Ξεκινώ κι απόψε το μακρύ ταξίδι στο όνειρο,
λίγο πριν το ξημέρωμα.
Με στοργή το φεγγάρι με οδηγεί
και θαρρετά από το κακό με προφυλάσσει.
Στο δρόμο ληστές, κακούργοι, φαντάσματα
χάνονται χωρίς επιστροφή.
Στη θέση τους φυτρώνουν κρίνα, λίμνες και δροσερά τριαντάφυλλα·
το μοσχοβόλημά τους μεθά το κίτρινο φεγγάρι
κι αυτό αρχίζει τραγούδι ανατολίτικο·
φορά κι ένα σκούφο κόκκινο και σαν παιδί χορεύει?
Το γέλιο του ακούγεται ατέλειωτο, σαν χωρίς σταματημό.
Η ανέμελη πρωτινή παιδική χαρά αρμενίζει
και πάνω της εμείς γνωρίζουμε τον κόσμο σε μια στιγμή.
Το γέλιο μου ακούγεται χαρούμενο,
απίστευτα χαρούμενο για να? ναι αληθινό.
Το γέλιο μου ακούγεται ονειρικό,
με το φεγγάρι ιδρωμένο να οργώνει το άπειρο?
χορεύοντας.
Το γέλιο μου πλέον? ακούγεται σαν κανονιά
που τον αέρα σχίζει? τρυπά το όνειρο
και μελαγχολικό, γεμάτο θλίψη
και μ? ένα πρόσωπο λουσμένο στα δάκρυα με ξυπνά.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΟι μούμιες στέκονται ακίνητες, όρθιες ή ξαπλωτές.
Οι μούμιες με το παγωμένο τους βλέμμα κοιτούν.
Οι μούμιες εδώ και χρόνια έχουν σχεδόν τα πάντα ξεχάσει.
Οι μούμιες να κλάψουν, διόλου δεν μπορούν.
Οι μούμιες αντί να περπατήσουν πάνω στο νήμα της ζωής,
δέθηκαν με αυτό.
Μάλιστα, το? δεσαν τόσο σφιχτά, που έσκασαν.
Οι μούμιες δεν φοβούνται το θάνατο,
αφού είναι ήδη νεκρές.
Ίσα ίσα τρέμουν τη ζωή.
Οι μούμιες κάποιο απόγευμα στο στόμα θα μας φιλήσουν,
τα μάτια μας θα παγώσουν μονομιάς,
η σιωπή θα μας πλημμυρίσει.
Κι ο θάνατος, με τα σάλια του να τρέχουν,
θα? ρθει να μας τυλίξει με το νήμα της ζωής
που τόσο απότομα οι μούμιες θα? χουν κόψει.
Και τότε, κυρίες και κύριοι, θα? χουμε τελειώσει.
Αμετάκλητα.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΛίγο πριν τον πόλεμο, πριν την καταστροφή,
λίγο πριν το χάος,
άξαφνα ένα αηδόνι ακούστηκε.
Με φωνή μελαγχολική, σε ένα σκοπό άγνωστο
τραγούδησε.
Κι έμοιαζε το τραγούδι του με θρήνο,
το θλιβερό του τέλος προοιώνιζε.
Έπειτα πέταξε ψηλά, πολύ ψηλά,
αφήνοντας την ανυποψίαστη πόλη να βουλιάζει αργά?
στο βούρκο?
και χάθηκε?
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΛυσσομανά ο άνεμος μετά τη βροχή·
κρύος από τα βουνά κατέβηκε
και κύκλωσε την πόλη.
Σκόρπισε τα λιγοστά φθινοπωρινά φύλλα
και τα ανέβασε ψηλά,
εκεί που τα πανύψηλα κτίρια σταματούν.
Μετά πάλι ανώμαλα
στους βρεγμένους δρόμους τα προσγείωσε.
Τα ανύποπτα πέλματά μας τα τσαλαπάτησαν,
τα έκαναν ένα με τη λάσπη.
Και λασπωμένα εκεί, στους δρόμους,
λαχταρούν το πρώτο τους πέταγμα? και μοναδικό.
Κάπως έτσι κι οι ψυχές μας θα πετάξουν
και σε μια γωνιά παρατημένες
θα μείνουν να ξαποστάσουν.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΣταγόνα στον ωκεανό,
εγώ κι ο παραμορφωμένος μου ίσκιος
να στήνουμε μοιρολόι για το νεκρό μονοπάτι
που στους αιώνες θα μείνει αδιάβατο?
Και πίκρα
και πόνος
και θλίψη?
και κατάρες που φτάνουν ψηλά ως τον ουρανό
και τον τρυπούν και πάνε παραπάνω?
Οργή?
που ο αντίλαλος την έφερε στα αυτιά μας.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΞημέρωσε και σήμερα βρόχινη μέρα.
Ο γκρίζος ουρανός έχυσε αρκετό νερό στην απέραντη ύπαιθρο,
που δεν φάνηκε να διψούσε τόσο.
Απ? το πρωί, κατηφής, πήρα το δρόμο,
το δρόμο, που στο γυρισμό, στο σπίτι πάλι με έφερε.
Και μέχρι τη στιγμή που η κρύα νύχτα σκέπασε την πόλη,
σκεφτικός περνούσα την ώρα μου γράφοντας στίχους.
στίχους που η κρύα νύχτα πάγωσε,
στίχους σαν κρύσταλλα, σαν σταλακτίτες
που κρέμονται μακάβρια στους σκοτεινούς καιρούς μας.
Κάτω από Ποίηση | 0 Σχόλια