Ήρθαν τα νέφη του Βοριά,
στ᾿ αλόγατα καβάλα
και ξεπεζέψανε βαριά
στα όρη τα μεγάλα.
Καθένα σε κορφή κοντά
οχυρωμένο αχνίζει,
καθένα αστράφτει και βροντά
και πόλεμο αρχίζει.
Ρίχνουν για σκάγια τη βροχή,
για βόλια το χαλάζι
και πλημμυρά στην εξοχή
και τα σπαρμένα αρπάζει.
Βγαίνει ο γεωργός, αντί σπαθί,
μ᾿ ένα τσαπί και φτυάρι-
ποιος μπορεί ν ᾿ αντισταθεί
σε ορμητικό χειμάρρι;
Στρέφει τα μάτια στα ψηλά
και τον Θεό κοιτάζει,
το δάκρυ του κατρακυλά