Λαθεμένο μου φαινόταν πάντα το όνομα που μας δίναν:
«Μετανάστες»
Θα πει, κείνοι που αφήσαν την πατρίδα τους. Εμείς, ωστόσο,
δε φύγαμε γιατί το θέλαμε,
λεύτερα να διαλέξουμε μιαν άλλη γη. Ούτε
και σε μιαν άλλη χώρα μπήκαμε
να μείνουμε για πάντα εκεί, αν γινόταν.
Εμείς φύγαμε στα κρυφά. Μας κυνηγήσαν, μας προγράψανε.
Κι η χώρα που μας δέχτηκε, σπίτι δε θα ΄ναι, μα εξορία.
Εμείς απομένουμε δω πέρα, ασύχαστοι, όσο μπορούμε πιο κοντά
στα σύνορα,
προσμένοντας του γυρισμού τη μέρα, καραδοκώντας το παραμικρό
σημάδι αλλαγής στην άλλην όχθη, πνίγοντας μ΄ερωτήσεις
κάθε νεοφερμένο, χωρίς τίποτα να ξεχνάμε, τίποτα
ν΄ απαρνιόμαστε,
χωρίς να συχωράμε τίποτα απ΄ό σα έγιναν, τίποτα δε συχωράμε.
Α, δε μας ξεγελάει τούτη η τριγύρω σιωπή! Ακούμε ίσαμ΄ εδώ
τα ουρλιαχτά που αντιλαλούν απ΄ τα στρατόπεδά τους. Εμείς
οι ίδιοι
μοιάζουμε των εγκλημάτων τους απόηχος, που κατάφερε
τα σύνορα να δρασκελίσει. Ο καθένας μας,
περπατώντας μες στο πλήθος με παπούτσια ξεσκισμένα,
μαρτυράει την ντροπή που τη χώρα μας μολεύει.
Όμως κανένας μας
δε θα μείνει εδώ. Η τελευταία λέξη
δεν ειπώθηκε ακόμα.
Δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες
στα περασμένα χρόνια.
Και σε ήλιο, σε καλοκαιριού προμάντεμα
και σε βροχή, σε χιόνια,
δεν τραγουδώ παρά γιατί μ’ αγάπησες.
Μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου
μια νύχτα και με φίλησες στο στόμα,
μόνο γι’ αυτό είμαι ωραία σαν κρίνο ολάνοιχτο
κ’ έχω ένα ρίγος στην ψυχή μου ακόμα,
μόνο γιατί με κράτησες στα χέρια σου.
Μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν
με την ψυχή στο βλέμμα,
περήφανα στολίστηκα το υπέρτατο
της ύπαρξής μου στέμμα,
μόνο γιατί τα μάτια σου με κύτταξαν.
Μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες
και στη ματιά σου να περνάη
είδα τη λυγερή σκιά μου, ως όνειρο
να παίζει, να πονάη,
μόνο γιατί όπως πέρναα με καμάρωσες.
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε
γι’ αυτό έμεινεν ωραίο το πέρασμά μου.
Σα να μ’ ακολουθούσες όπου πήγαινα,
σα να περνούσες κάπου εκεί σιμά μου.
Γιατί, μόνο γιατί σε σέναν άρεσε.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα,
γι’ αυτό η ζωή μου εδόθη.
Στην άχαρη ζωή την ανεκπλήρωτη
μένα η ζωή πληρώθη.
Μόνο γιατί μ’ αγάπησες γεννήθηκα.
Μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου
μου χάρισε η αυγή ρόδα στα χέρια.
Για να φωτίσω μια στιγμή το δρόμο σου
μου γέμισε τα μάτια η νύχτα αστέρια,
μονάχα για τη διαλεχτήν αγάπη σου.
Μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες
έζησα, να πληθαίνω
τα ονείρατά σου, ωραίε που βασίλεψες
κ’ έτσι γλυκά πεθαίνω
μονάχα γιατί τόσο ωραία μ’ αγάπησες
Γράμμα του Κώστα Καρυωτάκη στη Μαρία Πολυδούρη το 1922
Οι μαθητές εμπνέονται από το ποίημα της Μαρία Πολυδούρη:
Γενάρης 2013
Μέσα από το ποίημα η δημιουργός μας μεταδίδει τα συναισθήματά της. Μπορούμε, δηλαδή, διαβάζοντας το, να νιώσουμε ό,τι νιώθει κι εκείνη. Σε ολόκληρο το ποίημα κυριαρχεί μια ατμόσφαιρα πάθους και έντονου ερωτισμού, πράγμα που δηλώνει την πραγματική αξία του Κ. Καρυωτάκη για την ποιήτρια. Ιορδάνης Τρεμόπουλος Γ2 Δεν ξέρω, αν θα υπάρχει κόσμος.
Δεν ξέρω, εάν θα υπάρχει ζωή.
Για μένα ο κόσμος όλος είσαι, αγάπη, εσύ.
Μονάχα εσέ να σκέφτομαι
όλη τη μέρα κλαίω, πονώ
τον νου μου όμως δεν τον ξεγελώ
όσο κι αν προσπαθώ…! Βαρβάρα Κωνσταντινίδου Γ1
Ο έρωτας είναι μια γλυκιά φυλακή που δεν θέλεις να βγεις από εκεί!
Όταν είσαι ερωτευμένος ζεις σε έναν κόσμο κλειστό που χωρά μόνο δυο εσένα και το άτομο που αγαπάς.
Έρωτας είναι να κοιτάς τον άλλο στα μάτια και να χάνεσαι να ταξιδεύεις σε άλλο πλανήτη..!
Τι νόημα έχει να ζεις χωρίς έρωτα?
Η ζωή είναι μικρή!!!
Ερωτευτείτε, αλλά μην τρελαθείτε!!! Κατερίνα Αλμπάνη Γ1
Δεν επιτρέπεται σχολιασμός στο Κ.Γ.Καρυωτάκης “Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα”, “Το βράδυ” Κείμενα Νεοελληνικής Λογοτεχνίας Γ΄Γυμνασίου σελ. 147,148
Σαν δέσμη από τριαντάφυλλα
Είδα το βράδυ αυτό.
Kάποια χρυσή, λεπτότατη
Στους δρόμους ευωδιά.
Kαι στην καρδιά
Αιφνίδια καλοσύνη.
Στα χέρια το παλτό
Στ’ ανεστραμμένο πρόσωπο η σελήνη.
Hλεκτρισμένη από φιλήματα
Θα ‘λεγες την ατμόσφαιρα.
H σκέψις, τα ποιήματα
Βάρος περιττό.
Έχω κάτι σπασμένα φτερά.
Δεν ξέρω καν γιατί μας ήρθε
Το καλοκαίρι αυτό.
Για ποιαν ανέλπιστη χαρά
Για ποιες αγάπες
Για ποιο ταξίδι ονειρευτό.