Ο Γέρος που έλεγε “γιατί” – Ε.Ε. Κάμμινγκς


Ο άνθρωπος αυτός πρέπει να είναι κουφός» μονολόγησε το ξωτικό· άνοιξε λοιπόν ξανά τις φτερούγες του, πέταξε στην κορφή του βράχου και φώναξε: «Χαίρετε!» Αλλά ο πολύ πολύ γέρος άνθρωπος που καθόταν στην κορφή του καμπαναριού δεν κουνήθηκε. «Πολύ παράξενος γεράκος, δίχως άλλο» είπε το ξωτικό. Ανοιξε λοιπόν τα φτερά του δεύτερη φορά κι ανέβηκε πετώντας πάνω στην εκκλησία· στάθηκε στη σκεπή και, μ’ όση φωνή είχε, φώναξε στο μικροσκοπικό γεράκο πάνω στο καμπαναριό: «Κατέβα κάτω!» Δεν πήρε όμως απάντηση, κι ο γεράκος με τα πράσινα μάτια και χέρια σαν κούκλας δεν κουνήθηκε απ’ τη θέση του. «Αυτό κι’ αν είναι!» είπε το ξωτικό ενοχλημένο. Ανοιξε λοιπόν ξανά τα φτερά του, πέταξε γρήγορα στην κορφή του καμπαναριού και προσγειώθηκε πλάι στο γεράκο· και μ’ όλη του τη δύναμη φώναξε: «Μα τι κάνεις εδώ πάνω, μου λες».

Κι ο μικροκαμωμένος πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πολύ γέρος άνθρωπος χαμογέλασε, κοίταξε το ξωτικό και είπε: «Γιατί;»

«Επειδή ήρθα απ’ το πιο μακρινό αστέρι για να σε δω» είπε το ξωτικό.

«Γιατί;» είπε ο πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πολύ μικροκαμωμένος γεράκος.

«Θα σου πω αμέσως» είπε το ξωτικό. «Ακουσα ένα σωρό παράπονα για του λόγου σου…»

«Γιατί;» είπε ο μικροκαμωμένος πάρα πάρα πάρα πάρα πάρα πολύ γέρος άνθρωπος.

«Μήπως επειδή έχω αυτιά;» είπε θυμωμένο το ξωτικό. «Σ’ όλα τ’ αστέρια και σ’ όλον τον αέρα και παντού, όλοι παραπονιούνται και κάνουν φοβερό σαματά εξαιτίας σου».

«Γιατί;» είπε ο πάρα πάρα πάρα πάρα πολύ μικροκαμωμένος γέρος.

«Επειδή λες γιατί όλη την ώρα» είπε το ξωτικό. «Και κοντεύουν όλοι να τρελαθούν. Ο κόσμος δεν μπορεί ούτε να κοιμηθεί ούτε να φάει ούτε να σκεφτεί ούτε να πετάξει, επειδή εσύ όλη την ώρα λες γιατί και γιατί και γιατί και γιατί και γιατί, χωρίς σταματημό. Κι εγώ ήρθα απ’ το πιο μακρινό αστέρι για να σου πω ότι πρέπει να σταματήσεις όλ’ αυτά τα γιατί».

«Γιατί;» είπε ο μικροκαμωμένος πάρα πάρα πάρα πάρα πολύ γέρος άνθρωπος.

Το ξωτικό έγινε κατακόκκινο απ’ το θυμό του. «Αν δε σταματήσεις να λες γιατί», είπε, «θα το μετανιώσεις».

«Γιατί;» είπε ο πάρα πάρα πολύ μικρόσωμος άνθρωπος.

«Ακου να σου πω» είπε το ξωτικό. «Είναι η τελευταία φορά που σε συγχωρώ. Να ξέρεις: αν ξαναπείς γιατί, θα πέσεις απ’ το φεγγάρι κάτω στη γη».

Κι ο μικρόσωμος πάρα πολύ γέρος άνθρωπος χαμογέλασε· κοίταξε το ξωτικό και είπε «γιατί» κι έπεσε εκατομμύρια και δισεκατομμύρια και τρισεκατομμύρια βαθιά δροσερά ολοκαίνουργια υπέροχα χιλιόμετρα (και με κάθε χιλιόμετρο γινόταν και λιγάκι πιο νέος· πρώτα έγινε ένας όχι πολύ γέρος άνθρωπος, έπειτα έγινε μεσήλικος, μετά νεαρός και τελικά παιδί) ώσπου, μόλις άγγιξε απαλά τη γη, είχε φτάσει η στιγμή που θα γεννιόταν.


Απόσπασμα προδημοσίευσης από το πρώτο παραμύθι «Ο Γέρος που έλεγε “γιατί”»


Όλοι γνωρίζουμε ότι δουλειά των πελαργών είναι να μεταφέρουν τα νεογέννητα. Το ερώτημα είναι, όμως, από πού έρχονται αυτά τα μωρά;
Για να βρούμε την απάντηση πρέπει να ταξιδέψουμε στη στρατόσφαιρα!!!
Εκεί θα δούμε τα σύννεφα να φτιάχνουν μωρά!

Ο Gus, είναι ένα μοναχικό γκρίζο συννεφάκι, υπεύθυνο για την δημιουργία των “επικίνδυνων” μωρών.

Κροκόδειλοι, σκατζόχοιροι, κριάρια, καρχαρίες…

Όλα αυτά τα μωρά που έφτιαχνε το γκρίζο σύννεφο ήταν αξιαγάπητα αλλά δύσκολα στην μεταφορά τους από το πελαργό Peck, πιστό φίλο του Gus. Καθώς περνάει ο καιρός οι “επικίνδυνες” δημιουργίες αυξάνονται και οι συνθήκες εργασίας του Peck δυσχεραίνουν
όλο και πιο πολύ!


Τι θα κάνει ο Peck; Πώς θα χειριστεί το παράξενο αυτό φορτίο και πώς θα αντιμετωπίσει το καλλιτεχνικό ταπεραμεντο του Gus;

Κάνε κλικ εδώ για να μάθεις πώς εξελίσεται η ιστορία των δύο φίλων.

Άλλες ταινίες μικρού μήκους της Pixar:

Τι διαβάζουμε αυτές τις ημέρες;

Ήταν ο παππούς. Όταν τέλειωνε τη μελέτη του, έψελνε σε μια παράξενη γλώσσα που τη λένε βυζαντινή. Μετά ο παππούς ήρθε στη τζαμωτή, μας πήρε στην τραπεζαρία και μας έδωσε φάμε καρύδια με μέλι. Όταν η Μυρτώ ζήτησε και τρίτη φορά να της γεμίσει το πιατάκι, ο παππούς είπε:

– Μυρτώ, τι προτιμάς; Κι άλλα καρύδια ή να σου διηγηθώ ένα μύθο;

– Φυσικά, καρύδια – απάντησε εκείνη. Αφού ο μύθος δεν τρώγεται.

Ο παππούς μας δεν μοιάζει με τους παππούδες των άλλων παιδιών. Είναι ψηλός, περπατάει κρατώντας ένα καλάμι και δεν καμπουριάζει καθόλου. Όλοι στο νησί τον λένε «Ο ΣΟΦΟΣ». Ξέρει όλον τον Όμηρο απέξω. Ποτέ δεν μας λέει παραμύθια για δράκους και βασιλιάδες, παρά μας διηγείται μύθους για τους αρχαίους θεούς και ήρωες.

– Λοιπόν, θα σας πω ένα μύθο, είπε ο παππούς κι άρχισε την ιστορία του Δαίδαλου και του Ίκαρου.

…Ο Ίκαρος, με τα φτερά που του έφτιαξε ο πατέρας του, ο Δαίδαλος, άρχισε να πετά σαν πουλί. Μα πέταξε πολύ ψηλά, σχεδόν κοντά στον ήλιο, κι έλιωσε το κερί που μ’ αυτό ήταν κολλημένα τα φτερά του. Έτσι έπεσε στη θάλασσα και πνίγηκε . Γι’ αυτό το πέλαγος, όπου έπεσε, λέγεται Ικάριον…

Μέσα στο Ικάριο πέλαγος είναι το νησί μας. Τι μικρό που φαίνεται πάνω στην υδρόγειο ! Σα μια μικρή τελεία. Πέρα τ’ άλλα νησιά, κι ύστερα ολόκληρη η Ελλάδα κι οι άλλες χώρες, απέραντες .. Τι όμορφα που θα ’ναι να πετάς! Να ’ναι, ας πούμε, μια βαρετή Κυριακή κι εσύ να λες: δε βάζω τα φτερά μου, να πεταχτώ , μια στιγμή, στην Ιαπωνία ή στην Κίνα ή στην Αφρική, να δω αν τα Γιαπωνεζάκια, τα Κινεζάκια και τα Αραπάκια περνούνε κι αυτά βαρετές Κυριακές; Αν παίζουν κι αυτά κουτσό , σκοινάκι, πεντόβολα;

– Μπορεί στ’ αλήθεια, παππού, να πετάξει καμιά φορά ο άνθρωπος; – ρώτησα.

– Σαχλαμάρες ! – είπε η Μυρτώ.

– Μπορεί. Αν περάσουν πενήντα, ίσως εκατό χρόνια, μπορεί να γίνει κι αυτό. Τώρα έχουμε Γενάρη του 1936, μπορεί ως το Γενάρη του 1986 οι άνθρωποι να πετάνε κοντά στον ήλιο, χωρίς όμως να ξεκολλάνε τα φτερά τους.

– Ούουου, ως τότε τι να το κάνουμε; – λέει η Μυρτώ. Εμείς θα είμαστε γριές κι έτσι κι αλλιώς δεν θα μπορούμε να πετάμε.

Ο παππούς τη μάλωσε πως είναι εγωίστρια. Αν σκέφτονταν όλοι έτσι, δεν θα ’χε γίνει καμία ανακάλυψη στον κόσμο. Οι επιστήμονες δεν θα κουράζονταν να βρουν τούτο ή εκείνο, αφού, ώσπου να τελειοποιηθεί η εφεύρεσή τους, αυτοί θα έχουν πεθάνει.

– Αλλά οι επιστήμονες, κυρία Μυρτώ, σκέφτονται τη ανθρωπότητα κι όχι τον εαυτό τους. Οι ίδιοι μπορεί να μην υπάρχουν, αλλά το όνομά τους μένει αθάνατο .

– Θα ’θελα να γίνω εφευρέτης , λέει η Μυρτώ.

– Αν οι .. εφευρέτες ξέρανε την προπαίδεια όπως εσύ, της είπε ο παππούς, δεν θα γινόταν καμιά εφεύρεση στον κόσμο.

Δεν φανταζόμασταν ότι θα τέλειωνε τόσο άσχημα αυτή η Κυριακή. Ο παππούς άρχισε να ρωτάει τη Μυρτώ το 7×7 κι εκείνη όλο τα μπέρδευε. Επέμενε μάλιστα πως 7×8 κάνει 46 κι ο παππούς θύμωσε .

– Αν δε μάθεις την προπαίδεια απέξω κι ανακατωτά , δεν θα πας ποτέ σου σε αληθινό σχολείο, είπε ο παππούς και μας έστειλε να κοιμηθούμε.

Εγώ πηγαίνω στη δευτέρα κι η Μυρτώ στην Τετάρτη. Δεν πηγαίνουμε όμως σχολείο, μας κάνει ο παππούς μάθημα στο σπίτι. Κάθε χρόνο δίνουμε εξετάσεις, σαν διδαχθείσες κατ’ οίκον και περνούμε τις τάξεις. Σε δημόσιο σχολείο δεν θέλουν να μας στείλουν, γιατί εκεί, λέει ο παππούς, έχει τόσα παιδιά σε κάθε τάξη, που μπορεί να περάσει μισός χρόνος και να μη σε σηκώσουν για μάθημα. Είναι και το ιδιωτικό σχολείο του κυρίου Καρανάση στη γειτονιά μας, μα αυτό, λέει ο μπαμπάς, δεν είναι «για το β α λ ά ν τ ι ό μας»

Όταν πέσαμε πια στα κρεβάτια μας να κοιμηθούμε, άρχισε η Μυρτώ να λέει πως εγώ έφταιγα που τη μάλωσε ο παππούς για την προπαίδεια, γιατί ρώτησα αν θα μπορέσει στ’ αλήθεια να πετάξει ο άνθρωπος. Πού να ξέρω εγώ ότι, για να πετάξει ο άνθρωπος, χρειάζεται κανείς να ξέρει απέξω κι ανακατωτά την προπαίδεια;

Μπορούσε, όμως, ποτέ Κυριακάτικα να πάνε όλα καλά; Αν πηγαίναμε σχολείο, θα μας άρεσε η Κυριακή, που θα μέναμε στο σπίτι. Ενώ τώρα…

– Αχ, να πηγαίναμε σχολείο… λέω δυνατά, αλλά η Μυρτώ κάνει πως δεν ακούει. Τότε είπα ακόμα πιο δυνατά:

– ΕΥ-ΠΟ; ΛΥ-ΠΟ;

– ΛΥ-ΠΟ, ΛΥ-ΠΟ, απάντησε εκείνη κάτω από τα σκεπάσματα.

Αυτά δεν ήταν β υ ζ α ν τ ι ν ά, αλλά μια δική μας γλώσσα, που μόνο οι δυο μας την καταλαβαίναμε. ΕΥ-ΠΟ, θα πει πολύ ευχαριστημένη. ΛΥ-ΠΟ, πολύ λυπημένη. Αν δεν το ρωτούσαμε κάθε βράδυ η μια στην άλλη, δεν μπορούσαμε να κοιμηθούμε. Δεν ξέρω γιατί, τις Κυριακές, σχεδόν πάντα, απαντούσαμε ΛΥ-ΠΟ, ΛΥ-ΠΟ.

Να ’χα τώρα φτερά σαν του Ίκαρου, θα μπορούσα να πέταγα από χώρα σε χώρα και να ρώταγα όλα τα παιδιά του κόσμου: ΕΥ-ΠΟ; ΛΥ-ΠΟ;

Η ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΚΟΥΤΑΛΙΩΝ

Κάποτε άκουσα έναν άνθρωπο που του άρεσε να ταξιδεύει να λέει αυτή την ιστορία. Όπως είπε το ταξίδι που θυμόταν περισσότερο ήταν η σύντομη επίσκεψη του στο Χώρα των Μεγάλων Κουταλιών. Συνάντησε αυτό το μέρος στο δρόμο για την Αμπελοχώρα και επειδή του αρέσουν οι εξερευνήσεις αποφάσισε να κάνει μία στάση.

Το μονοπάτι που οδηγούσε στη Χώρα των Μεγάλων Κουταλιών ήταν απότομο και κατέληγε σ’ένα τεράστιο απομονωμένο σπίτι. Όταν πλησίασε διαπίστωσε ότι η έπαυλη ήταν χωρισμένη σε δύο πτέρυγες, την δυτική και την ανατολική.

Πάρκαρε το αυτοκίνητο του και πήγε στο σπίτι. Στην πόρτα μία πινακίδα έλεγε:

ΧΩΡΑ ΤΩΝ ΜΕΓΑΛΩΝ ΚΟΥΤΑΛΙΩΝ

“ΑΥΤΗ Η ΜΙΚΡΗ ΧΩΡΑ ΕΧΕΙ ΜΟΝΑΧΑ ΔΥΟ ΑΙΘΟΥΣΕΣ, ΤΗ ΜΑΥΡΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΣΠΡΗ.
ΓΙΑ ΝΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΦΤΕΙΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙΣ ΤΟ ΔΙΑΔΡΟΜΟ ΩΣ ΤΗ ΔΙΑΚΛΑΔΩΣΗ.

ΣΤΡΙΨΕ ΔΕΞΙΑ ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΤΕΙΣ ΤΗ ΜΑΥΡΗ ΑΙΘΟΥΣΑ Η’
ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΤΕΙΣ ΤΗΝ ΑΣΠΡΗ

Ο άνθρωπος προχώρησε στο διάδρομο και, στην τύχη, έστριψε δεξιά. Ένας νέος διάδρομος εμφανίστηκε μπροστά του. Καθώς περπατούσε προσ την πόρτα άρχισε να ακούει βογκητά και κλάματα που έρχονταν από το μαύρο δωμάτιο.

Για μία στιγμή οι κραυγές πόνου και στεναχώριας τον έκαναν να διστάσει, όμως, αποφάσισε να συνεχίσει. Έφτασε στην πόρτα, την άνοιξε και μπήκε.

Γύρω από ένα πελώριο τραπέζι κάθονταν εκατοντάδες άτομα. Στο κέντρο του τραπεζιού έβλεπες τους πιο λαχταριστούς μεζέδες και, μολονότι όλοι βαστούσαν από ένα κουτάλι που έφτανε ως το κεντρικό πιάτο, πέθαιναν της πείνας. Ο λόγος ήταν ότι τα κουτάλια τους είχαν το διπλάσιο μήκος από τα χέρια τους και ήταν κολλημένα στις παλάμες τους. Μ’ αυτό τον τρόπο όλοι μπορόυσαν να φτάσουν το φαγητό αλλά κανένας δεν μπορούσε να το φέρει στο στόμα του.

Η κατασταση ήταν τόσο απελπιστική που ο ταξιδιώτης έκανε μεταβολή και βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο. Γύρισε πάλι στον κεντρικό διάδρομο και τράβηξε προς τ’ αριστερά, προς την λευκή αίθουσα. Ο διάδρομος που οδηγούσε στην πόρτα ήταν ίδιος, μοναδική διαφορά ήταν ότι εκεί δεν άκουγε βογκητά, ούτε παράπονα. Όταν έφτασε στην πόρτα ο εξερευνητής έπιασε το πόμολο και την άνοιξε.

Εκατονταδες άτομα κάθονταν πάλι γύρω από ένα τραπέζι, παρόμοιο με εκείνο της μαύρης κάμαρας. Πάλι στοκέντρο υπήρχαν εκλεκτές λιχουδιές και όλοι στο χέρι τους είχαν στερεωμένο ένα μακρύ κουτάλι.

Εκεί, όμως, κανένας δεν παραπονιόταν ούτε έκλαιγε. Κανένας δεν πέθαινε στην πείνα γιατί εκεί ο ένας τάιζε τον άλλο!

Απόσπασμα από το βιβλίο “Να σου πω μία ιστορία” , Χόρχε Μπουκάι.

Ο ΠΙΠΙΛΟΓΙΑΝΝΗΣ

Μια φορά κι έναν καιρό, μια γιαγιά είχε έναν γιο που τον έλεγαν Γιάννη. Ο Γιάννης ήταν μεγάλος τεμπέλης και αγαπούσε πολύ τη ζέστη. Πάντα καθόταν δίπλα στο τζάκι,τραβούσε την πιπιλιά (στάχτη) στην άκρη και σκέπαζε τα πόδια του να ζεσταθούν. Γι’ αυτό οι συγχωριανοί του τον ονόμασαν Πιπιλογιάννη.
Η μάνα του τον παρακαλούσε να πάει να δουλέψει αλλά ο Γιάννης πώς να αφήσει τη ζεστασιά της πιπιλιάς.
Κάποτε, αποφάσισε να πάρει το γαϊδουράκι και να πάει να ψάξει για δουλειά. Επειδή όμως δεν μπορούσε να αποχωριστεί τη πιπιλιά, σκέφτηκε να δέσει στις δύο πλευρές του γαϊδουριού δύο τενεκέδες με πιπιλιά να βάλει τα πόδια του. Η μητέρα του, χαρούμενη για την απόφαση του Γιάννη να πάει να δουλέψει, έβαλε μέσα στον τρουβά του (τορβά) φρέσκο ψωμί και τυρί να έχει για το δρόμο και του έδωσε την ευχή της.
Στο δρόμο που πήγαινε, συνάντησε ένα δράκο.
– Πού πηγαίνεις, παλικάρι; τον ρώτησε ο δράκος.
– Πηγαίνω να βρω δουλειά. Εσύ ποιος είσαι; αποκρίθηκε ο Πιπιλογιάννης.
– Εγώ είμαι δράκος.
– Κι εγώ είμαι δράκος, είπε ο Πιπιλογιάννης.
Ο δράκος νομίζοντας ότι τον κοροϊδεύει, πήρε μια άσπρη πέτρα και είπε:
– Τη βλέπεις αυτή την πέτρα; Θα τη σφίξω με το χέρι μου και θα βγάλει νερό.
Πραγματικά, σφίγγει την πέτρα με πολύ δύναμη και έσταξαν μερικές σταγόνες νερού. Τότε γυρίζει στον Πιπιλογιάννη και του λέει:
– Εσύ μπορείς να το κάνεις αυτό;
– Και βέβαια μπορώ. Δώσε μου εκείνη την πέτρα και θα δεις, απάντησε ο Πιπιλογιάννης.
Μέχρι να σκύψει ο δράκος να πάρει την πέτρα, ο Πιπιλογιάννης έβγαλε κρυφά από τον τρουβά λίγο τυρί. Του δίνει ο δράκος την πέτρα και ο Πιπιλογιάννης την έσφιξε μαζί με το τυρί και αμέσως έτρεξαν μερικές σταγόνες τζίρου.Δεν έφτανε όμως αυτό για να πειστεί ο δράκος και λέει στον Γιάννη:
– Θα χτυπήσω τα πόδια μου στο έδαφος και θα σηκωθεί ένα μεγάλο σύννεφο σκόνης.Χτυπάει τα πόδια του κάτω και πραγματικά ένα μεγάλο σύννεφο σκόνης τους τύλιξε.
– Εσύ μπορείς να το κάνεις αυτό; ρώτησε τον Πιπιλογιάννη.
– Και βέβαια μπορώ , αλλά πρώτα κλείσε τα μάτια σου γιατί θα τυφλωθείς από τη σκόνη, απάντησε ο Γιάννης.
Κλείνει τα μάτια του ο δράκος και ο Γιάννης χτυπάει τα πόδια του με δύναμη στην πιπιλιά. Αμέσως ένα μεγάλο σύννεφο στάχτης σηκώθηκε και μπήκε στα μάτια του δράκου που βιάστηκε να τα ανοίξει.
Βλέποντας αυτό ο δράκος, πείστηκε πως κι ο Πιπιλογιάννης ήταν δράκος και τον κάλεσε στο σπίτι του όπου ζούσε με τα αδέρφια του.Μόλις έφτασαν στο σπίτι, ο δράκος διηγήθηκε στα αδέρφια του τι έγινε. Τα αδέρφια του όμως ήταν ακόμη διστακτικά. Για να πειστούν , κάλεσαν το Γιάννη να παλέψουν. Ο Γιάννης μη μπορώντας να κάνει αλλιώς δέχτηκε.
Τον πιάνει ένας δράκος από το λαιμό και γούρλωσαν τα μάτια του.
Τον είδε ο δράκος έτσι και τον ρώτησε:
– Γιατί κοιτάζεις μια δεξιά, μια αριστερά;
– Κοιτάζω σε ποια βουνοκορφή να σε πετάξω, απάντησε ο Γιάννης.
Ο δράκος φοβήθηκε και τραβήχτηκε αμέσως πίσω παρακαλώντας το Γιάννη να τον λυπηθεί.Επειδή όμως νύχτωσε ξάπλωσαν να κοιμηθούν.
Ο Πιπιλογιάννης, πονηρός καθώς ήταν, σκέφτηκε πως το βράδυ οι δράκοι θα επιχειρούσαν να τον σκοτώσουν. Γι΄ αυτό πάνω στο κρεβάτι του έβαλε ένα ξύλο, το σκέπασε καλά με την κουβέρτα να μη φαίνεται, κι αυτός ξάπλωσε από κάτω.
Πράγματι, μετά από λίγο μπήκαν στο δωμάτιο οι δράκοι και άρχισαν να χτυπούν με τσεκούρια το ξύλο, πιστεύοντας πως είναι αυτός. Ο Γιάννης κάτω από το κρεβάτι άρχισε να βογκάει. Μόλις σταμάτησαν τα βογκητά, οι δράκοι πίστεψαν πως πέθανε και έφυγαν.Τότε ο Γιάννης βγήκε από το κρεβάτι, πέταξε το ξύλο και ξάπλωσε να κοιμηθεί.Το πρωί οι δράκοι πήγαν στο δωμάτιο να δουν τι έγινε και βρήκαν το Γιάννη με ανοιχτά τα μάτια. Μη ξέροντας τι να κάνουν τον ρώτησαν πως κοιμήθηκε και αυτός τους απάντησε ότι δεν κοιμήθηκε καλά γιατί τον τσιμπούσαν οι ψύλλοι.
Οι δράκοι φοβήθηκαν ακόμη περισσότερο και του είπαν:
– Τι θέλεις να σου δώσουμε για να μη μας πειράξεις;
– Θέλω ένα άλογο φορτωμένο με λίρες, ένα άλογο για μένα και ένας από εσάς να έρθει μαζί μου να με βοηθήσει να κατεβάσω τις λίρες, απάντησε ο Γιάννης.
Αφού ετοιμάστηκαν τα άλογα, ξεκίνησαν για το χωριό. Μόλις έφτασαν, ξεφόρτωσαν τα άλογα και ο δράκος πήρε το δρόμο της επιστροφής. Στην άκρη του δρόμου έμενε ο παπάς ο οποίος τους είδε και ρώτησε το δράκο:
– Τι έφερες με τα άλογα στο σπίτι του Γιάννη;
– Του έφερα λίρες, απάντησε ο δράκος και του διηγήθηκε την ιστορία.Τότε ο παπάς γέλασε και του εξήγησε ότι ο Γιάννης είναι ο πιο μεγάλος τεμπέλης του χωριού και ότι τους ξεγέλασε. Έπεισε μάλιστα το δράκο να πάνε μαζί στο σπίτι του Πιπιλογιάννη να πάρουν πίσω τις λίρες. Ο Πιπιλογιάννης τους είδε από το παράθυρο, παίρνει ένα μεγάλο μαχαίρι, βγήκε έξω και έκανε πως το ακόνιζε. Μόλις πλησίασαν φώναξε:
– Καλά κάνεις και τον φέρνεις πίσω , παπά, να ησυχάσω μια για πάντα απ΄ αυτόν!
Μόλις άκουσε ο δράκος το Γιάννη τρόμαξε και το έβαλε στα πόδια παρασέρνοντας μαζί του και τον παπά.
Από τότε ο Πιπιλογιάννης με τη μητέρα του έζησαν καλά κι εμείς καλύτερα.

Ο ΓΑΜΟΣ ΤΗΣ ΠΟΝΤΙΚΟΥΛΑΣ (παραδοσιακό παραμύθι)


Μια φορά κι έναν καιρό ήταν μια οικογένεια ποντικών.

Ο μπαμπάς ο πόντικας, η μαμά η ποντικίνα και η μοναχοκόρη τους η ποντικούλα.
Τέτοια όμορφη ποντικούλα δεν υπήρχε πουθενά!
Ο πόντικας και η ποντικίνα μεγάλωσαν την κόρη τους όσο καλύτερα μπορούσαν και όταν μεγάλωσε για τα καλά, αποφάσισαν να την παντρέψουν.

Με ποιόν όμως;

Ήθελαν τον καλύτερο!
– Ποιος είναι ο καλύτερος;
Σκέφτηκαν, σκέφτηκαν και τελικά τον βρήκαν!
– Ο ήλιος, είπαν και οι δυο μαζί, και έτριψαν τα μουστάκια τους ευχαριστημένοι.
Ετοιμάστηκαν την άλλη μέρα και ξεκίνησαν να βρουν τον ήλιο.
Περπάτησαν, περπάτησαν και κάποτε έφτασαν στο παλάτι του ήλιου.
Εκείνος τους καλοδέχτηκε και τους ρώτησε για το σκοπό της επίσκεψής τους.
– Να, του είπαν, έχουμε μια πολύ καλή και όμορφη κόρη, την ποντικούλα μας. Είναι καιρός να την παντρέψουμε και σκεφτήκαμε εσένα για γαμπρό, γιατί είσαι ο καλύτερος.
Ο ήλιος χαμογέλασε και είπε:- Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε, αλλά δεν είμαι εγώ ο καλύτερος.
– Μα πώς; ρώτησαν γεμάτοι απορία ο πόντικας και η ποντικίνα. Αφού είσαι πιο ψηλά απ΄ όλους, βλέπεις όλον τον κόσμο, δίνεις ζωή σε όλα τα ζώα και τα φυτά της γης, όλοι σε αγαπούν και σε θαυμάζουν. Κανένας δεν μπορεί να σε νικήσει.
– Και όμως κάνετε λάθος. Με νικάει το σύννεφο. Όταν μπαίνει μπροστά μου, τίποτα δεν μπορώ να κάνω.Δίκιο έχει, σκέφτηκαν οι ποντικοί.
Χαιρέτησαν και έφυγαν.
Την άλλη μέρα πήγαν και βρήκαν το σύννεφο, που ήταν γκρίζο και τεράστιο.
Το σύννεφο τους καλωσόρισε και οι ποντικοί του είπαν το σκοπό της επίσκεψής τους.
– Ο ήλιος μας είπε πως εσύ είσαι δυνατότερος από εκείνον και γι αυτό ήρθαμε σε σένα, αφού θέλουμε να παντρέψουμε την κόρη μας την ποντικούλα με τον καλύτερο και τον δυνατότερο.
Το σύννεφο κουνήθηκε, άλλαξε σχήμα, έγινε πιο γκρίζο και είπε:
– Μεγάλη η τιμή που μου κάνετε να παντρευτώ τη μοναχοκόρη σας, μα αφού θέλετε τον καλύτερο και τον δυνατότερο να ξέρετε ότι δεν είμαι εγώ αυτός.- Και ποιος είναι; ρώτησαν με απορία οι ποντικοί.
– Είναι ο αέρας, απάντησε το σύννεφο. Όταν φυσάει με πηγαίνει όπου θέλει. Όσο κι αν αντισταθώ δεν καταφέρνω να τον νικήσω.
– Δίκιο έχεις, είπαν οι ποντικοί και έφυγαν.Σε λίγες μέρες ετοιμάστηκαν και ξεκίνησαν για ένα μακρινό ταξίδι, πέρα μακριά, στη χώρα του αέρα.
Κάποτε έφτασαν. Βρήκαν τον αέρα και του είπαν πως ήρθαν να του ζητήσουν να παντρευτεί την κόρη τους την ποντικούλα, αφού εκείνος είναι ο δυνατότερος απ΄ όλους.
– Ευχαριστώ για την τιμή που μου κάνετε και ευχαρίστως θα παντρευόμουν την κόρη σας, αλλά, δυστυχώς, δεν είμαι ο δυνατότερος από όλους.
– Δεν είσαι; και ποιος είναι;
– Ελάτε μαζί μου, είπε ο αέρας και τους οδήγησε σε ένα ψηλό σημείο.
Εκεί σταμάτησε, έδειξε μπροστά με το δάχτυλό του και είπε:
– Δυνατότερος από μένα είναι αυτός εκεί ο ψηλός πύργος.
Χρόνια και χρόνια προσπαθώ να τον γκρεμίσω και δεν τα ΄χω καταφέρει ακόμα. Φυσάω με όλη μου τη δύναμη και δεν κουνιέται ούτε ρούπι από τη θέση του. Αυτός είναι, λοιπόν, καλύτερος και δυνατότερος από μένα και αξίζει να παντρευτεί τη μοναχοκόρη σας.
Οι ποντικοί χαιρέτησαν τον αέρα, τον ευχαρίστησαν και έφυγαν.Περπάτησαν, περπάτησαν και έφτασαν στον ψηλό πύργο.
Στάθηκαν και τον κοίταζαν.
– Πω, πω! Τι μεγάλος και ψηλός είναι! Σαν να ΄χε δίκιο ο αέρας.
Βρήκαν, επιτέλους, το δυνατότερο και τον καλύτερο γαμπρό για την κόρη τους.Χαιρέτησαν τον πύργο και του είπαν γιατί τον επισκέφτηκαν.
Ο πύργος γελώντας απάντησε:
– Νομίζετε, αγαπητοί μου ποντικοί, ότι εγώ είμαι ο δυνατότερος απ΄ όλους; Πόσο λάθος κάνετε! Μάθετε, λοιπόν, πως δυνατότεροι απ΄ όλους είστε εσείς, οι ποντικοί. Ναι, καλά ακούσατε. Εσείς οι ποντικοί, ξανάπε ο πύργος και ο πόντικας και η ποντικίνα έμειναν να τον κοιτάζουν με το στόμα ανοιχτό από την έκπληξη.
– Μα πώς; ρώτησαν.
– Να, είπε ο πύργος. Εγώ μπορεί να είμαι μεγάλος και ψηλός, αλλά εσείς οι ποντικοί χρόνια τώρα σκάβετε και τρώτε τα θεμέλιά μου. Έχετε ανοίξει τόσο πολλές τρύπες που με δυσκολία κρατιέμαι όρθιος. Λίγο ακόμα να σκάψετε και θα γίνω ένας μεγάλος σωρός από πέτρες και χώματα.
Αυτά είπε ο πύργος και οι ποντικοί κοιτάχτηκαν παραξενεμένοι και άφωνοι.
Σε λίγο ευχαρίστησαν τον πύργο και γύρισαν στη φωλιά τους.Εκεί βρήκαν την ποντικούλα να τους περιμένει.
Αγκαλιάστηκαν και αποφάσισαν ότι η αγαπημένη τους μοναχοκόρη έπρεπε να παντρευτεί έναν καλό και δυνατό ποντικό, αφού οι ποντικοί ήταν οι δυνατότεροι, οι καλύτεροι και οι πιο σπουδαίοι από όλους.
Και πραγματικά σε λίγο καιρό η ποντικούλα παντρεύτηκε έναν όμορφο, νεαρό ποντικό, καφετί και μεγάλο, με στρογγυλά χαριτωμένα αυτάκια και με μια μακριά ουρά.Ήταν έξυπνος και αγαπούσε πολύ τη γυναίκα του την ποντικούλα.Όλοι ήταν χαρούμενοι και ευτυχισμένοι. Γλέντησαν και χόρεψαν στο γάμο.
Σε λίγο καιρό είχαν και δυο παιδάκια, δυο μικρούς ποντικούληδες που πιο όμορφοι πουθενά στον κόσμο δεν υπήρχαν.

Και ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα!

ΤΟ ΠΡΟΒΛΗΜΑ ΤΟΥ ΒΟΣΚΟΥ

Ένας βοσκός βρίσκεται στην άκρη ενός ποταμού έχοντας ένα πρόβατο, σανό και ένα κακό λύκο. Το πρόβατο τρώει το σανό και ο λύκος το πρόβατο, αλλά όταν είναι και ο βοσκός μαζί κάθονται φρόνιμα. Θέλουν να περάσουν ένα ποτάμι με μια βάρκα η οποία χωράει μόνο 2 άτομα. Πώς θα περάσουν χωρίς να έχουμε απώλειες;

ΘΑ ΠΑΡΕΙ ΠΡΩΤΑ ΤΟ ΠΡΟΒΑΤΟ ΘΑ ΤΟ ΠΕΡΑΣΕΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ.
ΜΕΤΑ ΘΑ ΠΑΡΕΙ ΤΟΝ ΛΥΚΟ ΘΑ ΤΟΝ ΠΑΕΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ.
ΜΟΛΙΣ ΤΟΝ ΠΑΕΙ,
ΘΑ ΠΑΡΕΙ ΤΟ ΠΡΟΒΑΤΟ ΘΑ ΤΟ ΓΥΡΙΣΕΙ ΠΙΣΩ.
ΜΕΤΑ ΘΑ ΠΑΡΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΣΑΝΟ
ΘΑ ΤΟΝ ΠΕΡΑΣΕΙ ΑΠΕΝΑΝΤΙ.
ΘΑ ΓΥΡΙΣΕΙ ΠΙΣΩ ΘΑ ΠΑΡΕΙ ΚΑΙ ΤΟ ΠΡΟΒΑΤΟ ΚΑΙ ΕΤΟΙΜΟΣ!

Το πρόβλημα του βοσκού αποτελεί ένα κλασσικό πρόβλημα λογικής (puzzle). Σε μια όχθη ενός ποταμού υπάρχουν ένας βοσκός, ένας λύκος ένα πρόβατο και ένα δεμάτι σανός. Η διαθέσιμη βάρκα χωρά μόνο δύο αντικείμενα κάθε φορά. Αν υποθέσουμε ότι σε κάθε στιγμή ο λύκος και το πρόβατο, καθώς και το πρόβατο και το δεμάτι δεν μπορούν να είναι μόνα τους σε μία όχθη (χωρίς τον βοσκό), ποια είναι η ακολουθία κινήσεων η οποία πρέπει να γίνει για να περάσουν όλοι απέναντι; Το παραπάνω πρόβλημα είναι ουσιαστικά ένα πρόβλημα σχεδιασμού κινήσεων (Planning). Στα προβλήματα της κατηγορίας αυτής, μια λύση είναι η αναζήτηση στο χώρο των καταστάσεων του κόσμου του προβλήματος. Κάθε τέτοια κατάσταση περιγράφει τον “κόσμο” του προβλήματος την συγκεκριμένη χρονική στιγμή. Οι μεταβάσεις από μια συγκεκριμένη κατάσταση σε μια επόμενη γίνονται μέσω τελεστών.

Αριστoτέλειο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης