Τι διαβάζουμε αυτές τις ημέρες;

Ήταν ο παππούς. Όταν τέλειωνε τη μελέτη του, έψελνε σε μια παράξενη γλώσσα που τη λένε βυζαντινή. Μετά ο παππούς ήρθε στη τζαμωτή, μας πήρε στην τραπεζαρία και μας έδωσε φάμε καρύδια με μέλι. Όταν η Μυρτώ ζήτησε και τρίτη φορά να της γεμίσει το πιατάκι, ο παππούς είπε:

– Μυρτώ, τι προτιμάς; Κι άλλα καρύδια ή να σου διηγηθώ ένα μύθο;

– Φυσικά, καρύδια – απάντησε εκείνη. Αφού ο μύθος δεν τρώγεται.

Ο παππούς μας δεν μοιάζει με τους παππούδες των άλλων παιδιών. Είναι ψηλός, περπατάει κρατώντας ένα καλάμι και δεν καμπουριάζει καθόλου. Όλοι στο νησί τον λένε «Ο ΣΟΦΟΣ». Ξέρει όλον τον Όμηρο απέξω. Ποτέ δεν μας λέει παραμύθια για δράκους και βασιλιάδες, παρά μας διηγείται μύθους για τους αρχαίους θεούς και ήρωες.

– Λοιπόν, θα σας πω ένα μύθο, είπε ο παππούς κι άρχισε την ιστορία του Δαίδαλου και του Ίκαρου.

…Ο Ίκαρος, με τα φτερά που του έφτιαξε ο πατέρας του, ο Δαίδαλος, άρχισε να πετά σαν πουλί. Μα πέταξε πολύ ψηλά, σχεδόν κοντά στον ήλιο, κι έλιωσε το κερί που μ’ αυτό ήταν κολλημένα τα φτερά του. Έτσι έπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε . Γι’ αυτό το πέλαγος, όπου έπεσε, λέγεται Ικάριον…

Μέσα στο Ικάριο πέλαγος είναι το νησί μας. Τι μικρό που φαίνεται πάνω στην υδρόγειο ! Σα μια μικρή τελεία. Πέρα τ’ άλλα νησιά, κι ύστερα ολόκληρη η Ελλάδα κι οι άλλες χώρες, απέραντες .. Τι όμορφα που θα ’ναι να πετάς! Να ’ναι, ας πούμε, μια βαρετή Κυριακή κι εσύ να λες: δε βάζω τα φτερά μου, να πεταχτώ , μια στιγμή, στην Ιαπωνία ή στην Κίνα ή στην Αφρική, να δω αν τα Γιαπωνεζάκια, τα Κινεζάκια και τα Αραπάκια περνούνε κι αυτά βαρετές Κυριακές; Αν παίζουν κι αυτά κουτσό , σκοινάκι, πεντόβολα;

– Μπορεί στ’ αλήθεια, παππού, να πετάξει καμιά φορά ο άνθρωπος; – ρώτησα.

– Σαχλαμάρες ! – είπε η Μυρτώ.

– Μπορεί. Αν περάσουν πενήντα, ίσως εκατό χρόνια, μπορεί να γίνει κι αυτό. Τώρα έχουμε Γενάρη του 1936, μπορεί ως το Γενάρη του 1986 οι άνθρωποι να πετάνε κοντά στον ήλιο, χωρίς όμως να ξεκολλάνε τα φτερά τους.

– Ούουου, ως τότε τι να το κάνουμε; – λέει η Μυρτώ. Εμείς θα είμαστε γριές κι έτσι κι αλλιώς δεν θα μπορούμε να πετάμε.

Ο παππούς τη μάλωσε πως είναι εγωίστρια. Αν σκέφτονταν όλοι έτσι, δεν θα ’χε γίνει καμία ανακάλυψη στον κόσμο. Οι επιστήμονες δεν θα κουράζονταν να βρουν τούτο ή εκείνο, αφού, ώσπου να τελειοποιηθεί η εφεύρεσή τους, αυτοί θα έχουν πεθάνει.

– Αλλά οι επιστήμονες, κυρία Μυρτώ, σκέφτονται τη ανθρωπότητα κι όχι τον εαυτό τους. Οι ίδιοι μπορεί να μην υπάρχουν, αλλά το όνομά τους μένει αθάνατο .

– Θα ’θελα να γίνω εφευρέτης , λέει η Μυρτώ.

– Αν οι .. εφευρέτες ξέρανε την προπαίδεια όπως εσύ, της είπε ο παππούς, δεν θα γινόταν καμιά εφεύρεση στον κόσμο.

Δεν φανταζόμασταν ότι θα τέλειωνε τόσο άσχημα αυτή η Κυριακή. Ο παππούς άρχισε να ρωτάει τη Μυρτώ το 7×7 κι εκείνη όλο τα μπέρδευε. Επέμενε μάλιστα πως 7×8 κάνει 46 κι ο παππούς θύμωσε .

– Αν δε μάθεις την προπαίδεια απέξω κι ανακατωτά , δεν θα πας ποτέ σου σε αληθινό σχολείο, είπε ο παππούς και μας έστειλε να κοιμηθούμε.

Εγώ πηγαίνω στη δευτέρα κι η Μυρτώ στην Τετάρτη. Δεν πηγαίνουμε όμως σχολείο, μας κάνει ο παππούς μάθημα στο σπίτι. Κάθε χρόνο δίνουμε εξετάσεις, σαν διδαχθείσες κατ’ οίκον και περνούμε τις τάξεις. Σε δημόσιο σχολείο δεν θέλουν να μας στείλουν, γιατί εκεί, λέει ο παππούς, έχει τόσα παιδιά σε κάθε τάξη, που μπορεί να περάσει μισός χρόνος και να μη σε σηκώσουν για μάθημα. Είναι και το ιδιωτικό σχολείο του κυρίου Καρανάση στη γειτονιά μας, μα αυτό, λέει ο μπαμπάς, δεν είναι «για το β α λ ά ν τ ι ό μας»

Όταν πέσαμε πια στα κρεβάτια μας να κοιμηθούμε, άρχισε η Μυρτώ να λέει πως εγώ έφταιγα που τη μάλωσε ο παππούς για την προπαίδεια, γιατί ρώτησα αν θα μπορέσει στ’ αλήθεια να πετάξει ο άνθρωπος. Πού να ξέρω εγώ ότι, για να πετάξει ο άνθρωπος, χρειάζεται κανείς να ξέρει απέξω κι ανακατωτά την προπαίδεια;

Μπορούσε, όμως, ποτέ Κυριακάτικα να πάνε όλα καλά; Αν πηγαίναμε σχολείο, θα μας άρεσε η Κυριακή, που θα μέναμε στο σπίτι. Ενώ τώρα…

– Αχ, να πηγαίναμε σχολείο… λέω δυνατά, αλλά η Μυρτώ κάνει πως δεν ακούει. Τότε είπα ακόμα πιο δυνατά:

– ΕΥ-ΠΟ; ΛΥ-ΠΟ;

– ΛΥ-ΠΟ, ΛΥ-ΠΟ, απάντησε εκείνη κάτω από τα σκεπάσματα.

Αυτά δεν ήταν β υ ζ α ν τ ι ν ά, αλλά μια δική μας γλώσσα, που μόνο οι δυο μας την καταλαβαίναμε. ΕΥ-ΠΟ, θα πει πολύ ευχαριστημένη. ΛΥ-ΠΟ, πολύ λυπημένη. Αν δεν το ρωτούσαμε κάθε βράδυ η μια στην άλλη, δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε. Δεν ξέρω γιατί, τις Κυριακές, σχεδόν πάντα, απαντούσαμε ΛΥ-ΠΟ, ΛΥ-ΠΟ.

Να ’χα τώρα φτερά σαν του Ίκαρου, θα μπορούσα να πέταγα από χώρα σε χώρα και να ρώταγα όλα τα παιδιά του κόσμου: ΕΥ-ΠΟ; ΛΥ-ΠΟ;

Καλόγρια τσιγγάνα (Federico García Lorca)

Βουνά και σύγνεφα μακριά
σ’όλα τα γύρω σιγαλιά

Κάμποι και δέντρα μες στη ζέστη
και τα τοιχιά μες στον ασβέστη

Σ’ ένα αχερόχρωμο πανί
κεντά η καλόγρια η μικρή

Άχου τι όμορφα κεντάει
το χεράκι της πώς πάει

Βάνει πουλιά, βάνει δεντρά

βάνει και τ’ άστρα τα χρυσά

Βάνει στις τέσσερις τις κόχες
τέσσερις αγριομολόχες

Σ’ ένα αχερόχρωμο πανί

κεντά η καλόγρια η μικρή

Μα κάθε τόσο αναστενάζει
και κάτι με το νου της βάζει

Λίγο το χέρι σταματά
μες στον αέρα και κοιτά

Στα μάτια της που ανοιγοκλειούν
δυό καβαλάρηδες περνούν

Κι ύστερα πάλι στο πανί
κεντά η καλόγρια η μικρή

Τι ποτάμια! Τι χορτάρια!
Τι λιοτρόπια! Τι φεγγάρια!

Πλάσματα της αρεσιάς της
της ονειροφαντασιάς της

μετάφραση: Οδυσσέας Ελύτης

Φεδερίκο Γκαρσία Λόρκα (Federico García Lorca)

  • 1898: γέννηση του Φεδερίκο Γκαρσία Λόρκα στο Φουέντε Βακέρος της Ισπανίας. Ο πατέρας του ήταν αγρότης και η μητέρα του δασκάλα πιάνου.
  • γράφτηκε στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Γρανάδας , την οποία και εγκατέλειψε για να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία, τη μουσική και τη ζωγραφική.
  • 1919:εγκαταστάθηκε στη Μαδρίτη όπου γνώρισε τον Σαλβαδόρ Νταλί, τον σκηνοθέτη Λουίς Μπουνιουέλ και τον ποιητή Ραφαέλ Αλμπέρτι.
  • 1922-1927: γράφει ποιήματα επηρεασμένος από την ισπανική λαϊκή και τσιγγάνικη παράδοση. Γράφει το δεύτερο θεατρικό του έργο “Μαριάννα Πινέδα”, το οποίο παρουσιάζεται στην Βαρκελώνη σε σκηνογραφία του Σαλβαντόρ Νταλί.
  • 1929: συνεργάζεται με τους δύο στενούς του φίλους Νταλί και Μπουνουέλ για τη ταινία “Ανδαλουσιανός σκύλος”.
  • 1929-1930: θέλωντας να λυτρωθεί απο προβλήματα στην προσωπική του ζωή ταξιδεύει στις Η.Π.Α. και στην Κούβα
  • 1930: επιστρέφει στην Ισπανία.
  • 1931: Ασχολείται εντατικά με τη συγγραφή θεατρικών έργων. Εκείνη την περίοδο γράφει: “Το Σπίτι Της Μπερνάρντα Άλμπα”, ” Ματωμένος Γάμος”, “Γέρμα”, ” Θρήνος Για Τον Ιγκνάθιο Σάντσεθ Μεχίας”, τραγωδίες με θέμα τη κοινωνική καταπίεση κι έκδηλο το ανθρώπινο στοιχείο. Οργανώνει θεατρική ομάδα.
  • 1936: συντάση διακήρυξη κατά του φασισμού κι γράφει μια σειρά θεατρικών σκηνών με μορφή επιθεώρησης. Τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, ξεσπά ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος.
  • 1936: εκτελείται κάτω από άγνωστες συνθήκες. Ο τάφος του δεν βρέθηκε ποτέ.

...There’s an attic where children are playing
Where I’ve got to lie down with you soon
In a dream of Hungarian lanterns
In the mist of some sweet afternoon
And I’ll see what you’ve chained to your sorrow
All your sheep and your lilies of snow
Ay, Ay, Ay, Ay
Take this waltz, take this waltz
With its “I’ll never forget you, you know!…

Παγκόσμια Ημέρα Εκπαιδευτικών

Where do all the teachers go?
Where do all the teachers go
When its four o’clock?
Do they live in houses
And do they wash their socks?

Do they wear pajamas?
And do they watch TV?
And do they pick their noses
The same as you and me?

Do they live with other people
Have they mums and dads?
And were they ever children
And were they ever bad?

Did they ever, never spell right
Did they ever make mistakes?
Were they punished in the corner
If they pinched the chocolate flakes?

Did they ever lose their hymn books
Did they ever leave their greens?
Did they ever scribble on the desktop
Did they wear old dirty jeans?

I’ll follow one back home today
I’ll find out what they do
Then I’ll put it in a poem
That they can read to you.

Αθώα ψέματα

“Αν δε κάτσεις ήσυχα θα φωνάξω τον αστυνομικό να σε πάρει”

“αν δεν αφήσεις την πιπίλα, θά ΄ρθει να σε πάρει ο Μπαμπούλας”

O κόσμος των παιδιών στα πρώτα χρόνια της ζωής τους είναι αρκετά σουρεαλιστικός και γεμάτος φανταστικά πλάσματα. Είναι η πραγματικότητα που δημιουργούν τα ψέματα των γονιών που λένε ολοένα και περισσότερο ψέματα στα παιδιά, όπως έδειξε μια έρευνα του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Σαν Ντιέγκvκαι του Πανεπιστημίου του Τορόντο. Η έρευνα δημοσιεύεται στην επιθεώρηση “Journal of Μoral Εducation” και, σύμφωνα με την Αμερικανίδα ψυχολόγο Γκέιλ Χέιμαν που την υπογράφει, όταν τα παο και του Πανεπιστημίου του Τορόντο.

Η έρευνα δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «ιδιά καταλαβαίνουν τα ψέματα αυτά, χάνουν την εμπιστοσύνη τους στη μαμά και στον μπαμπά.

Όμως υπάρχουν και θετικές επιπτώσεις. «Το να καταλάβεις ότι οι γονείς λένε ψέματα, βοηθάει στην ανάπτυξη του σκεπτικισμού, πράγμα που έχει ουσιαστική σημασία για να διαμορφώσει το παιδί κριτικό πνεύμα», λέει ο Ντιεμ Λούου, ο οποίος συνυπογράφει τη δημοσίευση.

Στο πλαίσιο της έρευνας εξετάστηκαν μια ομάδα φοιτητών και ο ένας από τους γονείς καθενός εξ αυτών. Από τους πρώτους, ζητήθηκε να θυμηθούν ψέματα που τους είπαν κατά την παιδική ηλικία τους και 88% θυμήθηκαν περισσότερα από ένα.

«Τα παιδιά θυμούνται τα ψέματα που ξεσκεπάζονται», εξηγεί ο Κανγκ Λι, διευθυντής του Ινστιτούτου Έρευνας για το Παιδί του Πανεπιστημίου του Τορόντο. Το 79% είπε ότι είχε ακούσει τους γονείς να λένε ότι είναι κακό να λες ψέματα. Μόνο 21% είπαν ότι είχαν με τους γονείς τους έναν έντιμο διάλογο κατά τον οποίο τους εξηγήθηκε ότι μερικές μισές αλήθειες είναι αποδεκτές. Από τους γονείς που ρωτήθηκαν, 78% παραδέχθηκαν ότι είπαν ψέματα στα παιδιά τους, οι περισσότεροι- κι αυτό είναι το εντυπωσιακό- για εγωιστικούς λόγους.

Το να πεις σ΄ ένα παιδί πως, αν συνεχίσει να ανοίγει το ψυγείο, αυτό θα εκραγεί, είναι απλούστερο από το να του εξηγήσεις πώς λειτουργεί η συσκευή. Σ΄ αυτές τις περιπτώσεις, εξηγούν οι ερευνητές, το ψέμα δεν λέγεται για να μην πονέσει το παιδί ή για να ηρεμήσει, αλλά για να επιτευχθεί κάτι ταχύτερα.

Αν λοιπόν, εξηγεί η Χέιμαν, είναι εντελώς αθώο (ακόμη και ενδεδειγμένο) να πεις ότι ο Αϊ-Βασίλης υπάρχει, μπορεί αντίθετα να είναι επικίνδυνο να πεις ψέματα για να διαμορφώσεις μια συμπεριφορά. «Το να πεις σ΄ ένα παιδί ότι τα ορνιθοσκαλίσματά του είναι άσχημα θα ήταν άσπλαχνο», εξηγεί η ερευνήτρια, «όμως συχνά οι γονείς λένε ψέματα ελαφρά τη καρδία… Η καλύτερη λύση είναι πάντα η ειλικρίνεια».

Άρθρο απο ΤΑ ΝΕΑ On-line

Η ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΚΟΥΤΑΛΙΩΝ

Κάποτε άκουσα έναν άνθρωπο που του άρεσε να ταξιδεύει να λέει αυτή την ιστορία. Όπως είπε το ταξίδι που θυμόταν περισσότερο ήταν η σύντομη επίσκεψη του στο Χώρα των Μεγάλων Κουταλιών. Συνάντησε αυτό το μέρος στο δρόμο για την Αμπελοχώρα και επειδή του αρέσουν οι εξερευνήσεις αποφάσισε να κάνει μία στάση.

Το μονοπάτι που οδηγούσε στη Χώρα των Μεγάλων Κουταλιών ήταν απότομο και κατέληγε σ’ένα τεράστιο απομονωμένο σπίτι. Όταν πλησίασε διαπίστωσε ότι η έπαυλη ήταν χωρισμένη σε δύο πτέρυγες, την δυτική και την ανατολική.

Πάρκαρε το αυτοκίνητο του και πήγε στο σπίτι. Στην πόρτα μία πινακίδα έλεγε:

ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΚΟΥΤΑΛΙΩΝ

“ΑΥΤΗ Η ΜΙΚΡΗ ΧΩΡΑ ΕΧΕΙ ΜΟΝΑΧΑ ΔΥΟ ΑΙΘΟΥΣΕΣ, ΤΗ ΜΑΥΡΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΠΡΗ.
ΓΙΑ ΝΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΦΤΕΙΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙΣ ΤΟ ΔΙΑΔΡΟΜΟ ΩΣ ΤΗ ΔΙΑΚΛΑΔΩΣΗ.

ΣΤΡΙΨΕ ΔΕΞΙΑ ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΤΕΙΣ ΤΗ ΜΑΥΡΗ ΑΙΘΟΥΣΑ Η’
ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΤΕΙΣ ΤΗΝ ΑΣΠΡΗ

Ο άνθρωπος προχώρησε στο διάδρομο και, στην τύχη, έστριψε δεξιά. Ένας νέος διάδρομος εμφανίστηκε μπροστά του. Καθώς περπατούσε προσ την πόρτα άρχισε να ακούει βογκητά και κλάματα που έρχονταν από το μαύρο δωμάτιο.

Για μία στιγμή οι κραυγές πόνου και στεναχώριας τον έκαναν να διστάσει, όμως, αποφάσισε να συνεχίσει. Έφτασε στην πόρτα, την άνοιξε και μπήκε.

Γύρω από ένα πελώριο τραπέζι κάθονταν εκατοντάδες άτομα. Στο κέντρο του τραπεζιού έβλεπες τους πιο λαχταριστούς μεζέδες και, μολονότι όλοι βαστούσαν από ένα κουτάλι που έφτανε ως το κεντρικό πιάτο, πέθαιναν της πείνας. Ο λόγος ήταν ότι τα κουτάλια τους είχαν το διπλάσιο μήκος από τα χέρια τους και ήταν κολλημένα στις παλάμες τους. Μ’ αυτό τον τρόπο όλοι μπορόυσαν να φτάσουν το φαγητό αλλά κανένας δεν μπορούσε να το φέρει στο στόμα του.

Η κατασταση ήταν τόσο απελπιστική που ο ταξιδιώτης έκανε μεταβολή και βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο. Γύρισε πάλι στον κεντρικό διάδρομο και τράβηξε προς τ’ αριστερά, προς την λευκή αίθουσα. Ο διάδρομος που οδηγούσε στην πόρτα ήταν ίδιος, μοναδική διαφορά ήταν ότι εκεί δεν άκουγε βογκητά, ούτε παράπονα. Όταν έφτασε στην πόρτα ο εξερευνητής έπιασε το πόμολο και την άνοιξε.

Εκατονταδες άτομα κάθονταν πάλι γύρω από ένα τραπέζι, παρόμοιο με εκείνο της μαύρης κάμαρας. Πάλι στοκέντρο υπήρχαν εκλεκτές λιχουδιές και όλοι στο χέρι τους είχαν στερεωμένο ένα μακρύ κουτάλι.

Εκεί, όμως, κανένας δεν παραπονιόταν ούτε έκλαιγε. Κανένας δεν πέθαινε στην πείνα γιατί εκεί ο ένας τάιζε τον άλλο!

Απόσπασμα από το βιβλίο “Να σου πω μία ιστορία” , Χόρχε Μπουκάι.