Καλόγρια τσιγγάνα (Federico García Lorca)

Βουνά και σύγνεφα μακριά
σ’όλα τα γύρω σιγαλιά

Κάμποι και δέντρα μες στη ζέστη
και τα τοιχιά μες στον ασβέστη

Σ’ ένα αχερόχρωμο πανί
κεντά η καλόγρια η μικρή

Άχου τι όμορφα κεντάει
το χεράκι της πώς πάει

Βάνει πουλιά, βάνει δεντρά

βάνει και τ’ άστρα τα χρυσά

Βάνει στις τέσσερις τις κόχες
τέσσερις αγριομολόχες

Σ’ ένα αχερόχρωμο πανί

κεντά η καλόγρια η μικρή

Μα κάθε τόσο αναστενάζει
και κάτι με το νου της βάζει

Λίγο το χέρι σταματά
μες στον αέρα και κοιτά

Στα μάτια της που ανοιγοκλειούν
δυό καβαλάρηδες περνούν

Κι ύστερα πάλι στο πανί
κεντά η καλόγρια η μικρή

Τι ποτάμια! Τι χορτάρια!
Τι λιοτρόπια! Τι φεγγάρια!

Πλάσματα της αρεσιάς της
της ονειροφαντασιάς της

μετάφραση: Οδυσσέας Ελύτης

Φεδερίκο Γκαρσία Λόρκα (Federico García Lorca)

  • 1898: γέννηση του Φεδερίκο Γκαρσία Λόρκα στο Φουέντε Βακέρος της Ισπανίας. Ο πατέρας του ήταν αγρότης και η μητέρα του δασκάλα πιάνου.
  • γράφτηκε στην Νομική Σχολή του Πανεπιστημίου της Γρανάδας , την οποία και εγκατέλειψε για να ασχοληθεί με τη λογοτεχνία, τη μουσική και τη ζωγραφική.
  • 1919:εγκαταστάθηκε στη Μαδρίτη όπου γνώρισε τον Σαλβαδόρ Νταλί, τον σκηνοθέτη Λουίς Μπουνιουέλ και τον ποιητή Ραφαέλ Αλμπέρτι.
  • 1922-1927: γράφει ποιήματα επηρεασμένος από την ισπανική λαϊκή και τσιγγάνικη παράδοση. Γράφει το δεύτερο θεατρικό του έργο “Μαριάννα Πινέδα”, το οποίο παρουσιάζεται στην Βαρκελώνη σε σκηνογραφία του Σαλβαντόρ Νταλί.
  • 1929: συνεργάζεται με τους δύο στενούς του φίλους Νταλί και Μπουνουέλ για τη ταινία “Ανδαλουσιανός σκύλος”.
  • 1929-1930: θέλωντας να λυτρωθεί απο προβλήματα στην προσωπική του ζωή ταξιδεύει στις Η.Π.Α. και στην Κούβα
  • 1930: επιστρέφει στην Ισπανία.
  • 1931: Ασχολείται εντατικά με τη συγγραφή θεατρικών έργων. Εκείνη την περίοδο γράφει: “Το Σπίτι Της Μπερνάρντα Άλμπα”, ” Ματωμένος Γάμος”, “Γέρμα”, ” Θρήνος Για Τον Ιγκνάθιο Σάντσεθ Μεχίας”, τραγωδίες με θέμα τη κοινωνική καταπίεση κι έκδηλο το ανθρώπινο στοιχείο. Οργανώνει θεατρική ομάδα.
  • 1936: συντάση διακήρυξη κατά του φασισμού κι γράφει μια σειρά θεατρικών σκηνών με μορφή επιθεώρησης. Τον Ιούλιο της ίδιας χρονιάς, ξεσπά ο ισπανικός εμφύλιος πόλεμος.
  • 1936: εκτελείται κάτω από άγνωστες συνθήκες. Ο τάφος του δεν βρέθηκε ποτέ.

...There’s an attic where children are playing
Where I’ve got to lie down with you soon
In a dream of Hungarian lanterns
In the mist of some sweet afternoon
And I’ll see what you’ve chained to your sorrow
All your sheep and your lilies of snow
Ay, Ay, Ay, Ay
Take this waltz, take this waltz
With its “I’ll never forget you, you know!…

Παγκόσμια Ημέρα Εκπαιδευτικών

Where do all the teachers go?
Where do all the teachers go
When its four o’clock?
Do they live in houses
And do they wash their socks?

Do they wear pajamas?
And do they watch TV?
And do they pick their noses
The same as you and me?

Do they live with other people
Have they mums and dads?
And were they ever children
And were they ever bad?

Did they ever, never spell right
Did they ever make mistakes?
Were they punished in the corner
If they pinched the chocolate flakes?

Did they ever lose their hymn books
Did they ever leave their greens?
Did they ever scribble on the desktop
Did they wear old dirty jeans?

I’ll follow one back home today
I’ll find out what they do
Then I’ll put it in a poem
That they can read to you.

Αθώα ψέματα

“Αν δε κάτσεις ήσυχα θα φωνάξω τον αστυνομικό να σε πάρει”

“αν δεν αφήσεις την πιπίλα, θά ΄ρθει να σε πάρει ο Μπαμπούλας”

O κόσμος των παιδιών στα πρώτα χρόνια της ζωής τους είναι αρκετά σουρεαλιστικός και γεμάτος φανταστικά πλάσματα. Είναι η πραγματικότητα που δημιουργούν τα ψέματα των γονιών που λένε ολοένα και περισσότερο ψέματα στα παιδιά, όπως έδειξε μια έρευνα του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνιας στο Σαν Ντιέγκvκαι του Πανεπιστημίου του Τορόντο. Η έρευνα δημοσιεύεται στην επιθεώρηση “Journal of Μoral Εducation” και, σύμφωνα με την Αμερικανίδα ψυχολόγο Γκέιλ Χέιμαν που την υπογράφει, όταν τα παο και του Πανεπιστημίου του Τορόντο.

Η έρευνα δημοσιεύεται στην επιθεώρηση «ιδιά καταλαβαίνουν τα ψέματα αυτά, χάνουν την εμπιστοσύνη τους στη μαμά και στον μπαμπά.

Όμως υπάρχουν και θετικές επιπτώσεις. «Το να καταλάβεις ότι οι γονείς λένε ψέματα, βοηθάει στην ανάπτυξη του σκεπτικισμού, πράγμα που έχει ουσιαστική σημασία για να διαμορφώσει το παιδί κριτικό πνεύμα», λέει ο Ντιεμ Λούου, ο οποίος συνυπογράφει τη δημοσίευση.

Στο πλαίσιο της έρευνας εξετάστηκαν μια ομάδα φοιτητών και ο ένας από τους γονείς καθενός εξ αυτών. Από τους πρώτους, ζητήθηκε να θυμηθούν ψέματα που τους είπαν κατά την παιδική ηλικία τους και 88% θυμήθηκαν περισσότερα από ένα.

«Τα παιδιά θυμούνται τα ψέματα που ξεσκεπάζονται», εξηγεί ο Κανγκ Λι, διευθυντής του Ινστιτούτου Έρευνας για το Παιδί του Πανεπιστημίου του Τορόντο. Το 79% είπε ότι είχε ακούσει τους γονείς να λένε ότι είναι κακό να λες ψέματα. Μόνο 21% είπαν ότι είχαν με τους γονείς τους έναν έντιμο διάλογο κατά τον οποίο τους εξηγήθηκε ότι μερικές μισές αλήθειες είναι αποδεκτές. Από τους γονείς που ρωτήθηκαν, 78% παραδέχθηκαν ότι είπαν ψέματα στα παιδιά τους, οι περισσότεροι- κι αυτό είναι το εντυπωσιακό- για εγωιστικούς λόγους.

Το να πεις σ΄ ένα παιδί πως, αν συνεχίσει να ανοίγει το ψυγείο, αυτό θα εκραγεί, είναι απλούστερο από το να του εξηγήσεις πώς λειτουργεί η συσκευή. Σ΄ αυτές τις περιπτώσεις, εξηγούν οι ερευνητές, το ψέμα δεν λέγεται για να μην πονέσει το παιδί ή για να ηρεμήσει, αλλά για να επιτευχθεί κάτι ταχύτερα.

Αν λοιπόν, εξηγεί η Χέιμαν, είναι εντελώς αθώο (ακόμη και ενδεδειγμένο) να πεις ότι ο Αϊ-Βασίλης υπάρχει, μπορεί αντίθετα να είναι επικίνδυνο να πεις ψέματα για να διαμορφώσεις μια συμπεριφορά. «Το να πεις σ΄ ένα παιδί ότι τα ορνιθοσκαλίσματά του είναι άσχημα θα ήταν άσπλαχνο», εξηγεί η ερευνήτρια, «όμως συχνά οι γονείς λένε ψέματα ελαφρά τη καρδία… Η καλύτερη λύση είναι πάντα η ειλικρίνεια».

Άρθρο απο ΤΑ ΝΕΑ On-line

Η ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΚΟΥΤΑΛΙΩΝ

Κάποτε άκουσα έναν άνθρωπο που του άρεσε να ταξιδεύει να λέει αυτή την ιστορία. Όπως είπε το ταξίδι που θυμόταν περισσότερο ήταν η σύντομη επίσκεψη του στο Χώρα των Μεγάλων Κουταλιών. Συνάντησε αυτό το μέρος στο δρόμο για την Αμπελοχώρα και επειδή του αρέσουν οι εξερευνήσεις αποφάσισε να κάνει μία στάση.

Το μονοπάτι που οδηγούσε στη Χώρα των Μεγάλων Κουταλιών ήταν απότομο και κατέληγε σ’ένα τεράστιο απομονωμένο σπίτι. Όταν πλησίασε διαπίστωσε ότι η έπαυλη ήταν χωρισμένη σε δύο πτέρυγες, την δυτική και την ανατολική.

Πάρκαρε το αυτοκίνητο του και πήγε στο σπίτι. Στην πόρτα μία πινακίδα έλεγε:

ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΚΟΥΤΑΛΙΩΝ

“ΑΥΤΗ Η ΜΙΚΡΗ ΧΩΡΑ ΕΧΕΙ ΜΟΝΑΧΑ ΔΥΟ ΑΙΘΟΥΣΕΣ, ΤΗ ΜΑΥΡΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΠΡΗ.
ΓΙΑ ΝΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΦΤΕΙΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙΣ ΤΟ ΔΙΑΔΡΟΜΟ ΩΣ ΤΗ ΔΙΑΚΛΑΔΩΣΗ.

ΣΤΡΙΨΕ ΔΕΞΙΑ ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΤΕΙΣ ΤΗ ΜΑΥΡΗ ΑΙΘΟΥΣΑ Η’
ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΤΕΙΣ ΤΗΝ ΑΣΠΡΗ

Ο άνθρωπος προχώρησε στο διάδρομο και, στην τύχη, έστριψε δεξιά. Ένας νέος διάδρομος εμφανίστηκε μπροστά του. Καθώς περπατούσε προσ την πόρτα άρχισε να ακούει βογκητά και κλάματα που έρχονταν από το μαύρο δωμάτιο.

Για μία στιγμή οι κραυγές πόνου και στεναχώριας τον έκαναν να διστάσει, όμως, αποφάσισε να συνεχίσει. Έφτασε στην πόρτα, την άνοιξε και μπήκε.

Γύρω από ένα πελώριο τραπέζι κάθονταν εκατοντάδες άτομα. Στο κέντρο του τραπεζιού έβλεπες τους πιο λαχταριστούς μεζέδες και, μολονότι όλοι βαστούσαν από ένα κουτάλι που έφτανε ως το κεντρικό πιάτο, πέθαιναν της πείνας. Ο λόγος ήταν ότι τα κουτάλια τους είχαν το διπλάσιο μήκος από τα χέρια τους και ήταν κολλημένα στις παλάμες τους. Μ’ αυτό τον τρόπο όλοι μπορόυσαν να φτάσουν το φαγητό αλλά κανένας δεν μπορούσε να το φέρει στο στόμα του.

Η κατασταση ήταν τόσο απελπιστική που ο ταξιδιώτης έκανε μεταβολή και βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο. Γύρισε πάλι στον κεντρικό διάδρομο και τράβηξε προς τ’ αριστερά, προς την λευκή αίθουσα. Ο διάδρομος που οδηγούσε στην πόρτα ήταν ίδιος, μοναδική διαφορά ήταν ότι εκεί δεν άκουγε βογκητά, ούτε παράπονα. Όταν έφτασε στην πόρτα ο εξερευνητής έπιασε το πόμολο και την άνοιξε.

Εκατονταδες άτομα κάθονταν πάλι γύρω από ένα τραπέζι, παρόμοιο με εκείνο της μαύρης κάμαρας. Πάλι στοκέντρο υπήρχαν εκλεκτές λιχουδιές και όλοι στο χέρι τους είχαν στερεωμένο ένα μακρύ κουτάλι.

Εκεί, όμως, κανένας δεν παραπονιόταν ούτε έκλαιγε. Κανένας δεν πέθαινε στην πείνα γιατί εκεί ο ένας τάιζε τον άλλο!

Απόσπασμα από το βιβλίο “Να σου πω μία ιστορία” , Χόρχε Μπουκάι.

Η ΤΕΧΝΗ ΕΙΝΑΙ ΜΙΑ ΓΟΜΟΛΑΣΤΙΧΑ

«Η μαγεία μάς γνέφει από παντού ολόγυρά μας, αλλά δεν έχουμε τη διάθεση να την αναζητήσουμε.Αν βγάλουμε τα γυαλιά της ρουτίνας και απαλλαγούμε από τις παρωπίδες της σοβαροφάνειας, ίσως κάποια στιγμή να τα καταφέρουμε»

«Προσπαθούμε πάντα να προσφέρουμε στα παιδιά μας ό,τι το πιο εκλεκτό: τα θρεπτικότερα φαγητά, για παράδειγμα, ή τα πιο ζεστά ρούχα. Τις περισσότερες φορές, μάλιστα, φτάνουμε στο σημείο να στερούμαστε για να απολαμβάνουν εκείνα. Το παράδοξο είναι ότι στον χώρο της τέχνης και του θεάματος για παιδιά- με ελάχιστες εξαιρέσεις- συμβαίνει μάλλον το αντίθετο: ετοιμάζουμε λουκούλλεια γεύματα για τους εαυτούς μας και ταΐζουμε τα παιδιά μας με αποφάγια. Κι αυτό επειδή επικρατεί η νοοτροπία πως οτιδήποτε το παιδικό είναι απλούστερο, ευκολότερο, φθηνότερο και υποδεέστερο του αντίστοιχου προϊόντος για
ενηλίκους».
Σήμερα, ένα παιδί μπορεί να έχει οράματα και να τρέφει ελπίδες ότι θα πραγματοποιηθούν, με όσα απογοητευτικά συμβαίνουν;

«Η πίστη στην επίτευξη του αδύνατου, είναι η μεγαλύτερη δύναμή μας. Και είναι πιο έντονη στα παιδιά»
«Όσο πικρότερες οι απογοητεύσεις, τόσο μεγαλύτερη η ανάγκη για ελπιδοφόρα οράματα. Διαφορετικά, κινδυνεύουν να βυθιστούν στο τέλμα της αδιαφορίας και της παραίτησης. Οράματα φανταστικών κόσμων στα αναγνώσματα και τα θεάματα των παιδιών, τους προσφέρουν πρότυπα αλλαγής του δικού τους κόσμου, όσο δύσκολο κι αν φαίνεται εκ πρώτης όψεως αυτό.

«Η αξία των παραμυθιών έγκειται στο ότι μας δίνουν την ελπίδα πως μπορούμε να τους νικήσουμε»

«Η τέχνη είναι η καλύτερη γομολάστιχα αυθαίρετων γραμμών που εγκλείουν, περικλείουν και αποκλείουν»