Λίγο πριν το ξημέρωμα
απ? τον ύπνο πετάχτηκα
και μέσ? την αγωνία μου
σε μια επιθυμία υποτάχτηκα:
Το τελευταίο τραγούδι,
το τελευταίο τραγούδι να ακούσω, που? ναι λυπητερό.
Κι οι τοίχοι να σπάσουν,
συντρίμμια να γίνουν
και στάχτη στον άνεμο.
Κι ο θάνατος, που όλη τη νύχτα την πόρτα χτυπά,
με σκυφτό το κεφάλι να φύγει
κι ελεύθερος να πετάξω? σαν πουλί.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΜε τον καιρό,
μια ακατάσχετη θλίψη κατακάθισε στα άχρωμα πρόσωπά μας.
Άβουλοι κορμοί δέντρων σε μια ξαφνική καταιγίδα
και στην πλημμύρα που την ακολουθεί.
Γερασμένα κόκαλα με τις ψυχές που τα συνοδεύουν,
γυρεύουν να βρουν απάνεμο λιμάνι και καθαρό ουρανό.
Και σαν χωρίς σκοπό
τραβάμε κουπί για τον απέραντο ωκεανό?
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΠίσω από τις γρίλιες των παραθύρων ο κόσμος ριγέ.
Και τα ριγέ όνειρά μας για έναν άλλο κόσμο
που ποτέ δεν ήρθε.
Και η γεύση του ανεκπλήρωτου βαθιά ριζωμένη στα σπλάχνα μας,
που έσκυψαν με στοργή στο όνειρό μας,
να το προφυλάξουν από τις κακουχίες.
Όμως αυτό, ευαίσθητο, δεν άντεξε
και σαν παπαρούνα αθόρυβα ήρθε κι αθόρυβα μας άφησε.
Πίσω από τις γρίλιες των παραθύρων ο κόσμος ριγέ?
σαν και πρώτα!
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΤο ποτό στο ποτήρι χανόταν.
Η ματιά μου βυθισμένη στα λιγοστά γραμμάρια αλκοόλ,
ενώ καπνοί από τσιγάρα θόλωναν το μουντό δωμάτιο.
Ο βήχας μου ακουγόταν βαθύς, σχεδόν απύθμενος.
Η άβυσσος της μοναξιάς μου με τύλιγε?
και δεν μπορούσα να ξεφύγω.
Το κεφάλι μου έγειρε κι ο ύπνος κρυφά σιγοψιθύρισε στο αυτί μου·
ένα απαλό, ζεστό νανούρισμα με σκέπασε,
γιατί ο χειμώνας εκείνη τη χρόνια ήταν βαρύς.
Κάτω από Ποίηση | 0 ΣχόλιαΑτέλειωτες νύχτες μάς κρατούσε συντροφιά.
Μας γέμιζε με τα αστεία της,
έδινε χρώμα στο σκοτεινό δωμάτιο,
η παρουσία της ήταν κρίνο στην άχαρη στέπα.
Καθισμένη στην πολυθρόνα στη γωνία
κοιτούσε έξω από το παράθυρο? κι ονειρευόταν?
Απόψε, μόνος μου στο παγωμένο δωμάτιο
αποφεύγω να κοιτώ την άδεια πολυθρόνα.
Η μορφή της στο μυαλό μου,
σαν φίδι,
καραδοκεί να με κάνει θύμα της.
Κάτω από Ποίηση | 0 Σχόλια