Porcia, Bruti uxor, cum viri sui consilium de interficiendo Caesare cognovisset, cultellum tonsorium quasi unguium resecandorum causa poposcit eoque velut forte elapso se vulneravit. Clamore deinde ancillarum in cubiculum vocatus Brutus ad eam obiurgandam venit, quod tonsoris praeripuisset officium. Cui secreto Porcia “non est hoc” inquit “temerarium factum meum, sed certissimum indicium amoris mei erga te tale consilium molientem: experiri enim volui, quam aequo animo me ferro esse interemptura, si tibi consilium non ex sententia cessisset”.
cum(Porcia) viri sui consilium de interficiendo Caesare cognovisset,
Porcia, Bruti uxor, cultellum tonsorium quasi unguium resecandorum causa poposcit
eoque (Porcia) velut forte elapso sevulneravit.
Clamore deinde ancillarum in cubiculum vocatus Brutus ad eam obiurgandam venit,
quod(Porcia) tonsoris praeripuissetofficium.
Cui secreto Porciainquit
“non esthoc” “temerarium factum meum, sed certissimum indicium amoris mei erga te tale consilium molientem:
(ego) experiri enim volui, quam aequo animo me ferro esse interemptura,
Aesopi nostri Licinus servus tibi notus Roma Athena fugit. Is Athenis apud Patronem Epicureum paucos menses pro libero fuit, inde in Asiam abiit. Postea Plato quidam Sardianus, cum eum fugitivum esse ex Aesopi litteris cognovisset, hominem comprehendit et in custodiam Ephesi tradidit. Tu hominem investiga, quaeso, summaque diligentia vel Romam mitte vel Epheso rediens tecum deduc. Noli spectare quanti homo sit. Parvi enim preti est, qui tam nihili est. Sed, propter servi scelus et audaciam, tanto dolore Aesopus est adfectus, ut nihil ei gratius possit esse quam recuperatio fugitivi.
Aesopi nostri Licinus servus tibi notus Roma Athena fugit.
Is Athenis apud Patronem Epicureum paucos menses pro libero fuit,
inde (is) in Asiam abiit.
Postea Plato quidam Sardianus, … hominemcomprehendit
et (Plato) (eum=Licinum) in custodiam Ephesi tradidit.
Cum (Plato)eumfugitivumesse ex Aesopi litteris cognovisset,
Tuhomineminvestiga,
(ego) quaeso,
(tu) summaque diligentia (eum) vel Romam mitte
(tu) vel Epheso rediens (eum tecum deduc.
(tu) Nolispectare
quantihomosit.
Parvi enim preti est, qui tam nihili est.
qui tam nihili est.
Sed, propter servi scelus et audaciam, tanto dolore Aesopusest adfectus,
utnihil ei gratiuspossitesse quam recuperatio fugitivi.
“Εξετάζοντας με προσοχή τι ήμουν, είδα ότι μπορούσα να υποθέσω πως δεν είχα σώμα και πως ούτε κόσμος υπήρχε, ούτε τόπος όπου να βρίσκομαι, αλλά πως δεν μπορούσα γι’ αυτό να υποθέσω πως ούτε κι εγώ υπήρχα. Απεναντίας, ακριβώς από το ότι σκεπτόμουν ν’ αμφιβάλλω για την αλήθεια των άλλων πραγμάτων, έβγαινε ολοφάνερα και πολύ σίγουρα πως εγώ υπήρχα. Ενώ, αν είχα μονάχα πάψει να σκέπτομαι, δεν είχα κανένα λόγο να πιστέψω πως υπήρχα, έστω κι αν ήταν αληθινά όλα τα υπόλοιπα που είχα φανταστεί. Απ’ αυτό κατάλαβα πως ήμουν μια υπόσταση που ολόκληρη η ουσία ή η φύση της δεν είναι παρά το να σκέπτεται και δεν έχει ανάγκη, για να υπάρχει, από κανένα τόπο κι ούτε εξαρτιέται από τίποτα το υλικό. Έτσι που, αυτό το εγώ, δηλαδή η ψυχή, χάρη στην οποία είμαι ό,τι είμαι, είναι εντελώς ξέχωρη από το σώμα, κι είναι μάλιστα ευκολότερο να γνωρίσει κανένας αυτήν παρά εκείνο. κι αν ακόμα το σώμα δεν υπήρχε διόλου, πάλι η ψυχή δεν θα έπαυε να είναι ό,τι είναι”.
Ρενέ Ντεκάρτ, Λόγος περί της μεθόδου IV, § 37.
Στο απόσπασμα που σας δίνεται ναεντοπίσετε βασικές θέσεις; της φιλοσοφίας του Ντεκάρτ και να τις αναλύσετε.
Στο απόσπασμα αυτό μπορούμε να διακρίνουμε βασικές θέσεις του ορθολογιστή Ντεκάρτ, οι οποίες αφορούν την προσπάθειά του να αποδείξει την ύπαρξη του ανθρώπου, του πρώτου και σημαντικότερου γι΄ αυτόν πεδίου της πραγματικότητας.
Η μέθοδος που ακολουθεί (ο τίτλος του έργου από το οποίο ανθολογείται το συγκεκριμένο απόσπασμα είναι Λόγος περί της μεθόδου) είναι η μέθοδος της αμφιβολίας, της καθολικής αμφιβολίας, η οποία του χρησιμεύει όχι να αναιρέσει στο σύνολό της την πραγματικότητα και τη γνώση της, αλλά αντίθετα στο να αποδείξει με απόλυτη σιγουριά τη βεβαιότητά του για την ύπαρξή της.
Στο πλαίσιο λοιπόν αυτής της φιλοσοφικής του αναζήτησης με πυξίδα του τον ορθό λόγο υποθέτει ότι μπορεί να αμφιβάλλει για το σώμα του, η αμφιβολία του όμως αυτή (για το σώμα του) δεν του επιτρέπει να καταλήξει στη βεβαιότητα για την ύπαρξή του, αλλά αντίθετα η ίδια η αμφιβολία του του επιτρέπει να αποδείξει την ύπαρξή του, γιατί αν είχε σταματήσει να σκέπτεται (=αμφιβάλλει), κι αν ακόμα ήταν αληθινά όλα τα πράγματα που είχε φανταστεί αυτό δε θα αποδείκνυε τη δική του την ύπαρξη.
Αυτός ο συλλογισμός τον έκανε να πιστεύει ότι είχε διπλή υπόσταση, ότι αποτελούνταν δηλαδή από δύο εντελώς διαφορετικές μεταξύ τους υποστάσεις: α) από το υλικό εκτατό σώμα του, το οποίο αποτελεί μέρος του μηχανιστικού συστήματος του σύμπαντος, επομένως είναι αυτόματο, αυτο-κινούμενο και ανεξάρτητο από τον έλεγχό του και β) από την άυλη μη εκτατή ψυχή του, που χαρακτηρίζεται από συνείδηση, και μάλιστα από άμεση συνείδηση, και ότι επίσης ήταν πιο κοντά στην ψυχική του υπόσταση, ότι ταύτιζε τον εαυτό του με αυτήν.
Έτσι η αμφιβολία ως ψυχικό γεγονός , που συντελείται με τη συνείδηση (για την οποία δεν μπορεί να αμφιβάλλει, αφού χαρακτηρίζεται από αμεσότητα, για την οποία δηλαδή είναι απολύτως βέβαιος), του επιτρέπει να αποδείξει την ύπαρξη του εαυτού του, εφόσον η ψυχή μπορεί να διατηρεί τα χαρακτηριστικά της ανεξάρτητα από εκείνα του σώματος, και εφόσον ταυτίζει τον εαυτό του με την ψυχή του.
Καταλήγει λοιπόν σε μια θέση , η οποία κατέχει θεμελιακή θέση στη φιλοσοφία του και αποτελεί την βάση και την πρώτη αρχή, για να μπορέσει στη συνέχεια να αποδδείξει τα δύο άλλα επίπεδα της πραγματικότητας, το Σκέπτομαι, άρα υπάρχω (cogito, ergosum).
Έτσι ο Ντεκάρτ ακολουθώντας διαφορετική πορεία από εκείνη των σκεπτικιστών, χρησιμοποίησε δημιουργικά (μεθοδολογικά) το σκεπτικισμό και μάλιστα στην πιο ακραία μορφή του, αλλά δεν οδηγήθηκε όπως εκείνοι στην απόλυτη άρνηση της πραγματικότητας και της γνώσης της, αλλά αντίθετα στην απόλυτη βεβαιότητά του γι΄ αυτήν.
Ασχολούμαι με την απουσία δήλωσης λόγου, προφορικού ή γραπτού. Ασχολούμαι με τη συνειδητή ή ενστικτώδη απόκρυψη σκέψεων ή συναισθημάτων. Οι υποθέσεις μου δεν παρουσιάζονται ιεραρχημένες , γιατί κάθε περίπτωση είναι μοναδική και βέβαια δεν μπορώ να γνωρίζω ποιες προτεραιότητες θέτει ο καθένας.
Σιωπή μπορεί να σημαίνει άγνοια. Ταυτόχρονα όμως η σιωπή αυτή φανερώνει αυτογνωσία και ανθρωπογνωσία, αναγνωρίζοντας στον άλλο ανωτερότητα στη σχέση και τον τρόπο που προσεγγίζει τη σχέση κι αυτό αμέσως αμέσως δείχνει ρεαλισμό και έλεγχο του εγωισμού. Τι θα μπορούσε να πει αυτός που γνωρίζει ότι δεν γνωρίζει (εν οίδα ότι ουδέν οίδα) παρά μόνο ανοησίες;
Η επιβαλλόμενη σιωπή μπορεί να δηλώνει φόβο: φόβο προς κάποιον ανώτερο που ελέγχει τον άλλο δια του λόγου, οπότε η σιωπή είναι έκφραση της αδυναμίας. Η ασκούμενη δύναμη μπορεί να είναι πολλών ειδών (πολιτική: απολυταρχικά καθεστώταέως οικονομική, στο πλαίσιο της οικογενειακής μη δημοκρατικής ιεραρχίας. Σ’αυτή την περίπτωση μπορεί να είναι μορφή υποδούλωσης , στέρηση δικαιωμάτων.
Η συνειδητή σιωπή προς ανώτερο, ενώ υπάρχει η δυνατότητα μέσω της επανάστασης της αποκατάστασης του λόγου-διαλόγου εκτός από τον περιφρονημένο ή αξιοκαταφρόνητο που δε βρίσκει τη δύναμη να κάνει την επανάστασή του, μπορεί να δηλώνει ιδιοτέλειαπροκειμένου να καρπωθεί οφέλη από τον ανώτερο καταπατώντας ή παραμερίζοντας τις ηθικές του αξίες ή αποδεικνύοντας την ανυπαρξία τους, συντελώντας σε μια κατάπτυστη συμπεριφορά.
Σιωπή που δείχνει σεβασμό προς ανώτερα στην ιεραρχία , όπως ορίζει το εθιμικό δίκαιο.
Σιωπή της αμηχανίας. Πρόσωπα που συναντώνται για πρώτη φορά και δε βρίσκουν τίποτα να πουνούτε καν τα τυπικά φανερώνουν πολλά για το κλίμα αποξένωσης της εποχής μας , αλλά και για τη δική τους φτώχεια.
Σιωπή αμηχανίας μεταξύ ανθρώπων που γνωρίζονται μπορεί να κρύβει ή να φανερώνει πολλά ενδιαφέροντα στοιχεία: έκπληξη, σάστισμα, καταπιεσμένο θυμό και οργή, μη ξεκαθαρισμένα συναισθήματα για το πρόσωπο αυτό, άγνοια του τρόπου με τον οποίο μπορεί να το προσεγγίσει σε μια δύσκολη στιγμή του.
Εκεί που τα λόγια είναι αδύναμα ή περιττά. Όταν μιλά η γλώσσα του σώματος και με μια ματιά, με ένα άγγιγμα ή μ’ ένα γύρισμα της πλάτης μπορείς να καταλάβεις πιο γρήγορα και πιο έγκυρα το μήνυμα που στέλνει ο άλλος.
Όταν δεν υπάρχουν λόγια να περιγράψουν και να εκφράσουν τις σκέψεις και τα συναισθήματά μας, αποκαλύπτουν την αδυναμία του λόγου, αλλά κι τη συνειδητοποίησή του από το σιωπώντα. Από αυτή την άποψη η σιωπή είναι σοφία: το λακωνίζειν εστί φιλοσοφεῑν.
Όταν ο λόγος των άλλων κάλυψε τις ανάγκες μας και ο δικός μας λόγος δε θα είχε τίποτε να προσθέσει παρά να αποκαλύψει τον εγωισμό και την αφροσύνη μας να επαναλαμβάνουμε ή να κενολογούμε.
Η σιωπή της ανασφάλειας
Η σιωπή που προκύπτει από τη διαπίστωση ότι ο λόγοςμας συγκρινόμενος με των άλλων δεν έχει τη δύναμη ν’ αλλάξει τη ροή της ιστορίας. Σ΄ αυτή βέβαια την περίπτωση δείχνει ρεαλισμό, αλλά και καταπάτηση της αρχής «για την τιμή των όπλων»
Θουκυδίδης 6
Η σιωπή είναι ελευθερία εφόσον ο λόγος είναι δέσμευση
Η σιωπή της Νιόβης
Η σιωπή της αδιαφορίας , της περιφρόνησης , της πιο σκληρής τιμωρίας: της αποξένωσης
Της συγκατάθεσης
Της συγκατάβασης
Της αποφυγής σύγκρουσης
Τείχος προστασίας, άμυνας
Της αποξένωσης
Της μοναξιάς
Της σοφίας
Της σκέψης ή περίσκεψης
Του διαλογισμού
Της ανασύνταξης των πνευματικών δυνάμεων πριν από μια απόφαση σ’ ένα σοβαρό θέμα
Γιατί στη Ζώμινθο είχα πάλι την καλή τύχη να ανακαλύψω άριστα διατηρημένο ένα τεράστιο, πολυτελές μινωικό κτίριο, με ογδόντα τόσα δωμάτια, ανάμεσα στα οποία αποθήκες κι εργαστήρια, την πρώτη μινωική εγκατάσταση στα βουνά.
Γιάννης Σακελλαράκης, Η ποιητική της ανασκαφής, Εκδόσεις Ίκαρος, ISΒΝ 960-7721-91-8, σελ. 92
Εκείνη την ημέρα σκάβαμε ένα εργαστήριο κεραμικής, ένα σημαντικό όσο και σπάνιο αρχαιολογικό εύρημα, που αναδυόταν σχεδόν ανέπαφο από τη γη, με όλα τα σκεύη του, τα μισοτελειωμένα αγγεία, ακόμα και το καθαρό ψιλοκοσκινισμένο χώμα από το οποίο φτιάχνονταν τρεισήμισι χιλιάδες χρόνια παλαιότερα τα αγγεία. Δίπλα απλώνονταν οι τοίχοι άλλων δωματίων, που είχαν σκαφτεί πριν από λίγα χρόνια.
Εκείνη τη μέρα, προχωρημένη άνοιξη, τα βήματά μου μ’ έφεραν αποφασιστικά στις ψηλές πλαγιές του Ψηλορείτη. Την προηγούμενη φορά, ενώ είχα σχεδιάσει να συνδυάσω την επίσκεψή μου με εκείνη στο Ιδαίον Άνδρον, δε μου το επέτρεψε η … τεχνολογία. Η αποφόρτιση της μπαταρίας της φωτογραφικής μηχανής δε θα μου επέτρεπε να παραδώσω στη μνήμη του χρόνου το χώρο, που δικαιωματικά του ανήκε. Αυτή τη φορά όμως μαζί με την αποφασιστικότητα και την υπομονή για τη μακρά διαδρομή από το Ηράκλειο πήρα τη φωτογραφική μηχανή φορτισμένη πλήρως.
Ήταν μια μέρα, που έχω κρατήσει στο μυαλό μου σαν αυτές που ανεξήγητοι παράγοντες επεμβαίνουν δημιουργώντας περίεργες συμπτώσεις. Η μέρα -από τις πιο όμορφες της Άνοιξης – σε έκανε να ξεχνάς τις διαδοχικές κουραστικές στροφές του δρόμου που ελίσσονταν κουλουριάζοντας τον Ψηλορείτη, αγκαλιάζοντας σφιχτά το κορμί του, έως ότου να του δημιουργήσουν πληγές. Το τίμημα της εξέλιξης και του πολιτισμού…
Δεν ξέρω τι περιμένει να βρει κανείς σ’ ένα βουνό, σ’ ένα ελληνικό βουνό, όπως το έχουν καταγράψει οι κορυφαίοι της ελληνικής ποίησης, πέρα από τρεις βράχους και λίγα καμένα πεύκα
Τρεις βράχοι λίγα καμένα πεύκα κι ένα ρημοκλήσι
και παραπάνω
το ίδιο τοπίο αντιγραμμένο ξαναρχίζει.
τρεις βράχοι σε σχήμα πύλης, σκουριασμένοι
λίγα καμένα πεύκα, μαύρα και κίτρινα
κι ένα τετράγωνο σπιτάκι θαμμένο στον ασβέστη.
και παραπάνω ακόμη πολλές φορές
το ίδιο τοπίο ξαναρχίζει κλιμακωτά
ως τον ορίζοντα ως τον ουρανό που βασιλεύει.
Γιώργος Σεφέρης, Μποτίλια στο πέλαγο
Σε κάθε στροφή έριχνα μια κλεφτή ματιά από την οδήγηση -με όλο τον κίνδυνο που εγκυμονούσε- στο βάθος του βουνού, που συνεχώς ψήλωνε πίσω μου. Δεν ήξερα αν έπρεπε να χαρώ ή να λυπηθώ για την προσέγγιση του σκοπού μου, μιας και οι Καβαφικές Ιθάκες συνεπάγονται μια πίκρα: το τέλος του ταξιδιού. Για μένα όμως αναμενόταν μια άγνωστη Ιθάκη.
«Το όνειρό μου είναι μία Ζώμινθος που θα δίνει στους επισκέπτες την αίσθηση της μινωικής γαλήνης.Δεν είναι μία ανασκαφή για την αρχαιοπληξία της και μόνον,αλλά για τη διατήρηση ενός τόπουόπως ήταν»
«Αν αφήσω κάτι στην αρχαιολογία, αυτό θα είναι η διάσταση των βουνών».
Η φράση έρχεται και ξανάρχεται στο μυαλό μου καθώς παίρνω τις απότομες στροφές με το πόδι σταθερά πατημένο στο γκάζι ανηφορίζοντας διαρκώς. Όχι δεν είναι η πρώτη φορά που οδηγώ στα βουνά. Η Κρήτη όλο βουνά είναι, με λίγες μικρές πεδιάδες. Κάθε βήμα κι ένας στίχος του Ελύτη.
Βουνά μεγάλα με βουνά μικρά στην αγκαλιά τους
και μια παλάμη λιβαδάκι μια παλάμη θάλασσα
Οδ. Ελύτης,Τα ελεγεία της οξώπετρας, Τα εισόδια του προθανατισμένου
10 χρόνια πάνω στα βουνά τα έχω καταγράψει στη μνήμη μου ως τα πιο δύσκολα χρόνια της ζωής μου. Στα 800-850 μ.υψόμετρο. Όχι στα 1200. 10 χρόνια συνεχώς. Μαζί με τους … χειμώνες, γιατί οι Μάηδες ήταν όμορφοι. Αλλά ο Γενάρης, ο Φλεβάρης, ο Μάρτης; Και με καλοριφέρ. Τη δεκαετία που εξέπνεε η 2η χιλιετία μ. Χ., όχι π. Χ. Πώς θα ήταν να ζει κάποιος περισσότερο από 3,5 χιλιετίες πριν σε 1200 μ. υψόμετρο, χωρίς καλοριφέρ, χωρίς αυτοκίνητο, απομονωμένος,χωρίςsupermarket,χωρίςαγορά γενικότερα, χωρίς κέντρα διασκέδασης;
Θα ήταν μια αγροτική έπαυλη, σκέφτομαι, όπως στο Βαθύπετρο, αλλά μικρότερη. Ξαφνιάστηκα όταν διάβασα ότι καθένας από τους 2 ή 3(;) ορόφους είχε 40δωμάτια, κι αυτά αφορούν μόνο το κεντρικό κτίριο, όχι τις οικίες που το περιέβαλλαν. Μα τρελοί ήταν να επιμένουν να ζουν στην ερημιά του κόσμου; Αλλά σίγουραθα φιλοξενούσε πολλούς μόνιμους κατοίκους, άρα δεν πρόκειται για μοναξιά ούτε γιαερημιά, αλλά για ολόκληρη πολιτεία. Και μάλιστα με τα όλα της. Μια πολιτεία που το εξέχον πρόσωπο δεν ήταν ένας απλός βοσκός των βουνών. Αλλιώς τι τα ήθελε τόσα δωμάτια; Τι ήθελε τους πολύτιμους λίθους; «Αυτή που τα φορούσε σίγουρα δεν ήταν βοσκοπούλα».
Και τις τοιχογραφίες; Τη βιοτεχνία κεραμικής, το τυροκομείο;
«Τα δάπεδα και τα τοιχογραφημένα κονιάματα αποδεικνύουν ότι οι άνθρωποι που κατοικούσαν εκεί ήταν μια ελίτ.Οι απλοί βοσκοί δεν θα χρειάζονταν τέτοια διακόσμηση.Ήταν κάποιοι άρχοντες που διαφέντευαν όλον αυτόν τον ορεινό πληθυσμό και τον πλούτο του»
«Τα ευρήματα που θα έρθουν στο φως στη Ζώμινθο θα είναι ιδιόμορφα,δεν θα μοιάζουν με αυτά των άλλων επαύλεων…Δεν θα είναι “αστικά” ούτε βιοτεχνικά πεδιάδων,αλλά θα είναι βιοτεχνικά ορεινής οικονομίας.Πρόκειται για κάτι διαφορετικό και εντελώς καινούργιο,που μπορεί να προσθέσει νέα στοιχεία στη γνώση μας για τη μινωική Κρήτη. Τα δάπεδα και τα τοιχογραφημένα κονιάματα αποδεικνύουν ότι οι άνθρωποι που κατοικούσαν εκεί ήταν μια ελίτ.Οι απλοί βοσκοί δεν θα χρειάζονταν τέτοια διακόσμηση.Ήταν κάποιοι άρχοντες που διαφέντευαν όλον αυτόν τον ορεινό πληθυσμό και τον πλούτο του».
«Αυτό που είναι πολύ σημαντικό στοιχείο όμως, είναι πως τα δάπεδα του πρώτου ορόφου και τα κονιάματα έχουν υποστεί υψηλή τεχνική επεξεργασία, διαθέτουν εξαιρετική αισθητική και είναι τοιχογραφημένα διότι έχουν ίχνη χρώματος. Όλα αυτά οδηγούν στη σκέψη ότι έχουμε να κάνουμε με κτίριο ανακτορικό, διότι αυτά τα στοιχεία δεν τα γνωρίζουμε στις επαύλεις της υπόλοιπης Κρήτης τη μινωική εποχή. Δηλαδή ενισχύεται η άποψη ότι ήταν ένα ισχυρό οργανωμένο παραγωγικό, οικονομικό, κοινωνικό και θρησκευτικό κέντρο, με έλεγχο διακίνησης των αγαθών και των κόμβων αφού από εδώ περνούσαν οι επισκέπτες για να πάνε στο Ιδαίον Άνδρον. Η αρχιτεκτονική δομή του κτιριακού συγκροτήματος και ο τρόπος ανάπτυξής του, παρά το εντελώς διαφορετικό υλικό κατασκευής του, παραπέμπει στην αντίστοιχη ανάπτυξη του ανακτόρου της Κνωσού».
«Συμπεραίνουμε λοιπόν ότι ο ένοικος αυτού του κτιρίου ήταν πολύ ψηλά στη μινωική ιεραρχία,αμέσως μετά τον βασιλιά ίσως,αφού είχε στην ευθύνη του όλον τον Ψηλορείτη»
14 χιλιόμετρα απόσταση με το αυτοκίνητο από το Ιδαίον Άνδρον. Στα 1500 μ. Πόσες μέρες άραγε χρειαζόταν ο Μίνωας, αν δεχτούμε ότι ήταν υπαρκτό πρόσωπο, ή έστω ο ηγέτηςμε το θεσμικό όνομα Μίνωας, με τη ακολουθία του να φτάσει από την Κνωσό στο Ιδαίον Άνδρον, όπουη αρχαιολογική ομάδα του Σακελλαράκη απέδειξε ότι ήταν αναμφίβολα μινωικό κέντρο λατρείας;
Σίγουρα θα υπήρχαν σταθμοί στο δρόμο του. Και βέβαια θα έπρεπε να φιλοξενήσουν και τους ακολούθους του. Θα πρέπει να υποθέσουμε μια στέγη, ένα κτίριο, τουλάχιστον για τους υψηλούς ακολούθους του, γιατί βέβαια η διανυκτέρευση στην ύπαιθρο θα πρέπει να θεωρείται απλά ως φυσιολογική. Αλλά στον τελευταίο σταθμό του ανώτατου άρχοντα πριν από το του τέλος του ταξιδιού του θα έπρεπε να έχει ανέσεις για την προετοιμασία του πριν συναντηθεί με το θείο. Στο μυαλό μου έχει μείνει η παρατήρηση ενός μαθητή όταν συζητούσαμε για νόμους που λήφθησαν απότο θεό σε ψηλό μέρος, βουνό, όταν κάναμε τη σύγκριση το Μίνωα με το Μωυσή: «ανέβαινε ψηλά για να ξεκουραστεί και να σκεφτεί ελεύθερα με αυτοσυγκέντρωση και στη συνέχεια κατέβαινε και για να έχει κύρος η νομοθεσία του έλεγε ότι του είχε δώσει τους νόμους ο Θεός». Πόση πίστη και πόση απιστία κρύβουν αυτά τα λόγια; Ένας σύγχρονος ορθολογιστής μόνο με αυτό τον τρόπο μπορεί να σκεφτεί, και βέβαια οι νέοι αποτελούν το βαρόμετρο της κοινωνίας και στον πνευματικό τομέα. Καθόλου άσχημη ιδέα, αν σκεφτούμε ως άθεοι. Για περισυλλογή και αυτοσυγκέντρωση…
Αλλά για να περάσει ο Μίνωας μια φοράκάθε 9 χρόνια θα έπρεπε να έχει χτίσει μια αυτοκρατορία. Θυμήθηκα όμως από την άλλη τους φεουδάρχες του μεσαίωνα, που απολάμβαναν ξεχωριστή οικονομική κοινωνική και πολιτική θέση με αντίτιμο να στηρίζουν τον ανώτατο άρχοντα και να αποτελούν εγγύηση του κύρους καιτης δύναμής του.
Αλλά τι μπορούσε να κερδίσει κάποιος σε οικονομικό επίπεδο στα βουνά; Τα γυμνά βουνά της Κρήτης σήμερα μόνο για κτηνοτροφική εκμετάλλευση προσφέρονται. Αλλά δεν ήταν πάντοτε έτσι. Κάθε φορά που τα σύγκρινα με τα βουνά της βόρειας Ελλάδας ένιωθα απογοήτευση για τη γύμνια τους , βλέποντας εκείνα καταπράσινα μέχρι τις πιο ψηλές κορφές τους. Τι να φταίει άραγε; Η διάβρωση βέβαια. Αλλά η διάβρωση προκύπτει από την έλλειψη βλάστησης. Το όνομα του βουνού Ίδη προϋποθέτει βλάστηση. Εκτός κι αν ισχύει η άποψη ότι το βουνό αποψιλώθηκε για να γίνει ξυλεία για την κατασκευή στόλου.
Αλλά ούτως ή άλλως και μόνο για να επιβιώσεις στα 1200 μ. υψόμετρο, όπου τιςπερισσότερες μέρες του χειμώνα υπάρχει χιόνικαι ομίχλη, προϋποτίθεται ότι έχεις εξασφαλίσει αποτελεσματικούς τρόπους επιβίωσης, κυρίως θέρμανσης. Και το χειμώνα θα πρέπει να εργάζεσαι σε κλειστόχώρο, αν θέλεις να είσαι δημιουργικός, γιατί αλλιώς ο Μίνωας δε θα έστηνε μια ολόκληρη πολιτεία. Τα πρόβατα θα τα κατέβαζαν χαμηλότερα,γιατίδε θα μπορούσαν να επιβιώσουν εκείτο χειμώνα, γιατί το κόστος να τα συντηρούν με αποθηκευμένες τροφές ήταν ασύμφορο..
Γεωργία και κτηνοτροφία αποκλείονται ως ισχυρές βάσεις της οικονομίας. Άρα δούλευαν εσωτερικά. Βιοτεχνία… Τι βιοτεχνικά προϊόντα παρήγαν; Αγγεία για τη αποθήκευση των προϊόντων. Αλλά μετά θα έπρεπε να τα μεταφέρουν στα μεγάλα ανάκτορα, γιατί αυτά θα ήταν που θα απορροφούσαν την παραγωγή. Καθόλου εύκολο. Εκτός κι αν οι άνθρωποι δεν σκέπτονταν πάντοτε όπως σήμερα ή δεν σκέφτονταν όπως εγώ..
Θυμήθηκα ότι ο χαρακτήρας του ανθρώπου διαμορφώνεται ανάλογα με το περιβάλλον όπου ζει. Και το βουνό έχει απαιτήσεις. Εμείς σε βάθος χρόνου θα έχουμε αχρηστεύσει τον εγκέφαλό μας με τη χρήση των υπολογιστών. Τα χέρια μας θα έχουν γίνει ατροφικά, καθώς οι μηχανές είναι αυτές που κάνουν τις σκληρές δουλειές.
Η φύση όσο είναι γενναιόδωρη άλλο τόσο είναι σκληρή και αμείλικτη.Δε συμβιβάζεται. Σε αναγκάζει να προσαρμοστείς για να επιβιώσεις. Αλλά μέχρι τότε έχεις δυναμώσει. «Ό,τι δε σε σκοτώνει σεκάνει πιο δυνατό», έρχεταιαπό το χρόνο να συμπληρώσει η φωνή του Νίτσε. Ναι, σίγουρα ένας άρχοντας δε θέλει μαλθακούς υπηκόους και εδώ βρήκε το σωστό μέρος για να τους εκπαιδεύσει.
Πώς μιλούν τα κείμενα και σε βρίσκουν από όποια απόσταση χώρου ή χρόνου από τα ράφια μιας βιβλιοθήκης… Ακόμα κι αυτή την ώρα που ανηφορίζω μόνη μου νιώθω την παρέα της σκέψης ανθρώπων που έχω καταχωρίσει στη μνήμη μου, όσο βέβαια εκείνη εξακολουθεί να μη με προδίδει. Όχι, δεν είμαι μόνη. Μαζί μου προχωρούν και ζουν και μιλούν και με συμβουλεύουν άνθρωποι μέσα από τους αιώνες όσο εγώ τους έχω ανοίξει την πόρτατης σκέψης μου για να βρουν τόπο να κατοικήσουν καινα συνεχίσουν να ζουν.
Μακρά η διαδρομή. Είχα κουραστεί να οδηγώ και να σκέφτομαι. Είπα να σταματήσω για λίγο. Διάλεξα ένα άπλωμα με θέα και σταμάτησα. Άφησα το αυτοκίνητο ανοιχτό με την τσάντα στο κάθισμα του συνοδηγού και κατέβηκα. Μάλλον αυτό δε θα τολμούσε να το κάνει κανείς, πόσο μάλλον μια γυναίκα στην Αθήνα, όπου φοβάσαι να κυκλοφορήσεις μη σε κλέψουν κα εσένα τον ίδιο.
Αλήθεια υπήρχαν κρούσματα κλοπής στη μινωική εποχή; Όλες οι νομοθεσίες προβλέπουν ποινές για την κλοπή, από τη νομοθεσία του Χαμουραμπί ως του Δράκοντα και φυσικά μέχρι σήμερα. Γιατί να εξαιρείται ο μινωικός πολιτισμός; Νομίζω ότι πολύ τον έχουμε εξιδανικεύσει. Όσο η φύσητου ανθρώπου παραμένει η ίδια, θα επιθυμεί τα υλικά αγαθά. Εκτός κι αν έχει πάρα πολλά. Αλλά αν είναι άπληστος; Βέβαια οι μινωίτες τουλάχιστον στην κορυφή της κοινωνικής πυραμίδας δεν αρκούνταν στα αγαθά της γης τους, δε αρκέστηκαν στο νησί τους, που μάλλον δεν το έβλεπαν ως νησί, αλλά ως στεριά και εξαπλώθηκαν φτάνοντας μέχρι τους ανατολικούς λαούς.
Θα πρέπει όμως να υπήρχε και κόσμος που πεινούσε. Αυτός, δεν μπορεί, θα υπήρχαν στιγμές που ο πειρασμόςθα τον έκανε να απλώσει το χέρι του στα αγαθά που λαχταρούσε. Ήταν άραγε σκληρός στην τιμωρία του ο Μίνωας;
Αυτή η σιωπή των κειμένων… Αυτή η απουσία των κειμένων…Ένας πολιτισμός χωρίς κείμενα ουσιαστικά. Κολοβός, βουβός, μισερός, καθώς δεν μπορείς νατον διαβάσεις, δεν μπορείς να εξηγήσεις αυτό που βλέπεις. Γιατί μια εικόνα χίλιες λέξεις, αλλά καθένας θα έβαζε τις δικές του.
Ένας άρχων γραφειοκράτης που νοιάστηκε να καταγράψει μόνο τα περιουσιακά του στοιχεία ή τα θρησκευτικά, λογοτεχνικά και άλλα κείμενα δε σώθηκαν; Δεν μπορεί: το επίπεδο της τέχνης μαρτυρεί υψηλό πολιτιστικό επίπεδο. Είναι δυνατόν να μην υπήρξαν άλλα κείμενα; Αυτά όλα καταστράφηκαν τυχαία κατά τις καταστροφές, δε δημιουργήθηκαν ποτέή εξαφανίστηκαν εσκεμμένα; Μήπως οι νέοι κάτοικοι του νησιού, Αχαιοί και αργότερα οι Δωριείς θέλησαν να τα αφανίσουν εξαιτίας της δικής τους πολιτιστικής διαφοράς, για να αφήσουν τα δικά τους στοιχεία, οι Αχαιοί που είχαν άλλη καταγωγή και πολιτισμικό υπόβαθρο ή δεν είχαν καθόλου, όπως οι Δωριείς;
Σταμάτησα, για να ξεκουραστώ, σκέφτηκα. Όχι για να πονοκεφαλιάσω. Έκανα τόσο ταξίδι για να δω τι ήθελαν αυτοί οι άνθρωποι στα βουνά και το μυαλό μου δουλεύει υπερωρίες. Αυτά είναι θέματα για τους ειδικούς.
Αλλά πώς να σταματήσεις να σκέφτεσαι; Αποφάσισα να συνεχίσω τη διαδρομή μου. Από τις αρχές Οκτωβρίου στα 800 μ. υψόμετρο σκεπαζόμουν με πάπλωμα και ένιωθα ισχυρή την ανάγκη να ανάψω καλοριφέρ. Ο ήλιος είναι αναγκαίος. Ο προσανατολισμός Β-Ν των μινωικών ανακτόρων έχει διασωθεί και εδώ, γιατί ο ήλιος είναι Θεός. Δεν ήταν άστοχηη προώθησή του σε ανώτερη θεότητα σε αρκετούς πολιτισμούς , όπως στους ανατολικούς λαούς.
Πόσα ξύλα χρειάζονταν το χειμώνα για να ζεσταθούν και πόσα για το καμίνι που έψηναννα τα κεραμικά; Η αίσθηση της οικονομίας θα πρέπει να ήταν ιδιαίτερααναπτυγμένη. Θα χρησιμοποιούσαν στο καμίνιτα περισσεύματα από τα ξύλα για την κατασκευή πλοίων.. Σίγουρα θα έκαναν οικονομία χρησιμοποιώντας τα κάρβουνα από το καμίνι των κεραμικών για τη θέρμανση των χώρων της έπαυλης. Δε θα μπορούσαν να κάνουν διπλό έξοδο. Τίποτα δεν πάει χαμένο. Είχαν δάσκαλο τη φύση, όπου τίποτα δε χάνεται, αλλά ανακυκλώνεται. Πόσοι αιώνες χρειάστηκε να περάσουν για να διατυπώσει ο Λαβουαζιέ τη θεωρία της αφθαρσίας της ύλης; Σε κάποιο ψηλό βουνό θα συνέλαβε την ιδέα, σκέφτηκα με χιούμορ. Ίσως να μην είναι και τόσο αστείο, όμως. Συνειδητοποιώ ότι και εγώ η ίδια στο λίγο χρόνο που έχω εδώ πάνω έχω ταξινομήσει τις σκέψεις μου και τις δρομολογώ σε συμπεράσματα.
Όχι, δεν ήταν τυχαία η επιλογή του χώρου. Μόνο που κάποια στιγμή η φωτιά από φίλος έγινε εχθρός, αδυσώπητος. Το ένα από τα τρία κακά των αρχαίων έδειξε την κακή του πλευρά. Ένα μοιραίο λάθος και η έπαυλη που στο μεγαλύτερο μέρος της εσωτερικά ήταν χτισμένη με ξύλα καταστράφηκε από πυρκαγιά. Αυτό έκαψε στη συνέχεια ολόκληρο το βουνό. Η εγκατάσταση έπαψε, καθώς δε βρίσουμε στοιχεία νέας εγκατάστασης. Δε νοιάστηκε κανείς για την αναδάσωση, ήρθε η διάβρωση του εδάφους με τον καιρό κι αυτό που έμεινε ήταν γυμνά χαράκια ν’ ατενίζουν ξασπρισμένα από τη βροχή και τον ήλιο τον ουρανό. Η καταστροφή είναι θέμα λίγου χρόνου. Η δημιουργία αντίθετα θέλει μια ζωή ή πολλές ζωές. Μοίρα. Νόμος. Αναμφισβήτητο. Δεν μπορείς παρά να το αποδεχτείς.
Έχω ήδη πλάσει στο μυαλό μου την εικόνα της ζωής. Τι περιμένω να βρω; Τοίχους 2,2 μ. να ξεχωρίζουν γυμνοί στον ανοιξιάτικο ήλιο με την πέτρα του Ψηλορείτη ασβεστόλιθο τύπου Τρίπολης με το χαρακτηριστικό γκρι της χρώμα,τεράστιους ογκόλιθους κατεργασμένους καταλλήλως, οι οποίοι μοιάζουν εκπληκτικά με τα κυκλώπεια τείχη.
«Στην Κνωσό έχουμε χρήση του πωρόλιθου, που είναι η τοπική πέτρα. Στη Ζώμινθο έχουμε χρήση της σκληρής πέτρας, που είναι άφθονη στο φυσικό περιβάλλον. Ο επιστημονικός της όρος είναι ασβεστόλιθος τύπου Τριπόλεως. Το εντυπωσιακότερο στοιχείο είναι η χρήση της σε τόσο μεγάλο ύψος. Μάλιστα σε μερικά σημεία οι πέτρες μοιάζουν με τα κυκλώπεια τείχη, ειδικά σε υψηλά σημεία και σε γωνίες. Ίσως αυτός είναι ο λόγος που το κτίριο σώθηκε μετά το σεισμό και βρέθηκε σε τόσο καλή κατάσταση. Το ενδιαφέρον είναι πως κάποιοι τοίχοι της Ζωμίνθου είναι μονωμένοι με πηλό, που λειτουργεί ως ηχομονωτικό και θερμομονωτικό».
Τα ζώα σήμερα στον ανεξέλεγκτο χώρο θα έχουν αποψιλώσει κάθε βλάστηση. Μερικές γυμνές πέτρες που ο σύγχρονος επισκέπτης προσπερνά βιαστικά, γιατί δεν μπορεί να διαβάσει τη γλώσσα τους που σβήστηκε με τα χρόνια, καθώς ξέρει να διαβάζει μόνο τη γλώσσα αστραφτερών πραγμάτων που έχουν υλική φύση και που σίγουρα συνεπάγονται κάποιο κέρδος. Μόνο σε μερικούς εξακολουθούν κάτι να λένε ακόμη. Κάποιοι μπορούν ακόμη να συγκινούνται.
Κάποια στιγμή συνάντησα την ενημερωτική πινακίδα, αλλά αρχαιολογικός χώρος δε φαινόταν πουθενά. Προχώρησα περισσότερο από την οριζόμενη απόσταση και επέστρεψα άπρακτη, σχεδόν απογοητευμένη. Κάποιοι άνθρωποι καθισμένοι κάτω από σκιερά δέντρα μου φάνηκαν τυχεροί τουρίστες που είχαν κιόλας αρχίσει την εκδρομή τους, ενώ εγώ μόνη έψαχνα σε έναν άγνωστο χώρο. Κοίταζα τριγύρω εντελώς απελπισμένη μέχρι που αποφάσισα να κάνω την τελευταία -λογική- προσπάθεια, με τη βοήθεια της …τεχνολογίας: να μετρήσω με τη βοήθεια του δείχτη του αυτοκινήτου την απόσταση από την πινακίδα. Δεν είχα να χάσω τίποτα από αυτό που δεν είχα κερδίσει, ενώ έτσι κέρδιζα την ανανέωση της ελπίδας και τον περιορισμό του αισθήματος της ματαιότητας ενός άσκοπου μακρινού ταξιδιού. Με το βλέμμα κλεφτά κολλημένο στο μετρητή του αυτοκινήτου με έκπληξή μου διαπίστωσα ότι είχα σταματήσει έξω από το χώρο που βρίσκονταν οι «εκδρομείς».
Η κούραση και η προηγούμενη απογοήτευση μου έδωσαν αρκετό θράσος να περάσω τη μισάνοιχτη εκείνη τη στιγμή πόρτα του συρματοπλέγματος. Βρέθηκα μπροστά σε ένα μεγαλόσωμο άνδρα που με τη ντόπια προφορά του, όταν του εξήγησα το σκοπό της επίσκεψής μου, με παρέπεμψε στον αρμόδιο, που δεν ήταν άλλος από τον αρχαιολόγο που είχε πάρει μέρος στην ανασκαφή μαζί με το Γ. Σακελλαράκη. Άρχισα να πιστεύω στην τύχη και παρέμεινα στο χώρο χάρη βέβαια στην ευγενική παραχώρηση του κ. Γεωργίου, ο οποίος -προς μεγάλη μου έκπληξη- με ενημέρωσε ότι περίμενε από λεπτό σε λεπτό τα μέλη μιας σχολής πηλοπλαστικής από την Αθήνα που ήθελαν να δουν το μινωικό εργαστήρι κεραμικής που βρέθηκε στο χώρο.
Σε λιγότερο από πέντε λεπτά οι άνθρωποι είχαν απλωθεί στον καταπράσινο χώρο, κάτω από τα απλωτά πολύχρονα δέντρα που πρώτη φορά μάθαινα το όνομά τους: οι τρικοκκιές, οι αρχαίες κράταιγοι.
Η Ιδαία γη είχε στρώσει το πράσινο χαλί της καινούριο και ατσαλάκωτο και περίμενε τους σπάνιους επισκέπτες της. Ο χώρος αυτός που όλο τον καιρό βιώνει το χρόνο στην ανελέητη μοναξιά στολίστηκε τώρα λαμπρά για να υποδεχτεί τους σύγχρονους επισκέπτες. Η φύση πάντα γενναιόδωρη οικοδέσποινα για να μπορέσει ο επισκέπτης «Να νιώσει τη μινωική γαλήνη».
Δεν μ’ ενδιαφέρει ο τουρίστας που θα οδηγηθεί να δει τι βρέθηκε στο δωμάτιο 34 του μινωικού κτιρίου της Ζωμίνθου, μα ο επισκέπτης που θα δει κι από μακριά τον τόπο και θα νιώσει το θεωρούμενο παράλογο της μινωικής ειρήνης, αυτή τη μυστική σχέση με τη φύση. Άλλωστε το αποτύπωμα που άφησε στο χώμα
ένας κεραμικός τροχός, αν και σβήστηκε για πάντα, όμως μοιάζει να γυρίζει.
Ο αρχαιολόγος παρουσίασε το ιστορικό της ανασκαφής και ανέφερε τους κυριότερους χώρους της αγροτικής έπαυλης, που αποτελούσε σταθμό για την πορεία του Μίνωα κάθε εννιά χρόνια προς το Ιδαίον Άνδρον, όπου πήγαινε να πάρει τους νόμους από το θεό. Ο χώρος που τον περισσότερο καιρό φιλοξενούσε εργάτες του Μίνωα και αποτελούσε σημαντική μονάδα στην οικονομική του παραγωγή, κάθε 9 χρόνια ετοιμαζόταν να υποδεχτεί τον ίδιο τον ανώτατο άρχοντα που -σταματώντας για μια ψυχοσωματική προετοιμασία- πήγαινε να συναντήσει τον ίδιο το Θεό για να πάρει τους νόμους , και θα τον υποδεχόταν πάλι, αφού επέστρεφε ένθεος, έχοντας ακούσει τις εντολές του Θεού.
Ένιωσα ανακούφιση που ποτέ δεν πήγαινα σε ένα αρχαιολογικό χώρο χωρίς να έχω συμβουλευτεί μερικά βιβλία, για να αντλήσω τις στοιχειώδεις τουλάχιστον πληροφορίες. Αυτό τώρα μου επέτρεπε να μοιράζω την προσοχή μου στην ενημέρωση και στην οπτική περιήγηση στο χώρο, καθώς και στις αντιδράσεις ανθρώπων που από τα κλουβιά της πόλης βρίσκονταν αιφνιδίως σ’ ένα ανοιξιάτικο περιβόλι σε υψόμετρο 1200 μ., ενώ από την άλλη μπορούσα να κάνω νοερά άλματα στο χρόνο, παρακινδυνευμένα ίσως, για να επιτύχω μέσα από την ενημέρωση την ανάπλαση της εποχής.
Το λόγο του αρχαιολόγου, όταν η ατμόσφαιρα ήδη είχε φορτιστεί από αναμνήσεις μερικών χρόνων ήρθε να ολοκληρώσει ο επικεφαλής της ομάδας που διάβασε ένα απόσπασμα από την «Ποιητική της ανασκαφής» σχετικό με το Ιδαίο Άνδρον. Τα πόδια μου μάλλον είχαν δική τους λογική, όπως διαπίστωσα αργότερα, και αποφάσισαν -χωρίς να με ρωτήσουν- ότι δεν άντεχαν το βάρος και τη φόρτιση των συναισθημάτων, καθώς εγώ ταξιδεύοντας ήδη στο χώρο και στο χρόνο βρισκόμουν λίγα χιλιόμετρα παραπάνω, στο χώρο που είχα επισκεφτεί λίγες μέρες πριν. Βρέθηκα, όταν επέστρεψα από το νοερό ταξίδι μου, καθισμένη οκλαδόν στο παχύ χαλί της φύσης, που ποτέ δε μου φάνηκε πιο απαλό, πιο γνήσιο, πιο παρθένο.
Οι συγκινήσεις δεν είχαν τελειώσει. Σηκώθηκα με πόδια που έτρεμαν – από την ακινησία ή τη συγκίνηση;- να επισκεφτούμε λίγα μέτρα παραπέρα το χώρο όπου άνθρωποι πριν χιλιάδες χρόνια έφτιαχναν τα αγγεία που έχουν βρεθεί σε διάφορα κέντρα του μινωικού πολιτισμού. Σταθήκαμε γύρω από το δωμάτιο – εργαστήριο κεραμικής με τη χτιστή δεξαμενή του κεραμουργού. Φαινόταν ολοκάθαρα ο χώρος και ο νους μου -κύκλος που γυρίζει συνεχώς- χάθηκε πάλι πίσω να στριφογυρίζει μαζί με τον τροχό τον πηλό που έμελλε να στεγνώσει ομοιόμορφα με τ’ άλλα αγγεία στο διπλανό χωρίς παράθυρο δωμάτιο κι ύστερα να ψηθεί στο παράπλευρο καμίνι.
Η αγωνία, η κίνηση των χεριών και των δαχτύλων, το λύγισμα της μέσης, το πόδι που δίνει στροφές στον τροχό, ο ιδρώτας που κυλά προσπαθούν να δώσουν μορφή στο δημιουργό των δημιουργημάτων. Άνθρωποι γύρω του παίρνουν και τοποθετούν στα χτιστά θρανία στα πλάγια του δωματίου τα έτοιμα πήλινα δοχεία. Τίποτε περισσότερο από τα υλικά της φύσης: χώμα και νερό. Χώμα όμως που έχει δεχτεί πολλά στάδια επεξεργασίας, όπως έδειξαν τα στρώματα της δεξαμενής κατά την ανασκαφή.
Το βλέμμα μου φτερούγισε πάνω από το χώρο της ανασκαφής και πέρα από τα πρόσωπα που τον πλαισίωναν στις κορφές του Ψηλορείτη που κρυφοκοίταζε μέσα από τα δέντρα με τις πλαγιές του να τις χαράζουν δρόμοι χιονιού. Το μάτι έχει την τάση του να δραπετεύει πάντα προς τα πάνω. Αυτό του επιτρέπει να ξεκουράζεται και να εμπνέεται. Γι αυτό έστειλε τους τεχνίτες του εδώ στα ψηλά ο Μίνωας, σκέφτηκα: για να εξασφαλίσει ότι το δασωμένο τότε βουνό στο ψηλότερο σημείο του νησιού θ αποτελούσε εγγύηση της ποιότητας του έργου του.
Συνειδητοποίησα ότι εδώ ήταν η πραγματική περιουσία του Μίνωα: στ’ αόρι, κι όχι στην πεδιάδα: άφθονη ξυλεία για τη ναυπήγηση των πλοίων, παραγωγή μαλλιού για την υφαντική κυρίως και όχι γάλακτος από την κτηνοτροφία, χρήσιμα βότανα και φαρμακευτικά φυτά που έφταναν από τους Κεφτιού ως την Αίγυπτο και εκμεταλλεύσιμα ορυκτά.
Ο ήχος των δέντρων που κόβονταν και που ετοιμάζονταν στη συνέχεια να μεταφερθούν νοτιότερα, στην περιοχή Νίρου, όπου βρίσκονταν τα νεώρια, θα αντηχούσε στη περιοχή τονίζοντας τη γαλήνη του. Η βλάστηση θα ήταν βέβαια αρκετή για να δικαιώνει το όνομα της η Ίδη = δάσος. Οι αιώνες που πέρασαν με την αλόγιστη ίσως υλοτόμηση και την επερχόμενη διάβρωση του εδάφους άφησε το βουνό γυμνό και άγριο. Σίγουρα μια άλλη εικόνα συναντούσε τότε κάποιος όταν έφτανε ως εδώ. Τα κοπάδια τέτοια εποχή θα είχαν επιστρέψει από τα χειμαδιά τους στα χαμηλά και το πράσινο τοπίο θα ήταν κατάστικτο από τις ασπριδερές παρουσίες τους.
«Πόσες δεκάδες χιλιάδες πρόβατα είχε η Κνωσός; Αυτά δεν εκτρέφονταν για το γάλα όπως νομίζαμε αλλά για το μαλλί. Ήταν το εξαγωγικό της προϊόν. Η Κρήτη δεν ήταν πλούσια μόνο για τα προϊόντα της γης της, αλλά για τον Ψηλορείτη της. Αυτό ήταν η Ζώμινθος»
Ο Μίνωας θα είχε διανύσει τη διαδρομή μέχρι εδώ με τα πόδια ή έστω πάνω σ’ ένα ζώο, και σίγουρα θα είχε διαρκέσει αρκετό καιρό, αν θεωρήσουμε αφετηρία το ανάκτορο της Κνωσού. Αναζητώντας λογικά την πιο κοντινή διαδρομή, θα είχε περάσει από αρκετές ρεματιές και βουνά ψηλότερα ή χαμηλότερα, κι έτσι όμως η Ζώμινθος θα φάνταζε στο μυαλό του ως ένας σταθμός ανάπαυλας, αλλά και το τελευταίο στάδιο της προετοιμασίας πριν έλθει σ’ επαφή με το θείο.
Αναζητώντας τον ίδιο στόχο, τη Ζώμινθο, καθένας για τους δικούς του λόγους, είχαμε συναντηθεί τώρα και μοιραζόμασταν αυτό που η φύση προσφέρει απλόχερα, χωρίς να υπάρχουν πάντοτε αποδέκτες. Σκέφτηκα ότι θα μπορούσαν οι Αθηναίοι, οι άνθρωποι των μεγάλων κέντρων να νιώθουν σαν τον Μίνωα ή έστω τους ακολούθους του που τους περίμεναν, τέτοια εποχή –τι πιο λογικό- στη μικρή στάση του δικού του ταξιδιού προς την πνευματική του ανάβαση.
Στην εποχή του ατόμου, τι νόημα έχει να προσεγγίζεις τα πράγματα μαζί με άλλους, που έχουν κάνει κι αυτοί το δικό τους ταξίδι, πιο μακρινό από το δικό σου, έχοντας θέσει ένα συγκεκριμένο σκοπό; Είναι τυχαίο ότι oι στόχοι μας διασταυρώθηκαν την ίδια μέρα στον ίδιο χώρο;
Θα είχαν κάνει τις σχετικές προετοιμασίες για την υποδοχή του, αντάξια ενός θαλασσοκράτορα. Αλλά τι γύρευε εκείνος στα βουνά, και μάλιστα στο ψηλότερο;
Παρελθόν και παρόν είχαν γίνει ένα κουβάρι στο μυαλό μου∙ δεν ήξερα, αλλά αναζητούσα να βρω μετά από χιλιάδες χρόνια τι είχε μείνει σταθερό και τι είχε αλλάξει. Σίγουρα πολλά είχαν αλλάξει. Πρώτα απ΄ όλα η σχέση μας με τη φύση. Χάσαμε εντελώς την επαφή μας, όταν η εικόνα της φύσης να μας φαίνεται άγνωστη.
Τι απάντηση άραγε έδωσαν εκείνοι για την ομορφιά της φύσης, την εναλλαγή των εποχών, για το άγνωστο και τους απρόβλεπτους παράγοντες που βρίσκονται καθημερινά μπροστά μας; Ήταν τόσο σημαντικοί ή είναι η ανάγκη μας να τους πλάσουμε εμείς σημαντικούς προσδοκώντας μια ανάλογη τύχη για τον εαυτό μας; Και ποιος μου λέει ότι εμένα κάποιος θα με αναζητήσει; Τι σημαντικό έκανα για να με ψάξουν μετά από πολλά χρόνια στα βουνά ή στον κάμπο, στις σπηλιές ή στις ακρογιαλιές ή στα βάθη της θάλασσας;
… τη σοφία της μοναξιάς τους, τον πλούτο της γνώσης τους, που οφείλεται βέβαια στην καθημερινή επαφή τους με τα αρχέτυπα, το ενστικτώδες τους αίσθημα με το οποίο τους γεμίζει η επαφή τους με τη φύση.
Γιάννης Σακελλαράκης, Η ποιητική της ανασκαφής, Εκδόσεις Ίκαρος, ISΒΝ 960-7721-91-8, σελ. 93
Ο χρόνος, ναι αυτός ευθυνόταν για τις αλλαγές. Αυτός έφταιγε, σκεφτόμουν με μια ισχυρή δόση κατηγόριας, αυτός φταίει που δεν έχω τη δυνατότητα να διατρέξω τη μακριά γραμμή του και να συναντήσω ανθρώπους για τους οποίους αναγκαστικά σχηματίζω μια ακαθόριστη, θολή και αρκετά παρακινδυνευμένη εικόνα και μάλιστα μέσα από την εικόνα που σχημάτισαν άλλοι για εκείνους.
Και από τι ορίζεται η ανάγκη του ανθρώπου να ταξιδεύει στο χρόνο; Πιο λογικό και πραχτικό θα φαινόταν να προσπαθεί να οραματιστεί αυτό που υπάρχει μπροστά του, «η αφάγωτη προίκα» του, η οποία τον γεμίζει προσμονή και ελπίδα, παρά η απαισιοδοξία που προκύπτει μέσα από ερείπια, κατεστραμμένα ή χαμένα εντελώς αντικείμενα, υπενθυμίζοντας τη φθορά και την αλλοίωση.
Είναι μια κίνηση θράσους, άραγε, να συγκρουστείς κατά μέτωπο μ’ αυτό που είναι ο μεγαλύτερος εχθρός σου, που δεν είδες ποτέ το πρόσωπό του, αλλά προσπαθείς να το μαντέψεις πίσω από τα σημάδια που αφήνει στο πέρασμά του; Κρύβει βέβαια και κάποια γενναιότητα, σκέφτηκα με παρηγοριά. Ίσως όμως είναι λιγότερο πικρό να αντικρίσεις τα σημάδια αυτά στους άλλους, παρά πάνω στο ίδιο σου το κορμί.
Ο αρχαιολόγος που βυθίζεται στο χρόνο γίνεται αυτόματα ένα εργαλείο του, μια γέφυρα από το παρόν στο παρελθόν, βιώνοντας αυτόματα τη διαχρονικότητα.
Γιάννης Σακελλαράκης, Η ποιητική της ανασκαφής, Εκδόσεις Ίκαρος, ISΒΝ 960-7721-91-8, σελ. 68
… ο ανασκαφέας ασχολείται με το χώμα , τη γη, και -το σημαντικότερο- γιατί ανασκάπτοντας σκαλίζει πεισματικά το χρόνο και παράλληλα καταφέρνει να τον αναποδογυρίζει.
Γιάννης Σακελλαράκης, Η ποιητική της ανασκαφής, Εκδόσεις Ίκαρος, ISΒΝ 960-7721-91-8, σελ. 65
Και ποιος είναι άραγε τολμηρότερος από τους ποιητές και τους ανασκαφείς, αφού τα βάζουν με το χρόνο;
Γιάννης Σακελλαράκης, Η ποιητική της ανασκαφής, Εκδόσεις Ίκαρος, ISΒΝ 960-7721-91-8, σελ. 71
Μήπως και ο ανασκαφέας δεν καλλιεργεί κι αυτός ένα αγρό, σαν το γεωργό, καλλιεργητής όμως αυτός της μνήμης του χρόνου;
Από όσους ασχολούνται με το χώμα, μόνο ο ανασκαφέας είναι αυτός που έχει τη μοναδική τύχη, να διεισδύει στο χρόνο.
Γιάννης Σακελλαράκης, Η ποιητική της ανασκαφής, Εκδόσεις Ίκαρος, ISΒΝ 960-7721-91-8, σελ. 67
Συνήθως οι άνθρωποι θεωρούν ότι η αρχαιολογία είναι κάτι που ασχολείται με το παρελθόν. Όμως έχω την εντύπωση ότι ασχολείται περισσότερο με το μέλλον, διότι από το παρελθόν διδάσκεσαι τα σφάλματα ώστε να μην τα κάνεις ξανά στο μέλλον.
Είμαι ένας άνθρωπος που προσπαθώ να ισορροπήσω διάφορα πράγματα. Και με το χρόνο και με τον εαυτό μου. Αυτό που είπα. Το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον. Να μη δω μονοδιάστατα κάτι. Αυτό με χαρακτηρίζει. Ότι πετάγομαι ταυτόχρονα από το ένα σημείο στο άλλο. Γιατί νομίζω και ίσως αυτό να είναι το προσωπικό σύνθημα μου, δηλαδή ότι όλα είναι ένα».
Ξέρετε ότι έχουμε βρει με τη γυναίκα μου πολλά πράγματα, όπως την περίφημη ανθρωποθυσία στις Αρχάνες, χρυσά σε ασύλληπτους βασιλικούς τάφους κ.λ.π. Είμαστε πάμπλουτοι σε ευρήματα. Όλα αυτά λίγο πολύ τα περίμενε κανείς διότι έτσι έπρεπε να είναι. Η Ζώμινθος όμως είναι κάτι το απολύτως αναπάντεχο. Διότι μέσα στην επικρατούσα αντίληψη ότι οι Μίνωες ήταν μόνο στις πεδιάδες και ταξίδευαν με τα πλοία τους στην Ανατολική Μεσόγειο, το ότι είχαν μια τέτοια εγκατάσταση στα βουνά αλλάζει πολλά πράγματα. Γι’ αυτό λέω ότι η Ζώμινθος είναι το σημαντικότερο εύρημα της ζωής μου και αυτό το λέω ξεκάθαρα.
…ανασκάπτοντας ένα σπουδαίο μινωικό κτίριο στη Ζώμινθο. Ένας ευφάνταστος
μουσικός, ο Λουδοβίκος των Ανωγείων, ερχόταν συχνά στην ανασκαφή από το γειτονικό χωριό του, προσπαθώντας με τον τρόπο του να συμμετάσχει σ’ αυτή την αναζήτηση του χαμένου χρόνου στο δικό του χώρο. Προσπαθούσε να καταλάβει, ίσως να εμπνευσθεί από τους ήχους, χρησιμοποιώντας τι άλλο, την πιο εξασκημένη αίσθησή του. Έβαζε το αυτί στο χώμα, ηχογραφούσε τον ήχο των διάφορων εργαλείων που την άγγιζαν, τον οξύ ήχο του μετάλλου σε μια πέτρα ή τον βαθύ σε ένα κομμάτι πηλού, μπορεί να έκανε και άλλα, που δεν παρακολουθούσα ή και δεν κατάλαβα, αφοσιωμένος φυσικά στη λεγόμενη επιστημονικότατα της δουλειάς μου.
Γιάννης Σακελλαράκης, Η ποιητική της ανασκαφής, Εκδόσεις Ίκαρος, ISΒΝ 960-7721-91-8, σελ. 73
Μετά τόσα χρόνια έρευνας, νομίζω πως αν αφήσω κάτι στην κρητική αρχαιολογία θα είναι ακριβώς η έννοια της διάστασης των βουνών. Ο τόπος απ’ όπου ξεπήδησε από τα μινωικά κιόλας χρόνια κάθε δυνατό αίσθημα, και μάλιστα της ελευθερίας και της ειρήνης. Αντίδωρο για όσα πολλά κέρδισα. Και δεν εννοώ πια τα ευρήματα. Γιατί λογαριάζω τα συνθήματα των ανθρώπων των βουνών.
Γιάννης Σακελλαράκης, Η ποιητική της ανασκαφής, Εκδόσεις Ίκαρος, ISΒΝ 960-7721-91-8, σελ. 94-5
Του κύκλου τα γυρίσματα π’ ανεβοκατεβαίνουν
και του τροχού π’ ώρες ψηλά κι ώρες στα βάθη πηαίνουν
με του καιρού τα’ αλλάματα π’ αναπαημό δεν έχουν…
Β. Κορνάρος, Ερωτόκριτος
Ονειρεύομαι για τη Ζώμινθο μια διαχείριση σαν αυτή κάποιων αρχαιολογικών χώρων του εξωτερικού.Τα αρχαία στη φυσική τους κατάσταση και τίποτε άλλο.
«Ο επισκέπτης θα μπορεί να νιώσειτη μινωική γαλήνη.Και αυτό είναι το σημαντικότερο», λέει. « Από οποιονδήποτε αρχαιολογικό χώρο έχουμε πάει, τι μας έμεινε;Ένα άρωμα, μια μνήμη. Θυμάμαι εγώ σήμερα πόσες κολόνες είχε ένας ναός στην Κάτω Ιταλία; Και γιατί να το θυμάμαι; Αφού ξέρω σε ποιο βιβλίο είναι γραμμένο. Αλλά θυμάμαι πώς είναι πεσμένες κάτω οι κολόνες, πώς ήταν το τοπίο, η ατμόσφαιρα του χώρου…».
Η τρικοκκιά, το δέντρο που αλλάζει χρώματα στις εποχές του χρόνου, είναι το σήμα της Ζωμίνθου σήμερα. «Η Ζώμινθος είναι η ζωή μου!» λέει απρόσμενα ο κ. Σακελλαράκης. Έχει ανασκάψει τις Αρχάνες, το Ιδαίον Άνδρον, τα Ανεμόσπηλια, έχει βρει ιερά κορυφής ασύλητα, πολύτιμα αντικείμενα που εκτίθενται στα μουσεία, έχει σημαντικότατο συγγραφικό έργο, διεθνή καταξίωση… Επιμένει: «Αν αφήσω κάτι στην αρχαιολογία, αυτό θα είναι η διάσταση των βουνών».
Τελικά ήταν τύχη ή ατυχία να είναι αποφορτισμένη η μπαταρία την προηγούμενη φορά, για να ξανάρθω τη μέρα εκείνη που δε θα έβρισκα στην πόρτα του αρχαιολογικού χώρου κλειδωμένο το λουκέτο;
Πάλι χωρίς φωτογραφίες: η ανασκαφή δεν έχει ακόμα ολοκληρωθεί.
Αλλά σε ποια φωτογραφία να χωρέσει το συναίσθημα και η μνήμη;
1.Nα συμπληρώσετε τον ακόλουθο πίνακα στην Υποτακτική (τους άλλους ρηματικούς τύπουςστο β΄πληθ. πρόσωπο):
Ενεστώτας
Παρατατικός
Παρακείμενος
cognovisset
poposcit
vulneravit
venit
praeripuisset
volui
interemptura essem
cessisset
interficiendo
resecandorum
elapso
vocatus
obiurgandum
molientem
experiri
2. Να τοποθετήσετε τις παρακάτω μετοχές στην κατάλληλη στήλη από τις 3 τελευταίες του παρακάτω πίνακα και να συμπληρώσετε τις υπολοιπες στον ίδιο τύπο:
έχει ως υποκείμενο
Ενεργ. Ενεστώτας
Ενεργητ. Μέλλων
Παθ. Παρα-
κείμενος
elapso
vocatus
molientem
experiri
3. Να συμπληρώσετε τον παρακάτω πίνακα:
γεν. εν.
αιτ. εν.
αφαιρ. εν.
γεν. πληθ.
αιτ. πληθ.
uxor
cultellum
unguium
tonsoris
officium
indicium
amoris
ferro
4. Να συμπληρώσετε στον παρακάτω πίνακα τύπους της προστακτικής:
Ενεστώτας
Μέλλων
venit
poposcit
venit
poposcit
β΄ εν
γ΄ εν
β΄ πλ
γ΄ πλ
5. Να χαρακτηρίσετε συντακτικά τις παρακάτω λέξεις – φράσεις του κειμένου:
de interficiendo Caesare
unguium resecandorum causa
adeamobiurgandam
6. Να συμπληρώσετε τον παρακάτω πίνακα:
ειδικό / τελικό
ταυτο- ετε-
ροπροςωπ.
ρήμα εξάρτησης
έχει ως υποκείμ.
πτώσηυποκειμέν.
7. Στις παρακάτω προτάσεις να γράψετε: α) πώς εισάγονται, β) πώς εκφέρονται, γ) τι είδους είναι, δ) ακολουθία των χρόνων, ε) συντακτική λειτουργία
cum viri sui consilium de interficiendo Caesare cognovisset
quod tonsoris praeripuisset officium
quam aequo animo me ferro essem interemptura
8. si tibi consilium non ex sententia cessisset: νααναγνωρίσετετονυποθετικόλόγοκαινατονμετατρέψετεσταάλλαείδη.
9. Στα παρακάτω παραδείγματα να προστεθεί στο γερούνδιο το αντικείμενο που βρίσκεται μέσα στην παρένθεση και να γίνειη γερουνδιακή έλξη. Να διευκρινιστεί αν η έλξη είναι υποχρεωτική ή όχι.
10. Να μεταφραστεί στα λατινικά η πρόταση “ήλθαν πρέσβεις, για να ζητήσουν (peto) ειρήνη (pax)” με τους πέντε διαφορετικούς τρόπους που υποδεικνύουμε στις παρατηρήσεις.
11. Να μετατρέψετε τον ευθύ λόγο σε πλάγιο αλλάζοντας το inquitσε dixit.
Cui secreto Porcia “non est hoc” inquit “temerarium factum meum, sed certissimum indicium amoris mei erga te tale consilium molientem: experiri enim volui, quam aequo animo me ferro essem interemptura, si tibi non ex sententia cessisset”.
Μετάφραση49ης Ενότητας
Σαν έμαθε Η Πορκία, η σύζυγος του Βρούτου, το σχέδιο του άνδρα της για τη δολοφονία του Καίσαρα, ζήτησε ένα ξυράφι μανικιουρίστα δήθεν για να κόψει τα νύχια της και μ΄ αυτό αυτοτραυματίστηκε, καθώς της γλίστρησε δήθεν κατά τύχη. Έπειτα ο Βρούτος, που οι υπηρέτριες τον κάλεσαν με κραυγές στο υπνοδωμάτιο της, ήρθε για να τη μαλώσει που τάχα είχε κλέψει τη δουλειά του μανικιουρίστα. Σ’ αυτόν η Πορκία κρυφά«δεν είναι αυτό» είπε «μια ασυλλόγιστη πράξη μου, αλλά μια ξεκάθαρη απόδειξη της αγάπης μου για σένα που ετοιμάζεις ένα τέτοιο σχέδιο: θέλησα δηλαδή να δοκιμάσω με πόση ηρεμία θα σκοτωνόμουν με το ξίφος, αν το σχέδιό σου δεν είχε αίσια έκβαση.
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό.ΕντάξειΔιαβάστε περισσότεραΜη αποδοχή