>Στον Ίκαρο

Απρ 20106

>
Ax, Ίκαρε, ας μπορούσες να δεις αυτό που αντικρίζουν τα μάτια μου 3,5 χιλιετίες μετά την πτήση και την πτώση σου. Στη βόρεια παραλία της Κρήτης, μόλις 100 μέτρα από την έπαυλη της Αμνισού και 500 μέτρα από το αεροδρόμιο Ηρακλείου, παρατηρώ ότι κατά τις ώρες κυκλοφοριακής αιχμής ένα αεροπλάνο προσγειώνεται ή απογειώνεται κάθε 3 λεπτά. Ούτε ο τεράστιος όγκος του ούτε το βάρος του ούτε οι καιρικές συνθήκες το εμποδίζουν. Χρειάστηκε βέβαια να χαθούν κι άλλες ζωές μετά τη δική σου για να μπορέσει ο άνθρωπος σήμερα να πραγματοποιεί εναέρια ταξίδια με αρκετή ασφάλεια, χωρίς βέβαια να μπορεί ποτέ να εξασφαλίσει ότι δε θα υπάρχουν ατυχήματα.

Η πράξη σου ερμηνεύτηκε αρχικά ως επιπολαιότητα και απερισκεψία, απειθαρχία των αφρόνων νέων στις συνετές συμβουλές των γηραιών σοφών.

Έπειτα εντάχθηκε στα πλαίσια της ανθρώπινης αλαζονείας να υπερβεί τους δεδομένους φυσικούς νόμους βαρύτητας και θερμοκρασίας.

Η πτώση σου ήταν μια ανώμαλη προσγείωση στα περιορισμένα μέτρα του ανθρώπου, που θα πρέπει να αποδέχεται χωρίς αμφισβήτηση τον ορίζοντά του σε όλες τις διαστάσεις.

Τα κέρινα φτερά σου δεν έλιωσαν από τον ήλιο. Έλιωσαν από τη συγκατάνευση ότι η πτώση σου ήταν μια δίκαιη τιμωρία στην αλαζονεία σου, από τη δυσπιστία εκείνων που δεν πίστεψαν αληθινά ότι εκεί που οδηγούν τα φτερά της φαντασίας, της σκέψης του οραματισμού μπορεί να φτάσει και το σώμα.

Πλήρωσες το τίμημα να υπερβείς τα επιτρεπτά όρια των φυσικών νόμων. Όμως η εξέλιξη του ανθρώπινου πολιτισμού, τουλάχιστον στο επίπεδο της τεχνολογίας, συνίσταται ακριβώς σ’ αυτή την υπέρβαση. Εσύ το πίστεψες, απλά δε βρήκες το σωστό τρόπο για να το πετύχεις.

Για την τόλμη σου να αμφισβητείς το γνωστό και το δεδομένο

Για την ελπίδα σου να πιστεύεις ότι ο άνθρωπος αξίζει περισσότερο απ’ αυτό που φαίνεται εκ πρώτης όψεως ότι μπορεί

Για την αισιοδοξία σου να νομίζεις ότι του αξίζει καλύτερη τύχη από την ισοπέδωση των οριζόντων του

Για το θάρρος να διαθέτεις το ίδιο σου το σώμα

Για το θράσος να ξεπερνάς τα όρια

πιστεύω ότι κερδίζεις επάξια το χαρακτηρισμό του αληθινού φιλοσόφου.

>επίσκεψη στη μινωική έπαυλη στο Βαθύπετρο

Απρ 20106

>
Οι λόφοι κάπως μακρινοί δημιουργούν μιαν απεραντοσύνη. Η έπαυλη στο κέντρο του χώρου δεσπόζει αφήνοντας την εντύπωση ότι ο κάτοχός της είναι ο κυρίαρχος του χώρου, εφόσον μάλλον μπορεί να αξιοποιεί προς όφελός του τα προϊόντα γης. Όταν τα σταφύλια θα μαζεύονταν και θα έβγαινε ο κοκκινωπός ίδιος με αίμα χυμός τους με τον οποίο ανέβαινε η ευφορία θα ήταν το γλέντι όπως τώρα

Έτσι καθισμένος στη σκιά μεγάλων δέντρων μετά το μεσημεριανό ύπνο θα απολάμβανε μια παραδείσια ατμόσφαιρα και ευγνωμοσύνη γα τη θέση του μέσα σ’ αυτό το βασίλειο. Οι μόνες του έγνοιες θα ήταν η ανησυχία για τις καιρικές συνθήκες και πώς θα επηρέαζαν την ετήσια σοδειά. Οργανωμένος και για την απολαβή του ξανθού λαδιού και μυρωδάτου κρασιού απολάμβανε τα υγρά και λεπτά στη ροή τους.

Τα πουλιά δεν ενοχλήθηκαν καθόλου από την παρουσία μου. Καθισμένα στο δροσερό σπίτι τους συνέχισαν απτόητα συνοδεύοντας το μουσικό ήχο του αέρα που μιλούσε σιγαλά κι ερωτικά με τις πευκοβελόνες.

Αφήνω το σώμα μου ν’ ακουμπήσει με την πλάτη στις πευκοβελόνες κα κλείνω τα μάτια. Αφήνω ανοιχτά τα αυτιά μου να συλλέξουν και να επεξεργαστούν τους θορύβους, ενώ η όσφρηση δοκιμάζεται από τις δυνατές μυρουδιές: το άρωμα από τις πευκοβελόνες είναι διάχυτο στην ατμόσφαιρα.

Μόλις ξαπλώνω βλέπω τον ηλιακό δίσκο να με φλερτάρει κρυφά μέσα από τα κενά που αφήνουν τα πυκνά κλαδιά του πεύκου. Έχω την αίσθηση ότι είναι ένας αδιάκριτος επισκέπτης μέσα στ η δροσιά της σκιάς του δέντρου.

Ο άνεμος φλερτάρει πιο επίμονα τώρα τα κλαδιά. Τα αναγκάζει να κινούνται στο ρυθμό του. Φεύγει κι έρχεται αλλάζοντας την ένταση και το ρυθμό κι εκείνα παραδίδονται στη γοητεία και τις ορέξεις του.

>Το ξύπνημα της βασίλισσας

Απρ 20106

>
Καθισμένη κοντά στο παράθυρο με τους αγκώνες λυγισμένους κοιτάζει την κορφή του λόφου ανατολικά εκεί απ’ όπου ξεπρόβαλλε πριν λίγη ώρα ο ήλιος και με το πρώτα πάτημά του στην κορφή όρμησε στο δωμάτιό της καρφώνοντας την πρώτη ακτίνα του κατευθείαν στην καρδιά της.

Ακουμπά τώρα στη γωνία της πόρτας μισοκλείνοντας τα μάτια στο βλέμμα του ήλιου που τολμηρά έρχεται να διασταυρωθεί με το δικό της, πρόκληση στη λάμψη και την ακτινοβολία του, στη ζωή και στη δύναμή του.

Είναι η ώρα που η βασίλισσα στολισμένη αιθέρια περιλουσμένη με τα αρώματα της μινωικής γης κι εκείνα που έφτασαν από τα πέρατα του κόσμου για χάρη της βγαίνει, φως η ίδια, να συναγωνιστεί με το φως του ήλιου.

Με μια ανάλαφρη κίνηση των χεριών ακουμπά τους βοστρύχους που αγγίζουν το λευκό λαιμό της και κατεβαίνουν στο μισάνοιχτο μπούστο της, το γεμάτο χυμούς κι αρώματα. Χθες στεφάνωναν το κεφάλι της δεμένα με ταινίες και κοσμήματα που έστελναν πίσω τη λάμψη του φωτός που δεν μπορούσε να αναμετρηθεί μαζί της

Με ιερή σεμνότητα, αργά, τελετουργικά και επίσημα, με βήματα σταθερά κι ανάλαφρα, δρασκελίζει το ακριβό κατώφλι, το κάτασπρο όσο και τα δέρμα της, αντίθεση στα κατάμαυρα μαλλιά της. Μεγάλα αμυγδαλωτά μαύρα μάτια, εκφραστικά ή απλανή στους χώρους της θρησκευτικής έκστασης , όταν επικοινωνεί με τις δυνάμεις της φύσης και τις καλεί να γίνουν δημιουργικές

Τα πουλιά καθισμένα στα δέντρα που απλώνονται γύρω από τον κλειστό χώρο της αυλής της έχουν μαζευτεί να την καλημερίσουν. Πετάγονται

αυτόματα μόλις εμφανίζεται εκείνη, να χαιρετίσουν κι έπειτα να φτερουγίσουν γύρω της, να καθίσουν στους ώμους, στα μπράτσα της και στο κεφάλι της. Τα περιστέρια από τη στέγη περπατούν στα πόδια της. Το ερωτικό τους τιτίβισμα καταθέτει στα πόδια της τη γονιμοποιό δύναμη.

Μόνη της στην αυλή ανάμεσα στα πουλιά και τα λουλούδια με πόδι γυμνό περνά ανάμεσά τους κι εκείνα συσπειρώνονται γύρω της . Οι μέλισσες στα άνθη ρουφούν με δίψα το νέκταρ, όπως εγώ θα ήθελα να τρυγήσω την ομορφιά του κορμιού της . Θεά ανάμεσά τους, πότνια θηρών, μόνη κι αέρινη, μια εξωτική παρουσία, απλώνει ηδονικά το βλέμμα φορτωμένο ακόμα την έκσταση της χθεσινής ιεροτελεστίας, αναβιώνει την τελετουργία της σύνδεσης με τη φύση και τους οργανισμούς της.

Τα χρώματα στο πρόσωπό της η ντελικάτη όψη της, το διάφανο δέρμα της, η ανάλαφρη χαριτωμένη κίνηση των χεριών της, το κεφάλι που ακουμπά στους λεπτοκαμωμένους ώμους της… Τόσο εύθραυστη λες κι ο άνεμος που εισβάλει διακριτικά στην αυλή της φοβάται να προσθέσει την πνοή του δίπλα στην αναπνοή της να μην αλλοιώσει το άρωμά της.

Αυτή η τόσο αέρινη και εύθραυστη είναι η ίδια που χθες με τόλμη και αποφασιστικότητα είχε αδράξει τον ταύρο από τα κέρατα δαμάζοντάς τον πρώτα με τη φλογερή ματιά της. Κι αυτός υπακούοντας είχε σκύψει το κεφάλι πειθήνια στο βλέμμα της, υποταγμένος από τη δύναμη της καρδιάς της και του μυαλού της. Εκείνος ο δυνατός, ο ζωντανός θεός της μινωικής Κρήτης, είχε παραδοθεί στα απλωμένα χέρια της, τινάσσοντας τα πόδια, έτοιμος να την πάρει μαζί του να πετάξουν μακριά μόνοι οι δυο τους, να αναβιώσουν το μύθο του Δία και της Ευρώπης. Η συγκίνησή του μετουσιώθηκε σε μια κίνηση καθοδική από το αριστερό του μάτι, περήφανος και δαμασμένος, δούλος κι αφέντης της. Δεν ξέρω αν πρόλαβε άλλος κανείς ν’ αντιληφθεί την επικοινωνία των ματιών με τα απλωμένα χέρια, μια κίνηση ερωτικού καλέσματος, ένα εναέριο άπλωμα πριν ορμήσει αφέντρα στην πλάτη του, μια δύναμη μαγική που τιθασεύει την άγρια ψυχή του, όπως τη νύχτα στα βασιλικά διαμερίσματα μοιράζεται το σώμα και την ψυχή της με τον άρχοντα του παλατιού, τον άρχοντα του κόσμου. Μα τότε ήταν η στιγμή της. Η απόλυτα δική της: χωρίς αφέντες και δεσπότες. Δέσποινα και δεσπόζουσα. Χωρίς λόγια ομολόγησε σ’ όλους ότι δεν υποτάσσεται, αλλά υποτάσσει, δεν υπακούει , αλλά ορίζει.

Κι εγώ, ένας νεαρός ιερέας, κρυμμένος παραμονεύω να τη δω να βγει να σκιάσει τη λάμψη του ήλιου, να κλέψει το φως μου. Η καρδιά μου τεντωμένη χορδή έτοιμη να σπάσει στη θωριά της, μια δύναμη που εκλιπαρεί όχι μια ματιά της, παρά μόνο την παρουσία της για να δώσει σκοπό στη ζωή μου. Ακολουθώντας την τα τελευταία χρόνια σε ιεροτελεστίες, ιερές πομπές και θυσίες, τελετουργίες και γιορτές δεν έχασα ποτέ μια ματιά από την εικόνα της, μια μυρουδιά από το άρωμα της, δεν άφησα μια κίνηση από το σώμα της απαρατήρητη όταν λικνιζόταν ξεχωρίζοντας από τον κύκλο των χορευτριών με τα χέρια της να αναδεύουν στους ρυθμούς της μουσικής τα τυλιγμένα φίδια: ο φόβος του κινδύνου, αλλά και η πίστη στη δύναμή της με οδηγούσαν σε εκστατικό παραλήρημα. Όλοι αφοσιωμένοι στην ιερή τελετή. Αλλά εγώ παραληρούσα από τη μαγεία που εξέπεμπε η ίδια μαγνητίζοντας τα πλήθη που συνωστίζονταν στην ετήσια λατρευτική γιορτή με τον ερχομό της άνοιξης. Το σώμα της ελευθερωμένο από πολλά ρούχα μυρίζοντας πιότερο κι από την ίδια την άνοιξη έστελνε κύματα στις αισθήσεις μου ικανά να με οδηγήσουν στην έκσταση πολύ πριν η ίδια αρχίσει να βυθίζεται στην ιερή συγκίνηση.

>τουρίστες στην Κνωσό

Απρ 20106

>
Ομάδες επισκεπτών κινούνται αργά ή γρήγορα ανάλογα με το ενδιαφέρον που παρουσιάζει η πτέρυγα του αρχαιολογικού χώρου. Μωσαϊκό γλωσσών ακούγεται όχι τόσο από τους ξεναγούς, αλλά από τους ίδιους τους επισκέπτες που εκφράζονται στη μητρική τους γλώσσα. Άνθρωποι κάθε ηλικίας, φύλου, φυλής, γλώσσας και θρησκείας περαστικοί δεν αρκούνται σ’ ένα πρόχειρο βλέμμα. Δε φαίνεται να τους ταλαιπωρεί η ζέστη του καλοκαιριάτικου μεσημεριού. Πολλοί δείχνουν να γνωρίζουν τουλάχιστον τους βασικούς χώρους. Για τους περισσότερους είναι προσκύνημα στον τόπο από τον οποίο προέρχεται το θέμα της έρευνας τους και της μελέτης τους. Ενημερωμένοι, με συμπληρωματικούς οδηγούς στα χέρια προχωρούν μεθοδικά στους χώρους του ανακτόρου. Άλλοι υπομονετικά και πειθήνια ακούν προσεκτικά τους ξεναγούς κι άλλοι εξηγούν, συμπληρώνουν ή διορθώνουν τους φίλους τους. Άνθρωποι του μύθου ξεπηδούν από τις σελίδες των βιβλίων και ζωντανεύουν με τις περιγραφές τους. Και ποιος δεν έχει ακούσει για το Μίνωα και το θρόνο του! Καθένας προσπαθεί να φανταστεί το χώρο στον οποίο κινείται, να τον προσαρμόσει φορτώνοντάς του τις δικές του προοπτικές, πλάθοντάς τον με τα δικά του νοητικά σχήματα, τοποθετώντας τον στη μήτρα της σκέψης του. Δεν παραλείπουν να φωτογραφηθούν μπροστά στα πιο σημαντικά σημεία του ανακτόρου για να θυμούνται και να έχουν να δείχνουν στους φίλους τους. Αφημένοι έστω και για λίγο στον κόσμο του παραμυθιού – του μύθου έστω- και σ’ αυτό συμβάλλει και το κλίμα των διακοπών στο πλαίσιο των οποίων πραγματοποιείται η επίσκεψή τους. Για ώρα πολλή, πολλούς τους συναντώ στις κατά τόπους στάσεις μου, άλλους τους αφήνω φεύγοντας από τον αρχαιολογικό χώρο, αν και τους βρήκα εκεί.

>Μινωικός πολιτισμός: η αρχή του τέλους

Απρ 20106

>
Όταν οι ίσκιοι θα μάκραιναν ετοιμάζοντας σιγά σιγά τη μεγάλη σκιά ν’ απλωθεί πάνω στ’ ανάκτορο, μια καθημερινή μέρα χωρίς γιορτές και τελετουργίες θα είχε περάσει. Το κέντρο μιας μεγάλης πολιτείας με τόσους ανθρώπους γύρω. Ο ήχος από τις κουβέντες στα διπλανά δωμάτια, στην αίθουσα των διπλών πελέκεων και στο μέγαρο του βασιλιά ήταν καθησυχαστικοί. Ένα αίσθημα ασφάλειας.

O βασιλιάς αυτό το απόγευμα δεν είχε πολλές σκοτούρες. Το λάδι είχε πια συγκεντρωθεί στα μεγάλα πιθάρια, τα αμπέλια κλαδεμένα μόλις πετούσαν τα τρυφερά τους κλωνάρια. Στα εργαστήρια οι τεχνίτες ετοίμαζαν καθένας το αντικείμενο της δουλειάς του. Και τα καράβια, τώρα που οι θάλασσες είχαν ημερέψει, άρχισαν τα ταξίδια τους να πουλήσουν τα προϊόντα που συγκέντρωσαν και να φέρουν καινούρια. Τα πρώτα ταξίδια της χρονιάς πάντα συνοδεύονταν από ένα αίσθημα ανυπομονησίας. Ήταν και η προσμονή των προϊόντων από την ανατολή: πολύτιμα, λαμπρά και ξεχωριστά, πρωτόγνωρα.

Καθώς το βραδινό αεράκι δροσέρευε, μια ανατριχίλα διαπερνούσε το κορμί. Είναι δυνατόν, είναι δυνατόν άραγε ποτέ αυτή η ομορφιά να έχει τέλος; Ο πλούτος, η δόξα και η λάμψη είναι κάτι που μπορεί κάποτε να το στερηθούν; Μα η Μεγάλη Μητέρα θα άφηνε ποτέ να γίνει κάτι τέτοιο; Τώρα την άνοιξη θα ανέβαιναν πάλι στις ψηλές κορφές να την ευχαριστήσουν για την ευφορία και την ευκαρπία της γης, για την υγεία και τη γονιμότητα των ζώων και των ανθρώπων, και να την παρακαλέσουν να είναι πάντα ευνοϊκή μαζί τους. Είναι μια τελετή που απαιτεί προετοιμασία. Όπως η γη ετοιμάστηκε και φόρεσε το καλό της φόρεμα στολισμένο με κρόκους, ίριδες, λάδανους και πολλά άλλα λουλούδια που συναντάς στα βραχώδη όρη, στις κορυφές όπου συνήθως λάτρευαν τις θεές, έτσι και εκείνη πρέπει να φορέσει το καλό της φόρεμα για να ευχαριστήσει εκείνη στην οποία οφείλονται όλα. Μαζί της ιέρειες και ιερείς θα σταυρώσουν γεμάτοι σεβασμό τα χέρια στο στήθος, θα τεντώσουν το σώμα σε στάση προσοχής με το χέρι να αγγίζει το μέτωπο αποπνέοντας δέος και σεβασμό. Κάποια αφιερώματα θα μείνουν εκεί στο ιερό της θεάς να της θυμίζουν την ευγνωμοσύνη τους, κι όταν θα φύγουν από το ιερό μέρος.

Αλλά ανεβαίνοντας εκεί ψηλά θα νιώσουν πρώτα πρώτα τυχεροί που τους χάρισε τόση ομορφιά να τη χαίρονται χωρίς κίνδυνο.

Μια ακόμα μέρα πέρασε ήσυχα. Σε λίγο τα λυχνάρια θα απλώσουν το χρυσό τους φως στους τοίχους να ζωντανέψουν τις ζωγραφιές, να μακρύνουν τις σκιές τους, να θεριέψουν τη φαντασία ν’ αρχίσει να ονειρεύεται ταξίδια από το βυθό της θάλασσας ως τις κορφές των βουνών, από τις πλούσιες εσοχές των σπηλαίων ως τις απόκρημνες προεξοχές των βράχων. Πουλί η φαντασία θα μελετά πετώντας τη νύχτα τα ταξίδια που θα πραγματοποιεί τη μέρα. Το ημίφως των λυχναριών με τη λεπτή μυρουδιά του αρωματισμένων ελαίου που καίγεται, θα συντροφεύει τα ταξίδια τους. Όταν την επομένη το πρώτο βλέμμα του ήλιου χτυπήσει τολμηρά το παράθυρό της ξυπνώντας τη γρήγορα γρήγορα να μη χάσει τίποτε από την ομορφιά κι αυτής της μέρας, θα ‘χει χαρεί μια νύχτα νοερών ταξιδιών ανακατεμένα με τη προσμονή της πραγματοποίησης των αληθινών.

Τα τελευταία πουλιά έρχονται να την καληνυχτίσουν πριν πάνε να ζεστάνουν με τις φτερούγες τους τα νιογέννητα μικρά τους. Να, τώρα ένα πουλί όρμησε μέσα στο δωμάτιο. Ο ήχος από το κελάηδημά του αντηχεί κι εκείνο μισοτρομαγμένο πετά από δω κι από κει να βρει διέξοδο να φύγει.

Όσο περνά η ώρα, οι όγκοι των δέντρων μεγαλώνουν γύρω από το ανάκτορο. Αιωνόβια δέντρα, ποιος ξέρει από πότε, συντροφεύουν τους ανθρώπους. Τη νύχτα, σπίτι των πουλιών, θα στέκονται φρουροί και για τους ανθρώπους. Έχουν ρουφήξει το νερό του χειμώνα έτοιμα να το μετατρέψουν σε δροσιά το καλοκαίρι, όταν θα καθίζουν στον ίσκιο τους.

Η πρώτη δροσερή πνοή την κάνει να σφίξει στο σώμα της την εσάρπα. Μα γιατί αλήθεια σήμερα το βραδάκι νιώθει αυτό το περίεργο συναίσθημα; Μια περίεργη ανησυχία… Εκείνος ο βραδινός εφιάλτης ξανάρχεται στο μυαλό της. Ο υπόκωφος κρότος, οι τοίχοι που γκρεμίζονται, η φωτιά που απλώνεται παντού… Ναι, αυτός, ο εφιάλτης, είναι που την κάνει να βάζει στο μυαλό της δυσάρεστα πράγματα. Είναι δυνατόν ποτέ αυτός ο κόσμος να χαθεί; Μα θα φταίει εκείνος ο γέρος που της διηγήθηκε τις προάλλες ότι κάποτε, πολύ παλιά, αυτό το παλάτι δεν ήταν έτσι. Χτίστηκε στη θέση ενός άλλου, μετά από ένα πολύ δυνατό σεισμό, όταν η γη κάτω από τα πόδια των ανθρώπων άνοιξε και όλα πήγαιναν πέρα δώθε ζαλισμένα σαν να κάθονταν πάνω σε ένα δέντρο που κάποιος το κουνούσε από τον κορμό του. Στα ερείπια εκείνου του παλατιού βρίσκομαι τώρα, σκέφτηκε. Πάνω σε ψυχές ανθρώπων που θάφτηκαν στα ερείπιά του. Αυτό θα ήθελε να πει το όνειρό μου .. αλλά η φωτιά…;

Όχι, δεν μπορεί αυτός ο κόσμος…, όχι, δεν μπορεί να χαθεί για πάντα. Μάλλον η θεά έχει ανησυχήσει που έχουμε καθυστερήσει να ανεβούμε στο ιερό της. Ναι, αυτό θα είναι. Η θεά μάς υπενθυμίζει τις υποχρεώσεις μας. Δε θέλει τίποτε άλλο από τις προσφορές μας.. Ο χειμώνας φέτος ήταν μακρύς. Δύσκολο να σκαρφαλώσει κανείς στις απάτητες κορφές των βουνών για να την πλησιάσει. Και η άνοιξη άργησε να έρθει και περιμένει με ανυπομονησία. Αυτό θα είναι όλο. Πώς να χαθεί όλη αυτή η ομορφιά; Αλλά κι αυτά που διηγούνται οι παλιοί; Ότι τα παλάτια αυτά χτίστηκαν κάποτε μετά από μια μεγάλη καταστροφή. Είναι δυνατόν να ξανασυμβεί κάτι τέτοιο;

Ένας ξαφνικός φόβος την κυρίευσε. Ανέβηκε γρήγορα τις σκάλες του βασιλικού διαμερίσματος, διέτρεξε την κεντρική αυλή κι ανέβηκε στην αίθουσα των αξιωματούχων. Να προλάβει από κει να χαιρετήσει τις τελευταίες ακτίνες του ήλιου στη δύση σα να τις έβλεπε για τελευταία φορά. Να δει στο τελευταίο αντιφέγγισμα του ήλιου στην κορυφή του Γιούχτα, απ’ όπου κατέβαιναν τα νερά πλούσιο ποτάμι μετά το τέλος του χειμώνα και προοιωνίζονταν πλούσια σοδειά. Η πιο ψηλή κορφή του άστραφτε. Κι εκείνος ψηλός, δυνατός και αγέρωχος, έδινε πάντα μια αίσθηση ασφάλειας. Απέναντί της ο λόφος. Τον έβλεπε καλά από δω, χαμηλός, μα και απαγορευτικός, προκαλούσε το βλέμμα να τον διαπεράσει, τη σκέψη να τον υπερβεί, για να βρει τι βρίσκεται πέρα απ’ αυτόν.

Οι πλάκες της δυτικής αυλής χρύσιζαν από τις πλαγιαστές ακτίδες του ήλιου. Είναι αυτές που τελευταίες θα κρατούσαν τη θέρμη του. Έτρεξε γρήγορα στη δυτική αυλή. Όταν κατέβηκε, πέταξε τα παπούτσια της κι ακούμπησε με τα γυμνά της πέλματα πάνω στις γυαλιστερές γυψόπλακες που άστραφταν. Μπορούσε να νιώσει τη ζέστη που άφηνε ο ηλιακός δίσκος φεύγοντας. Τώρα ακουμπούσε στο λόφο. Τον παρακολούθησε μαγεμένη να μικραίνει και να χάνεται. Όταν κρύφτηκε ολόκληρος, έτρεξε κι ακούμπησε το βωμό. Οι γυμνές, ζεστές ακόμα, πατούσες ακούμπησαν την πλάκα του θέλοντας να ενώσουν τη ζωογόνο δύναμη του ήλιου με εκείνη των θεών. Στάθηκε εκεί αρκετή ώρα, ώσπου η βαθιά πίστη της στη θεότητα καθησύχασε τους φόβους της. Όταν οι άτακτοι χτύποι της καρδιάς της ηρέμησαν, μάζεψε τα παπούτσια της με το χέρι και προχώρησε προς τα διαμερίσματά της.

Τα λυχνάρια είχαν ανάψει σιγά σιγά στα περισσότερα διαμερίσματα του μεγάρου. Ο φόβος υποχώρησε. Η ελπίδα και η πίστη για μια ακόμη φορά έδιωξε τους πρωτόγονους φόβους. Έπρεπε να αποδιώξει τους εφιάλτες. Η ζωή συνεχιζόταν και θα συνεχιζόταν για όσο ακόμα θα το ήθελαν οι θεοί.

>Ανηφορίζοντας στο Γιούχτα

Απρ 20106

>
Μετά από μήνες γυμνή η φύση με περίμενε στην ερημιά της κρατώντας τρυφερά στα σπλάχνα της την υπομονή. Το φως καραδοκούσε παντού, άσπριζε τις πέτρες, γυάλιζε την ψυχή μου.

Η κορυφή αστράφτει πάντα. Είναι η μόνη που ξεχωρίζει. Τα άσπρα βράχια κέρδισαν τη λάμψη τους με το σκληρό αέρα, τον ήλιο, την ομίχλη, τις ανελέητες καταιγίδες, κι ακόμα προβάλλουν πανίσχυρες προσελκύοντας το πέταγμα των ελεύθερων και εκείνων που διψούν για ελευθερία. Μόνα στη εγκατάλειψη του χειμώνα, αλλά φρεσκοπλυμένα και αστραφτερά, δυνατά, χωρίς παράπονα στέκουν στα πόδια τους και περιμένουν αδιαμαρτύρητα στη σιωπή τους να δείξουν την περήφανη ομορφιά της μοναξιάς τους.

Οι μυρωδάτοι θάμνοι περιμένουν ένα άγγιγμά για να απελευθερώσουν το θαύμα τους. Ένα σύννεφο ανάερο, άπιαστο, αόρατο που δεν μπορείς να το επιβεβαιώσεις ούτε και να το αρνηθείς. Ένα ακόμη παιχνίδι της φύσης που παίζει με τις αισθήσεις μας μαγεύοντας τις και ξεγελώντας τις. Το ακουμπώ ξανά και ξανά για να το αναγκάσω να παραδεχτεί ότι είμαι εγώ που του προκαλώ την απελευθέρωση των μυστικών του δυνάμεων, ότι με χρειάζεται για να αποδείξει τις χάρες του. Η ζωή ολοφάνερη και μυστική …

Η αγριελιά στην άκρη του γκρεμού, στα όρια της γης, του σταθερού και της αστάθειας, έχει τρελαθεί στο φύσημα του αγέρα παραδομένη στο ρυθμό του. Το ερωτικό τους φλερτάρισμα οδηγεί ελεύθερα τη σκέψη μου σε οργασμούς δημιουργίας και το συναίσθημα σε εκρηκτικούς παροξυσμούς. Ας μπορούσε να σταματήσει ο θόρυβος της μηχανικής μας ζωής για να μπορέσω να χαρώ το σιωπηλό τραγούδι σας…

Κάθε εικόνα ανασαλεύει τα έγκατά μου ψάχνοντας να βρει να συγκινήσει ό,τι πιο ευαίσθητο κρύβεται στις πτυχές της μνήμης των αποθηκευμένων εμπειριών, να ξυπνήσει την επιθυμία για νέες, να προκαλέσει νέους κραδασμούς.

Αποδέχομαι το δροσερό χάδι στο δέρμα του προσώπου μου, το κυμάτισμα των μαλλιών, το μισοκλείσιμο των βλεφάρων, το άνοιγμα των χειλιών, όταν κοντεύει να σταματήσει η αναπνοή από το φύσημα του αέρα. Εισχωρώντας κάτω από τα ρούχα, παγώνοντας τα μέλη μου, ανατριχιάζοντας το δέρμα, συσπειρώνοντας το κορμί ν΄ αντέξει τα δικά της μηνύματα αποτελεί ένα παιχνίδι δύναμης και εξουσίας, αλλά κι ένα ερωτικό και φευγαλέο κάλεσμα.

Χαίρομαι την ελευθερία του πετάγματος των πουλιών, τη ζωή χωρίς κανόνες και ζηλεύω. Αυτό που κερδίζεις είναι ανάλογο εκείνων που είσαι διατεθειμένος να θυσιάσεις για να το αποκτήσεις, σκέφτομαι…

Κλείνω ηδονικά τα μάτια στο άπλετο φως του ήλιου. Η όραση είναι ακατάλληλη αίσθηση στον έρωτα …

>Σπήλαιο Σκοτεινού 27 2 2010

Απρ 20106

>
Φόρεσα «τα καλά μου» -όπως ταίριαζε- και μπήκα στο ιερό της φύσης, στο ανεξερεύνητο της γης, στο ναό του χρόνου, που ζει στο δικό του κόσμο, τον μυστήριο και σιωπηλό, τον άγνωστο και ανεξερεύνητο, τον διαθέσιμο μόνο στους τολμηρούς…. Συνειδητά αποφασίζω να βυθιστώ στο άγνωστο, εκεί που κανείς δε θα με αναζητήσει• ούτε η τεχνολογία.

Κι όμως κι εδώ ο άνθρωπος άφησε το στίγμα του δηλώνοντας εξουσιαστής του χώρου: μια συκιά αναγκάστηκε να γίνει αψίδα για να ικανοποιήσει τα ανθρώπινα γούστα, ένας βράχος ισοπεδωμένος από την πτώση στη μια του πλευρά μετατράπηκε σε κάθισμα.

Κι όμως• πάντα η ίδια μαγεία… κι όσο περισσότερο βυθίζεσαι το δέος μεγαλώνει, η ανησυχία για το άγνωστο εντείνεται, η απορία και ο θαυμασμός γιγαντώνονται. Όσο απομακρύνεσαι από το ορατό ανοίγει η σκέψη, πλαταίνει η φαντασία, ελευθερώνεται ο νους, αποδεσμεύεται από τις έγνοιες, ξεχνά τα βάρη, ενώνεται μ΄ αυτό στο οποίο ανήκει. Η βροχή των αιώνων, αέναη, ηχεί, σχηματίζει, μορφοποιεί, ρέει «σα να σταμάτησε όλη η κακία του κόσμου». Η ηρεμία της σιωπής, η προστασία της μήτρας, το τραγούδι του νερού, η παρέα των βράχων, η συνομιλία με το χρόνο, το φως της εισόδου, το σκοτάδι του άγνωστου, ο φόβος, η ελπίδα …

Όλα τα άλλα ακούγονται πολύ μακρινά σαν τον άνεμο που εξακολουθεί να ταλαιπωρεί τους κλώνους των δέντρων έξω από την είσοδο της σπηλιάς. Οι ταπεινές γαζίες σειούνται σύγκορμες, ανυπεράσπιστες αγνές κοπέλες αφήνονται στον άνεμο της εφηβείας, στην ορμή του ώριμου αρσενικού, ριγούν στο χάδι του, τραντάζονται από το πάθος του, ταλαντεύονται, κλίνουν από την ορμή του και μένουν παθητικά ακίνητες στην απουσία του περιμένοντας ξανά τον ερχομό του.

p1390971.JPG

Οι πέτρινοι γίγαντες της εισόδου κλείνουν το δρόμο προς το φως διαγράφοντας τη δική τους μορφή. Το κεφάλι, η νεκροκεφαλή, φύλακας της εισόδου… η επιθανάτια αγωνία ….κοιτάζοντας το σκότος του άγνωστου αποτυπωμένο στα χαρακτηριστικά με τα κλειστά μάτια, το στόμα ορθάνοιχτο, γδαρμένο το πρόσωπο, το σώμα κατασπαραγμένο, σπρωγμένο πίσω, ατενίζοντας ψηλά σα να δέχτηκε απρόσμενο χτύπημα … Μια πρώτη προειδοποίηση του τάφου που έμαθαν ν΄ ανοίγουν κι οι άνθρωποι, όπως η φύση, για να τυλίξουν το σώμα σε μια αιώνια ζωή.

Μυρουδιά θυμιάματος που καίγεται … ψευδαίσθηση; Ο ρόλος των αισθήσεων δοκιμάζεται και κρίνεται εδώ μέσα. Δοκιμάζω τη φωνή μου στη φυσική τεχνολογία της μεγαφώνισης. Η φωνή είναι κεραυνός• αφύσικη εδώ μέσα• τα αγριοπερίστερα για λίγο τρομάζουν• έπειτα η «τάξη» αποκαθίσταται. Ένα μου λείπει: ο φωτισμός, μα ίσως τελικά να είναι βεβήλωση το τεχνητό φως• θα πρέπει να έρθεις εδώ να δεις «ιδίοις όμμασιν». Τα μάτια ανοίγουν διάπλατα να χωρέσουν την αιωνιότητα του χρόνου, μα ξέρω πως είναι μάταιο: καμία ματιά, κανένας φακός δεν μπορεί να ανιχνεύσει το μυστήριο. Συνήθως το κεφάλι στρέφεται στο φως … αναζητώντας την αλήθεια. Ποτέ δε σκέφτηκε να κάνει το αντίθετο: να κοιτάξει το …σκοτάδι …

Ο κόσμος του εκκωφαντικού θορύβου της σιωπής, αφήνει μακριά όλα τα άλλα. Η μοναδική καταιγίδα ήχου στη σιωπή είναι αυτή που κάνει ο ήχος του νερού στο σύντομο τελευταίο ταξίδι της σταγόνας από την οροφή του σπηλαίου στο δάπεδο.. Το νερό ακατάπαυστα κουβεντιάζει: σαν ποταμός, σα ρυάκι, σαν τραγούδι, σα μοιρολόγι, σα λυγμός, σαν τα τελευταία δάκρυα … Οι ομιλίες του νερού με τη πέτρα είναι η αρχή μιας αιώνιας στέρεας ζωής, που το αποτέλεσμά τους θα φανεί στο χρόνο. Περιμένω τις σταγόνες να κάνουν το ταξίδι τους, μα εκείνες αργούν• έχουν το δικό τους ρυθμό… Τ΄ αυτιά τεντώνονται ν΄ αρπάξουν και τον παραμικρό ήχο. Εδώ ο μόνος ήχος που φτάνει από το εξωτερικό περιβάλλον είναι ο θόρυβος του ανέμου στα δέντρα, κι αυτός μακρινός: συγχέεται με τον ήχο της σταγόνας• ορμητικός εκείνος, αποφασιστική εκείνη … καθένας στον κόσμο του.

Στην έξοδο η κάθαρση. Νιώθω κιόλας τη λύτρωση. «Κούφα» η ψυχή … «κούφα» τα βήματα ανηφορίζουν τα σκαλοπάτια που οδηγούν στην έξοδο. Η αναπνοή ασθμαίνουσα αγωνίζεται ν΄ ανασύρει από μέσα μου τα τελευταία ίχνη του ασήκωτου βάρους της ζωής. Το βάρος σιγά σιγά αρχίζει να ελευθερώνεται.

Να ήταν εδώ η μόνιμη κατοικία μου! «Άνθρωπος των σπηλαίων»: δεν ξέρω γιατί η φράση χρησιμοποιείται υποτιμητικά, για να δηλώσει την πρωτόγονη φάση του ανθρώπου, κι ως εκ τούτου την κατώτερη. Αφήνω το χώρο σ΄ εκείνα τα πλάσματα που το επέλεξαν ως μόνιμη κατοικία τους, που δεν έχουν ανάγκη τα φορτία εκείνα που ο άνθρωπος τα χαρακτηρίζει πολιτισμό.

Γυρνώ το κεφάλι μου σ΄ ένα χαιρετισμό• όχι αποχαιρετισμό. Τώρα το ξέρω καλά• είμαι σίγουρη: αυτός είναι ο ναός της ψυχής μου. Εδώ η ψυχή αίρεται στη λύτρωση μέσα από τη βύθιση στο χάος, στην ανάσταση μέσα από την πτώση στο βάθος, στην κάθαρση μέσα από το βάπτισμα στο χρόνο.

Ευχαριστώ για την ξενία και τη φιλότητα, τις διαχρονικές αξίες. Σαν τον κλέφτη παίρνω μερικές μόνο εικόνες να ΄χω να θυμάμαι στο ταξίδι της σκέψης στο χρόνο. Μέσα από τις αντιθέσεις η περατότητα του χώρου ανακινεί την ιδέα του χρονικά άπειρου. Στον περιορισμένο χώρο μεγεθύνεται η επιθυμία για την αλήθεια. Προσπαθώ να κρατήσω φεύγοντας λίγη από την ομορφιά της αλήθειας του..

Καθώς το σκοτάδι επέρχεται, το σπήλαιο συνεχίζει ομαλά, χωρίς οχλήσεις, τη φυσική του ζωή μέσα στην εύγλωττη σιωπή, τη λάλο σιωπή …

>Διαβάζοντας με τα δάχτυλα το χρόνο …

Απρ 20106

>
Μαθαίνουμε να διαβάζουμε τις πέτρες αυτού του απέραντου ερειπιώνα
Να ακουμπούμε τα δάχτυλα πάνω στα σημάδια της φθοράς τους
και να μας απαντάει ο χρόνος
Η φαντασία μας στήνει όρθιους τους τοίχους
Βάνει τους ανθρώπους να ζωντανεύουν και να περπατούν ανάμεσα τους
Τα δάχτυλα γρατζουνούν τους αιώνες να μάθουν τα μυστικά της ζωής
Κομμάτια ενός πάζλ που πρέπει να συνθέσουμε σε μια ενιαία εικόνα
όταν μας λείπει η αρχική
Μια φωνή αγωνίας που στέλνουμε στο παρελθόν
Να ενωθεί με εκείνη που έρχεται από κει
Αναζητώντας το μίτο να βγει από το λαβύρινθό της
Αυτόν που κανείς δε βρήκε ακόμη την άκρη του
Αγωνιζόμαστε να σας βρούμε κάτω από τα επάλληλα στρώματα
που συσσώρευσαν οι αιώνες πάνω σας
στρώματα χώματος είτε στρώματα ερμηνειών
Και έρχεται η σιωπή να μας πει περισσότερα
Ότι μας προκαλείτε να μιλήσουμε χωρίς λόγια
Να κοιταχτούμε στα μάτια των αιώνων
Να ακούσουμε ο ένας τη φωνή του άλλου
μέσα από τον άνεμο που σφυρίζει δυνατά στα δέντρα
Μέσα από τη μυρουδιά των φυτών που έχουν μείνει τα ίδια
Μέσα από το ίδιο άρωμα
Αφήστε μας να δούμε τα βήματα σας
Κλείνω τα μάτια για να σας δω
Κλείνω το στόμα για να μιλήσω μαζί σας
Κλείνω τα αυτιά μου στους σύγχρονους ήχους
Μα δεν ξέρω αν νιώθετε την αγωνία μου να σας πλησιάσω
Θέλω να φέρω παρθένα μάτια να σας κοιτάξουν
Παιδικά χείλη να σας διαβάσουν
Σώματα που πνίγονται μέσα στις πολυκατοικίες
Που αναζητούν να βρουν ελάχιστο χρόνο να βρουν πρώτα πρώτα τον εαυτό τους
Μέσα από τον κλεμμένο ελεύθερο χρόνο του σαββατοκύριακου
Ξέρουμε ότι δε θα έρθετε ποτέ να μας δώσετε την απάντησης που ζητάμε
Αλλά αυτή είναι κιόλας μια απάντηση

>Το φως του δειλινού στο ανάκτορο της Κνωσού

Απρ 20106

>
Tην ώρα της δύσης οι ίσκιοι της δυτικής πλευράς του ανακτόρου καλύπτουν τη μισή κεντρική αυλή. Το ίδιο θα συνέβαινε το πρωί με τις ανατολικές πτέρυγες. Αυτό το νόημα έχει εξάλλου ο προσανατολισμός β-Ν: την εκμετάλλευση και αξιοποίηση του φωτός και της σκίασης ανάλογα με τις επιθυμητές ενέργειες.

Όσο κι αν η μορφολογία του εδάφους έχει αλλάξει, φαντάζομαι ότι η πιο Ψηλή Κορφή του Γιούχτα ήταν ορατή από πολλά σημεία του ανακτόρου. Κατ’ αυτή την έννοια το παλάτι ήταν στραμμένο νότια γυρίζοντας την πλάτη του στο βορρά για ν’ αποφύγει τους ισχυρούς ανέμους προσευχόμενο γι’ αυτό στη Μεγάλη Θεά. Όταν θα διεξάγονταν οι τελετουργίες στην κεντρική ή στη δυτική αυλή, θα πρέπει να υπήρχε οπτική πρόσβαση και στροφή των ιερουργούντων προς αυτή την κατεύθυνση.

Περήφανος, ισχυρός, αλύγιστος, αλλά και γεμάτος καμπύλες που ανηφορίζουν και κατηφορίζουν σε μια νοητή κεντρική γραμμή στην πλάτη του. Κι άλλοι κοντά μου αρνούνται να χάσουν αυτές τις τελευταίες στιγμές θέλοντας να κάνουν προσομοίωση στις συνθήκες του χρόνου, αν και ξέρω ότι τίποτα δεν μπορεί να είναι το ίδιο. Η κυριότερη διαφορά έγκειται στον τρόπο (λογικό ή συναισθηματικό) που αντιλαμβάνεσαι τα πράγματα.

Είναι η αίγλη του μύθου, μιας ευτυχισμένης ειρηνικής ζωής που έπλασε η αίσθηση ανικανοποίητου της ζωή της Ευρώπης που εξαπλώθηκε σ’ όλο τον κόσμο Το μοντέλου του δίκαιου βασιλιά που αξιώθηκε τον τίτλο του κριτή στον Άδη, του ευσεβούς αρχιερέα, του πλούσιου ηγεμόνα, του ικανού ηγέτη, όπως αποδεικνύεται εκ του αποτελέσματος, μαγεύει τους επισκέπτες, ξεχνώντας για λίγο ότι πρόκειται για ένα συγκεντρωτικό καθεστώς. Ακόμα κι αν την προηγούμενη συμμετείχαν σε μια εκδήλωση για τη διεκδίκηση και υποστήριξη των ανθρώπινων δικαιωμάτων, εύκολα ξεχνούν τα πλήθη που εργάζονταν – άγνωστο κάτω από ποιες συνθήκες- για τον πλούτο και τη δόξα του ηγεμόνα. Εκτός κι αν θέλουν να το ξεχάσουν στο πλαίσιο μιας γαλήνιας παραμυθένιας ύπνωσης, όπου όλα τα προβλήματα απουσιάζουν ή λύνονται αυτομάτως από μαγικές νεράιδες.

Οι ίσκιοι σιγά σιγά μακραίνουν και τώρα πια καλύπτουν όλη την αυλή. Είναι η ώρα που μετά τη ζέστη και τον κόπο της ημέρας στη δροσιά των τελευταίων στιγμών της ημέρας θα συγκεντρώνονταν ν’ αποχαιρετήσουν τον ηλιακό δίσκο, περιμένοντας τον άλλο της σελήνης. Δεν παραλείπουν να ρίξουν μια τελευταία ματιά στο Γιούχτα, που θα τον δουν να δέχεται τις τελευταίες αχτίδες του ήλιου. Με σύννεφα άσπρα ή σκούρα κι απειλητικά διατηρεί και ενισχύει την αίγλη, το δέος και το σεβασμό που τους προκαλεί.

Το τρεμοσβήσιμο του ήλιου από τη μια, το επιβλητικό ιερό βουνό από την άλλη ήταν οι κυρίαρχοι της στιγμής.

Στην Αίγυπτο λατρευόταν ως θεός, αλλά εδώ, αν κρίνουμε από τις απεικονίσεις του κυρίως σε σφραγιστικά δαχτυλίδια διαμορφώνει το πλαίσιο στο οποίο κινείται η θεότητα και οι πιστοί της.

Ο ήλιος κρύβεται και φαίνεται πίσω από το σύννεφο λίγο πιο πάνω από τα πεύκα της δυτικής αυλής που φύτεψε ο Έβανς. Ίσως στην ίδια θέση τους να βρίσκονταν άλλα, ελιές, αν πρέπει να δώσουμε βάση στην τοιχογραφία του ιερού άλσους και του τριμερούς ιερού. Ανάλογα με το σχήμα των κλαδιών και τις πυκνώσεις ή τα κενά που αφήνουν επιμένει να με κρυφοκοιτάζει με τις φλογερές ματιές του, ενώ εγώ απτόητη κρατώντας σχεδόν πάντα μαζί μου τον «κλέφτη του χρόνου» αρνούμαι να χάσω έστω και μια από τις διαφορετικές του παραλλαγές. Κάθε λεπτό κλέβω μια μορφή του για να τη δώσω στο χρόνο να τη φυλάξει, καθώς ο δικός μου δίσκος μνήμης δεν είναι τόσο ισχυρός.

Ο ηλιακός δίσκος πυρπολεί τώρα την πιο ψηλή φούντα ενός πεύκου, το οποίο διαχέει το φως του σ’ ένα άπλωμα οριζόντια στα άλλα που το συντροφεύουν. Καθισμένη στο βόρειο τοίχο της αυλής δίπλα στο κεκλιμένο επίπεδο που ανηφορίζει από την τοιχογραφία του ταύρου τον βλέπω να με κοιτάζει εξεταστικά, αλλά με αρκετό θράσος αντέχω το εκτυφλωτικά τολμηρό βλέμμα του επιμένοντας να τον δω να σβήνει χανόμενος πίσω από το μικρό πευκώνα παίρνοντας την ωραιότερη μορφή του μετουσιωνόμενος στην πιο ψηλή και εκλεκτή εκδοχή του.

>ΓΙΑΝΝΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ: Αναζήτηση

Απρ 20105

>
Φιγούρες τυποποιημένες, πανομοιότυποι όγκοι με μικρή διαφορά μεγέθους και απόστασης στους οποίους διακρίνονται μόνο τα κεφάλια, τα πόδια και αμυδρά τα χέρια, σύμβολα του ανθρώπινου είδους.
Τα άτομα κατατάσσονται στην ομάδα του είδους που τα ενώνει ο ίδιος στόχος, ο κοινός χώρος αναζήτησης. Βαδίζουν την ίδια πορεία στο χώρο που στενεύει μπροστά τους στον ορίζοντα, που φαίνεται να περιορίζεται, αντιμετωπίζοντας τις ίδιες αντιξοότητες, σημαίνοντας τα ελλιπή γνωστικά εργαλεία του ανθρώπου να προσεγγίσει το αόρατο που χάνεται στο βάθος.
Τα αφανή χέρια ή που μόλις διακρίνονται από τις τσέπες απηχούν την εύγλωττη αμηχανία του ανθρώπου να χειριστεί με συγκεκριμένες ενέργειες το άγνωστο.
Μια μικρή απόσταση αναπνοής ανάμεσά τους, μια ελαφριά ανισορροπία τοποθέτησης στα δεξιά και αριστερά στο ύψος της χρυσής τομής ανακινεί το θέμα της λεπτής και εύθραυστης ταλάντευσης ανάμεσα στο «είναι» και στο «φαίνεσθαι», στο ίσο και στο άνισο,.
Αγωνιστές στο στίβο του αγνώστου, οδοιπόροι και συνοδοιπόροι, κοντά, σιμά, αλλά και μόνοι. Ομάδα, αλλά και μονάδες. Συμπόρευση, συσπείρωση και συνεργασία, αλλά και μοναχική πορεία.
Απουσία χαραγμένου δρόμου και πορείας που θα διευκόλυνε τον εντοπισμό του ζητούμενου στο αδιευκρίνιστο υπαρξιακό τοπίο. Έλλειψη στοιχείων κίνησης (βημάτων) όχι όμως και στατική παρουσία, αλλά μια πορεία στο πλαίσιο της οικουμενικότητας και διαχρονικότητας. Η πορεία συνεχίζεται χωρίς να είναι σαφές αν η απόσταση μικραίνει, αν τα βήματα που μετρούν το χώρο ή το χρόνο προσεγγίζουν το στόχο, αν μετριάζουν την αγωνία. Μια αιώνια συνεχιζόμενη και επαναλαμβανόμενη πορεία, όπου δεν αλλάζει ο αγωνιστικός χώρος και το αγώνισμα, παρά μόνο οι αγωνιστές, ο οποίοι δε συναγωνίζονται ούτε ανταγωνίζονται, όπου το αγώνισμα δεν έχει έπαθλο, σίγουρα όμως η εναγώνια προσπάθεια κρύβει μια αγωνιώδη επιδίωξη και υποκρύπτει έντονη συναισθηματική φόρτιση: αγωνία.
Ένα μικρό πλήθος στοχεύει σε μια πλησιέστερη οπτική που προσωποποιεί τον αγώνα και την αγωνία, που αποκαλύπτει την προσπάθεια του καλλιτέχνη να προσεγγίσει και να κατανοήσει με διάθεση συναισθηματικής εγγύτητας, αλλά ταυτόχρονα και απόστασης.
Ένα μάλλον πισώπλατο κοίταγμα του καλλιτέχνη που θα μπορούσε να είναι και κατ΄ ενώπιον, αδιευκρίνιστο πάντως, καθώς ο ίδιος αδυνατεί να εντοπίσει και να ερμηνεύσει τις ξεχωριστές προσωπικές αντιδράσεις καθενός από τα πρόσωπα ή επειδή και ο ίδιος θα μπορούσε να αποτελεί ένα από αυτά τα πρόσωπα.
Εστιάζει αποκλειστικά στην ανθρώπινη πορεία, αγνοώντας ή παραμελώντας, παραμερίζοντας πάντως τα άλλα όντα ή υπονοώντας ότι η εσωτερική αυτή ζήτηση είναι αποκλειστικά προνόμιο και υποχρέωση του ανθρώπου που ταυτόχρονα τον τοποθετεί σε ανώτερη μοίρα.
Η τοποθέτηση σε οριζόντιο και όχι σε κάθετο άξονα υπονοεί ότι δεν υπάρχουν νικητές και νικημένοι. Το ζητούμενο δεν είναι το συγκεκριμένο, κι αυτό καθιστά την κατάληξη της πορείας δυσκολότερη και αβέβαιο το αποτέλεσμα.
Η ενατένιση ευθεία μπροστά και όχι πλάγια και γύρω, εκτός από την αισιόδοξη θεώρηση, συγκεκριμενοποιεί, οριστικοποιεί, ορίζει και περιορίζει την πορεία, που -παρά την αρχική εντύπωση- καταγράφεται ως διευκόλυνση των αναζητούντων, της ενέργειας και του αποτελέσματος.

« Παλιότερα άρθραΠιο πρόσφατα άρθρα »


Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων