Ο Γέρος που έλεγε “γιατί” – Ε.Ε. Κάμμινγκς


Ο άνθρωπος αυτός πρέπει να είναι κουφός» μονολόγησε το ξωτικό· άνοιξε λοιπόν ξανά τις φτερούγες του, πέταξε στην κορφή του βράχου και φώναξε: «Χαίρετε!» Αλλά ο πολύ πολύ γέρος άνθρωπος που καθόταν στην κορφή του καμπαναριού δεν κουνήθηκε. «Πολύ παράξενος γεράκος, δίχως άλλο» είπε το ξωτικό. Ανοιξε λοιπόν τα φτερά του δεύτερη φορά κι ανέβηκε πετώντας πάνω στην εκκλησία· στάθηκε στη σκεπή και, μ’ όση φωνή είχε, φώναξε στο μικροσκοπικό γεράκο πάνω στο καμπαναριό: «Κατέβα κάτω!» Δεν πήρε όμως απάντηση, κι ο γεράκος με τα πράσινα μάτια και χέρια σαν κούκλας δεν κουνήθηκε απ’ τη θέση του. «Αυτό κι’ αν είναι!» είπε το ξωτικό ενοχλημένο. Ανοιξε λοιπόν ξανά τα φτερά του, πέταξε γρήγορα στην κορφή του καμπαναριού και προσγειώθηκε πλάι στο γεράκο· και μ’ όλη του τη δύναμη φώναξε: «Μα τι κάνεις εδώ πάνω, μου λες».

Κι ο μικροκαμωμένος πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πολύ γέρος άνθρωπος χαμογέλασε, κοίταξε το ξωτικό και είπε: «Γιατί;»

«Επειδή ήρθα απ’ το πιο μακρινό αστέρι για να σε δω» είπε το ξωτικό.

«Γιατί;» είπε ο πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πολύ μικροκαμωμένος γεράκος.

«Θα σου πω αμέσως» είπε το ξωτικό. «Ακουσα ένα σωρό παράπονα για του λόγου σου…»

«Γιατί;» είπε ο μικροκαμωμένος πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πολύ γέρος άνθρωπος.

«Μήπως επειδή έχω αυτιά;» είπε θυμωμένο το ξωτικό. «Σ’ όλα τ’ αστέρια και σ’ όλον τον αέρα και παντού, όλοι παραπονιούνται και κάνουν φοβερό σαματά εξαιτίας σου».

«Γιατί;» είπε ο πάρα πάρα πάρα πάρα πολύ μικροκαμωμένος γέρος.

«Επειδή λες γιατί όλη την ώρα» είπε το ξωτικό. «Και κοντεύουν όλοι να τρελαθούν. Ο κόσμος δεν μπορεί ούτε να κοιμηθεί ούτε να φάει ούτε να σκεφτεί ούτε να πετάξει, επειδή εσύ όλη την ώρα λες γιατί και γιατί και γιατί και γιατί και γιατί, χωρίς σταματημό. Κι εγώ ήρθα απ’ το πιο μακρινό αστέρι για να σου πω ότι πρέπει να σταματήσεις όλ’ αυτά τα γιατί».

«Γιατί;» είπε ο μικροκαμωμένος πάρα πάρα πάρα πάρα πολύ γέρος άνθρωπος.

Το ξωτικό έγινε κατακόκκινο απ’ το θυμό του. «Αν δε σταματήσεις να λες γιατί», είπε, «θα το μετανιώσεις».

«Γιατί;» είπε ο πάρα πάρα πολύ μικρόσωμος άνθρωπος.

«Ακου να σου πω» είπε το ξωτικό. «Είναι η τελευταία φορά που σε συγχωρώ. Να ξέρεις: αν ξαναπείς γιατί, θα πέσεις απ’ το φεγγάρι κάτω στη γη».

Κι ο μικρόσωμος πάρα πολύ γέρος άνθρωπος χαμογέλασε· κοίταξε το ξωτικό και είπε «γιατί» κι έπεσε εκατομμύρια και δισεκατομμύρια και τρισεκατομμύρια βαθιά δροσερά ολοκαίνουργια υπέροχα χιλιόμετρα (και με κάθε χιλιόμετρο γινόταν και λιγάκι πιο νέος· πρώτα έγινε ένας όχι πολύ γέρος άνθρωπος, έπειτα έγινε μεσήλικος, μετά νεαρός και τελικά παιδί) ώσπου, μόλις άγγιξε απαλά τη γη, είχε φτάσει η στιγμή που θα γεννιόταν.


Απόσπασμα προδημοσίευσης από το πρώτο παραμύθι «Ο Γέρος που έλεγε “γιατί”»

Ψωμί – Παιδεία – Ελευθερία

Κάθε 17 Νοέμβρη, ο νους και η καρδιά μας είναι εκεί, στο Πολυτεχνείο, στην εξέγερση των φοιτητών, της νεολαίας και ολόκληρου του ελληνικού λαού κατά της χουντικής τυραννίας, το Νοέμβριο του 1973.

Το Πολυτεχνείο ήταν η κορυφαία εκδήλωση της επτάχρονης αντιχουντικής πάλης και μία από τις κορυφαίες στιγμές των αγώνων του λαού και της νεολαίας.

Φατσούλες!!!

Μετά από δύο εβδομάδες δουλειάς καταφέραμε να τελειώσουμε τις πολύχρωμες φατσούλες μας!!!

Μας πήρε λίγο παραπάνω καιρό απ’ότι περιμέναμε! Το αποτέλεσμα όμως είναι αυτό που μετράει…

…μία ηλιόλουστη μέρα σαν αυτή λοιπόν οι φατσούλες βγήκαν βόλτα!!!

Μάντεψε ποιός;

Μικελάντζελο Μερίζι Καραβάτζιο (Michelangelo Caravaggio)

Ο Μικελάντζελο Μερίζι από το Καραβάτζιο αποτελεί ξεχωριστή περίπτωση στην ιστορία της τέχνης. Είναι ο μεγάλος καλλιτέχνης που στα 41 μόλις χρόνια της ζωής του κατάφερε να επηρεάσει όσοι λίγοι την τέχνη του καιρού του, να τον θαυμάσουν, να τον μιμηθούν, μα και να τον φθονήσουν και να τον καταδιώξουν.

Φύση θυελλώδης και ριζοσπαστική, νατουραλιστής μα και θρησκευτικός ζωγράφος, εξέφρασε την εποχή της Αντιμετρρύθμισης με τη μεγαλύτερη ίσως δύναμη και αυθεντικότητα από οποιονδήποτε σύγχρονό του, και χαρακτηρίστηκε ήδη όσο ζούσε «διαβολική ιδιοφυΐα».
Δεν είχε μαθητές, μα η επιρροή του στη ζωγραφική είναι τεράστια, καθώς έστρεψε το βλέμμα των καλλιτεχνών αδιαμεσολάβητα προς τη Φύση και τον άνθρωπο. Το καλλιτεχνικό του παράδειγμα ακολούθησαν δεκάδες σημαντικοί ζωγράφοι, οι οποίοι ονομάστηκαν «Καραβατζίστι».

Aρχισε τη σταδιοδρομία του ως ζωγράφος λυρικών και κομψών ρωπογραφιών, με πίνακες Τσιγγάνων, μουσικών και χαρτοπαικτών οι οποίοι συναρπάζουν με την ομορφιά και την ακρίβεια των νατουραλιστικών τους λεπτομερειών. Εξελίχθηκε όμως στο σημαντικότερο θρησκευτικό ζωγράφο της εποχής του, δημιουργώντας μια νέα ρωμαιοκαθολική τέχνη με ρίζες βαθιές στη συγκαιρινή του πνευματικότητα της Αντιμεταρρύθμισης.

Ο πλέον διάσημος ζωγράφος στην Ιταλία και ονομαστός σε όλη την Ευρώπη, ενέπνεε επίσης φόβο λόγω της δύστροπης και ιδιόρρυθμης προσωπικότητάς του. Καυχιόταν για την πρωτοτυπία του και χλεύαζε την εξουσία· ήταν ατρόμητος και εριστικός, και το 1606 σκότωσε έναν άντρα, περνώντας έτσι τα τελευταία χρόνια της ζωής του στην εξορία.

Το μεγαλύτερο χάρισμά του ήταν η ενσυναίσθηση, το γεγονός ότι έδωσε στη θρησκευτική αφήγηση νιότη και σφρίγος και μέσω αυτών, όπως και μέσω της ακαταμάχητης προσωπικότητάς του, είναι που το έργο του βρίσκει τόσο άμεση ανταπόκριση στη σύγχρονη εποχή.
Oμως, παρ’ ότι υπήρχαν φορές που η θρησκευτική τέχνη του Καραβάτζιο σόκαρε τους συγχρόνους του, σε ένα βαθύτερο επίπεδο βρίσκεται σε αρμονία με την πνευματικότητα του 16ου αιώνα. Αντανακλά το πάθος του αναζωογονημένου καθολικισμού, η μελαγχολική της σκοτεινιά εν τούτοις υποδηλώνει τόσο τον τρόμο του ατόμου και τις ανησυχίες μιας εποχής πνευματικής κρίσης όσο και την κατάρρευση της οικουμενικής πίστης.

Ζωγράφιζε με μεγάλη ταχύτητα, χωρίς προπαρασκευαστικά σχέδια και χρησιμοποιώντας μοντέλα εκ του φυσικού, τα οποία απεικόνιζε απ’ ευθείας στον καμβά. Λεπτομερείς έρευνες πάνω σε πίνακές του, φανερώνουν πως απουσίαζαν ίχνη σχεδίου, ενώ χρησιμοποιούνταν μόνο κάποιες αδρές χαράξεις, κυρίως για τον καθορισμό της σύνθεσης και της θέσης των μοντέλων. Θεωρείται πως η χρήση ζωντανών μοντέλων αποτελούσε βασικό συστατικό στοιχείο για το ρεαλισμό που αναζητούσε να αποδώσει.

Μετά το θάνατό του, η φήμη του εξασθένισε γρήγορα και το όνομά του ουσιαστικά εξαφανίστηκε από καταλόγους. Ο πρώτος του βιογράφος ήταν ο ζωγράφος Τζιοβάνι Μπαλιόνε, ο οποίος δεν έτρεφε συμπάθεια προς το έργο του. Πολλοί από τους πίνακές του αποδόθηκαν σε άλλους ζωγράφους, ενώ παράλληλα έργα που δεν του ανήκαν αποδόθηκαν σε αυτόν.


Όλοι γνωρίζουμε ότι δουλειά των πελαργών είναι να μεταφέρουν τα νεογέννητα. Το ερώτημα είναι, όμως, από πού έρχονται αυτά τα μωρά;
Για να βρούμε την απάντηση πρέπει να ταξιδέψουμε στη στρατόσφαιρα!!!
Εκεί θα δούμε τα σύννεφα να φτιάχνουν μωρά!

Ο Gus, είναι ένα μοναχικό γκρίζο συννεφάκι, υπεύθυνο για την δημιουργία των “επικίνδυνων” μωρών.

Κροκόδειλοι, σκατζόχοιροι, κριάρια, καρχαρίες…

Όλα αυτά τα μωρά που έφτιαχνε το γκρίζο σύννεφο ήταν αξιαγάπητα αλλά δύσκολα στην μεταφορά τους από το πελαργό Peck, πιστό φίλο του Gus. Καθώς περνάει ο καιρός οι “επικίνδυνες” δημιουργίες αυξάνονται και οι συνθήκες εργασίας του Peck δυσχεραίνουν
όλο και πιο πολύ!


Τι θα κάνει ο Peck; Πώς θα χειριστεί το παράξενο αυτό φορτίο και πώς θα αντιμετωπίσει το καλλιτεχνικό ταπεραμεντο του Gus;

Κάνε κλικ εδώ για να μάθεις πώς εξελίσεται η ιστορία των δύο φίλων.

Άλλες ταινίες μικρού μήκους της Pixar:

Η μάθηση δεν σταματά ποτέ

Στην όγδοη δεκαετία της ζωής του, με άφθαστο νεανικό ζήλο, ο κ. Δημήτρης Δόστιν, από τη Σκοπιά της Φλώρινας, επιμένει να τηρεί κατά γράμμα το «γηράσκω αεί διδασκόμενος»: εδώ και τρία χρόνια, παρακολουθεί ανελλιπώς την εργαστηριακή διδασκαλία και πρακτική, στο Τμήμα Εικαστικών και Εφαρμοσμένων Τεχνών, στο Πανεπιστήμιο Δυτικής Μακεδονίας, στη Φλώρινα.

«Οι συμφοιτητές μου με φωνάζουν παππού: παππούς και προπάππους τους είμαι εγώ γι΄ αυτούς, καλά παιδιά είναι όλα τους.Το ίδιο και οι καθηγητές μου, που μου λένε “ωραία ζωγραφίζεις”»


Το ξεκάθαρο κίνητρό του, η επιθυμία του να εμπλουτίσει περαιτέρω τις γνώσεις του πάνω στο αντικείμενο, ήταν αρκετό. «Παλαιότερα είχα πάρει και κάποια, λίγα, μαθήματα στον Καναδά. Τώρα, όμως, που, ως συνταξιούχος, έχω και χρόνο ελεύθερο, θέλω να συνεχίσω ακόμα πιο σωστά τους πίνακές μου. Αυτόν τον καιρό φτιάχνω φιγούρες αθλητών που έτρεχαν στους αρχαίους Ολυμπιακούς Αγώνες. Έχω κάνει και την Κλυταιμνήστρα και την Ωραία Ελένη. Μ΄ αρέσει αυτή η θεματολογία από τη μυθολογία…».

Στα νιάτα του ο κύριος Δημήτρης, πατέρας τριών παιδιών, άλλαξε διάφορες δουλειές, απασχολήθηκε κυρίως ως γεωργός, αλλά και ως τσαγκάρης και σερβιτόρος.
«Νεώτερος, είχα δημιουργήσει και πολλούς πίνακες, έχω πουλήσει κι έργα μου, έχω κάνει και έκθεση. Αλλά, δυστυχώς, το σπίτι μου κάηκε και η συλλογή μου καταστράφηκε, τίποτα δεν απέμεινε…», θυμάται και παράλληλα ο νους του ανατρέχει στη γυναίκα του, που πέθανε. Έκτοτε, ο 80χρονος καλλιτέχνης αφοσιώθηκε στην άλλη μεγάλη αγάπη του, στο καβαλέτο και στα χρώματα.