Το μονοπάτι που οδηγούσε στη Χώρα των Μεγάλων Κουταλιών ήταν απότομο και κατέληγε σ’ένα τεράστιο απομονωμένο σπίτι. Όταν πλησίασε διαπίστωσε ότι η έπαυλη ήταν χωρισμένη σε δύο πτέρυγες, την δυτική και την ανατολική.
ΓΙΑ ΝΑ ΤΗΝ ΕΠΙΣΚΦΤΕΙΣ ΠΡΕΠΕΙ ΝΑ ΠΕΡΑΣΕΙΣ ΤΟ ΔΙΑΔΡΟΜΟ ΩΣ ΤΗ ΔΙΑΚΛΑΔΩΣΗ.
ΣΤΡΙΨΕ ΔΕΞΙΑ ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΤΕΙΣ ΤΗ ΜΑΥΡΗ ΑΙΘΟΥΣΑ Η’
ΑΡΙΣΤΕΡΑ ΑΝ ΘΕΛΕΙΣ ΝΑ ΕΠΙΣΚΕΦΤΕΙΣ ΤΗΝ ΑΣΠΡΗ“
Για μία στιγμή οι κραυγές πόνου και στεναχώριας τον έκαναν να διστάσει, όμως, αποφάσισε να συνεχίσει. Έφτασε στην πόρτα, την άνοιξε και μπήκε.
Γύρω από ένα πελώριο τραπέζι κάθονταν εκατοντάδες άτομα. Στο κέντρο του τραπεζιού έβλεπες τους πιο λαχταριστούς μεζέδες και, μολονότι όλοι βαστούσαν από ένα κουτάλι που έφτανε ως το κεντρικό πιάτο, πέθαιναν της πείνας. Ο λόγος ήταν ότι τα κουτάλια τους είχαν το διπλάσιο μήκος από τα χέρια τους και ήταν κολλημένα στις παλάμες τους. Μ’ αυτό τον τρόπο όλοι μπορόυσαν να φτάσουν το φαγητό αλλά κανένας δεν μπορούσε να το φέρει στο στόμα του.
Η κατασταση ήταν τόσο απελπιστική που ο ταξιδιώτης έκανε μεταβολή και βγήκε τρέχοντας από το δωμάτιο. Γύρισε πάλι στον κεντρικό διάδρομο και τράβηξε προς τ’ αριστερά, προς την λευκή αίθουσα. Ο διάδρομος που οδηγούσε στην πόρτα ήταν ίδιος, μοναδική διαφορά ήταν ότι εκεί δεν άκουγε βογκητά, ούτε παράπονα. Όταν έφτασε στην πόρτα ο εξερευνητής έπιασε το πόμολο και την άνοιξε.
Εκατονταδες άτομα κάθονταν πάλι γύρω από ένα τραπέζι, παρόμοιο με εκείνο της μαύρης κάμαρας. Πάλι στοκέντρο υπήρχαν εκλεκτές λιχουδιές και όλοι στο χέρι τους είχαν στερεωμένο ένα μακρύ κουτάλι.
Εκεί, όμως, κανένας δεν παραπονιόταν ούτε έκλαιγε. Κανένας δεν πέθαινε στην πείνα γιατί εκεί ο ένας τάιζε τον άλλο!
Απόσπασμα από το βιβλίο “Να σου πω μία ιστορία” , Χόρχε Μπουκάι.

