Feed
Άρθρα
Σχόλια

του Κωστή Παπαϊωάννου

Στο πολιτικό χρηματιστήριο η διαχείριση του φόβου αποτελεί υψηλή επένδυση. Στη μνημονιακή Ελλάδα όμως, η ραγδαία καθοδική κοινωνική κινητικότητα καθιστά άθλημα επικίνδυνο την επένδυση στον ατόφιο φόβο της φτώχειας. Με την επικαιρότητα να κινείται διαρκώς μεταξύ εφεδρείας, απολύσεων, φόρων, περικοπών, πτώχευσης, εξόδου από το ευρώ, δύσκολα κάποιος επίδοξος σωτήρας τολμά να επενδύσει απροκάλυπτα το πολιτικό του κεφάλαιο στον αμιγή φόβο της οικονομικής καταβαράθρωσης. Σε τέτοιες συνθήκες, φαντάζει ελκυστικότερη η αξιοποίηση άλλων, παράπλευρων φόβων.

«Είναι ανάγκη να απελαθούν οι ιερόδουλες φορείς του AIDS, προκειμένου να πάψουν να συνιστούν απειλή για την ελληνική οικογένεια», δήλωσε πρόσφατα ο υπουργός Υγείας κ. Α. Λοβέρδος. Δεν είναι η πρώτη φορά, είχε στρέψει και παλιότερα το ενδιαφέρον του στην ελληνική οικογένεια. Τότε είχε καλέσει τους πελάτες των αλλοδαπών ιεροδούλων του κέντρου της Αθήνας «να μην πηγαίνουν με αδήλωτες πόρνες διότι θα φέρουν το AIDS στο σπίτι τους».

Μάλλον η πρώτη έκκληση δεν εισακούστηκε. Η πηγή του φονικού ιού συνεχίζει να μολύνει τα «ανυποψίαστα» θύματά της και δι’ αυτών την ελληνική οικογένεια. Φαίνεται ότι ο πατέρας-πελάτης, δεν σταματά τις «παρασπονδίες», παρά τις υπουργικές προτροπές. Και αφού ο κ. Υπουργός δεν μπορεί να εμπνεύσει εκ νέου την αξία της «συζυγικής πίστης», φροντίζει να εξαφανιστούν οι μολυσματικοί πειρασμοί. Κοιτά από τηλεοράσεως την ελληνική κοινωνία στα μάτια και διαβεβαιώνει πως ό,τι βρωμίζει το κέντρο της πόλης θα απομακρυνθεί. Η ελληνική οικογένεια μπορεί να κοιμάται ήσυχη.

Οι «αθώοι» οικογενειάρχες-πελάτες συνεργούν έμμεσα στο έγκλημα της εμπορίας ανθρώπων. Είναι όμως βέβαιο πως θα επικαλεστούν άγνοια. Εδώ, μπορεί να πουν, μοιάζει να μην έχει πληροφορηθεί την εμπορία ανθρώπων ολόκληρος υπουργός, ειδάλλως θα έβρισκε κάτι να πει για τα εγκληματικά κυκλώματα που εισάγουν κορίτσια, συχνά ανήλικα. Θα αφιέρωνε λίγα δευτερόλεπτα στις δηλώσεις του για τα θύματα των κυκλωμάτων τράφικινγκ, θύματα τριπλής βίας (διακινητών στη χώρα τους, διακινητών και πελατών στη χώρα μας).

Ο υπουργικός λόγος όμως, μανιχαϊστικός και νοικοκυρίστικος, επιλέγει να αναβιώσει μνήμες ελληνικής επαρχίας περασμένων δεκαετιών, βασισμένος στο πανίσχυρο δίπολο: βρώμικες-καθαροί, μιαρές-αμόλυντοι, πόρνες-οικογένεια. Στην αδήλωτη μολυσματική πορνεία αντιτάσσει την δηλωμένη ηθική καθαρότητα της ελληνικής οικογένειας. «Κι αν παραστρατείτε πού και πού, κάντε το έτσι που να μην έχει άλλες συνέπειες», μοιάζει να λέει. Σε καιρούς γενικευμένης κρίσης, η επιστροφή στις παραδοσιακές αξίες δεν έβλαψε ποτέ κανέναν.

Ο κ. Υπουργός γνωρίζει πως παίζει εν ου παικτοίς: στην Ιστορία η έννοια της καθαρότητας είναι κακή ατραπός. Γνωρίζει επίσης ότι το Υπουργείο του οποίου προΐσταται λίγα πράγματα έχει κάνει για την πρόληψη του AIDS. Τέλος, ως καθηγητής συνταγματικού δικαίου, γνωρίζει πως το δικαίωμα στην υγεία κατοχυρώνεται για όσους βρίσκονται στην ελληνική επικράτεια.

Γνωρίζει βέβαια επίσης ότι ο φτωχός δημόσιος τομέας της υγείας δυσκολεύεται να επωμιστεί τη φροντίδα των σοβαρά ασθενών παράτυπων μεταναστών. Το θέμα είναι πολύ σοβαρό, η αναγκαία στάθμιση είναι δύσκολη και απαιτητική. Στο ερώτημα εάν οι σοβαρά ασθενείς είναι απελάσιμοι δεν χωράνε εύκολες απαντήσεις ούτε ανέξοδος καταγγελτισμός. Το αξιοσημείωτο είναι πως ο ίδιος ο αρμόδιος υπουργός ωθεί τη συζήτηση στα πιο ακραία της όρια και απαντά στο ερώτημα με ωμότητα που ξαφνιάζει. Μας λέει ουσιαστικά: οι σοβαρά ασθενείς μετανάστες χωρίς χαρτιά είναι απελάσιμοι κατά προτεραιότητα ακριβώς επειδή είναι σοβαρά ασθενείς.

Ο κ. Υπουργός είναι συνεπής. Παλιότερα απαντούσε στην εγκληματικότητα με την πρόταση επαναφοράς της θανατικής ποινής. Αργότερα απαντούσε στα αδιέξοδα της μεταναστευτικής πολιτικής κινδυνολογώντας για την «υγειονομική βόμβα της Υπατίας». Σήμερα απαντά στους φόβους του κοινωνικού σώματος με ενέσεις ηθικού πανικού. Σε τέτοια διάχυση ηθικού πανικού μάς έχουν συνηθίσει πολιτικοί χώροι όπως η Ιταλική Λίγκα του Βορρά, το Γαλλικό Εθνικό Μέτωπο και βεβαίως ο δικός μας τρίτος κυβερνητικός εταίρος. Ούτως ή άλλως, πολιτικά κακές παρέες. Και πάντως, αν ο ιός του AIDS μεταδίδεται κυρίως λόγω άγνοιας, ο ιός της φοβικής δημαγωγίας μεταδίδεται ακόμα και λόγω απλής φιλοδοξίας.

ΠΗΓΗ: antiphono

ελευθεριότητα η [elefθeriótita] O28 : η έλλειψη προσήλωσης σε κανόνες ηθικής και η ροπή προς την ηδονή ή την ακολασία: H ~ των ηθών. [λόγ. < αρχ. ἐλευθεριότης, αιτ. -ητα `γενναιοδωρία΄ κατά τη σημ. της λ. ελευθέριος1]

Πηγή: Λεξικό Ιδρύματος “Μ. Τριανταφυλλίδης”

 

 

 

 

 

 

 

 

ελευθέριος, -α-ο [αρχ.] 1. αυτός που αντίκειται στους ηθικούς νόμους, ακόλαστος, έκλυτος 2. (α) ελευθέριο επάγγελμα το επάγγελμα που ασκείται από μεμονωμένα άτομα, δεν υπόκειται σε προκαθορισμένο ωράριο, μισθοδοσία κ.λπ. (β) ελευθέριες τέχνες βλ. λ. τέχνη

Πηγή: Γ. Μπαμπινιώτη, Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (β’ έκδοση)

ελευθέριος, -ον: 1. ο ομιλών ή πράττων ως άνθρωπος ελεύθερος, ο ελευθεριάζων τους τρόπους 2. ο ελευθέρως δίδων, ο γενναιόδωρος 3. αρμόζωn, πρέπων εις ελεύθερον άνδρα 4. επιβάλλων, επιβλητικός, ευγενής, αξιοπρεπής

Πηγή: LSJ

ελευθεριότητα (η) ουσ. [< ἐλευθεριότης <ἐλευθέριος] γενναιοδωρία || παράβαση των ηθικών κανόνων, ακολασία

Πηγή: Μείζον Ελληνικό Λεξικό

(Στα νέα ελληνικά, τόσο δίπλα η ‘γενναιοδωρία’ με την παράβαση; )

Εικόνα

Ν. Καρούζος

Πώς δοκιμάζουν τα όργανα οι μουσικοί πριν από έναρξη συναυλίας
έτσι κι εγώ τώρα χειριζόμενος λέξεις

ευαισθητισμός ευαισθησία αισθητισμός
ευαισθησία και αισθητής το ευαίσθητον
ευαισθησιακός ευαισθησιάζομαι ευαισθησιασμός
ευ και αισθητικός και αισθησιακός
     αισθαντικός ίσως
         αισθ-ίσως αισθαν-ίσως
     αισθ-αδελφέ μου και Eσθήρ απ’ τη Bίβλο

αρχίζει με χειροκροτήματα το ποίημα.

Πιθανότητες

Μπαίνετε που μπαίνετε, αφήστε μου κανένα σχόλιο εκτός από ίχνη…

Μην είστε ακατάδεχτοι, βρε παιδιά.

χάννος ο:

1.είδος μικρού ψαριού που θεωρείται από τους ψαράδες πολύ κουτό, γιατί κρατάει το στόμα του συνέχεια ανοιχτό: Tι με κοιτάς σαν ~;

2. (μτφ.) άνθρωπος πολύ κουτός. [ελνστ. χάννος < αρχ. χάννη]

Πηγή

μιθριδατισμός ο:

1. βαθμιαία εξοικείωση του ανθρώπινου οργανισμού σε δηλητήρια.

2. (μτφ.) βαθμιαία εξοικείωση του ανθρώπου σε δυσάρεστες καταστάσεις.

[λόγ. < αγγλ. mithridatism ή γαλλ. mithridatisme < ελνστ. Μιθριδάτης (όν. Σασσανίδη βασιλιά) (-isme = -ισμός) πρβ. ελνστ. Μιθριδάτειος ἀντίδοτος `αντίδοτο του Μιθριδάτη΄ (διαφ. το ελνστ. Μιθριδατισμός `συμμαχία με το Μιθριδάτη΄)]

Πηγή

Απουσία σύγχρονης ολιστικής επιστημονικής προσέγγισης

του Γιάννη Μπασλή

(αναδημοσίευση από τη Νέα Παιδεία, τ. 139)

Το γλωσσικό ζήτημα. Σύγχρονες Προσεγγίσεις (2011). Επιστημονική επιμέλεια Γ. Μπαμπινιώτης. Εκδ. Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων, σελ. 620.

Εκδόθηκε πρόσφατα από το ‘Ίδρυμα της Βουλής των Ελλήνων’ ένας ογκωδέστατος τόμος, ο οποίος περιέχει άρθρα σχετικά με το ‘Γλωσσικό ζήτημα’, το οποίο ταλάνισε και εξακολουθεί να ταλανίζει, με διαφορετικό βέβαια τρόπο, από τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους την εκπαίδευση, αλλά και την πολιτιστική, οικονομική και κοινωνική ζωή των Νεοελλήνων. Η πρώην πρόεδρος της Βουλής κυρία ‘Aννα Μπενάκη-Ψαρούδα ανέθεσε το σχεδιασμό και την επιμέλεια του έργου στον πρώην πρύτανη του πανεπιστημίου Αθηνών και γλωσσολόγο Γ. Μπαμπινιώτη, στον οποίο ανήκουν και οι 100 περίπου από τις 600 σελίδες του τόμου.

Θα περίμενε κανείς ότι το κοινωνικό αυτό πρόβλημα με τις τεράστιες αρνητικές επιπτώσεις στη ζωή των Νεοελλήνων να εξετάζεται από μια σύγχρονη ολιστική επιστημονική ματιά, όπως εξάλλου τονίζεται στον υπότιτλο- ‘Σύγχρονες προσεγγίσεις’. Όμως, όπως θα φανεί, ο τίτλος είναι παραπλανητικός. Δεν ανταποκρίνεται στο περιεχόμενο των άρθρων. Το συνηθίζει εξάλλου ο Γ. Μπαμπινιώτης στα βιβλία του, να χρησιμοποιεί δηλ. σύγχρονους ελκυστικούς επιστημονικούς όρους για εντυπωσιασμό, που όμως δεν έχουν καμιά σχέση με το περιεχόμενο του βιβλίου. Έτσι π.χ. μια δομικού χαρακτήρα γραμματική, που συνέγραψε με τον Χρ.’Κλαίρη το 2005 τιτλοφορείται ‘Γραμματική της Νέας Ελληνικής. Δομολειτουργική-Επικοινωνιακή’, μολονότι δεν έχει καμιά σχέση ούτε με τη λειτουργική ούτε με την επικοινωνιακή προσέγγιση.

Το πλαίσιο, μέσα στο οποίο κινούνται όλα τα άρθρα, ορίζεται από το Γ. Μπαμπινιώτη στο εισαγωγικό του άρθρο Από το γλωσσικό ζήτημα σε ένα πρόβλημα ποιότητας της γλώσσας μας (σ. 15-45), στο οποίο περιγράφει επιφανειακά και με επιστημονικοφανή τρόπο το πρόβλημα από την Αλεξανδρινή εποχή μέχρι σήμερα. Στο άρθρο τίθενται δυο στόχοι, ένας φανερός κι ένας κρυφός, άδηλος. Ο φανερός υποτίθεται πως είναι η επιστημονική παρουσίαση του προβλήματος. Ο πραγματικός όμως στόχος είναι ο άδηλος, και είναι η προσπάθεια όλων σχεδόν των αρθρογράφων, συνειδητά ή ασυνείδητα, να δικαιώσουν τις αντιλήψεις και απόψεις της ‘Σχολής των Αθηνών’, όπως την αποκαλεί, και του Γ. Μπαμπινιώτη ως το τελευταίο γνήσιο τέκνο της σχολής αυτής, ότι δηλ. η ελληνική γλώσσα είναι μία και ενιαία και η κοινή νεοελληνική (ΚΝΕ) βρίσκεται ‘πέραν της δημοτικής και της καθαρευούσης’. Το μόνο πραγματικό πρόβλημα είναι η ποιότητα στη χρήση της γλώσσας. Το σύνολο σχεδόν των αρθρογράφων ανήκουν στη ‘Σχολή των Αθηνών’.

Το πρόβλημα της ‘κοινωνικής γλωσσικής διμορφίας’ (diglossia)1, όπως από το 1959 το όρισε ο Fergyson και το ανέλυσαν διεξοδικά οι μεταγενέστεροι Fishman, Fasold, Trudgill κ.α, που παρουσιάζεται στη γερμανόφωνη Ελβετία, τις αραβόφωνες χώρες, την Αϊτή και μέχρι το 1976 στην Ελλάδα και την Κύπρο, ξεκινάει βέβαια ως γλωσσικό, αλλά είναι κυρίως εκπαιδευτικό, πολιτιστικό, πολιτικό και κοινωνικό. Όμως, αν εξαιρέσει κανείς το άρθρο της ‘Aννας Αναστασιάδη-Συμεωνίδη ‘Ευαγγελικά και Ορεστειακά’ (σελ. 253-281), στα άλλα 23 άρθρα οι συγγραφείς μάλλον από άγνοια αδυνατούν να δουν την κοινωνική διάσταση του προβλήματος και τις αρνητικές επιπτώσεις από την επιβολή της καθαρεύουσας ως επίσημης γλώσσας της εκπαίδευσης και της γραφειοκρατίας του νεοελληνικού κράτους. Κι αυτό ίσως οφείλεται στο γεγονός ότι φαίνεται να αγνοούν εντελώς τα πορίσματα της κοινωνιογλωσσολγίας, του κλάδου που αναπτύχθηκε και κυριαρχεί τις τελευταίες δεκαετίες. Είναι επόμενο να θεωρήσουν το πρόβλημα ως ένα θεωρητικό ζήτημα, που δημιουργήθηκε από τους λογίους, και οι συγγραφείς των άρθρων απλά περιγράφουν τις θεωρητικές απόψεις των σημαντικότερων λογίων των δυο κινημάτων, του καθαρευουσιανισμού και του δημοτικισμού, χωρίς μάλιστα να γίνεται διάκριση και αξιολόγηση των απόψεων. Απλά παρατίθενται. Σολωμός και Κόντος έχουν την ίδια βαρύτητα. Δεν αναλύονται ούτε τα αίτια ούτε οι στόχοι ούτε οι εκπαιδευτικές, πολιτικές, πολιτιστικές και κοινωνικές συνέπειες των δυο κινημάτων. Ο τρόπος αυτός θεώρησης του προβλήματος, που έχει μια επιστημοφάνεια, στηρίζεται στις απόψεις των Γερμανών νεογραμματικών του 19ου μ.Χ. αιώνα, που υιοθέτησε η ‘σχολή των Αθηνών’ και χρησιμοποιεί ο Γ. Μπαμπινιώτης και οι ομοϊδεάτες του στην παρουσίαση του προβλήματος. Ακόμη, το γλωσσικό πρόβλημα παρουσιάζεται ως ενιαίο από τα Ελληνιστικά χρόνια μέχρι σήμερα.

Όμως κανένας ρωμαίος έπαρχος δεν εξευτέλισε, απαγόρεψε ή εξόντωσε τους ευαγγελιστές και τους πρώτους χριστιανούς, επειδή έγραφαν στη λαϊκή γλώσσα της εποχής. Ούτε κανένας Βυζαντινός αξιωματούχος απαγόρεψε στον Πτωχοπρόδρομο να γράψει στα κωνσταντινοπολίτικα της εποχής του, κάτι που έκαναν μέχρι το 1974 οι καθαρευουσιάνοι της ‘σχολής των Αθηνών, ανάμεσά τους και ο Γ. Μπαμπινιώτης, οι οποίοι συκοφάντησαν, εξευτέλισαν, προπηλάκισαν, έστειλαν στα δικαστήρια, απέλυσαν από τις δουλειές τους κλπ. τους δημοτικιστές. Πρόκειται για ουσιώδη διαφορά ανάμεσα στη ‘γλωσσική διμορφία’ πριν από τη δημιουργία του νεοελληνικού κράτους και μετά τη δημιουργία του. Η αδυναμία των αρθρογράφων να ιδούν το πρόβλημα από μια σύγχρονη επιστημονική ματιά φαίνεται και από το γεγονός ότι στο άρθρο του Θ. Μωυσιάδη ‘Το γλωσσικό ζήτημα από την οπτική γωνία των ξένων γλωσσολόγων’ (σελ. 519-533) αναφέρονται μόνο ξένοι που όλοι τους ασχολήθηκαν με το πρόβλημα πριν από το 1940, πριν δηλ. από την ανάπτυξη όλων των σύγχρονων κλάδων της Γλωσσολογίας.

Φυσικά η παράλειψη αυτή είναι σκόπιμη, γιατί θα έπρεπε να επισημανθούν οι τεράστιες αρνητικές επιπτώσεις που είχε π.χ. η καθαρεύουσα στην εκπαίδευση των ελληνόπαιδων, για τις οποίες βαρύτατες ευθύνες φέρει η ‘Σχολή των Αθηνών’, εκλεκτό μέλος της οποίας είναι ο ίδιος ο Γ. Μπαμπινιώτης και τα πρότυπα των περισσότερων αρθρογράφων του τόμου, Γ. Χατζιδάκις, Γ. Κουρμούλης. Θα αναφέρω μόνο όσα διαπίστωνε το 1974 ο P. Trudgill. «Η καθαρεύουσα θέτει τους Έλληνες μαθητές σε χειρότερη μοίρα ακόμα κι από τα παιδιά των Νέγρων της Αμερικής, που μιλούν ένα ιδίωμα της αγγλικής γλώσσας. Εάν θέλουν να μάθουν να διαβάζουν και να γράφουν, θα πρέπει πρώτα να μάθουν ό,τι στην ουσία είναι μια διαφορετική γλώσσα. Αυτό σημαίνει ότι, εφόσον η γραπτή γλώσσα είναι τόσο απομακρυσμένη από αυτή που μιλιέται, μόνο αυτά τα παιδιά που οι γονείς τους μπορούν να προσφέρουν τα οικονομικά μέσα να παραμείνουν για χρόνια στο σχολείο είναι δυνατό να ωφεληθούν απ’ αυτό» (Trudgill, P. (1974). Sociolinguistics. An introduction. Penguin Books, σελ. 119).

Αυτό που ο P. Trudgill επισημαίνει είναι ότι η καθαρεύουσα υπήρξε για 150 χρόνια το εργαλείο για τον αποκλεισμό των παιδιών των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων τόσο από τη μόρφωση όσο και από την κοινωνική τους άνοδο, αφού δεν ήταν μόνο η γλώσσα του σχολείου και του επίσημου κρατικού μηχανισμού, αλλά και το προνομιακό όργανο των κοινωνικών στρωμάτων, που δομήθηκαν γύρω από το μηχανισμό αυτό, με την πλατιά έννοια.

Τα παραπάνω με πολύ σκληρότερα λόγια είχε επισημάνει κιόλας το 1856 ο επτανήσιος μαθηματικός Αντ. Φατσέας. «Επειδή ο σκοπός του λογιοτατισμού, όταν λέγει ότι θέλει την ανάστασιν της αρχαίας δεν είναι ειλικρινής, αλλά κυρίως θέλει την ταπείνωσιν του έθνους του ζώντος, δια να το κυβερνά με την γραμματικήν…Αμελείται λοιπόν η γλώσσα η εθνική και με αυτό η ελευθέρα ανάπτυξις του έθνους. Διότι ο λογιοτατισμός το περιφρονεί και ενδομύχως το μισεί. Λέγει δε ότι θέλει την αρχαίαν, όχι διότι αισθάνεται τι αξίζει η αρχαία, αλλ’ επειδή κατά περίστασιν οι οπαδοί του έμαθαν δυο απαρέμφατα από τενεκέ να δεσπόζει το έθνος με την κουτοπονηρίαν. Όλη η ατιμία του έθνους, όλος ο εξευτελισμός, ο μαρασμός εις τον οποίον ευρίσκεται είναι αποτέλεσμα του λογιοτατισμού» (Αλ. Δημαράς. ‘Η μεταρρύθμιση που δεν έγινε, 1973, τ. Α’, σελ. 141).

Κι έτσι η κυρίαρχη μέχρι το 1976 ‘Σχολή των Αθηνών’ οδήγησε τους Έλληνες στην αγλωσσία και ανήγαγε το λειτουργικό αναλφαβητισμό σε εθνική ιδιότητα και τούτο για το εγγράμματο μέρος του πληθυσμού.

Ακριβώς επειδή η καθαρεύουσα ήταν το πιο ισχυρό στοιχείο κατάληψης των κυρίαρχων κοινωνικών θέσεων, γι’ αυτό και μόλις ξέσπασε το κίνημα του δημοτικισμού οι καθαρευουσιάνοι αντέδρασαν αμέσως και βίαια, κατορθώνοντας να διατηρήσουν την κοινωνική τους ισχύ μέχρι το 1976. Θα πολεμήσουν τη δημοτική και τους δημοτικιστές με όρους και επιχειρήματα όχι γλωσσολογικά, γιατί γνωρίζουν ότι εκεί μειονεκτούν, αλλά πολιτικά. Θα προσπαθήσουν δηλ. να δυσφημήσουν τους δημοτικιστές-και φυσικά τη δημοτική-χρησιμοποιώντας όρους κι επιχειρήματα παρμένα από τα πολιτικά κόμματα. Έτσι θ’ αποκαλούν τους δημοτικιστές προδότες, ανθέλληνες, αντίχριστους, αργυρώνητους, πουλημένους, εχθρούς της πατρίδας κλπ. Κι επειδή τα μέσα αυτά δεν εμπόδιζαν τη διάδοση του δημοτικισμού, τα ‘σαϊνια’ της ‘Σχολής των Αθηνών’ με τις πλάτες του πολιτικού και θρησκευτικού κατεστημένου προσπάθησαν να εξοντώσουν τους δημοτικιστές. Ο Παλαμάς τέθηκε σε αργία, ο Δελμούζος σύρθηκε στα δικαστήρια και το σχολείο του έκλεισε, τα βιβλία της μεταρρύθμισης του 1917 κάηκαν και οι πρωταγωνιστές έμειναν άνεργοι, με αποτέλεσμα ο Γληνός να έχει πρόβλημα επιβίωσης. Ο Κακριδής μέσα στην κατοχή πέρασε από δίκη και τέθηκε σε αργία ‘δια τας αριστεράς αυτού γλωσσικάς θεωρίας’. Το 1967 ο Γ. Κουρμούλης και οι συνεργάτες του- ανάμεσά τους κι ο Γ. Μπαμπινιώτης-έγιναν οι κύριοι σύμβουλοι της Χούντας σε θέματα παιδείας και φυσικά απέλυσαν από το πανεπιστήμιο όλους τους κορυφαίους εκπροσώπους του δημοτικισμού: Ν. Ανδριώτη, Ι. Κακριδή, Στ. Καψωμένο, Εμ. Κριαρά, Λ. Πολίτη, Δ. Μαρωνίτη κ.ά.

Ο Γ. Μπαμπινιώτης αποκαλεί τους καθαρευουσιάνους διώκτες των κορυφαίων δημοτικιστών ‘Σχολή’, στην οποία συγκαταλέγει και τον εαυτό του, τη Δήμητρα Θεοφανοπούλου-Κοντού, Ν. Μήτση κ.α. (σελ. 575). Όλοι όμως γνωρίζουν ότι στη Γλωσσολογία Σχολή σημαίνει μια ομάδα γλωσσολόγων που με βάση συγκεκριμένες απόψεις και αντιλήψεις προσπαθούν να ερμηνεύσουν τα γλωσσικά φαινόμενα. Έτσι έχουμε π.χ. τις σχολές δομισμού, τη σχολή της Πράγας, τη σχολή της Κοπεγχάγης, τη σχολή του Παρισιού, τη σχολή της κοινωνιογλωσσολογίας κλπ. Ποιο ακριβώς θεωρητικό μοντέλο ερμηνείας των γλωσσικών φαινομένων ανέπτυξε η ‘σχολή των Αθηνών’, πέρα από να προσπαθεί να εμποδίσει την επικράτηση της δημοτικής εξοντώνοντας τους δημοτικιστές; Κανένα. Το μόνο που τους ενδιέφερε ήταν με όργανο, ή καλύτερα πρόσχημα, την καθαρεύουσα να διατηρήσουν τις καταξιωμένες κυρίαρχες θέσεις στο χώρο της εκπαίδευσης και του πολιτισμού και φυσικά την πολιτιστική, οικονομική και κοινωνική ισχύ τους. Γι’ αυτό και, όταν το 1974 η πολιτική ηγεσία (Κ. Καραμανλής-Γ. Ράλλης) αποφάσισε να καθιερώσει τη δημοτική ως γλώσσα του σχολείου και της γραφειοκρατίας, οι καθαρευουσιάνοι της ‘Σχολής των Αθηνών’ με αρχηγό τώρα το Γ. Μπαμπινιώτη, που το 1973, στα χρόνια της Χούντας, είχε αντικαταστήσει το Γ. Κουρμούλη ως καθηγητής της Γλωσσολογίας, εγκατέλειψαν αμέσως την καθαρεύουσα, που εξαφανίστηκε μέσα σε μια νύχτα, και μεταβλήθηκαν αμέσως σε δημοτικιστές. Τόσο πολύ ‘αγάπησαν’ και πίστευαν στην καθαρεύουσα!

Το πρόβλημα ήταν ότι οι καθαρευουσιάνοι με τη νέα κατάσταση περιθωριοποιήθηκαν και τις θέσεις ισχύος στην εκπαίδευση και τον πολιτισμό κατέλαβαν οι δημοτικιστές της «Σχολής Θεσσαλονίκης’ (Κριαράς, Παπανούτσος, Κακριδής κ.ά.), ενώ το Παιδαγωγικό Ινστιτούτο (τότε ΚΕΜΕ) στελεχώθηκε αποκλειστικά από δημοτικιστές. Γι’ αυτό και, επειδή ‘ο λύκος την τρίχα αλλάζει, όχι το μυαλό’, ο Γ. Μπαμπινιώτης και οι συνεργάτες του θα περάσουν αμέσως στην αντεπίθεση, χρησιμοποιώντας τον τρόπο που τόσο επιτυχημένος αποδείχτηκε μέχρι τότε από την εποχή του Μιστριώτη, την κινδυνολογία. Από το τέλος της δεκαετίας του ’70 αρχίζουν να διατυμπανίζουν σ’ όλους τους τόνους ότι: α) η γλώσσα χάλασε (πότε πρόλαβε!), ιδιαίτερα μετά την εισαγωγή του μονοτονικού, β) υπάρχει πρόβλημα ποιότητας στη χρήση της γλώσσας, κάτι που τονίζει και στο εισαγωγικό του άρθρο του παρόντος τόμου ο Γ. Μπαμπινιώτης (σελ. 15-45), γ) η κακή χρήση της γλώσσας από τους νέους οφείλεται στο γεγονός ότι δε διδάσκονται στο Γυμνάσιο τα ‘Αρχαία Ελληνικά’, δ) καθήκον του Μπαμπινιώτη και της παρέας του είναι να προστατέψουν τη γλώσσα που φθείρεται στα χέρια των δημοτικιστών. Αυτοανακηρύσσονται δηλ. προστάτες της γλώσσας, που κινδυνεύει πάλι από τους δημοτικιστές! Γι’ αυτό και ιδρύει το 1982 τον ‘Ελληνικό Γλωσσικό Όμιλο’ για την προστασία της γλώσσας με μοναδική δραστηριότητά της τη διακήρυξή της.

Η διακήρυξη αυτή περιέχεται στο άρθρο της Ιουλίτας Ηλιοπούλου ‘ Ο Οδυσσέας Ελύτης και η γλώσσα’ (σελ. 397-405). Και μπορεί βέβαια το άρθρο να δείχνει ότι η αρθρογράφος είναι άσχετη όχι μόνο με το ‘Γλωσσικό πρόβλημα’, αλλά και με τους στοιχειώδεις κανόνες γραφής μιας επιστημονικής μελέτης, υπηρετεί όμως απόλυτα τους στόχους του Γ. Μπαμπινιώτη. Πρώτα-πρώτα παραθέτει τη διακήρυξη γραμμένη σε πολυτονικό μέσα σε τονισμένο πλαίσιο, λες και πρόκειται για το κομμουνιστικό μανιφέστο του Μαρξ. Ύστερα, επικαλούμενη τη θετική άποψη του μεγάλου μας ποιητή Οδ. Ελύτη για το πολυτονικό και αγνοώντας εντελώς την αντίθετη του εθνικού μας ποιητή Δ. Σολωμού, καταξιώνει γενικότερα τις απόψεις της ‘Σχολής των Αθηνών’.

Στην αρχή η κινδυνολογία είναι γενική και αόριστη. Ύστερα όμως στρέφεται προς τη γλώσσα των νέων, ιδιαίτερα των φοιτητών, οι οποίοι κατηγορούνται ότι πάσχουν από ‘γλωσσική πενία’, παρά το γεγονός ότι οι φοιτητές της εποχής είχαν διδαχτεί την καθαρεύουσα κι όχι τη δημοτική. Να σημειωθεί ότι μέχρι σήμερα οι νεοκαθαρευουσιάνοι κινδυνολόγοι δεν έχουν δημοσιεύσει ούτε μια έρευνα που να αποδεικνύει τη αλήθεια αυτών που υποστηρίζουν. Αντίθετα όλες οι έρευνες δείχνουν ότι όλα τα παιδιά, αλλά ιδιαίτερα των κατώτερων κοινωνικών στρωμάτων, ωφελήθηκαν γλωσσικά από τη διδασκαλία της δημοτικής. Κι αφού η κινδυνολογία αρχίζει να απλώνεται, ο Μπαμπινιώτης βρίσκει και το ‘φάρμακο που θεραπεύει πάσαν νόσον και πάσαν μαλακίαν’. Αίτιο, υποστηρίζει, της ‘λεξιπενίας’ των νέων είναι η μη διδασκαλία των ‘Αρχαίων ελληνικών’ και των προγενέστερων μορφών της ελληνικής, δηλ. της καθαρεύουσας. Έτσι επανέρχονται στο οπλοστάσιο των πρώην καθαρευουσιάνων όλα τα επιχειρήματα του Γ. Μιστριώτη και Γ. Χατζιδάκη. Ήταν επόμενο οι απόψεις των νεοκαθαρευουσιάνων ν’ αρχίσουν να κυριαρχούν πάλι, ώστε, όταν το 1991 ο Γ. Μπαμπινιώτης έγινε πρόεδρος του Παιδαγωγικού Ινστιτούτου, τα ‘Αρχαία Ελληνικά’ να επιστρέψουν στο Γυμνάσιο, ενώ το 2005 να αυξηθούν οι ώρες διδασκαλίας όχι των Νέων Ελληνικών, αλλά των Αρχαίων, μια που κυριάρχησε η άποψη της ‘σχολής των Αθηνών’ ότι χωρίς τα αρχαία οι Νεοέλληνες αποκόπτονται από τις ρίζες και χάνουν την εθνική τους ταυτότητα. Ακραία μάλιστα τέτοια περίπτωση είναι ο επαγγελματίας κινδυνολόγος Χρ. Γιανναράς, ο οποίος έγραφε στην εφ. Καθημερινή (28-4-1996).

«Από το 1982 και μετά συντελέστηκε στην παιδεία καταστροφή, που για την Ελλάδα αποδείχνεται τραγικότερη της μικρασιατικής. Γιατί το 1922 χάθηκαν οριστικά πανάρχαιες κοιτίδες του ελληνισμού. Αλλά μετά το ’82 χάθηκε το συνεκτικό στοιχείο και θεμέλιο της διαχρονικής ενότητας του πολιτισμού των Ελλήνων: η γλωσσική συνέχεια…χάθηκε με το έγκλημα της εισαγωγής του μονοτονικού».

Κι έτσι σήμερα με πρωταγωνιστή το Γ. Μπαμπινιώτη έχουν ξανά κυριαρχήσει οι βασικές θέσεις της Σχολής των Αθηνών, δηλ. των καθαρευουσιάνων, που είναι, όπως ο ίδιος γράφει, «ο ενιαίος χαρακτήρας της ελληνικής γλώσσας (η ελληνική γλώσσα είναι μία), η αδιάσπαστη παράδοσή της, τα δικαιώματα της λόγιας γλωσσικής παράδοσης, η γενετική (εξελικτική) σχέση της Νεότερης Ελληνικής προς τις προηγούμενες φάσεις της ( Βυζαντινή, Αλεξανδρινή Κοινή, Αρχαία) και η θεσμική αναγνώριση της διπλής γλωσσικής παράδοσης (γλωσσικής διμορφίας)» (σελ. 575). Πέτυχε λοιπόν να ορίζει αυτός ‘τι είναι ποιότητα στη γλώσσα’, επανεισάγοντας στο γραπτό λόγο τύπους και δομές της καθαρεύουσας, όπως π. χ. ‘ο εισαγαγών τη γλωσσική επιστήμη’ (σελ. 574), κλπ. Σε λίγο η γλώσσα του λαού θα βρίσκεται πάλι σε απόσταση από την καινούρια ‘λόγια γραπτή μορφή’. Ελπίζω βέβαια να μη συμβεί αυτό.

Το 1911 η ‘Βουλή των Ελλήνων’ ψήφισε άρθρο, με το οποίο κατοχυρώνονταν θεσμικά η καθαρεύουσα και εμποδίζονταν η διάδοση της δημοτικής, κάτι μοναδικό και αδιανόητο για οποιοδήποτε κράτος του κόσμου. Εκατό χρόνια αργότερα, το 2011, η ‘Βουλή των Ελλήνων’ ανέθεσε στο Γ. Μπμπινιώτη, τον τωρινό αρχηγό των νεοκαθαρευουσιάνων της ‘Σχολής των Αθηνών’, τον άνθρωπο που κινδυνολογώντας άλλαξε τους στόχους και την κατεύθυνση της γλωσσοεκπαιδευτικής μεταρρύθμισης του 1976 και δημιούργησε ξανά ένα ‘νέο γλωσσικό πρόβλημα’, να παρουσιάσει σ’ έναν ογκώδη τόμο το ‘γλωσσικό πρόβλημα’, που ταλανίζει εδώ και δυο αιώνες την ελληνική κοινωνία. Κι αυτός άδραξε την ευκαιρία με τους ομοϊδεάτες του, και κάποιες εξαιρέσεις βέβαια για γαρνιτούρα, να καταξιώσει τις απόψεις των καθαρευουσιάνων και τις δικές του, δικαιώνοντας τους διώκτες του Παλαμά, Δελμούζου, Γληνού, Κακριδή, Κριαρά και τόσων άλλων δημοτικιστών. Δε μένει, φαντάζομαι, τώρα που θα παρουσιαστεί σε πανηγυρική συνεδρία ο τόμος, ν’ ανακηρυχθεί ο Γ. Μπαμπινώτης ‘εθνικός γλωσσολόγος’ και το όνομά του να γραφεί δίπλα στο όνομα το Γ. Ψυχάρη. Κι οι συκοφαντημένοι και κυνηγημένοι στη ζωή τους μεγάλοι του δημοτικισμού, Ψυχάρης, Πάλλης, Τριανταφυλλίδης, Κακριδής κ.ά., καθώς κι ο ζωντανός θρύλος του δημοτικισμού Εμ. Κριαράς, θ’ απορούν ξανά για την αφέλεια (;) και την επιπολαιότητα, με την οποία αντιμετωπίζουν ένα τόσο βαθιά κοινωνικό πρόβλημα οι βουλευτές του 2011, αλλά προπαντός οι ταγοί τους, πρόεδροι της Βουλής των Ελλήνων.

Σημειώσεις

Για ν’ αποφεύγεται η σύγχυση του ελληνογενούς όρου diglossia (διγλωσσία) με το bilingualisme>διγλωσσία, ο όρος αποδίδεται ως κοινωνική γλωσσική διμορφία. Ο Μπαμπινιώτης χρησιμοποιεί τον όρο γλωσσική διμορφία, ενώ οι Μ. Σταύρου και Μ. Τζεβελέκου, μεταφράστριες του βιβλίου του G. Horrocks ‘Ελληνικά’, αποδίδουν τον όρο diglossia ως διγλωσσία, ενώ τον όρο bilingualisme ως αμφιγλωσσία.

Γ. Μπασλής

Μηνύματα από την αρχαία Ελλάδα και τη Ρώμη

Ηνωμένο Βασίλειο

(Δείτε το πλήρες κείμενο)

Το The Iris Project είναι μη κερδοσκοπικός οργανισμός με έδρα την Οξφόρδη, ο οποίος υλοποιεί το ομότιτλο εκπαιδευτικό πρόγραμμα στο Ηνωμένο Βασίλειο από το 2006. Η Ίριδα, αγγελιαφόρος των θεών, μεταφέρει τα μηνύματα της κλασικής αρχαιότητας στο σύγχρονο κόσμο, σε όλες τους τις «αποχρώσεις». Στόχος του προγράμματος είναι να φέρει σε επαφή τους μαθητές της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης με τον αρχαίο ελληνικό και ρωμαϊκό πολιτισμό μέσα από τη μελέτη της γλώσσας και των κειμένων, έτσι ώστε να εμπλουτιστεί το βρετανικό αναλυτικό πρόγραμμα. Παράλληλα, απευθύνεται και σε οποιαδήποτε ομάδα ή κοινότητα ενηλίκων ενδιαφέρεται να παρακολουθήσει τα μαθήματα, που γίνονται σε μη συμβατικό εκπαιδευτικό περιβάλλον.

Ο σχεδιασμός του προγράμματος βασίζεται στην παιδαγωγική αντίληψη ότι η γνώση των κλασικών γλωσσών, της λογοτεχνίας, της ιστορίας και της τέχνης της κλασικής αρχαιότητας οφείλει να είναι προσιτή σε όλους, ανεξάρτητα από το μορφωτικό και κοινωνικό επίπεδο του καθενός. Η εφαρμογή του προγράμματος γίνεται ζωτικό εργαλείο για την προώθηση και διάχυση της γνώσης τόσο στο πλαίσιο του αναλυτικού προγράμματος στα δημόσια σχολεία υποβαθμισμένων περιοχών όσο και σε κοινότητες όπου τα ποσοστά του εγγραμματισμού των κατοίκων είναι ιδιαίτερα χαμηλά. Μέσα από τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών και των λατινικών εκπαιδεύονται κοινότητες μαθητών και ενηλίκων, οι οποίοι παύουν να θεωρούν τη γνώση των κλασικών γραμμάτων προνόμιο των λίγων. Έτσι, εκτός από την απόκτηση αλλά και τη χαρά της γνώσης, επιτυγχάνεται η ανάπτυξη της κρίσης και η συνειδητοποίηση του ανήκειν σε μια ομάδα όπου δεν αποκλείεται κανείς λόγω ελλιπούς μόρφωσης.

Έστειλε δηλαδή κάποτε στον Θρασύβουλο ένα κήρυκά του και γύρευε να μάθει με ποια πολιτική θα διαχειριζόταν ασφαλέστατα τα πράγματα της πόλης και κάλλιστα θα τη διαφέντευε. Ο Θρασύβουλος λοιπόν έβγαλε τον αποσταλμένο του Περιάνδρου έξω από την πόλη, τον έμπασε σ’ ένα χωράφι σπαρμένο, και μαζί του περνούσε ανάμεσα από τα στάχυα, ρωτώντας κι εξετάζοντας τον κήρυκα εξαρχής ποιός λόγος τον έφερε από την Κόρινθο, ενώ ταυτόχρονα έκοβε, κάθε φορά που έβλεπε ένα στάχυ να ξεπερνά τα αλλά, και αποκεφαλίζοντάς το το έριχνε χάμω, ώσπου μ αυτό τον τρόπο κατέστρεψε τα πιο ψηλά και τα πιο ωραία στάχυα του χωραφιού. Κι αφού πέρασε από άκρου σ’ άκρο το χωράφι, δίχως να δώσει καμία άλλη συμβουλή, στέλνει πίσω τον κήρυκα.

Γυρνώντας στην πατρίδα του την Κόρινθο ο κήρυκας, βρέθηκε μπρος στον Περίανδρο, που ανυπόμονος εγύρευε να μάθει την υποθήκη του Θρασύβουλου. Όμως αυτός ισχυριζόταν πως ο Θρασύβουλος δεν έδωσε καμιά υποθήκη, και μάλιστα απορούσε σε τί λογής άνθρωπο τον έστειλε ο Περίανδρος, παράφρονα σχεδόν, να καταστρέφει τα ίδια του τα χτήματα — και έτσι διηγήθηκε ο κήρυκας όσα είχε δει να κάνει ο Θρασύβουλος.

Ο Περίανδρος όμως έπιασε το νόημα της πράξης αυτής και πήρε απόφαση να συμπεριφερθεί όπως τον εσυμβούλευε ο Θρασύβουλος: σκοτώνοντας όσους πολίτες κάπου εξεχώριζαν, έδειξε έτσι όλη την κακότητά του απέναντι στην πόλη και τους κατοίκους της. Γιατί όσα ο Κύψελος άφησε υπόλοιπα σκοτώνοντας και εξορίζοντας, τα αποτελείωσε ο Περίανδρος.

Ηρόδοτος, Νουβέλες

Μτφ. Δ. Μαρωνίτη

ΥΣΤ. Σήμερα εξωθούνται σε μετανάστευση.

Αλήθεια, σε μαύρα χρόνια ζω!

Τα λόγια που δεν κεντρίζουν είναι σημάδι χαζομάρας.

Ένα λείο μέτωπο, αναισθησίας. Εκείνος που γελάει

Δεν έχει μάθει ακόμα

Τις τρομερές ειδήσεις.

Μα τι καιροί λοιπόν ετούτοι, που

Είν’ έγκλημα σχεδόν όταν μιλάς για δέντρα

Γιατί έτσι παρασιωπάς χιλιάδες κακουργήματα!

Αυτός εκεί που διασχίζει ήρεμα το δρόμο

Ξέκοψε πια ολότελα απ’ τους φίλους του

Που βρίσκονται σ’ ανάγκη.

Είναι σωστό: το ψωμί μου ακόμα το κερδίζω.

Όμως πιστέψτε με: Είναι εντελώς τυχαίο.

Απ’ ό,τι κάνω,

Τίποτε δε μου δίνει το δικαίωμα να φαω ως να χορτάσω.

Έχω γλιτώσει κατά σύμπτωση. (Λίγο η τύχη να, μ’ αφήσει χάθηκα.)

Μου λένε: Φάε και πιες! Να ‘σαι ευχαριστημένος που έχεις!

Μα πως να φαω και να πιω, όταν

Το φαγητό μου τ’ αρπάζω από τον πεινασμένο, όταν

Κάποιος διψάει για το ποτήρι το νερό που έχω;

Κι ωστόσο, τρώω και πίνω.

Θα ‘θελα ακόμα να ‘μουνα σοφός.

Τ’ αρχαία βιβλίο λένε τί είναι η σοφία:

Μακριά να μένεις απ’ τις επίγειες συγκρούσεις και δίχως φόβο

Τη λιγοστή ζωή σου να περνάς.

Θεωρούν σοφό ακόμα

Το δρόμο σου να τραβάς αποφεύγοντας τη βία

Στο κακό ν’ ανταποδίνεις το καλό

Να μη χορταίνεις τις επιθυμίες σου, αλλά να τις ξεχνάς.

Μου είναι αδύνατο να πράξω όλα τούτα:

Αλήθεια, σε μαύρα χρόνιο ζω!

Ήρθα στις πόλεις την εποχή της αναστάτωσης

Όταν εκεί βασίλευε η πείνα.

Ήρθα μες στους ανθρώπους στην εποχή της ανταρσίας

Και ξεσηκώθηκα μαζί τους.

Έτσι κύλησε ο χρόνος

Που πάνω στη γη μου δόθηκε.

Το ψωμί μου το ‘τρωγα ανάμεσα στις μάχες.

Για να κοιμηθώ πλάγιαζα ανάμεσα στους δολοφόνους.

Αφρόντιστα δινόμουνα στον έρωτα

Κι αντίκριζα τη φύση δίχως υπομονή.

Έτσι κύλησε ο χρόνος

Που πάνω στη γη μου δόθηκε

Στον καιρό μου οι δρόμοι φέρνανε στη λάσπη.

Η μιλιά μου με κατέδιδε στο δήμιο.

Λίγα περνούσαν απ’ το χέρι μου. Όμως αν δεν υπήρχα

Οι αφέντες θα στέκονταν πιο σίγουρα, αυτό έλπιζα τουλάχιστον.

Έτσι κύλησε ο χρόνος

Που πάνω στη γη μου δόθηκε.

Οι δυνάμεις ήτανε μετρημένες. Ο στόχος

Βρισκότανε πολύ μακριά.

Φαινόταν ολοκάθαρα, αν και για μένα

Ήταν σχεδόν απρόσιτος.

Έτσι κύλησε ο χρόνος

Που πάνω στη γη μου δόθηκε.

Εσείς, που θ’ αναδυθείτε μέσ’ απ’ τον κατακλυσμό

Που εμάς, μας έπνιξε,

Όταν για τις αδυναμίες μας μιλάτε

Σκεφτείτε

Και τα μαύρα χρόνια

Που εσείς γλυτώσατε

Εμείς περνάγαμε, αλλάζοντας χώρες πιο συχνά από παπούτσια,

Μέσα από ταξικούς πολέμους, απελπισμένοι σα βλέπαμε,

Την αδικία να κυριαρχεί και να μην υπάρχει εξέγερση.

Κι όμως το ξέραμε:

Ακόμα και το μίσος ενάντια στην ευτέλεια

Παραμορφώνει τα χαρακτηριστικά.

Ακόμα κ’ η οργή ενάντια στην αδικία

Βραχνιάζει τη φωνή. Αλλοίμονο, εμείς

Που θέλαμε να ετοιμάσουμε το δρόμο στη φιλία

Δεν καταφέρναμε να ‘μαστε φίλοι ανάμεσά μας.

Όμως εσείς, όταν θα ‘ρθει ο καιρός

Ο άνθρωπος να βοηθάει τον άνθρωπο

Να μας θυμάστε

Με κάποιαν επιείκεια

Μπ. Μπρεχτ

http://www.youtube.com/watch?v=NTj7GX3mSqs&feature=related

« Πιο πρόσφατα Άρθρα - Παλιότερα Άρθρα »

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση
Μετάβαση σε γραμμή εργαλείων