας Ελύτης, η Κική Δημουλά, ο Γιώργος Σεφέρης, η Αποκάλυψη του Ιωάννη και η «εχθρική συμφιλίωση»

Του  Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Στους τελευταίους τρεις στίχους του ποιήματός της «Εχθρική συμφιλίωση» γράφει η Κική Δημουλά: «Κοιμήθηκα. / Σίγουρα θα σ’ το πρόφτασε κι αυτό / η φαρμακόγλωσσα ενοχή μου». Αν και η ποίηση δεν σχολιάζεται, τολμώ εδώ να χρησιμοποιήσω ετούτους τους στίχους για όσα πριν λίγες μόλις ώρες είπε ο Μακαριώτατος Αρχιεπίσκοπός μας κ.κ. Ιερώνυμος για το μάθημα των Θρησκευτικών (μτΘ), περιστοιχισμένος από μέλη του Διοικητικού Συμβουλίου της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων (ΠΕΘ): http://intv.gr/arxeio/eidiseis/item/diloseis-makariotatou-arxiepiskopou-athinon-kai-pasis-ellados-k-k-ieronymou-kai-peth-gia-ta-thriskeftika Χαρακτήρισε τα νέα προγράμματα σπουδών «απαράδεκτα και επικίνδυνα», με εμφανή στο video τα χαμόγελα όσων ήταν δίπλα του.

Με τη δική μου, όμως, ταπεινή ματιά του θεολόγου καθηγητή, που διδάσκει το μτΘ στο Λύκειο ας μου επιτραπούν δύο σύντομα σχόλια. Πρώτον: στην από εφέτος εφαρμογή τους τα νέα προγράμματα του μτΘ, μολονότι επί μια πενταετία δέχθηκαν σφοδρότατη αρνητική κριτική – διερωτώμαι εδώ· άραγε όσοι τα κατηγορούν τα έχουν μελετήσει; – δείχνουν έναν άλλο τρόπο μάθησης και διδασκαλίας, συμβατό με τις παιδαγωγικές επιστήμες, όχι μόνο από πλευράς Διδακτικής Μεθοδολογίας, αλλά και από πλευράς Εκπαιδευτικής Ψυχολογίας. Δεύτερον: σ’ ότι αφορά στο περιεχόμενο τους, για το οποίο η παραπληροφόρηση στην κυριολεξία δεν έχει τελειωμό, διερωτώμαι που ακριβώς βρίσκεται εκείνη η περιβόητη «πολυθρησκειακή και θρησκειολογική λαίλαπα», που κάποιοι βλέπουν και κάποιοι δεν βλέπουν. Εκτός κι αν Θρησκειολογία είναι να πεις σ’ ένα μαθητή του Δημοτικού, Γυμνασίου και του Λυκείου ότι, «ξέρεις οι μουσουλμάνοι, όπως και εμείς οι χριστιανοί, κάνουν κι αυτοί προσκυνηματικά ταξίδια, στην ιερή τους πόλη, τη Μέκκα κι αυτό το λένε χατζ». Αν αυτό είναι Θρησκειολογία και αλλοίωση της χριστιανικής πίστης, συγχωρέστε μου την τοποθέτηση, μάλλον κάτι δεν πάει καλά με το ρόλο εμάς των θεολόγων εντός του εκπαιδευτικού χώρου.

Και κάτι ακροτελεύτιο. Σήμερα για δεύτερη διδακτική ώρα από την αρχή του σχολικού έτους, μπήκα σε τμήμα της Β΄ Λυκείου για να διδάξω το υπόλοιπο της 1ης θεματικής ενότητας για την Αποκάλυψη, των «επικίνδυνων και απαράδεκτων» νέων προγραμμάτων του μτΘ. Ολόκληρο το διδακτικό μου πακέτο περιλάμβανε υλικό από τον οδηγό του εκπαιδευτικού που έχει θέσει στη διάθεσή μας το Ινστιτούτο Εκπαιδευτικής Πολιτικής, δηλαδή: απόσπασμα από το βιβλίο του Ν. Μπερντιάεφ, Αλήθεια και Αποκάλυψη, σε ωραία μετάφραση του Χρήστου Μαλεβίτση· περιλάμβανε ένα ποίημα του Οδυσσέα Ελύτη, το «Ακινδύνου, Ελπιδοφόρου, Ανεμπόδιστου» από Τα ελεγεία της Οξώπετρας, με εκείνο τον πανέμορφο στίχο «Λάμπει μέσα μου κείνο που αγνοώ. Μα ωστόσο λάμπει»· περιλάμβανε το ποίημα της Κικής Δημουλά Αθώο το αναπόδεικτο, από την ποιητική της συλλογή Χαίρε ποτέ· και με δική μου πρωτοβουλία περιλάμβανε απόσπασμα από την εισαγωγή που έχει γράψει ο Γιώργος Σεφέρης μεταγράφοντας στη δημοτική γλώσσα την Αποκάλυψη του Ιωάννη, με παράλληλη προβολή εικόνων από τα λευκώματα Πάτμος, εκδ. Ιερά Μονή Αγίου Ιωάννου του Θεολόγου Πάτμου, και Η Αποκάλυψη του Ιωάννη. Τοιχογραφίες σε μοναστήρια της Ορθοδοξίας, έργο του Μιχαήλ Ένεφ, εκδ. Παρατηρητής. Αν αυτά Μακαριώτατε είναι «επικίνδυνα και απαράδεκτα», ειλικρινά λυπάμαι βαθύτατα.

Υ. Γ. Ωστόσο, πρέπει εδώ να ακουστεί ένα μεγάλο δ υ σ τ υ χ ώ ς. Τα νέα προγράμματα του μτΘ εφαρμόζονται σε μια εποχή που ο χώρος της εκπαίδευσης σαρώνεται από αλλοπρόσαλλες ιδεοληπτικές πολιτικές που μας πάνε χρόνια πίσω. Και μέσα στον ορυμαγδό των ισοπεδωτικών αλλαγών – αξιοσημείωτη είναι εδώ η αναφορά στα όσα τραγικά συμβαίνουν με το μάθημα των Αρχαίων Ελληνικών – συμπαρασύρεται χωρίς να το θέλει και το μτΘ. Για όσους, όμως, δεν γνωρίζουν τα πράγματα, θα πρέπει να μάθουν ότι τα νέα προγράμματα του μτΘ εκπονήθηκαν εδώ και πέντε – έξι χρόνια και μερικά εξ αυτών δουλεύτηκαν πιλοτικά σε σχολεία της πατρίδας μας.

Αποτέλεσμα εικόνας για Βακιρτζής φως στο χώρο

Γιώργος Βακιρτζής, Φως στο χώρο, (λάδι σε μουσαμά)

ΣΧΟΛΙΟ ΓΙΑ ΤΑ ΝΕΑ ΠΣ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΩΝ ΛΥΚΕΙΟΥ

Γράφει ο ΓΕΩΡΓΙΟΣ ΒΑΡΔΑΒΑΣ / Θεολόγος Καθηγητής· Ηράκλειο Κρήτης

Τα νέα ΠΣ Θρησκευτικών Λυκείου[1] διαπνέονται από δυναμική ανανέωσης και οπωσδήποτε αποτελούν γόνιμη πρόκληση για κάθε ανήσυχο εκπαιδευτικό. Οι συνάδελφοι που τα εκπόνησαν κατέβαλαν φιλότιμη προσπάθεια ώστε να καταστήσουν το μάθημα ελκυστικό προς τις ανάγκες και τα ενδιαφέροντα των μαθητών.

Τα νέα ΠΣ Λυκείου είναι πολυπρισματικά, λαμβάνουν υπόψη τους τις σύγχρονες παιδαγωγικές και διδακτικές αντιλήψεις, δίνουν έναυσμα για διαθεματικές, βιωματικές, ομαδοσυνεργατικές και πολλές ακόμη δραστηριότητες και καλλιεργούν την αυτενέργεια εκπαιδευτικών και μαθητών.

Ωστόσο η σπουδή του Υπουργείου Παιδείας να εφαρμόσει τα νέα ΠΣ [βλ. ΦΕΚ Β’ 1206, 13.09.2016] χωρίς προηγούμενη προετοιμασία της εκπαιδευτικής κοινότητας (ουσιαστική επιμόρφωση, σεμινάρια κλπ) και -το κυριότερο- χωρίς διδακτικό εγχειρίδιο καθιστά δύσκολο το πεδίο εφαρμογής της όλης διαδικασίας. Δεν είναι δυνατόν να δίνονται τα παλαιά διδακτικά εγχειρίδια και ο εκπαιδευτικός να καλείται να εφαρμόσει τα νέα,ιδιαίτερα απαιτητικά ΠΣ, χωρίς κάποιο διδακτικό πακέτο. Κακά τα ψέματα: για πρακτικούς -και όχι μόνο- λόγους το εγχειρίδιο είναι απαραίτητο εργαλείο στην όλη σχολική διαδικασία και από το Υπουργείο θα έπρεπε να είχε ληφθεί η σχετική μέριμνα ανάθεσης για τη συγγραφή νέων βιβλίων που θα βασίζονται στη φιλοσοφία των νέων ΠΣ.

Φυσικά ως προς την εφαρμογή των ΠΣ υπάρχουν και άλλα τεχνικά και πρακτικά προβλήματα. Αναφέρουμε δείγματος χάριν την πρόβλεψη των νέων ΠΣ για πραγματοποίηση των μαθημάτων σε συνεχόμενο δίωρο, γεγονός πρακτικά αδύνατο σε μεγάλα Λύκεια, που πρέπει να υλοποιήσουν πρόγραμμα μαθημάτων με πάρα πολλά προαπαιτούμενα (ζώνες Project, έκθεση, ζώνη μαθημάτων προσανατολισμού, μετακινούμενοι εκπαιδευτικοί προς τη σχολική μονάδα ή σε άλλη σχολική μονάδα κλπ). Επίσης δεν θα πρέπει να μας διαφεύγει ότι δεν υπάρχουν οι απαιτούμενοι πόροι για την εφαρμογή των νέων ΠΣ (στις περισσότερες αίθουσες ο εκπαιδευτικός βρίσκει μόνο μια…πρίζα και έναν πίνακα).

Σε κάθε περίπτωση και παρά τις ομολογουμένως πολλές αντιξοότητες τα νέα ΠΣ κινούνται σε σωστή κατεύθυνση, αφήνουν πολλά περιθώρια διδακτικών πρωτοβουλιών στον εκπαιδευτικό, διαπνέονται από πνεύμα ελευθερίας, σεβασμού της ετερότητας και ανάδειξης του προσωποκεντρικού προτάγματος, γεγονός ιδιαίτερα σημαντικό στους ρευστούς καιρούς της κρίσης και της γενικευμένης παραίτησης.

ΠΗΓΗ

ΠΕΡΑ ΑΠΟ ΤΟ ΑΤΟΜΟ

Ανάστημα της ποίησης

Γράφει ο Α. Ι. Καλαμάτας

ΤΑΣΟΥΛΑ ΚΑΡΑΓΕΩΡΓΙΟΥ, Ναυαγού τάφος ειμί (επιτύμβια επιγράμματα από την Παλατινή Ανθολογία), εκδ. Γαβριηλίδης, Αθήνα 2016

«Ένα νεκροταφείο είναι όλος ο κόσμος του πολιτισμού μας», γράφει στον Λύκο της στέπας ο κορυφαίος Γερμανός συγγραφέας Έρμαν Έσσε. Και πράγματι δεν έχει άδικο, φτάνει να σκεφτεί κανείς ό,τι ο θάνατος συνιστά τη βασικότερη δοκιμασία του ανθρώπινου προσώπου. Γράφοντας ετούτες τις γραμμές για το ενδιαφέρον βιβλίο της φιλολόγου καθηγήτριας Τασούλας Καραγεωργίου με τίτλο Ναυαγού τάφος ειμί (επιτύμβια επιγράμματα από την Παλατινή Ανθολογία), που πρόσφατα κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Γαβριηλίδης, συνοδευμένο με ζωγραφιές του Γιώργου Ξένου, ήρθε στο νου μου εκείνη η ξεχωριστή τοιχογραφία στη μονή Βαρλαάμ των Μετεώρων, η οποία παριστάνει τον αββά Σισώη, ασκητή των αρχών του 4ου αιώνα, με υψωμένα τα χέρια κι έκπληκτη έκφραση να σκύβει πάνω σε μια μαρμάρινη σαρκοφάγο που μέσα της έχει το σκελετό του Μ. Αλεξάνδρου. Στην επιγραφή, εντός περίτεχνου πλαισίου, ένα ασκημένο μάτι στην ανάγνωση επιγραφών θα διαβάσει τα εξής ποιητικότροπα λόγια του αγίου Ιωάννου του Δαμασκηνού: «ορώ σε τάφε, δειλιώ σου (την) θέαν κ(αι) καρδιοστάλακτον δάκρυον χέω. Χρέος το κ(οι)νόφλητον εις νουν λαμβάνω. Πώς γαρ [μέλλω διελ]θείν πέρ(ας)τοιούτον, αι [θάνατε, τις δύναται] φυγ[είν] σε;»

Κάμω αυτούς τους ιδιότυπους θα ‘λεγα συλλογισμούς, καθώς το βιβλίο της κας. Καραγεωργίου αποτελεί ξεχωριστή έκδοση για την ελληνική βιβλιογραφία του 2016. Και ετούτο γιατί η συγγραφέας καταφέρνει να προσαρμόσει ένα μνημειώδες κείμενο της αρχαιοελληνικής και  βυζαντινής γραμματολογίας στο σημερινό κοινωνικό και πολιτισμικό γίγνεσθαι. Πρόκειται για τη γνωστή Παλατινή Ανθολογία (Anthologia Palatina), καθιερωμένη σήμερα στη φιλολογική έρευνα με την ονομασία Anthologia Graeca, η οποία περιλαμβάνει 4000 περίπου ποιήματα, χωρισμένα σε 15 βιβλία, που καλύπτουν μια μακρά χρονική περίοδο 17 αιώνων (από τον 7ο π. Χ., μέχρι και τον 10ο μ.Χ.).

Αυτό το βιβλίο πριν δύο εβδομάδες, παρουσία της ίδιας συγγραφέως, έγινε γνωστό στο βιβλιόφιλο κοινό της Μυτιλήνης στην ωραία εκδήλωση που οργάνωσε και φιλοξένησε το βιβλιοπωλείο της πόλης μας Book and Art, με ομιλητές τον Παναγιώτη Σκορδά, δρ. Φιλολογίας του ΕΚΠΑ και τον Παύλο Τριανταφυλλίδη, προϊστάμενο της Εφορείας Κλασικών Αρχαιοτήτων Λέσβου. Διαβάζοντάς το μέσα σε μια βραδιά, διαπίστωσα ό,τι πρόκειται για ένα βιβλίο που άνετα θα μπορούσε να προσαρμοστεί στις διδακτικές ανάγκες αρκετών μαθημάτων που διδάσκονται στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση, κυρίως στο Λύκειο, όπως λόγου χάριν όλα τα φιλολογικά και εικαστικά μαθήματα, τα θρησκευτικά, την κοινωνιολογία. Ενταγμένο, βέβαια, στο πλαίσιο της διαθεματικότητας και της διεπιστημονικότητας. Ετούτη η πρότασή μου, δεν σχετίζεται μόνο με το φιλολογικό και ιστορικό περιεχόμενο του βιβλίου, το οποίο με περίτεχνο τρόπο η συγγραφέας μεταφέρει στον ειδικό αναγνώστη. Σχετίζεται και με το λίαν επίκαιρο πρόβλημα που σήμερα βιώνει ολάκερη η ανθρωπότητα, κι αυτό δεν είναι άλλο από την προσφυγιά και τη μετανάστευση. Γι’ αυτό ειδικά το ζήτημα η εκπαίδευση οφείλει να διαδραματίσει πρωταγωνιστικό ρόλο, κομίζοντας στους μαθητές και τις μαθήτριες κουλτούρα ανοχής και συναδέλφωσης με κάθε πολιτισμικά διαφορετικό άνθρωπο.

Όπως θα διαπιστώσει ο αναγνώστης, οι άριστες μεταφραστικές δοκιμές που κάμει η συγγραφέας των επιτύμβιων επιγραμμάτων από το έβδομο βιβλίο της Παλατιανής Ανθολογίας, αφορούν ναυαγούς και ναυάγια ανθρώπων αλλοτινών καιρών αυτού του κόσμου. Κύριο, όμως, χαρακτηριστικό αυτών των μεταφραστικών δοκιμών είναι η προσαρμογή τους στις σημερινές τραγικές εικόνες αντίστοιχων ναυαγών και ναυαγίων με πρόσφυγες και μετανάστες στη Μεσόγειο Θάλασσα. Εξ’ ου και η άκρως πετυχημένη «εικαστική ανάγνωση» του γνωστού ζωγράφου Γιώργου Ξένου, με έργα που αποτυπώνουν «την τραγικότητα του ανθρώπου στην αιώνια πάλη του με το υγρό στοιχείο», (σ. 9). Ειλικρινά στην ανάγνωση που έκαμα, οι προσλαμβάνουσες παραστάσεις των ζωγραφικών έργων του Γιώργου Ξένου, γραμμικά με ταξίδεψαν πίσω στο χρόνο, αλλά και με γοργούς διασκελισμούς ταυτόχρονα με μετέφεραν στην τραγικότητα σημερινών ναυαγών και ναυαγίων των προσφύγων και μεταναστών. «Ναυαγού τάφος ειμί»: παρελθόν και παρόν συνυπάρχουν. Σ’ αυτήν την αυθαίρετη, αν θέλετε, προσωπική υποψία, η λειτουργία του χρόνου μέσα από δραματικές εικόνες, θέλω να πιστεύω ό,τι συνεγείρει ανθρώπινες συνειδήσεις για πρόσφυγες και μετανάστες που στην προσπάθειά τους να αναζητήσουν μια καλύτερη ζωή, βιώνουν τις συνέπειες του θανάτου χάνοντας τη ζωή τους μέσα στη θάλασσα, φαινόμενο άλλωστε τόσο παλαιό: «ναυαγός είμ’ εγώ που βλέπεις· / κι αν ντράπηκε η θάλασσα / που μ’ έχει σκοτώσει / να γυμνώσει το σώμα μου από τ’ άθλια τα ράκη, / με χέρια ξεδιάντροπα άνθρωπος μ’ έχει ξεντύσει, / ντροπή τόση αποκτώντας όσο το κέρδος του. / Και μακάρι μ’ αυτά να ντυθεί / και μ’ αυτά στο παλάτι του Άδη να πάει / και ο Μίνωας είθε εκεί να τον δει / να φορεί τα δικά μου κουρέλια», (σ. 93).

Ορθά η συγγραφέας σημειώνει ό,τι οι σύντομες αφηγήσεις των επιτύμβιων σημάτων με θέμα τη βίαιη διακοπή της ζωής «κατά τη διάρκεια της πάλης του ανθρώπου με το ακαταμάχητο θηρίο της θάλασσας», (σ. 9), στη μακρά διαδρομή των αιώνων αφήνουν τον απόηχό τους και στα αντίστοιχα «θαλασσινά μοιρολόγια και αφηγηματικά τραγούδια της δημοτικής  ποίησης». Κι όχι μόνον. Αλλά και σε εικόνες σημερινές, τραγικές, σαν κι αυτή του τρίχρονου Σύρου Αϊλάν που πέρυσι το νεκρό σώμα του πετάχτηκε από τα κύματα της θάλασσας στα τουρκικά παράλια. Σ’ αυτήν την εικόνα, άνετα θα ταίριαζε το επίγραμμα του Αντίπατρου Σιδωνίου (2ος αιώνας π. Χ.), για τον «μικρόν Κλεόδημον». Η μετάφραση του εν λόγω επιγράμματος από την κα. Καραγεωργίου, πραγματικά είναι γροθιά στο στομάχι: «Τον μικρούλι Κλεόδημο, / βυζανιάρικο βρέφος, ακόμα, καθώς / στο πλευρό στηρίζονταν του πλοίου / βοριάς θρακικός το παρέσυρε / μέσα στ’ άγριο το πέλαγος / και το κύμα ευθύς την ψυχή του μωρού την αφάνισε. / Αχ Ινώ, ανελέητη νύμφη της θάλασσας, / τον ομήλικο του Μελικέρτη / απ’ τον  Άδη τον μαύρο δεν γλίτωσες», (σ. 39). Τολμώ ετούτο τον παραλληλισμό, κεντρίζοντας μέσα μου τη δύναμη να πω ό,τι η ποιητική κληρονομιά της αρχαιότητας και της βυζαντινής περιόδου – εδώ η Παλατινή Ανθολογία – όταν περίτεχνα συνταιριάζεται και προσαρμόζεται με σημερινά γεγονότα, δείχνει τη μακρά διάρκειά της στο χρόνο. Αυτό, άλλωστε, αποδεικνύεται αν κανείς λάβει υπόψη αυτά που γράφουν γι’ αυτήν οι P. E. Easterling – B. M. W. Knox, «το επίγραμμα είναι ιδιαίτερα ταιριαστό στην καλοδιατυπωμένη και σύντομη έκφραση του αισθήματος, και συγγραφείς απ’ όλες τις περιόδους έγραψαν για τις μεταπτώσεις της ζωής και ιδιαίτερα για το θάνατο», (στο: Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, μτφρ. Ν. Κονομή, Χρ. Γριμπά, Μ. Κονομή, εκδ. Παπαδήμα, Αθήνα 2000, σ. 809. Πρβλ. Albin Lesky, Ιστορία της Αρχαίας Ελληνική Λογοτεχνίας, μτφρ. Α. Τσοπανάκης, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη 1972, σσ. 1020-1021).

Για την Παλατινή Ανθολογία η βιβλιογραφία είναι εκτεταμένη. Σχετικές ειδήσεις ο αναγνώστης μπορεί να βρει στο λήμμα «Ανθολογία Παλατινή· Anthologia Papatina» του Λεξικού Αρχαίων Συγγραφέων Ελλήνων και Λατίνων του Paul Kroh, μτφρ. Δ. Λυπουρλής – Λ. Τρομάρας, εκδ. University Studio Press, Θεσσαλονίκη 1996, σσ. 65-66. Αξιοσημείωτες είναι και οι πολλές εκδόσεις της, με βασική εκείνη του F. Jacobs στη Λειψία κατά τα έτη 1794-1803 σε 13 τόμους. Αντίτυπα αυτής της έκδοσης βρίσκονται στην ιστορική βιβλιοθήκη του παλαιού Γυμνασίου Μυτιλήνης. Αξιοσημείωτες, όμως, είναι και οι μεταφράσεις της στη λατινική, αγγλική, γερμανική, γαλλική και την ιταλική γλώσσα. Στην ελληνική, από την πληθώρα των μεταφράσεων που κατά καιρούς έχουν γίνει, ενδεικτικά αναφέρω του Παναγή Λεκατσά, του Άρη Δικταίου, του Γιώργου Ιωάννου και του Οδυσσέα Ελύτη.

Η συγγραφέας Τασούλα Καραγεωργίου, διδάκτωρ Φιλολογίας της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Κρήτης και σχολική σύμβουλος φιλολόγων, έχει στο ενεργητικό της κι άλλα βιβλία, οκτώ ποιητικές συλλογές, δύο μεταφράσεις, ένα δοκίμιο κι ένα λυρικό αφήγημα για παιδιά. Το τελευταίο της εδώ σήμερα παρουσιαζόμενο βιβλίο δεν απευθύνεται μόνο σε ειδικό κοινό, αλλά και σε κάθε βιβλιόφιλο αναγνώστη. Εύχομαι να ‘ναι καλοτάξιδο.

ΚΩΣΤΗΣ ΜΟΣΚΩΦ, Η Σάρκα Σου Όλη…

«Το Σώμα μας ως πρόσωπο, δηλαδή ως ολότητα. Το Σώμα μας ως σάρκα της ιστορίας, τόπος. Πήραν τα παραθαλάσσια – Μακεδονία και Θράκη. Κατασπαράχτηκε πρόσκαιρα έστω το Σώμα των σύνοικων λαών. Και θριαμβολογούνε οι ανόητοι με θούρια εκκωφαντικά. Απολησμόνησαν πως η δύναμη του ανθρώπου αυτής της γης είναι ο διάλογος ανάμεσα στους λαούς της – μυστικός Έρωτας. Έρωτας με τους καβγάδες και τις αγάπες του. Πήραν τα κομμάτια τους, αλλά χάσαν το Σώμα ολόκληρο. Χάσαν την ανατολική Θράκη, την Ιωνία, τον Πόντο, την ίδια την Βασιλεύουσα. Ξεχάσαν το κήρυγμα του Ρήγα πως ο Δεσπότης είναι ο Οθωμανός – αυτόν πρέπει να κυνηγάνε. Και έτσι, αντίτιμο της μεγάλης Ύβρεως, αντίτιμο του να θέλουμε την Κόκκινη Μηλιά, βρεθήκαμε πίσω στον Έβρο. Και παραλίγο, μετά άλλα εκατό χρόνια, να βρεθούμε πίσω στη Μελούντα και στον Όλυμπο. Και κινδύνεψε να βαφτιστεί από το μεγάλο τούρκικο  τέκνο της με άλλο όνομα η Μητέρα Θεσσαλονίκη. Και την έσωσε μόνο ο Μόσκοβος που μαζί με τον Σέρβο και τον Βούλγαρο είπαν όχι άλλο…

Και τότε αυτός που όλα τα ξέρει και όλα τα έχει γράψει με μελάνι μυστικό, πριν ακόμα αρχίσουν να κυλούν οι χιλιετίες, είπε: τόσες χιλιάδες χρόνια περπατώ ανάμεσά σας και σεις ακόμα κλεισμένοι στον δερμάτινο χιτώνα του Σώματός σας. Και εγώ έφτιαξα χώριες τις Ψυχές και τη Σάρκα σας, την Πνοή και τη συμπύκνωσή της Πνοής σας ώστε να μείνετε πολλοί. Και να βλέπετε ο ένας τον άλλον. Και να αγαπάτε. Και έτσι ο κόσμος να μην συνωστίζεται φοβισμένος πασχίζοντας να κρυφτεί στη μεγάλη Μήτρα της Οικουμένης, στη μυστική Χοάνη του Παντός».

ΚΩΣΤΗΣ ΜΟΣΚΩΦ, (1998), Η Σάρκα Σου Όλη, Αθήνα: Εξάντας, σσ. 15-17.