Νίκος Χατζηκυριάκος – Γκίκας, “Γρηγορείτε”…

«Έχουμε μια ιστορία αιωνόβια, αλλ’ είμαστε νεοσύστατοι. Μας έχουν κατά καιρούς πατήσει, σφάξει, κατακρεουργήσει, σκλαβώσει, φιμώσει, εκδιώξει, αφανίσει, προδώσει. Καταντήσαμε ένα λαβωμένο κορμί, κράμα από φυλές κυνηγημένες σαν ανδράποδα. Με μανία θέλησαν την εξόντωσή μας. Φωτιά και σίδερο. Καταστροφές επί καταστροφών. Ερείπια επί ερειπίων. Διωγμοί επί διωγμών. Ξερίζωμα. Όμως τους χρόνους της σκλαβιάς μάς προστάτεψε η Ορθοδοξία. Μας έμεινε η γλώσσα η ελληνική. Διαφυλάχθηκαν οι ελληνικές παραδόσεις, η ελληνική τιμή. Σειρά κατορθωμάτων και ανδραγαθιών έδειχνε καθαρά την ελληνική της γενεαλογία. Ο Ήρως, η αρχαία έννοια του ήρωος, δεν εξέλειπεν. Η ηρωική πράξις, με όλα της τα επακόλουθα αφιλοκερδίας, θυσίας, αρετής, καλοκαγαθίας, εξακολούθησε να φέγγει σαν ίνδαλμα στους νεώτερους όπως και στους Ομηρικούς χρόνους και να δημιουργεί μορφές θεσπέσιες, άχραντες, ακατάλυτες.

Αλλά και σ’ έναν άλλο τομέα μοιάζουμε με τους προγόνους μας. Στην ατέρμονα κλίμακα διαμάχης, της βίαιης άμιλλας, της στυγνής έριδος, του δόλου, της φθονερής απάτης, της συκοφαντικής διαβολής, της αλληλοκατηγορίας και της εφιαλτικής προδοσίας. Αλληλοφάγωμα και καννιβαλισμός, εμπάθεια και αφρούς στο στόμα.

Φως- σκιά, φως – σκιά. Ισχυρές αντιθέσεις. Άλογα, παράλογα πράγματα. Πράξεις αυθορμητισμού που ξεσκεπάζουν βάθη χαρακτήρων ανέλπιστα. Ανανεώσεις, ανασχηματισμοί, μεταμορφώσεις πρωτεϊκές.

Όσα σώθηκαν ως σήμερα, παρ’ όλες τις καταστροφές των αιώνων, σήμερα, στον εικοστόν αιώνα, κινδυνεύουν τον έσχατον.

Δεν διαθέτουμε πια ούτε την εκθαμβωτική τέχνη που είχαν οι Αρχαίοι, ούτε την περίλαμπρη φιλοσοφία τους, ούτε την εκπληκτική τους επιστήμη, ούτε τη σοφία τους για να κατακτήσουμε, όπως στη ρωμαϊκή ηγεμονία, τον κατακτητή μας. Ούτε μπορούμε να παραβγούμε στον στίβο, όπου οι σφαίρες και οι τροχιές του τεχνολογικού πολιτισμού αμιλλώνται με δαιμονιώδη ταχύτητα. Γρηγορείτε».

Νίκος Χατζηκυριάκος – Γκίκας, Ελληνικοί Προβληματισμοί, εκδ. Αστρολάβος / Ευθύνη, Αθήνα 1986, 124-125.

Φίλος μεν Πλάτων, Φιλτάτη δε η αλήθεια (για την εκπαίδευση και τους εκπαιδευτικούς)

Του ΓΙΩΡΓΟΥ ΚΑΡΑΜΠΕΛΙΑ

Σε ένα κείμενο μου του Σαββάτου 4 Ιουλίου, είχα γράψει στο υστερόγραφο, απευθυνόμενος σε φίλους και συντρόφους εκπαιδευτικούς, πως τη Δευτέρα 6 Ιουλίου θα επανέλθω. Για να μη θεωρηθεί λοιπόν ότι φυγομαχώ, εξηγώ, αναγκαστικά συνοπτικά σήμερα και εδώ, αυτή μου την άποψη:
Θεωρώ λανθασμένη τη στάση όλων εκείνων που, ενώ συμμερίζονται πατριωτικές αντιλήψεις οι οποίες αντιστρατεύονται τις κυρίαρχες, στον χώρο των “προοδευτικών” εκπαιδευτικών, εθνομηδενιστικές αντιλήψεις, που έχουν συμβάλει αποφασιστικά στην αποεθνικοποίηση της νεολαίας, παρ’ όλα ταύτα ακολούθησαν, ως μη όφειλαν, τον συρμό του κλάδου τους. Διότι βέβαια είναι πασίγνωστο πως η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών, σε συντριπτικά ποσοστά μάλιστα, σε ό,τι αφορά τους «προοδευτικούς», συμμετείχαν στο ψευδεπίγραφο παιγνίδι του δημοψηφίσματος, συντασσόμενοι με το Όχι.

Γνωρίζουμε πως, στον χώρο της εκπαίδευσης, από τη δεκαετία του 1980 και μετά, πραγματοποιήθηκε ένα μαζικό εγχείρημα αποεθνικοποίησης, το οποίο ξεκίνησε από τα πανεπιστήμια για να περάσει στη μέση εκπαίδευση και να καταλήξει ακόμα και στη στοιχειώδη και τα νηπιαγωγεία. (Για παράδειγμα, μία νηπιαγωγός μου έφερε πρόσφατα ένα βιβλιαράκι που απευθύνεται στις νηπιαγωγούς για το πώς να οργανώνουν παιχνίδια για τα νήπια όπου οι “καλοί” είναι οι μετανάστες και οι “κακοί” οι αστυνομικοί που τους εμποδίζουν να μπουν στη χώρα). Απέναντι σε αυτό το εγχείρημα, υπήρξαν αντιστάσεις, ιδιαίτερα από παραδοσιακούς, συχνά συντηρητικούς και θρησκευόμενους, εκπαιδευτικούς, που αποκάλυψαν π.χ το ανοσιούργημα της Ρεπούση, ενώ η συντριπτική πλειοψηφία των «προοδευτικών» εκπαιδευτικών, «εθνομηδενιστών» ή «πατριωτών», δεν αντιδρούσε.

Βασικό όπλο για τον αφοπλισμό των δημοκρατών πατριωτών εκπαιδευτικών υπήρξε ο εγκλωβισμός σε μια ακραιφνώς συνδικαλιστική λογική, όπου το μόνο επίδικο αντικείμενο είναι οι μισθοί και οι απολαβές των εκπαιδευτικών, τα ωράρια εργασίας και η αξιολόγηση. Λες και οι εκπαιδευτικοί δεν επιτελούν κάποιο «λειτούργημα», όπως έλεγαν διάφοροι παραδοσιακοί προκάτοχοί τους, αλλά είναι απλώς υπάλληλοι της κρατικής γραφειοκρατίας. Λες και το μεγάλο πρόβλημα για τους εκπαιδευτικούς, στην εποχή της παγκοσμιοποίησης, δεν είναι η αντίσταση σ’ αυτήν και την ιδεολογία που εκπέμπει και διοχετεύει, αλλά κυρίως τα «συμφέροντα» των εκπαιδευτικών ως κλάδου. Και μέσα σε αυτά τα καλώς εννοούμενα συμφέροντα περιλαμβάνονται και αιτήματα μιας απόλυτης ασυδοσίας (απουσία οποιασδήποτε αξιολόγησης στην πραγματικότητα, παρά τα δήθεν επιχειρήματα υπέρ μιας “καλής αξιολόγησης”, μειωμένα ωράρια αλά καρτ, κ.λπ, κ.λπ.).

Στην πρωτοπορία αυτών των «αγώνων» βρίσκονται οι αριστεροί συνδικαλιστές, που έχουν εγκαταλείψει κάθε παράδοση αγωνιστικής αντίστασης στη διαχεόμενη μέσω της εκπαίδευσης παγκοσμιοποιητική και εθνομηδενιστική ιδεολογία, ή, στην περίπτωση των πατριωτών εκπαιδευτικών, από τη μία πλευράαντιστρατεύονται αυτή την ιδεολογία και από την άλλη συμπορεύονται με τους πιο ακραίους εκφραστές της, τις ποικιλώνυμες «συσπειρώσεις» του ΣΥΡΙΖΑ και των αριστεριστών. Πολλές φορές, τα προηγούμενα χρόνια, προσπαθήσαμε να μιλήσουμε γι’ αυτό το ζήτημα και για την ανάγκη να υπάρξει μια οργανωμένη αντίσταση στην εθνομηδενιστική λαίλαπα που έχει εξαπολυθεί στην εκπαίδευση της χώρας. Και μέχρι σήμερα αυτό δεν κατέστη δυνατό διότι, εν τέλει, τα «ταξικά» μικροσυμφέροντα και η ισχύς της περιρρέουσας ιδεολογίας, ιδιαίτερα στον χώρο της αριστεράς και των «συσπειρώσεων», αποδείχθηκαν υπέρτερα από μια γενική, αλλά μάλλον αφηρημένη πολιτική και ιδεολογική τοποθέτηση – που στην καλύτερη περίπτωση εκφράζεται μόνο ως ατομική στάση, μέσα ή έξω από το μάθημα.

Έτσι, ενώ είναι δεκάδες χιλιάδες, κυριολεκτικώς, οι εκπαιδευτικοί που βλέπουν την ανάγκη για μια διαφορετική πορεία στα εκπαιδευτικά πράγματα, αλλά και στον συνδικαλισμό των εκπαιδευτικών, ο οποίος θα έπρεπε να ενσωματώσει τα στοιχεία του περιεχομένου της εκπαίδευσης στις διεκδικήσεις του, εκείνοι που θα μπορούσαν και θα έπρεπε να παίξουν έναν ρόλο ενοποιητικό και καθοδηγητικό προτιμούν να αναλώνονται σε άγονες αντιπαραθέσεις στο εσωτερικό αυτού του κατεξοχήν εθνομηδενιστικού χώρου. Και το επιχείρημα είναι ότι δεν μπορούν να κάνουν αλλιώς γιατί θα «απομονωθούν». Όμως, όποιος θεωρεί πως το συμφέρον της νέας γενιάς και της πατρίδας μας διακυβεύεται και μέσα στα τεκταινόμενα στην εκπαίδευση δεν θα έπρεπε να διστάσει, και δεν θα απομονωθεί στην πραγματικότητα. Έτσι, δεν διστάσαμε κι εμείς, οι του Άρδην, όταν αποφασίσαμε να κόψουμε τους οργανικούς δεσμούς με τον αριστερισμό και την εθνομηδενιστική αριστερά, παρά το υψηλό τίμημα και τις συκοφαντίες που έχουμε εισπράξει.

Και βέβαια, όταν έρχεται η στιγμή των μεγάλων κρίσεων, αυτά τα ζητήματα ανακύπτουν με οξύτητα. Πώς είναι δυνατόν άνθρωποι που συχνά για δεκαετίες έχουν αντιπαλέψει αυτή τη κυρίαρχη εθνομηδενιστική λογική, να κλείνουν τα μάτια τους μπροστά στα αδιέξοδα, στα οποία έχουν οδηγήσει και τα δύο στρατόπεδα του «ναι» και του «όχι» στην Ελλάδα, και να συντάσσονται με ένα όχι – κατανοητή επιλογή για έναν ευρύτερο κόσμο που πέφτει στην παγίδα μιας δήθεν αντίστασης αλλά ακατανόητη για όλους εκείνους που γνωρίζουν πως θα έπρεπε να προτάσσουν το συμφέρον της πατρίδας, πάνω και πέρα από ιδιαίτερα συμφέροντα και ιδεολογίες. Πώς είναι δυνατό να μας εγκαλούν μάλιστα ορισμένοι ότι κάναμε την τελευταία περίοδο περισσότερη κριτική στον Τσίπρα και όχι στους αντιπάλους του, όταν γνωρίζουν αναρίθμητα κείμενα κριτικής και κινητοποιήσεις μας, όταν οι αντίπαλοί του ήταν «στα πράγματα». Έτσι και τώρα, τα κύρια βέλη της κριτικής μας, στο εσωτερικό πεδίο, στράφηκαν και συνεχίζονται να στρέφονται ενάντια σε όσους έχουν τη διακυβέρνηση της χώρας και επιπλέον διαβουκολούν το αντιστασιακό αίσθημα του λαού, όπως και τα κύρια βέλη, στο εξωτερικό πεδίο, συνεχίζουν να στρέφονται ενάντια στον Σόιμπλε και τη γερμανική Ευρώπη. Το ίδιο κάναμε και στο παρελθόν απέναντι στο ΠΑΣΟΚ, όταν οι περισσότεροι γύρω μας τρέχανε να ενταχθούν σε υπουργεία και θεσούλες.
Δεν είναι καιρός, λοιπόν, να γίνει μια συζήτηση για την κατεύθυνση της εκπαίδευσής μας, κόβοντας τους δεσμούς με εκείνους που, στο πεδίο των προτάσεων για το περιεχόμενο της εκπαίδευσης και τον προσανατολισμό της νέας γενιάς, βρίσκονται στον αντίποδα με αυτά που υποστηρίζει ο δημοκρατικός πατριωτικός χώρος; Πώς μπορεί να συνδυάζεται η συνδικαλιστική συμπόρευση με την ιδεολογική αντιπαράθεση; Και, εν τέλει, στις κρίσιμες στιγμές, να καθορίζει τη στάση πολλών από εμάς;

Ο πόλεμος εναντίον των Ελληνικών

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Με αφορμή προηγούμενο σημείωμά μου, αναγνώστρια με ευχαρίστησε που την παρότρυνα να διαβάσει Βιζυηνό. Είπε πως δεν πίστευε ότι θα ανακαλύψει έναν Έλληνα Τσέχοφ. Να θυμίσω απλώς ότι στις αρχές της δεκαετίας του ενενήντα, το 1993, η Άννα Κοκκίνου είχε ανεβάσει μια συρραφή από έργα του Βιζυηνού με τον τίτλο «Μορφές από το έργο του Βιζυηνού». Το εγχείρημα είχε όλα τα στοιχεία που θα μπορούσαν να το χαρακτηρίσουν «αντιεμπορικό». Η ηθοποιός ήταν μόνη της πάνω στη σκηνή, η παράσταση διαρκούσε πάνω από δύο ώρες και ο Βιζυηνός ήταν φορτωμένος με όλα τα αρνητικά του «ξεπερασμένου» συγγραφέα. Και όμως δόθηκαν πάνω από εξακόσιες παραστάσεις σε μια αίθουσα γεμάτη από θεατές. Θυμάμαι πολλούς φίλους που μου έλεγαν «μα τι υπέροχη γλώσσα», γι’ αυτήν την υπέροχη, σφύζουσα από ζωή καθαρεύουσα του συγγραφέα.

Άλλος αναγνώστης, με αφορμή το σημείωμά μου «Κι αν επιστρέφαμε στην καθαρεύουσα;», με προκάλεσε να εφαρμόσω πρώτος εγώ τις «καθαρεύουσες» απόψεις μου και να αρχίσω να γράφω σε αρχαΐζουσα. Τον ενημερώνω απλώς ότι στο μυθιστόρημά μου «Το αδιανόητο τοπίο», το 1991, ο κεντρικός ήρωας κρατάει το ημερολόγιό του στην καθαρεύουσα. Δεν είναι αμιγής, επιπέδου Τέλλου Άγρα φερ’ ειπείν, είναι η καθαρεύουσα που άκουγα όταν ήμουν παιδί στο ραδιόφωνο ή στις συζητήσεις των μορφωμένων αστών, γιατρών, δικηγόρων, αυτήν που χρησιμοποιούσε στη Βουλή ακόμη και ο Ηλίας Ηλιού. Η προφορική καθαρεύουσα, γεμάτη σολοικισμούς, η οποία πολλές φορές εχρησιμοποιείτο επιδεικτικά για να επιδείξει κάποιο μορφωτικό επίπεδο, πριν η μόρφωση περάσει στην παρανομία. Αυτή η καθαρεύουσα την οποία γελοιοποίησε και διέσυρε ο Γεώργιος Παπαδόπουλος.

Ας πούμε τα πράγματα με το όνομά τους. Η ελληνική γλώσσα κινδυνεύει; Η ελληνική γλώσσα κινδυνεύει όχι από τις επιμειξίες ή τα αγγλικά των αεροδρομίων, την «κοινή» της εποχής της παγκοσμιοποίησης, αλλά από την περιφρόνηση με την οποία την αντιμετωπίζουμε εμείς οι ίδιοι. ¨Ενα παιδί που μεγαλώνει στην Ελλάδα του 2015 έχει κάθε λόγο να αντιπαθεί τα ελληνικά. Τα ελληνικά, έτσι όπως τα καταντήσαμε, έχουν γίνει η γλώσσα της καθημερινής ασχήμιας, του καβγά, της επιθετικότητας, της κατεστημένης μαγκιάς. Τα περιφρονεί όταν τα ακούει στην τηλεόραση, κι όταν γράφει στο Διαδίκτυο αισθάνεται πως ακόμη και οι χαρακτήρες τους είναι εμπόδιο για την επικοινωνία.

Στο σχολείο, τα ελληνικά είναι η γλώσσα της παπαγαλίας και της αποστήθισης. Το παιδί ξέρει πως αν θέλει μια μέρα να καταφέρει να σκεφτεί κάτι παραπάνω ή να προχωρήσει στο επιστημονικό στάδιο πέρα από την παπαγαλία των πανελληνίων εξετάσεων, θα πρέπει να μάθει τουλάχιστον αγγλικά. Θα μου πείτε και τα αγγλικά που διδάσκονται στην ελληνική μέση εκπαίδευση είναι κατάλληλα μόνο για τα «γκαρσόνια της Ευρώπης», αν και τα γκαρσόνια στο Άμστερνταμ μιλούν άψογα αγγλικά. Η φυματική διδασκαλία των ξένων γλωσσών στο ελληνικό σχολείο είναι κι αυτή μέρος της αγλωσσίας, όμως αυτό είναι άλλο θέμα.

Η ελληνική γλώσσα θα σωθεί εάν ξαναθυμηθούμε την καθαρεύουσα; Ελάτε τώρα. Δεν είμαι τόσο αφελής ώστε να υποστηρίζω ότι αν ο μέσος Έλληνας βουλευτής θα χρησιμοποιεί την τρίτη κλίση θα χάσει την πρωτογενή χοντροκοπιά της σκέψης του. Εκείνο που υποστηρίζω είναι ότι η απαξίωση της ελληνικής γλώσσας, ο πόλεμος εναντίον των ελληνικών, ξεκίνησε με την επιβολή της δημοτικής στην εκπαίδευση ως μοναδικής εκδοχής της γλώσσας μας, θριάμβευσε με την ιστορική αμνησία που επέβαλε το μονοτονικό και ολοκληρώνεται τώρα με την ουσιαστική κατάργηση της διδασκαλίας της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Η νεοελληνική λογοτεχνία είναι το αποθεματικό κεφάλαιο της ελληνικής γλώσσας, καλώς ή κακώς είναι αυτή που είναι, και αν θέλουμε να πείσουμε το νέο παιδί πως τα ελληνικά μπορούν να παραγάγουν σκέψη, και μάλιστα σύγχρονη, μόνον μέσω της αγάπης για τη λογοτεχνία μπορούμε να το επιτύχουμε. Ο αποκλεισμός του νέου από την καθαρεύουσα σημαίνει και τον αποκλεισμό του από το σημαντικότερο ίσως κληροδότημα αυτού του κεφαλαίου. Μην ξεχνάμε ότι οι εκπαιδευτικοί κοιμούνται με το λεξικό Μπαμπινιώτη στο προσκέφαλό τους, ένα λεξικό κανονιστικό, μιας γλώσσας που την έχουν κατασκευάσει ένας γλωσσολόγος και οι μαθητές του, όπου δεν υπάρχει ούτε μία αναφορά στη λογοτεχνία που θα νομιμοποιούσε την εκδοχή της ερμηνείας των λέξεων. Προχειρότητα; Ή προκεχωρημένο φυλάκιο του πολέμου κατά των ελληνικών;

Εδώ ο κόσμος καίγεται κι εσύ ασχολείσαι με την καθαρεύουσα. Ναι, γιατί πιστεύω ότι είναι σημαντικότερη η σωτηρία των ελληνικών από τις αποφάσεις του Κατρούγκαλου ή του οποιουδήποτε τυχάρπαστου κάθισε σε υπουργική καρέκλα. Και είμαι και θα παραμείνω ορκισμένος ευρωπαϊστής όταν διαπιστώνω ότι η Ευρωπαϊκή Ένωση αντιμετωπίζει με περισσότερο σεβασμό το εκπαιδευτικό μας σύστημα από ό,τι εμείς, αφού είναι ο μόνος τομέας της δημόσιας ζωής στον οποίον δεν παρεμβαίνει. Με αποτέλεσμα να το έχουμε παραδώσει στον ανεκδιήγητο Κουράκη και στα αμόρφωτα αφεντικά του, τους συνδικαλιστές.

Αξίζει τα παιδιά να χάνουν ώρες για να διαβάζουν Βιζυηνό; Ναι, αξίζει. Έτσι για να μαθαίνουν ότι αυτός ο τόπος, αυτή η γλώσσα, έβγαλε πολιτισμό, πιο εξευγενισμένο απ’ τον κόσμο του Τσακνή και των ομοίων του. Αν έχουμε ένα τεκμήριο για να αποδείξουμε ότι δεν είμαστε τα κωμικά ανδρείκελα της Ιστορίας μας, αυτό είναι η γλώσσα μας. Νόθα παιδιά του Κοραή; Έστω. Πάντως, παιδιά του και όχι αποπαίδια της τύχης που μας έριξε στα ρηχά της αγλωσσίας.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ