ΛηδαΛένα Λεβέντη
Θα μπορούσε να κάτσει να σκεφτεί, να σπάσει πράγματα, να τρέξει μέχρι να μην τον φτάνει η αναπνοή του, να τσακωθεί άδικα με τη μάνα του, να την πάρει επιτέλους τηλέφωνο. Δεν έκανε όμως τίποτα. Ήθελε να κλάψει. Να πετάξει τη φυσική κατεύθυνσης από το παράθυρο, να σπάσει την κιθάρα του, να φωνάξει. Αλλά έμενε ακίνητος. Δεν έβγαινε η φωνή. Ήθελε τόσο να τα βγάλει όλα από μέσα του, να της μιλήσει, αλλά δεν αντιδρούσε. Ήταν σαν να έβλεπε τη ζωή του σε ταινία. Μια ψηλή, γυάλινη βιτρίνα τον χώριζε από τον εαυτό του και τα συναισθήματά του. Ίσως απλά να είχαν στερέψει τα δάκρυα. Εδώ και μία ώρα κοιτούσε το ταβάνι. Ξαφνικά, σηκώθηκε και άνοιξε το ραδιόφωνο. Δεν ήξερε γιατί, ούτε καν το σκέφτηκε, το σώμα του λειτούργησε μόνο του, χωρίς την εντολή τη δική του. Θυμήθηκε την απορία του με τις γάτες, που εκεί που κοιμούνται ή λιάζονται αμέριμνες, στα καλά καθούμενα, τινάζονται πάνω και αρχίζουν να γλείφονται απ’όλες τις μεριές, μέχρι να πέσουν πάλι στην τεμπελιά τους. Έπαιζε Avenged Sevenfold, Dear God. Γαμώ πια μ’αυτό το τραγούδι. Ήταν από τα αγαπημένα της. Το έκλεισε, πριν προλάβει να το καταλάβει. Η ίδια ανεξέλεγκτη δύναμη τον οδήγησε στην αγαπημένη του κιθάρα. Είχε και όνομα. Ήταν η Τζω. Πάντα μαζί του στις δύσκολες στιγμές, να τον παρηγορεί και να τον εκτονώνει. Η μοναδική Τζω, που είχε από τα δέκα. Άρχισε να παίζει το τραγούδι. Να το τραγουδάει με μια πληγωμένη οργή. «Οργή με ποιον ρε φίλε;» Σκέφτηκε. «Δεν έφταιξε σε τίποτα. Εσύ μόνο εσύ.» Πάλι αυτή η παράξενη συνήθεια να μιλάει για τον εαυτό του σε δεύτερο ενικό. Τη διόρθωνε, όποτε το θυμόταν. Δεν του άρεσε. Πίστευε ότι είναι ένας έμμεσος τρόπος να μην παίρνεις τις ευθύνες που σου αναλογούν, ή να γλιτώσεις από τη στεναχώρια και το θυμό. Μεταφέρεις ό,τι σε αφορά σε ένα άλλο πρόσωπο. Σαν να μη φταις εσύ, να μην πονάς εσύ, να μην πνίγεσαι εσύ. Αλλά εκείνος έφταιγε. «Εγώ λοιπόν, μόνο εγώ», ψιθύρισε. Παρ’όλα αυτά, έδινε ένα μερίδιο ευθύνης στην κοινωνία, τη μάνα του, τους φίλους, σε όλους όσους έκριναν τόσο άδικα, χωρίς να ξέρουν. Έχοντας πλέον περάσει και ο ίδιος τόσο έντονα την κριτική του κόσμου, είχε αποφασίσει να μην ξανακρίνει κανέναν. Δεν είχε δικαίωμα να το κάνει, παρά μόνο αν είχε βιώσει και εκείνος το ίδιο ακριβώς γεγονός, κάτω από τις ίδιες συνθήκες και έχοντας ζήσει την ίδια ζωή και όσα χρόνια προηγήθηκαν. Μόνο τότε θα καταλάβαινε. Αλλά αυτό πρακτικά δε γίνεται ποτέ, οπότε επέλεγε να αφήνει την κακεντρέχεια στην υπόλοιπη κοινωνίας και να βγάζει τον εαυτό του απέξω. Την αγαπούσε όσο τίποτα. Πρώτη φορά είχε αγαπήσει έτσι. Την ήθελε κάθε στιγμή, τη σκεφτόταν κάθε στιγμή, την ένιωθε συνέχεια. Ήθελε να είναι μόνο μαζί της, να της μιλάει και να ακούει τη γνώμη της. Πάντα του παρουσίαζε τα πράγματα με έναν τρόπο που δεν είχε σκεφτεί ξανά ποτέ και αυτό τον συνάρπαζε. Ίσως να τη θαύμαζε κιόλας. Σίγουρα τη θεωρούσε ανώτερή του. Γιατί πάντα ήταν εκείνος που άκουγε και έπαιρνε νέα ερεθίσματα, νέες σκέψεις και νέες οπτικές. Τον ανέβαζε πιο ψηλά και μπορεί αυτό να τον είχε κάνει να κολλήσει τόσο μαζί της. Όταν την έβλεπε, ήθελε να την φιλήσει όσο τίποτα. Ήταν πανέμορφη για εκείνον. Είχε ίσια μαύρα μακριά μαλλιά, μέχρι τη μέση και μαύρα μάτια. Μάλλον ήταν σκούρα καστανά, αλλά για εκείνον δεν είχε διαφορά. Ήταν μεγάλα, με μακριές, πυκνές βλεφαρίδες και αμυγδαλωτό σχήμα. Τον κοιτούσε και νόμιζε ότι έβλεπε μέσα του, ήταν από τα πιο εκφραστικά μάτια που είχε συναντήσει. Και τα φρύδια της του άρεσαν. Ακούγεται παράξενο να παρατηρεί κάποιος έτσι τα φρύδια, αλλά κάτι τέτοια μικρά είναι που σε κάνουν να ερωτεύεσαι. Ήταν έντονα και τοξωτά. Δεν τα είχε βγάλει ποτέ. Έλεγε ότι της άρεσε που ήταν μεγάλα και πλατιά, δε γεννήθηκε για να είναι μπάρμπι. Είχε ένα σκουλαρίκι πάνω από τα χείλη και μια ελιά δίπλα στο δεξί μάτι. Έβαζε πάντα κόκκινο κραγιόν, έβαφε τα νύχια της μωβ ή σκούρο μπλε και φορούσε πολλά δαχτυλίδια. Τα μάτια της δεν τα είχε δει ποτέ βαμμένα. Φορούσε σχεδόν συνέχεια μαύρα, τις αγαπημένες τις αρβύλες και είχε ένα τατουάζ στο λαιμό. Για εκείνον ήταν παραμυθένια. Την τοποθετούσε ψηλά. Όχι λόγω ηλικίας. Αυτό τα χάλασε όλα. Μάλλον η αδιακρισία, η βαναυσότητα και η απάθεια των άλλων για όσα ένιωθαν μεταξύ τους. Σιγά τη διαφορά. Εκείνος ήταν δεκαεφτά και εκείνη είκοσι έξι. Μα κανείς δεν καταλάβαινε τέλος πάντων; «Σε ποιον αιώνα ζω;» Αναρωτιόταν. Μα φυσικά, όλοι είναι φιλελεύθεροι και ανοιχτόμυαλοι, μέχρι να τους χτυπήσει κάτι διαφορετικό την πόρτα. «Να βρει κάποιον στην ηλικία της. Σα δε ντρέπεται να την πέφτει σε εφηβάκια. Εσύ να ασχοληθείς με τις συμμαθήτριές σου και να κοιτάξεις να στρωθείς στο διάβασμα, μη δεν περάσεις και βάλουμε κι’άλλο μπελά στο κεφάλι μας. Μέρα νύχτα δουλεύει ο Θανάσης για να σου πληρώνουμε τα φροντιστήρια.» Την αγαπούσε τη μάνα του, αλλά σε αυτό τον απογοήτευσε. Πάντα τον καταλάβαινε και τον βοηθούσε. Τι ήταν αυτό τώρα; Τόση προκατάληψη; Τον εξόργιζε. Τη μισούσε εκείνες τις ώρες. Έλεγε ότι η Ηλέκτρα του είχε πάρει τα μυαλά και δεν έβλεπε καθαρά, «εμείς αγόρι μου μεταξύ μας, πάντα τα βρίσκαμε», έλεγε και τον χάιδευε στην πλάτη, λες και θα θεραπευόταν από την αρρώστια που το κόλλησε η ξετσίπωτη φοιτήτρια. Ναι, σπούδαζε. Θέατρο. Είχε απίστευτο ταλέντο και μεγάλο πάθος για την τέχνη της. Το δυάρι της ήταν ανάκατο, γεμάτο παλιές ταινίες, Σαρλό, βιβλία για την ιστορία του ελληνικού θεάτρου, μεταφράσεις της Ευρυδίκης και πολλούς καθρέφτες. Ήθελε να βλέπει το πρόσωπό της, ακόμα και όταν μιλούσε στο τηλέφωνο, τι εκφράσεις έπαιρνε αυθόρμητα, χωρίς να σκέφτεται. Έλεγε ότι τη βοηθούσε πολύ. Αλλά δεν ήταν από εκείνες που επέλεξαν το θέατρο σαν έσχατη λύση, επειδή ζούσαν ματαιόδοξα και ήθελαν να δουν τον εαυτό τους στο γυαλί. Εκείνη ήταν μορφωμένη, σοφή. Στο σχολείο ήταν πρώτη μαθήτρια, αλλά δεν την ενδιέφεραν οι σχολές «υψηλού συναγωνισμού». Το θέατρο ήταν το πάθος της και το έπαιρνε σοβαρά. Ήθελε να παίξει στην Επίδαυρο, να μην κάνει ποτέ τηλεόραση και να ζει για την τέχνη της. «Faisons l’art pour l’art». Έτσι ήταν. Ονειροπόλα και φιλόδοξη. Έκαναν πολλές συζητήσεις οι δυο τους. Τον έπαιρνε σε κάτι μπαράκια που δεν τα ήξερε κανείς, έπιναν μοχίτο και του έλεγε για τον Τσε, το μαρξισμό, το Μάη του ’68 και άλλα παράξενα που δεν είχαν αναφερθεί ποτέ στη σύντομη ζωή του. Γι’αυτό την αγαπούσε. Αυτή η μαχητικότητα, η διαφορετικότητα και η ψαγμένη άποψη στα πράγματα τον κρατούσε κοντά της. Τι τα θυμόταν όμως τώρα αυτά; Τώρα πια είχαν χωρίσει. «Έλα ρε! Εννιά χρόνια μεγαλύτερη; Έκανες την τύχη σου φίλε μου.» Ακόμα και αυτή η αντιμετώπιση τον εκνεύριζε. Μεταξύ τους ήταν ένα. Δεν ξεχώριζες ηλικία. Δεν ήταν η μεγαλοκοπέλα που τον εκμεταλλεύτηκε και θα του έπινε τα νιάτα. Την ακουμπούσε γλυκά και προσεχτικά, λες και ήταν ένα αδύναμο μικρό παιδί. Την αγκάλιαζε και ένιωθε ότι την προστάτευε. Και εκείνη έτσι το έβλεπε. Όμως κανείς δεν καταλάβαινε. Όλοι σχολίαζαν και κοιτούσαν καχύποπτα. Δεν την χώρισε επειδή δεν την αγαπούσε. Πίστευε ότι έτσι τη γλίτωνε από όλη αυτή τη διαδικασία και ότι θα ήταν καλύτερα. Βρήκε για δικαιολογία το διάβασμα του και της είπε ότι όταν τελειώσει θα είχαν όλο τον καιρό μπροστά τους. Ανοησίες». Έμαθε ότι άλλαξε σπίτι και ο αριθμός που είχε δεν ανήκε πια στη συνδρομητή. Πληγώθηκε η Ηλέκτρα. Το ήξερε ότι ήταν αυτός ο λόγος και ότι ποτέ δεν έπαιξε μαζί του. Σε δυο βδομάδες άρχιζαν οι Πανελλήνιες. Άντε να τελειώσει επιτέλους να πάει να τη βρει και όλα θα ήταν όπως πριν. Το θέμα όμως ήταν ότι εκείνος υπέκυψε στην κρίση του κόσμου. Άραγε πόσοι το έχουν κάνει αυτό και με χειρότερα αποτελέσματα; Πόσο πιο άκαρδοι μπορούμε να γίνουμε;
«Μωρό μου, σου έφερα μια πορτοκαλαδίτσα να πάρεις δύναμη, έχεις ξενύχτι απόψε.»
«Ευχαριστώ ρε μαμά», είπε και έκλεισε την πόρτα πριν προλάβουν να πουν τίποτ’άλλο.
Ένας μήνας ακόμα.