σαν μία μεγάλη μπάλα
με πόλεις λίμνες και βουνά
ποτάμια δάση κι άλλα.
Επάνω της σπίτια πολλά
και πλήθος ανθρωπάκια
κίτρινα μαύρα και λευκά
όλου του κόσμου τα παιδάκια.
Άγνωστος δημιουργός ( από τις προσωπικές σημειώσεις)
σαν μία μεγάλη μπάλα
με πόλεις λίμνες και βουνά
ποτάμια δάση κι άλλα.
Επάνω της σπίτια πολλά
και πλήθος ανθρωπάκια
κίτρινα μαύρα και λευκά
όλου του κόσμου τα παιδάκια.
Άγνωστος δημιουργός ( από τις προσωπικές σημειώσεις)
τριγύρω το χιόνι.
Το πόδι απλώνει
δειλά, να το πιάσει
να παίξει μαζί του
μα πόσο παγώνει!
Και να, μοιάζει να σκέφτεται:
-Ω, τι να ναι τούτο
το ολάσπρο χαλί;
Ποτέ δεν ξανάδα
τον κήπο ντυμένο
με αυτή, τη στολή ….
Μα νιώθεις ανήμπορο
να παίξεις και τρέμεις,
μικρό μου γατάκι…..
Ωραίο το χιόνι,
μα πόσο ομορφότερο
για…
Θεριστής με το δρεπάνι, τον καιρό του δεν τον χάνει.…
Άλλα λογαριάζει ο Μάρτης κι άλλα η Σαρακοστή.
Αν δε βγει ο Φλεβάρης , δεν μπαίνει ο Μάρτης
Ζεστός Φλεβάρης, το Πάσχα κρύο.
Θύμωσε ο Φλεβαράκης, πλάκωσε ο χιονάκης.
Ο Φλεβάρης κι αν φλεβίσει καλοκαίρι θα μυρίσει κι άμα τύχει και θυμώσει μέσ’ τα χιόνια θα μας χώσει.
Ο Φλεβάρης με νερό, κουτσός μπαίνει στο χορό.
Τα χιόνια του Φλεβάρη, βγάζουν τον Μάρτη παλικάρι.
Τον Φλεβάρη τον καλό ανοίγει η γης από το νερό.
Του…
έτοιμη να με δεχτεί
σαν φτωχό σπουργίτι,
και τη λένε σπίτι.
Η γιαγιά μας είναι κει
πάντα σ’ όλους στοργική,
κι ο παππούς στο πλάι
μας χαμογελάει.
Κι η μητέρα η γελαστή,
που ετοιμάζει καθετί,
στέκει παραστάτης
για την φαμελιά της.
Κι ο πατέρας, σαν γυρνά,
στην αγκάλη του συχνά
παίρνει τον καθένα
-πρώτα πρώτα εμένα.
Γιώργος Κοτζιούλας
Νιάο, νιάο.
Κι είναι τώρα σαν να λέει:
“Πώς πεινάω!…”
Την ταΐζω, την ποτίζω.
Νιάο, νιάο.
Κι είναι πάλι σαν να λέει:
“Σ’ αγαπάω”.
Τη χαϊδεύω. Νύχια μπήγει.
Νιάο, νιάο.
Ναι. Το ξέρω τι μου λέει:
“Γρατσουνάω”.
Γιώργης Κρόκος
της Πρωτοχρονιάς φλουρί,
πάντα, πάντα το παιδί σου
μες στην πίτα θα το βρει.
Το κομμάτι που θα πάρει,
του το ορίζει ο Θεός,
γι’ αυτό έχει άρωμα, έχει γλύκα
κι έχει και φλουράκι, φως.
Μέσα στα κλειστά χεράκια,
σαν σε κουμπαρά ζεστό,
παίζει το φλουρί Φεγγάρι
κούκου, κούκου! το κρυφτό.
Κι απ’ τη χούφτα του ως προβάλλει,
το παιδί…