Αύριο Τρίτη, 18 Δεκεμβρίου από τις 12.30 ως τις 14.00 θα παραδοθούν οι βαθμοί στο Γυμνάσιο Κορησού.
Εντίτα Μόρρις, “Τα λουλούδια της Χιροσίμα” Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Β΄Γυμνασίου σελ. 223
Συντάκτης: Αρετή Κάρκου | Κάτω από: Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Β' Γυμνασίου
Εντίτα Μόρρις, “Τα λουλούδια της Χιροσίμα”
Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας
Β΄Γυμνασίου σελ. 223
Η υπόθεση του βιβλίου:
Ένας Αμερικανός ανυποψίαστος για το συνεχιζόμενο μαρτύριο των θυμάτων της Βόμβας, μπαίνει οικότροφος σ’ ένα γιαπωνέζικο σπίτι. Η νεαρή οικοδέσποινα προσπαθεί με κάθε τρόπο να του κρύψει τα φριχτά της εγκαύματα και να του κρύψει πως και όλα τα άλλα μέλη της οικογένειας έχουν μέσα τους το θάνατο. Ο Αμερικανός μας, ανακαλύπτει σιγά-σιγά το δράμα που παίζεται γύρω του και συνειδητοποιεί το μερίδιο της ευθύνης που του αναλογεί. Η νεαρή Γιούκα-σαν με την αφήγησή της, όπου εναλλάσσονται στιγμές τρόμου με στιγμές αγάπης κι ανθρωπιάς δεν κατηγορεί κανένα. Ωστόσο το βιβλίο είναι τελικά το πιο αδυσώπητο κατηγορητήριο για τη βαρβαρότητα του ατομικού Πολέμου.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα:
Ή Έντίτα Μόρρις γεννήθηκε στη Σουηδία. Είναι παντρεμένη με τον Αμερικανό συγγραφέα και ανθρωπιστή ‘Ιρα Μόρρις. ‘Έχει ταξιδέψει πολύ, σ’ όλες τις ηπείρους. Το βιβλίο πού την έκανε διάσημη,
«Τα λουλούδια της Χιροσίμα», έχει μεταφραστεί σε είκοσι γλώσσες.
Η ανάλυση του μαθήματος από την Αλεξάνδρα Γερακίνη παρακάτω:
Όλη η ταινία παρακάτω:
Στη σελίδα www.netschoolbook.gr θα βρείτε πλούσιο υλικό για τη Χιροσίμα.
Επιλογή βίντεο από τη Γεωργία Βόλτση
Το παρακάτω βίντεο απόσπασμα από την ταινία της Μαργκερίτ Ντυράς “Χιροσίμα, αγάπη μου”
Lyrics:
Enola gay, you should have stayed at home yesterday
Aha words can’t describe the feeling and the way you lied
These games you play, they’re gonna end it more than tears someday
Aha enola gay, it shouldn’t ever have to end this way
It’s 8:15, and that’s the time that it’s always been
We got your message on the radio, conditions normal and you’re coming home
Enola gay, is mother proud of little boy today
Aha this kiss you give, it’s never ever gonna fade away
Enola gay, it shouldn’t ever have to end this way
Aha enola gay, it shouldn’t fade in our dreams away
It’s 8:15, and that’s the time that it’s always been
We got your message on the radio, conditions normal and you’re coming home
Enola gay, is mother proud of little boy today
Aha this kiss you give, it’s never ever gonna fade away
Read more: OMD – Enola Gay Lyrics | MetroLyrics
Και αύριο Παρασκευή 14-12-2012 τα σχολεία του Δήμου Καστοριάς θα ξεκινήσουν τη λειτουργία τους στις 9:15.
Κ.Π.Καβάφης “Φωνές” , “Όσο μπορείς” και “Στα 200 π.Χ.”Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου σελ. 120, 121, 123
Συντάκτης: Αρετή Κάρκου | Κάτω από: Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ' Γυμνασίου“Φωνές”
“Όσο μπορείς”
“Στα 200 π.Χ.”
Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας
Γ’ Γυμνασίου σελ. 120, 121, 123
Όσο μπορείς Το ηλεκτρονικό βιβλίο
Στα 200 π.Χ. Το ηλεκτρονικό βιβλίο
Ο επίσημος διαδικτυακός τόπος του αρχείου Καβάφη
Ανάλυση και στοχασμοί για τις Φωνές του Καβάφη στο afterschool bar
Η Τζάκι Κένεντι – Ωνάση και ο Καβάφης
Στις 19 Μαΐου του 1994 η Τζάκι Κένεντι – Ωνάση άφησε την τελευταία της πνοή σε ηλικία 65 ετών. Στην κηδεία της πλήθος κόσμου ανέμενε ν’ ακούσει τους επικήδειους. Όμως η Τζάκι με όρο στη διαθήκη της τους είχε «απαγορεύσει» και το μόνο που διαβάστηκε σύμφωνα με την επιθυμία της ήταν το ποίημα του Καβάφη «ΙΘΑΚΗ» που υπήρξε ο αγαπημένος της ποιητής.
Κάθε αναγνώστης του Καβάφη, Έλληνας ή ξένος, τον εκτιμά απεριόριστα με ευγνωμοσύνη και θαυμασμό σαν έναν από τους πιο τίμιους, γοητευτικούς, σοφούς και ανθρώπινους δασκάλους του αιώνα μας. Ο Καβάφης με την τόλμη της ειλικρίνειας των αισθημάτων του απέναντι στον έρωτα και στο θάνατο, τόλμη και ειλικρίνεια που του δίνουν μια από τις τιμητικές θέσεις στην παγκόσμια ποιητική πρωτοπορία.
Πηγή: http://www.onlarissa.gr/2013/01/25/i-tzaki-kenenti-onasi-ke-o-kavafis/
Το πιο γνωστό ποίημα του Καβάφη:
«Περιμένοντας τους Βαρβάρους»
— Τι περιμένουμε στην αγορά συναθροισμένοι;
Είναι οι βάρβαροι να φθάσουν σήμερα.
— Γιατί μέσα στην Σύγκλητο μια τέτοια απραξία;
Τι κάθοντ’ οι Συγκλητικοί και δεν νομοθετούνε;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Τι νόμους πια θα κάμουν οι Συγκλητικοί;
Οι βάρβαροι σαν έλθουν θα νομοθετήσουν.
—Γιατί ο αυτοκράτωρ μας τόσο πρωί σηκώθη,
και κάθεται στης πόλεως την πιο μεγάλη πύλη
στον θρόνο επάνω, επίσημος, φορώντας την κορώνα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα.
Κι ο αυτοκράτωρ περιμένει να δεχθεί
τον αρχηγό τους. Μάλιστα ετοίμασε
για να τον δώσει μια περγαμηνή. Εκεί
τον έγραψε τίτλους πολλούς κι ονόματα.
— Γιατί οι δυο μας ύπατοι κ’ οι πραίτορες εβγήκαν
σήμερα με τες κόκκινες, τες κεντημένες τόγες·
γιατί βραχιόλια φόρεσαν με τόσους αμεθύστους,
και δαχτυλίδια με λαμπρά, γυαλιστερά σμαράγδια·
γιατί να πιάσουν σήμερα πολύτιμα μπαστούνια
μ’ ασήμια και μαλάματα έκτακτα σκαλιγμένα;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
και τέτοια πράγματα θαμπώνουν τους βαρβάρους.
—Γιατί κ’ οι άξιοι ρήτορες δεν έρχονται σαν πάντα
να βγάλουνε τους λόγους τους, να πούνε τα δικά τους;
Γιατί οι βάρβαροι θα φθάσουν σήμερα·
κι αυτοί βαρυούντ’ ευφράδειες και δημηγορίες.
— Γιατί ν’ αρχίσει μονομιάς αυτή η ανησυχία
κ’ η σύγχυσις. (Τα πρόσωπα τι σοβαρά που εγίναν).
Γιατί αδειάζουν γρήγορα οι δρόμοι κ’ η πλατέες,
κι όλοι γυρνούν στα σπίτια τους πολύ συλλογισμένοι;
Γιατί ενύχτωσε κ’ οι βάρβαροι δεν ήλθαν.
Και μερικοί έφθασαν απ’ τα σύνορα,
και είπανε πως βάρβαροι πια δεν υπάρχουν.
Και τώρα τι θα γένουμε χωρίς βαρβάρους.
Οι άνθρωποι αυτοί ήσαν μια κάποια λύσις.
Read more: http://latistor.blogspot.com/2010/10/blog-post_29.html#ixzz57rBSE422Read more: http://latistor.blogspot.com/2010/10/blog-post_29.html#ixzz57rBFR1bC
Τα μαθήματα αύριο Πέμπτη 13-12-2012 για τα σχολεία του Δήμου Καστοριάς θα ξεκινήσουν στις 9:15.
ΑΝΑΒΟΛΗ ΕΚΠΑΙΔΕΥΤΙΚΗΣ ΕΠΙΣΚΕΨΗΣ
Συντάκτης: ΓΥΜΝΑΣΙΟ ΚΟΡΗΣΟΥ ΚΑΣΤΟΡΙΑΣ | Κάτω από: ΕνημέρωσηΗ προγραμματισμένη εκπαιδευτική επίσκεψη του Γυμνασίου μας στα Τρίκαλα για αύριο Πέμπτη 13-12-2012, αναβάλλεται λόγω των δυσμενών καιρικών συνθηκών
Γεώργιος Βιζυηνός, “Στο χαρέμι” Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄ Γυμνασίου σελ.92
Συντάκτης: Αρετή Κάρκου | Κάτω από: Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ' Γυμνασίου“Στο χαρέμι”
Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας
Γ’ Γυμνασίου σελ.92
Από την έρευνα στο διαδίκτυο της Κάλλης Βάσκου του Γ1 :
ΠΛΗΡΟΦΟΡΙΕΣ:
Ο αφηγητής του διηγήματος, ο εγγονός, διηγείται αρχικά τις συνθήκες διαβίωσής του στην Πόλη, όταν ήταν ραφτόπουλο του αρχιράφτη της Βαλιδέ – Σουλτάνας και περίμενε να του συμβούν όλες οι περιπέτειες που του είχε διηγηθεί ο «κοσμογυρισμένος» παππούς του. Βέβαια η πραγματικότητα είναι αρκετά διαφορετική από τις διηγήσεις του παππού, γεγονός που γεμίζει με απογοήτευση τον νεαρό. Κάποια μέρα φτάνει στην Πόλη ο Θύμιος, ο υπηρέτης του παππού και τον παίρνει μαζί του στο χωριό, γιατί ο παππούς του δεν ήταν καλά και τον ζητούσε. Ο εγγονός βρίσκει τον παππού του σε αρκετά καλή κατάσταση και στην κουβέντα που αναπτύσσεται, ο νεαρός ρωτά τον παππού σχετικά με τα ταξίδια που έκανε όταν ήταν νέος. Σε αυτή την κουβέντα αποκαλύπτεται ότι ο παππούς δεν έχει κάνει ούτε ένα ταξίδι στη ζωή του και πως όλα τα ταξίδια που σκεφτόταν να κάνει τα πραγματοποίησε η αυταρχική και καταπιεστική γιαγιά του νεαρού, η Χρουσή. Ο παππούς περιγράφει τις περιπέτειες της παιδικής του ηλικίας στον εγγονό και ο γάμος του σε πολύ μικρή ηλικία εξηγεί κατά τον Βιζυηνό τον άβουλο χαρακτήρα του. Την επόμενη μέρα ο παππούς πεθαίνει και έτσι πραγματοποιεί αληθινά «το μόνον της ζωής του ταξίδιον».
Γεώργιου Βιζυηνού, «Το μόνον της ζωής του ταξείδιον» (απόσπασμα)
― Επήγες εις την Πόλη, ψυχή μου, είπεν ο παππούς, όταν ετελείωσαν αι περιπτύξεις και τα φιλήματα, και εστέγνωσαν τα δάκρυά μου. — Επήγες εις την Πόλη.— Είδες πολύν κόσμον!
― Ναι, παππού. Είδα την Συληβριά με το Παραπόρτι αψηλά αψηλά και με κάτι μύλους που έχουν φτερά και γυρίζουν με τον άνεμο!
― Άς τ’ αυτά! Είπεν ο παππούς. Επέρασες από την χώρα, που ψήv’ ο ήλιος το ψωμί; Και είδες τους Σκυλοκεφάλους;
― Όχι, παππού! Δεν τους είδα. Πού είναι αυτοί οι Σκυλοκέφαλοι;
― Να, κομμάτι παρ’ εδώ από την χώρα, που ψήν’ ο ήλιος το ψωμί. Είπεν ο παππούς, σημειών το «παρ’ εδώ» εις τον ορίζοντα δια δεικτικής χειρονομίας, ως κάμνουν οι γεωγράφοι, όσοι επεσκέφθησαν τα μέρη περί ων διδάσκουσι.
― Απ’ εμπρός είναι άνθρωποι ―εξηκολούθησεν ο παππούς― και από πίσω σκύλοι. Απ’ εμπρός μιλούν και από πίσω γαυγίζουνε. Απ’ εμπρός σε καλοπιάνουν και από πίσω σε τρώνε! Γι’ αυτό, ψυχή μου, καλύτερα που δεν επήγες.
― Ω! βέβαια καλλίτερα! είπον εγώ. Καλύτερα που δεν μ’ έφαγαν κ’ επήγα στην Πόλη με το καΐκι. Να ιδείς δα, παππού, και την θάλασσα! Έτσι ως πάνου γεμάτη νερό! και μέσα στο νερό τα καΐκια. ― Φσσσσσσσ! Φσσσσσσσ! περπατούν με τα πανιά φουσκωμένα!
― Άς τ’ αυτά! Είπεν ο παππούς πάλιν. Επέρασες από της θάλασσας τον αφαλό και είδες το νερό που γυρίζει γύρω, γύρω, γύρω, σαν που γυρίζ’ η γιαγιά σου η Χατζίδενα την άρμη στον «μπακήρα», και γίνεται μια τρύπα μέσ’ στην μέση;
― Όχι, παππού, δεν το είδα!
― Ωχ! ψυχή μου! Δεν είδες τίποτε λοιπόν!
― Και πού είναι αυτό, παππού;
― Αυτό είναι, έτσι κομμάτι παρ’ εδώ, είπεν ο παππούς δεικνύων εις τον ορίζοντα δια της χειρός — εκεί όπου ευρίσκεται η Φώκια, η μάνα τ’ Αλεξάνδρου. Αυτήν την είδες καν την είδες;
― Όχι, παππού! δεν την είδα!
― Αχ! ψυχή μου, ανεστέναξε βαθύτερον ο παππούς, τίποτε δεν είδες! τίποτε!
― Και πώς είναι η Φώκια, παππού;
― Να έτσι, ―είπεν ο παππούς χειρονομών ούτως, ως εάν είχεν την Φώκιαν ενώπιόν του και μοι ώριζεν ανατομικώς τα μέλη της.― Από τον αφαλό και πάνου είναι η εμορφότερη γυναίκα, από τον αφαλό και κάτω είναι το φοβερώτερο ψάρι. Κάθεται στον πάτο της θάλασσας. Μα κει που σκιαχθεί κανένα καράβι που περνά από πάνω, κάνει μία χοπ! και βγαίνει στην επιφάνεια· κάνει μια χαπ! και αρπάζει το καράβι με το χέρι της και το σταματά. Απαί, φωνάζει τον καπετάνο και τον ερωτά: Αλεξανδρος ο βασιλεύς ζει και βασιλεύει; Τρεις φορές τον ερωτά, ψυχή μου, και τρεις φορές ο καπετάνος σαν της ειπεί πως ζει και βασιλεύει, τον αφήνει και πάγει στην δουλειά του. Σαν της ειπεί πως δεν ζει, τον βουλά και τον πνίγει!
Και αναποδίσας την κάλτσαν της γιαγιάς και σείσας αυτήν ούτως, ώστε να πέσει το εντός αυτής κουβάριον, μοι έδειξε πώς ναυαγούν τα πλοία ο παππούς, και ―γι’αυτό, επρόσθεσε— καλύτερα, ψυχή μου, που δεν την είδες.
― Ω, βέβαια καλύτερα, παππού! Γιατί διες πώς θα επήγαινα στην Πόλη σαν ιπνίγομουν; Να ιδείς δα, παππού, τι μεγάλη που είναι η Πόλη, και τι λογής λογής άνθρωποι που είν’ αυτού και χανούμισσες και βασιλοπούλ…
― Άς τ’ αυτά!!! διέκοψεν ο παππούς πάλιν, ως εάν ωμίλουν περί πραγμάτων κοινών και τετριμμένων. Είδες τον τόπο, που είναι οι άνθρωποι οι μαρμαρωμένοι;
― Όχι, παππού! Δεν τον είδα!
― Αάχ! ψυχή μου! Τίποτε δεν είδες στην ζωή σου, τίποτες!
― Και πού είν’ αυτό παππού;
― Αυτό, είπεν ο παππούς ως άνθρωπος συγκεντρών την μνήμην του, αυτό είναι βαθειά μέσα σ’ ένα δάσος. Μέσα σ’ ένα σπήλαιο. Έτσι καθώς έμβεις απ’ αυτήν την μεριά, βλέπεις όλους τους ανθρώπους που έγιναν μάρμαρο. Γιατί αυτού μέσα είναι μια μάγισσα, που όποιον διει πως περνά και τον αγαπήσει, τον παραπλανά να έμβει αυτού μέσα και τον κάμνει μάρμαρο και τον έχει αυτού πέρα στημένο, για να μη της φύγει. Όποτε θέλει αυτή, παίρνει το αθάνατο νερό και του στάζει τρεις κόμβους επάνω στην κορφή, και εκεί στην στιγμή το μάρμαρο μαλακώνει και γίνεται άνθρωπος εμορφότερος από πρώτα. Τότε κάθεται και τρώγει και πίνει και διασκεδάζει μαζί του· σαν διασκεδάσει κ’ ύστερα, μια τον βλέπει καλά καλά στα μάτια και τον κάμνει πάλι μάρμαρο. Γι’ αυτό, ψυχή μου, καλύτερα που δεν την είδες!—
Ποτέ δεν αμφέβαλον, ότι ο παππούς μου ήτο πολύπειρος, κοσμογυρισμένος άνθρωπος. Αλλ’ οπωσδήποτε επέστρεφον και εγώ από το μακρότερον ―μετά τον Άγιον Τάφον― ταξείδιον, από την Πόλιν. Είχον ιδεί τόσα και τόσα πράγματα. Ενόμιζον λοιπόν, ότι έφερον μετ’ εμαυτού αφηγητικήν ύλην, ικανήν να ενασχολήσει επί τινας τουλάχιστον ημέρας την προσοχήν, αν ουχί τον θαυμασμόν του γέροντος. Αλλ’ ότε τον ήκουσα να προφέρει ούτως ακαταδέκτως και περιφρονητικώς εκείνο το «Ας τ’ αυτά!», να διακόπτει τα σπουδαιότερά μου θέματα, ως εάν ήσαν μηδέν δι’ αυτόν, και να αντικαθιστά ταύτα δι’ ιδίων τόσον θαυμαστών, τόσον αγνώστων εις εμέ διηγημάτων, έπτυξα κατησχυμένος υπό το μέγεθος της ανεξαντλήτου κοσμογνωσίας αυτού και δεν ετόλμησα πλέον να είπω τίποτε.
Μετά πολλήν ώραν σιωπής, καθ’ ην ησθανόμην τον παππούν θριαμβεύοντα επί της απειρίας μου, ύψωσα εκ νέου τους οφθαλμούς προς αυτόν:
― Πολλά ταξείδια θα έκαμες εις την ζωήν σου! τω είπον. Και επρόφερα τας λέξεις μετά θαυμασμού, πολλής μετέχοντος της κολακείας.
Ο παππούς εξαφνίσθει. Προφανώς η ερώτησις τω ήλθεν απροσδόκητος. Επί τινας στιγμάς με ητένισεν ως άνθρωπος σιγηλά διαμαρτυρόμενος κατά τινος συκοφαντίας. Είτα, ― Εγώ; είπεν, Εγώ ταξείδια; Η γιαγιά σου, η Χατζίδενα!
[πηγή: Γεώργιος Βιζυηνός, Νεοελληνικά Διηγήματα, επιμ. Παν. Μουλλάς, Βιβλιοπωλείον της «Εστίας», Ι.Δ. Κολλάρου & Σιας Α.Ε., Αθήνα 1996, σ. 188-191]
Όλο το έργο εδώ
Και η ανάλυση του κειμένου στη Λογοτεχνική Ηλεκτρονική Εφημερίδα του Anatolia College εδώ
Πολύ ενδιαφέρουσα ανάρτηση από τους μαθητές του σχολείου!!!
Μελετήστε την, παρακαλώ!!!
Εμμανουήλ Ροΐδης, “Τα υαλοπωλεία” Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ’ Γυμνασίου σελ. 85
Συντάκτης: Αρετή Κάρκου | Κάτω από: Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ' ΓυμνασίουΕμμανουήλ Ροΐδης,
“Τα υαλοπωλεία”
σελ. 85
Ανάλυση και απαντήσεις στις ερωτήσεις του βιβλίου εδώ.
Για τον συγγραφέα και η ανάλυση του κειμένου
Έρευνα από τον μαθητή του Γ1 Ανδρόνικου Γεωργιάδη για τον Εμμανουήλ Ροΐδη και την Πάπισσα Ιωάννα:
Εικόνες για την Πάπισσα Ιωάννα
Εμμ. Ροΐδου, Το παράπονον του νεκροθάπτου:
Με απόφαση του Δημάρχου Καστοριάς τα σχολεία του Δήμου θα ξεκινήσουν τα μαθήματα στις 9:15 αύριο Τετάρτη 12-12-2012.
Οι μαθητές της Β’ Γυμνασίου μπορούν να πάρουν μια καλή γεύση για την ιστορία που κάνουν φέτος από την ανάρτηση στο ηλεκτρονικό περιοδικό Μικρός Αναγνώστης.
Πατήστε πάνω στην εικόνα και Καλή Περιήγηση!!!








