
ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ ΓΙΟΡΤΗΣ
28ης ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ
ΚΟΡΗΣΟΣ 2013
Α΄ ΜΕΡΟΣ: ΓΙΟΡΤΗ ΤΗΣ ΣΗΜΑΙΑΣ
-Ανάγνωση Πρακτικού
-«Όρκος στη σημαία μας», (Αγνώστου) από τις Ελευθερία Τζάκα και Σοφία Τζιώλα
Β΄ ΜΕΡΟΣ: ΙΣΤΟΡΙΚΟ ΠΛΑΙΣΙΟ-ΝΤΟΚΟΥΜΕΝΤΑ
-Προβολή οπτικοακουστικού υλικού με ντοκουμέντα της εποχής
-Χρονικό: «Η ιταλική επίθεση στην Ελλάδα» από την Αλεξάνδρα Γκίτσιου
Γ΄ ΜΕΡΟΣ: ΤΟ ΕΠΟΣ ΤΟΥ ΄40
-«Έκτακτο ανακοινωθέν» (28 Οκτωβρίου 1940)
–«Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου» (Άλκης Ζέη) απόσπασμα
Δραματοποίηση και παράλληλη προβολή φωτογραφικού υλικού
-«Βάζει ο Ντούτσε τη στολή του»: Τραγούδι με τη Σοφία Βέμπο
και γελoιογραφίες της εποχής
-«Παιδιά, της Ελλάδος παιδιά»: Τραγούδι με τη Σοφία Βέμπο
και οπτικά ντοκουμέντα
Δ’ ΜΕΡΟΣ : ΚΑΤΟΧΗ-ΠΕΙΝΑ
-Το τελευταίο ανακοινωθέν του Ραδιοσταθμού Αθηνών (Απρίλιος 1941)
-«Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση;»: Απόσπασμα από την ταινία
-«Αθηνόδωρος» (Ζωρζ Σαρή): Η Ζωρζ Σαρή διαβάζει, ενώ παράλληλα προβάλλεται φωτογραφικό υλικό εποχής
-Δραματοποίηση αποσπάσματος από τον «Αθηνόδωρο»
-Μουσικό φινάλε από τον «Αθηνόδωρο»
ΕΘΝΙΚΟΣ ΥΜΝΟΣ
Πηγές- βιβλιογραφία
- Πανόραμα του αιώνα DVD (ντοκουμέντα ) – Παραγωγή ΕΡΤ 2006
- ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΗΣ ΝΕΟΤΕΡΗΣ ΚΑΙ ΣΥΓΧΡΟΝΗΣ ΕΛΛΑΔΑΣ 1821-1981 CD–Rom© Conceptum1998 (ντοκουμέντα)
- HΕΛΛΑΔΑ ΣΤΟΝ Β΄ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟ ΠΟΛΕΜΟ 1940-1944,
Ελληνική Ραδιοφωνία mp3 (ηχητικά ντοκουμέντα) – Παραγωγή ΕΡΑ
- Oμεγάλος περίπατος του Πέτρου της Άλκης Ζέη, Εκδόσεις Κέδρος (αποσπάσματα), Αθήνα 2005
- Ιστορία του Ελληνικού Έθνους (φωτογραφίες), τόμ. ΙΕ . Εκδοτική Αθηνών, 1978
- ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ 40-41, Εκδόσεις Κέδρος, Αθήνα 1982 (γελοιογραφίες εποχής)
- «Η Σοφία Βέμπο στα τραγούδια του ΄40» CD © 2000 MINOS– EMIα.ε.
- Όταν οι ήρωες… DVD Γ.Γ. Νέας Γενιάς (ντοκουμέντα)
- Τι έκανες στον πόλεμο Θανάση (1971) Ντίνου Κατσουρίδη DVD
- Ζωρζ Σαρή, Ο Αθηνόδωρος, διαβάζει η συγγραφέας, Βιβλία που Μιλούν, KAΣETA
- Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, Σάββατο 28 Οκτωβρίου 1995 (φωτογραφίες)
- Ο Αθηνόδωρος και άλλα…, Ζωρζ Σαρή, Εκδόσεις Πατάκη, Αθήνα 1997
(Διασκευή για τη δραματοποίηση)
Στο πρόγραμμα επίσης συμμετείχαν:
«Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου» της Άλκης Ζέη:
Γεωργία Βόλτση, Χρήστος Βόλτσης, Παντελής Ηλιάδης, Νικολέτα Κιοσέ, Θεοφάνης Μποντζίδης
«Αθηνόδωρος» Ζωρζ Σαρή:
Ελευθερία Γιαγκούλα, Ειρήνη Κετσεμενίδου, Αλέξανδρος Κοκκινίδης, Ελευθερία Μελλίδου,
Κωνστανίνα Ριστάτση
Τεχνική Υποστήριξη: Άννα Τσαχτσίρα
Κάμερα: Μάριος Βόλτσης
ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΙΑ ΓΙΟΡΤΗΣ: Αρετή Κάρκου
ΚΕΙΜΕΝΑ:
Όρκος στη σημαία μας
Σ΄ εσένα, που μες στις πτυχές σου
κλείνεις τα όνειρά μας,
τις λαχτάρες μας, τους πόθους,
την Ελλάδα ακέρια κι ένδοξη.
Σ΄ εσένα, που σε λούζει
της γαλάζιας θάλασσας ο αφρός
και σε χαϊδεύει τ΄ ομορφότερο ηλιόφως.
Σ΄ εσένα, που σκιρτάει η καρδιά μας
στο κυμάτισμά σου τ΄ ασπρογάλαζο.
Σ΄ εσένα, που μες στη θωριά σου βλέπουμε,
σα σε καθρέφτη, την ελληνική ψυχή
κι ακούμε την ελληνική φωνή,
και νιώθουμε την προσταγή
κι ορμούμε, χύνοντας ιδρώτα κι αίμα
στο βωμό της λευτεριάς και του πολιτισμού.
Σ΄ εσένα τούτη τη στιγμή ορκιζόμαστε.
Ορκιζόμαστε να μη σ΄ εγκαταλείψουμε ποτέ
και ξένα χέρια τ΄ άσπιλά σου χρώματα
ποτές να μη σπιλώσουν.
Ορκιζόμαστε να μείνουμε κοντά σου
και ν΄ αγωνιστούμε κάτω από την άγια σκέπη σου,
να κάνουμε κορμιά γερά, καρδιές αγγελικές,
ψυχές αγνές και πνεύμα καθαρό, ελληνικό.
Αγνώστου
Η Ιταλική Εισβολή στην Ελλάδα
28 Οκτωβρίου 1940
Το 1940 ο κόσμος ζούσε την τραγωδία ενός μεγάλου πολέμου. Η Γερμανία, με ηγέτη το Χίτλερ, μαζί με τη σύμμαχό της Ιταλία, με ηγέτη τον Μπενίτο Μουσολίνι, κατάφερε να κατακτήσει τις περισσότερες χώρες της Ευρώπης. Ο Ιταλός δικτάτορας αποφάσισε να κατακτήσει τη μικρή και όπως φαινόταν αδύνατη να αντισταθεί Ελλάδα. Έτσι άρχισε τις προκλήσεις. Στις 15 Αυγούστου 1940 ένα ιταλικό υποβρύχιο βύθισε το ελληνικό πολεμικό πλοίο “Έλλη”.
Τα χαράματα της 28ης Οκτωβρίου 1940 ο Ιταλός πρεσβευτής στην Αθήνα ξυπνά τον πρωθυπουργό της Ελλάδας Ιωάννη Μεταξά. Η ιταλική κυβέρνηση απαιτεί να παραχωρηθούν στο στρατό της λιμάνια, δρόμοι, σιδηρόδρομοι και χώροι για στρατόπεδα. Απαιτεί με λίγα λόγια την παράδοση της Ελλάδας. Η απάντηση δε θα μπορούσε να ήταν διαφορετική: ΟΧΙ.
Το πρωί οι Ιταλοί άρχισαν να βομβαρδίζουν τα ελληνικά φυλάκια που βρίσκονταν στις κορυφές της οροσειράς της Πίνδου. Μετά το βομβαρδισμό οι Ιταλοί στρατιώτες άρχισαν να περνούν τα σύνορα. Η εισβολή άρχισε. Στην Αθήνα και στις άλλες πόλεις ο κόσμος ξυπνούσε με τον ήχο των σειρήνων. Κηρύχτηκε επιστράτευση. Τα πανηγύρια στους δρόμους θύμιζαν μάλλον στιγμές ευτυχίας και όχι πολέμου. Όλος ο κόσμος έτρεχε να καταταγεί και να πολεμήσει.
Μέχρι τις αρχές Νοεμβρίου οι Ιταλοί έκαναν συνεχώς επιθέσεις. Όμως δεν τα κατάφεραν να σπάσουν τις ελληνικές γραμμές. Ο ελληνικός στρατός ξεκίνησε αντεπίθεση που τον έφερε ελευθερωτή στις πόλεις της Αλβανίας όπου ζούσαν Έλληνες: Στην Κορυτσά, στους Αγίους Σαράντα, στην Πρεμετή, στο Αργυρόκαστρο. Ο μικρός στρατός που ο Μουσολίνι λογάριαζε για εύκολο αντίπαλο όχι μόνο άντεξε αλλά κυνηγούσε τους Ιταλούς μέσα στην Αλβανία.
Ο βαρύς χειμώνας, η παγωνιά και το χιόνι που σκέπαζε τα βουνά της Πίνδου, ταλαιπωρούσε αφάνταστα τους στρατιώτες των δύο αντιπάλων. Τα κρυοπαγήματα και οι θάνατοι από το κρύο ήταν πολύ συχνά. Παρ’ όλες τις κακουχίες, οι Έλληνες στρατιώτες πολέμησαν ηρωϊκά και κατάφεραν το θαύμα.
Την άνοιξη του 1941 οι Ιταλοί προσπάθησαν πάλι να επιτεθούν. Το αποτέλεσμα ήταν πάλι το ίδιο: Αποτυχία. Τη λύση έδωσαν οι σύμμαχοι της Ιταλίας, Γερμανοί. Στις 6 Απριλίου 1941 επιτέθηκαν στα βόρεια σύνορα της Ελλάδας. Η αποτελεσματικότερη πολεμική μηχανή της εποχής έπεσε πάνω στον εξαντλημένο από τον πόλεμο ελληνικό στρατό.
Μέχρι το τέλος Απριλίου οι Γερμανοί μπήκαν στην Αθήνα. Άρχιζε τώρα για την Ελλάδα η μαύρη περίοδος της κατοχής. Οι Έλληνες σε όλη τη διάρκεια της σκλαβιάς, δε σταμάτησαν να αγωνίζονται. Οργανώθηκε γρήγορα ένοπλη αντίσταση. Ο λαός υπέφερε από την πείνα και χιλιάδες πέθαναν αβοήθητοι στους δρόμους. Τα συσσίτια που οργανώθηκαν από τον Ερυθρό Σταυρό έκαναν κάπως πιο υποφερτή την κατάσταση. Η ευλογημένη ώρα της απελευθέρωσης έφτασε στις 12 Οκτωβρίου του 1944.
Ο επικός αγώνας των Ελλήνων στα βουνά της Πίνδου παραμένει στην ιστορία ως σημείο αναφοράς και τιμής. Είναι χαρακτηριστικό το δημοσίευμα μιας αγγλικής εφημερίδας στις 4.4.1941:
“Από τώρα και στο εξής δε θα λέμε ότι οι Έλληνες πολεμούν σαν ήρωες αλλά ότι οι ήρωες πολεμούν σαν Έλληνες.”
Ο μεγάλος περίπατος του Πέτρου.(απόσπασμα) Άλκη Ζέη
– Σήκω, να είσαι ντυμένος, έγινε πόλεμος. Δεν ακούς τις σειρήνες;
Κάτω στο δρόμο ακούγονταν τραγούδια και εμβατήρια. Περνούσανε φορτηγά γεμάτα στρατιώτες που πετούσανε τα δίκοχά τους στον αέρα και φώναζαν: « ΌΧΙ. Όχι στους Ιταλούς που ρίχτηκαν στα καλά καθούμενα να φάνε την Ελλάδα».
Ο Πέτρος φανταζότανε τον πόλεμο σαν κάτι φριχτό. Να όμως που δεν ήταν έτσι. Έμοιαζε σαν γιορτή, σαν πανηγύρι. Κι αν δεν ήτανε οι σειρήνες που ούρλιαζαν κάθε τόσο, θα μπορούσε να χαρεί που δεν είχε σχολείο δευτεριάτικα.
– Μαμά, πήρανε το Τεπελένι.
– Το άκουσα, μη τσιρίζεις.
Ο Πέτρος δεν καταλαβαίνει, γιατί δε χαίρεται η μαμά. Θαρρείς και δεν είναι Ελληνίδα. Τόσες νίκες, τόση δόξα! Αχ, πότε πια θα γυρίσει αυτός ο θείος Άγγελος να τα διηγηθεί όλα. Η Ρίτα και η Αντιγόνη πλέκουνε συνέχεια κάλτσες για το στρατό, κι όταν μιλάνε για τους στρατιώτες, λένε: « Οι ήρωές μας». Ο παππούς τους λέει: « Οι λεβέντες μας».
Μόνο η μαμά έχει παραξενέψει και δεν τη νοιάζει για τις νίκες. Όλα τα βλέπει στενάχωρα, ακόμα και τα δελτάρια που στέλνει ο θειος Άγγελος εκείνη τα ερμηνεύει αλλιώτικα απ΄ όλους τους άλλους. Στο τελευταίο που τους έστειλε από «κάπου στο μέτωπο», έγραφε: « Μου γράφετε πως στην Αθήνα έχει λιακάδα, εδώ έχει κρύο και χιόνια… μ΄ ενοχλεί το μεγάλο δάχτυλο του ποδιού μου…»
Αυτό το μεγάλο δάχτυλο ξεσήκωσε πολλές συζητήσεις, γύρω από το τραπέζι.
-Θα του είναι κοντές οι αρβύλες, αυτό είναι, έλεγε ο παππούς.
-Εγώ σας λέω πως έχει πάθει κρυοπάγημα, έλεγε η μαμά.
-Άκου, κρυοπάγημα! θύμωσε ο παππούς. Αυτοί είναι οπλισμένοι με μάλλινα ως το λαιμό. Δε βλέπεις τις φωτογραφίες στις εφημερίδες; Η πριγκίπισσα διαδόχου με τα ίδια της τα χέρια τα μοιράζει.
Η μαμά, όμως, επέμενε πως ο θείος δεν είναι κανένας μυγιάγγιχτος να παραπονιέται πως του πονάει το δάχτυλο, γιατί είναι μικρή η αρβύλα. Κι ακόμα συνεχίζει νευριασμένη η μαμά, οι γυναίκες που στέκονται στην ουρά στον μπακάλη λέγανε πως φτάνουνε κάθε μέρα από το μέτωπο πλήθος τραυματίες με κρυοπαγήματα.
Ο Πέτρος κι ο παππούς δεν προφταίναν να φτιάχνουνε, με γαλάζιο και άσπρο χαρτί, σημαιούλες και να τις κρεμάνε στο μπαλκόνι σε κάθε καινούρια νίκη. Κι ο Πέτρος μάθαινε στον παππού όλα τα καινούρια τραγούδια, που σατιρίζανε τον Ντούτσε και τους Ιταλούς.
Σαν έπεσε το Αργυρόκαστρο, ο παππούς, η Αντιγόνη και ο Πέτρος άρχισαν να τραγουδάνε το « Κορόιδο, Μουσολίνι», ίσαμε που βράχνιασαν.
Ο Αθηνόδωρος Ζωρζ Σαρή (Διασκευή) (Καστοριά, 15-9-2006)
Ζωή ( στο κοινό): Τον Αθηνόδωρο μου τον χάρισε η Αθηνά. Φυσικά, εγώ τον βάφτισα Αθηνόδωρο, δηλαδή: δώρο της Αθηνάς.
………………………………………………………………………………………………………………………………………
Πατέρας: Σπουδαίο παιδί, σπουδαίο παιδί, σου λέω Έμμα.
Ζωή: Μα τι είναι πατέρα;
Πατέρας: Λάδι, παιδί μου, λάδι, ακούς; Ένας τενεκές από την Καλαμάτα.
Ζωή: Και πόσο τον πλήρωσες;
Πατέρας: Ούτε δραχμή. Μου τον χάρισε το σπουδαίο αυτό παιδί που του έμαθα γαλλικά. Φτάνει να προσέξουμε να μας κρατήσει μέχρι να τελειώσει ο πόλεμος, γιατί όπου να ΄ναι τελειώνει ο πόλεμος, Έμμα. Οι Ρώσοι μπήκανε στο χορό, θα τους πετσοκόψουνε…
Μητέρα: Εσύ τι κρατάς;
Ζωή: Ένα κουνέλι, μου το έδωσε η Αθηνά.
Μητέρα: Ένα κουνέλι;
Πατέρας: Έλα τώρα Έμμα, ας πάμε τον τενεκέ στην κουζίνα.
……………………………………………………………………………………………………………………………………
Ζωή (στο κοινό): Έτσι μπήκε ο Αθηνόδωρος στο σπίτι μας.
Πατέρας: Και που θα τον βάλεις;
Ζωή: Στο δωμάτιό μου, φυσικά.
Ειρήνη: Τρελάθηκες; Έχουμε κοτζάμ βεράντα και θα του φτιάξουμε μ΄ένα κασόνι ένα σπιτάκι.
………………………………………………………………………………………………………………………………………
Ζωή (στο κοινό): Ο Αθηνόδωρος στην αρχή ήταν πολύ φοβισμένος. Σιγά σιγά όμως ξεθάρρεψε και άρχισε να κυκλοφορά ανάμεσά μας.
Tον ταΐζαμε καλά. Ο Αθηνόδωρος δε θα πήρε χαμπάρι πως έχουμε πόλεμο και πως στέκεσαι στην ουρά με τις ώρες, για να βρεις κάτι να ψωνίσεις. Ζούσε ευτυχισμένος. Η Αθηνά, όταν ερχόταν σπίτι, πάντα κάτι του έφερνε. Ένα πράσινο φύλλο ή ένα χοντρό μαρουλόφυλλο.Ο Αθηνόδωρος πάχαινε κι ομόρφαινε…
Ένα πρωί ο πατέρας έβαλε κάτι φωνές, που τον άκουσε όλη η γειτονιά. Βρήκε την άκρια της κουβέρτας του και τα κορδόνια των παπουτσιών του φαγωμένα.
Πατέρας: Ποιος άλλος; Ο Αθηνόδωρος τα ΄φαγε. Ακονίζει τα δόντια του. Κλείστε τον, διώχτε τον! Πού θα βρω άλλα κορδόνια, για να πάω στο σχολείο;
………………………………………………………………………………………………………………………………………
Ζωή (στο κοινό): Μια μέρα ο Αθηνόδωρος μπήκε στο σπίτι –είχε ξεθαρρέψει εντελώς- και μασούλησε την άκρη του παντελονιού του πατέρα. Έγινε μεγάλο κακό.
Πατέρας: ΄Η θα φύγει ο Αθηνόδωρος ή θα φύγω εγώ. Διαλέξτε!
Ζωή (στο κοινό): Έκλαψα όσο δεν είχα κλάψει σ΄όλη μου τη ζωή.
Μητέρα: Σωκράτη, ηρέμησε, θα βρούμε κάποια λύση.
Πατέρας: Ποια λύση, Έμμα; Αυτό το ζώο θα μας φάει όλους. Ποια λύση;
Να φύγει, να φύγει…
Μητέρα: Κι αν τον δίναμε προσωρινά στην κυρα- Καλλιόπη;
Ζωή: Στο Μαύρο Χταπόδι;
Μητέρα: Στον κήπο της έχει κουνέλια. Ας την παρακαλέσουμε να τον κρατήσει για λίγο, μέχρι να μεγαλώσουν τα δόντια του και βλέπουμε…
Ειρήνη: Έχει δίκιο η μητέρα, μπορεί να μας κάνει τη χάρη. Τόσα μας έχει φάει για μια μπουκιά ψωμί. Τι θα της κοστίσει να μας φυλάξει λίγο τον Αθηνόδωρό μας;
Πατέρας: Καλή ιδέα. Να της τον δώσετε. Όταν θα γυρίσω από το σχολείο να μην τον βρω εδώ, γιατί θα τον πιάσω από τ’ αυτιά και θα τον τινάξω χάμω στην αυλή από την ταράτσα.
……………………………………………………………………………………………………………………………………
Ζωή ( στο κοινό): Άλλη λύση δεν υπήρχε, θα την παρακαλούσαμε την κυρα- Καλλιόπη.
Ειρήνη: Της το λες εσύ, μητέρα, που σ΄έχει με το σεις και με το σας;
Μητέρα: Όχι, Ειρήνη μου, όχι, μου κάνει κακό να τη βλέπω. Προχτές ο πατέρας σας της έδωσε ένα χρυσό βραχιόλι για το κρέας. Αυτή η γυναίκα το παρακάνει κι ας λέει πως κι εκείνη τ΄ αγοράζει στη μαύρη αγορά.
Ειρήνη: Σαχλαμάρες, φως φανάρι πως ο χοντρο- Μήτσος, ο γιος της συνεργάζεται με τους Γερμανούς, από κει τα βρίσκει όλα…
Ζωή: Καλά μητέρα, θα της μιλήσουμε οι δυο μας.
……………………………………………………………………………………………………………………………………
Ειρήνη (στο κοινό): Η κυρα- Καλλιόπη, το Μαύρο Χταπόδι, μένει στο πλαϊνό σπίτι. Οι βεράντες μας έχουνε ένα τοίχο.
Ζωή: Κυρία, Καλλιόπη.
Κ. Καλλιόπη: Καλημέρα σας, χρυσά μου κορίτσια. Κάθε μέρα και μου ομορφαίνετε… Φτου να μη μου βασκαθείτε…
Ειρήνη: Κυρία Καλλιόπη, μας κάνετε μια μεγάλη χάρη;
Κ. Καλλιόπη: Για σας κοπέλες μου ό,τι περνάει από το χέρι μου.
Ειρήνη: Να… Έχουμε ένα κουνέλι και θα θέλαμε…
Κ. Καλλιόπη: Μα το ξέρω, το βλέπω να σουλατσέρνει στη βεράντα σας…
Ειρήνη: Μήπως μπορείτε να το βάλετε για λίγες μέρες μαζί με τα δικά σας κουνέλια;
Κ. Καλλιόπη: Αυτό είναι όλο κι όλο; Και βέβαια να το πάρω.
Ζωή: Να σας τον δώσουμε τώρα;
Κ. Καλλιόπη: Μετά χαράς, μετά χαράς, κορίτσια μου.
………………………………………………………………………………………………………………………………………Ζωή: Αθηνόδωρε, άκουσε καλά τι θα σου πω, κουνελάκι μου. Πρέπει για λίγες μέρες να πας στο σπίτι της κυρα- Καλλιόπης. Θα ΄ρχομαι να σε βλέπω κι όταν μακρύνουν τα δοντάκια σου θα σε ξαναπάρουμε στο σπίτι, σ΄τ΄ορκίζομαι…
Ζωή: Ειρήνη, πιάσε τον εσύ, εγώ δεν μπορώ.
……………………………………………………………………………………………………………………………………
Ζωή(προς το κοινό): Είχα υποσχεθεί στον Αθηνόδωρο πως θα πήγαινα να τον βλέπω. Αυτό όμως ήταν αδύνατο. Στο σπίτι της κυρα- Καλλιόπης δε μπαίνουμε ποτέ. Κανένας εντάξει άνθρωπος της γειτονιάς δεν μπαίνει. Έσκυβα λοιπόν απ΄τη βεράντα μας, κοιτούσα στον κήπο της κυρα- Καλλιόπης και προσπαθούσα να διακρίνω τον Αθηνόδωρό μας. Δεν τα κατάφερνα.
………………………………………………………………………………………………………………………………………
Πατέρας: Έλα λοιπόν, Ζωή, άργησες. Έχουμε σπουδαίο φαΐ σήμερα.
Ζωή: Τι είναι αυτό;
Πατέρας: Λαγός στιφάδο.
Ζωή: Και πού τον βρήκατε;
Μητέρα: Η κυρα- Καλλιόπη μας τον έστειλε με το γιο της, Μπήκε μέσα, άφησε την κατσαρόλα κι έφυγε.
Πατέρας: Καλά καλά, ας φάμε, πεινάω…………………………………………………………………
Πατέρας: Ο πόλεμος όπου να΄ναι θα τελειώσει, Έμμα, θα το δεις.
………………………………………………………………………………………………………………………………………
Ζωή (προς το κοινό): Ύστερα από λίγες μέρες το στιφάδο είχε ξεχαστεί, όμως εγώ είχα ξεθαρρέψει. Θα πήγαινα να δω τον Αθηνόδωρο. Άλλωστε, έπρεπε να επιστρέψουμε την κατσαρόλα……………………………………………………………
Κ. Καλλιόπη: Τι θέλεις;
Ζωή: Ξέρετε, κυρία Καλλιόπη, θα ήθελα να δω τον Αθηνόδωρο.
Κ. Καλλιόπη: Ποιον Αθηνόδωρο, καλέ;
Ζωή: Το κουνέλι μας.
Κ. Καλλιόπη: Ακούς εκεί το κουνέλι σου! Ούτε ένα ευχαριστώ δε μου είπατε.
Ζωή: Μας σας ευχαριστούμε, σας ευχαριστούμε, κυρία Καλλιόπη, και η Ειρήνη κι ο πατέρας κι η μητέρα έλεγε…
Κ. Καλλιόπη: Πολλά λέει η μητέρα σου. Ένα πρωινό έχασα να καθαρίζω κρομμύδια, μια οκά παρακαλώ. Κι αν έβαλα λάδι, για να σας ευχαριστήσω. Λες και ήμουν υποχρεωμένη. Αχάριστοι είσαστε, αχάριστοι, ακούς; Ούτε ένα ευχαριστώ!
Ζωή: Μα, να, μας συγχωρείτε …, δηλαδή, αν είναι τέτοιο βάρος για σας… να τον πάρω τώρα αμέσως και πολύ σας ευχαριστούμε…
Κ. Καλλιόπη: Ποιον να πάρεις, καλέ;
Ζωή: Τον Αθηνόδωρο.
Κ. Καλλιόπη: Και τι νομίζεις ήταν το στιφάδο; Γάτα; Δε φτάνει που σας τον πάχυνα, που σας τον μαγείρεψα, ζητάς και ρέστα;
Ζωή: Μαύρο Χταπόδι, Μαύρο Χταπόδι, να πεθάνεις, να πεθάνεις…
………………………………………………………………………………………………………………………………………
Ζωή: Μανούλα, ο Αθηνόδωρος, μανούλα, ο Αθηνόδωρος.
Μητέρα: Ησύχασε, κουνελάκι μου, ησύχασε, κουνελάκι μου._