ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΑ Β΄ ΛΥΚΕΙΟΥ. Δ. Ε. 3. ΘΡΗΣΚΕΙΑ. ΕΝΑ ΠΑΝΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ

Δ. Ε. 3. ΘΡΗΣΚΕΙΑ. ΕΝΑ ΠΑΝΑΝΘΡΩΠΙΝΟ ΦΑΙΝΟΜΕΝΟ

Ο μεταναστευτικός «ηθικός πανικός» και οι (κατα)χρήσεις του

Του ΖΥΓΚΜΟΥΝΤ ΜΠΑΟΥΜΑΝ / Μετάφραση Δημήτρης Ιωάννου

Οι τηλεοπτικές ειδήσεις, τα πρωτοσέλιδα των εφημερίδων, οι ομιλίες των πολιτικών, τα «τιτιβίσματα», όλα τα μέσα που χρησιμοποιούνται για να εστιάσουν ή να εκτονώσουν τα άγχη και τις φοβίες του κοινού, ξεχειλίζουν πλέον από αναφορές στη «μεταναστευτική κρίση» – η οποία υποτίθεται πως πλημμυρίζει την Ευρώπη και προμηνύει την κατάρρευση και τον χαμό του τρόπου ζωής που αυτή γνωρίζει, εξασκεί και λατρεύει. Αυτή η κρίση χρησιμεύει προς το παρόν ως ένα είδος πολιτικώς ορθού κωδικού ονόματος για την τρέχουσα φάση του αέναου αγώνα που διεξάγουν οι καθοδηγητές της κοινής γνώμης για την κατάκτηση και την υποταγή των σκέψεων και των συναισθημάτων των ανθρώπων. Ο αντίκτυπος των ειδήσεων που μεταδίδονται από το εν λόγω πεδίο μάχης κοντεύει πια να προκαλέσει έναν πραγματικό «ηθικό πανικό» (φαινόμενο το οποίο, σύμφωνα με τον πιο κοινά αποδεκτό ορισμό που καταγράφει η Wikipedia, είναι «ένα αίσθημα φόβου που εξαπλώνεται σε μεγάλο αριθμό ανθρώπων ότι κάτι κακό απειλεί την κοινωνική ευημερία»).[1]

Καθώς γράφω αυτές τις λέξεις, μια ακόμα τραγωδία –συνοδευόμενη από σκληρή αδιαφορία και ηθική τύφλωση- είναι έτοιμη να ξεσπάσει. Ολοένα και πυκνώνουν τα σημάδια ότι η κοινή γνώμη, σε αγαστή σύμπνοια με τα εντυπωσιοθηρικά ΜΜΕ, σταδιακά αλλά αναπόδραστα πλησιάζουν το σημείο της «κούρασης με την προσφυγική τραγωδία». Τα πνιγμένα παιδιά, τα βιαστικά υψωμένα τείχη, τα αγκαθωτά συρματοπλέγματα, τα υπερπλήρη στρατόπεδα συγκέντρωσης («κέντρα υποδοχής») και οι κυβερνήσεις που διαγωνίζονται στη ρίψη αλατιού στις πληγές της εξορίας, του παρά τρίχα γλυτωμού και των εξουθενωτικών κινδύνων του ταξιδιού προς την ασφάλεια αντιμετωπίζοντας τους πρόσφυγες σαν καυτές πατάτες – όλα αυτά τα ηθικά αίσχη αποτελούν ολοένα και λιγότερο «ειδήσεις» και πετιούνται ολοένα και συχνότερα κάπου «μέσα στις ειδήσεις». Αλίμονο, η μοίρα όλων των συγκλονισμών είναι η μετατροπή τους σε μια βαρετή ρουτίνα κανονικότητας – κι η μοίρα των ηθικών πανικών είναι η περιτύλιξή τους σ’ ένα πέπλο λησμοσύνης, η κατανάλωση και η εξαφάνισή τους από τα μάτια και τις συνειδήσεις μας. Ποιος θυμάται πια τους Αφγανούς πρόσφυγες που ζητούσαν άσυλο στην Αυστραλία κι έριχναν τα κορμιά τους πάνω στα συρματοπλέγματα της Woomera ή έλιωναν κλεισμένοι στα μεγάλα κέντρα κράτησης που η Αυστραλιανή κυβέρνηση έχτισε στο Nauru και το Νησί των Χριστουγέννων «για να εμποδίσει την είσοδό τους στα χωρικά της ύδατα»; Ή τους δεκάδες Σουδανούς εξόριστους που σφαγιάστηκαν από την αστυνομία στο κέντρο του Καΐρου «αφού απεκδύθηκαν των δικαιωμάτων τους από την Ύπατη Αρμοστεία του ΟΗΕ»;[2]

Η μαζική μετανάστευση δεν είναι φυσικά νέο φαινόμενο˙ συνόδευσε τη νεωτερική εποχή από την απαρχή της (αν και σε μεταβαλλόμενες, και κάποιες φορές αντιστρεφόμενες, κατευθύνσεις) – καθώς ο «σύγχρονος τρόπος ζωής μας» περιλαμβάνει εγγενώς την παραγωγή «περιττών ανθρώπων» (τοπικά «άχρηστων» – πλεοναζόντων και μη απασχολήσιμων- ελέω οικονομικής προόδου, ή τοπικά ανυπόφορων – απόβλητων ως αποτέλεσμα αναταραχών, συγκρούσεων και αλληλοσπαραγμών που οφείλονται σε κοινωνικούς/πολιτικούς μετασχηματισμούς και στους αγώνες ισχύος που ακολουθούν). Ωστόσο, τώρα υφιστάμεθα τις πρόσθετες συνέπειες της βαθιάς, και φαινομενικά αδιέξοδης, αποσταθεροποίησης της Μέσης Ανατολής, στον απόηχο των απερίσκεπτων, ανόητα μυωπικών και πασίδηλα αποτυχημένων πολιτικών και στρατιωτικών επεμβάσεων των Δυτικών δυνάμεων στην περιοχή.

Οι παράγοντες που πυροδοτούν τις τωρινές μαζικές ροές στα σημεία εκκίνησής τους είναι λοιπόν διττοί· αντίστοιχα διττός είναι και ο αντίκτυπος των ροών αυτών στα σημεία προορισμού και οι αντιδράσεις των χωρών υποδοχής. Στα «ανεπτυγμένα» μέρη του κόσμου, στα οποία τόσο οι οικονομικοί μετανάστες όσο και οι πρόσφυγες αναζητούν καταφύγιο, τα επιχειρηματικά συμφέροντα επιβουλεύονται και καλωσορίζουν την εισροή του φτηνού εργατικού δυναμικού που υπόσχεται γι’ αυτούς μεγάλα κέρδη (όπως εύστοχα το συνόψισε ο Ντόμινικ Κασιάνι: «οι βρετανοί εργοδότες έχουν γίνει εξπέρ στο να βρίσκουν φτηνούς ξένους εργάτες – χρησιμοποιούν γραφεία απασχόλησης που εργάζονται πυρετωδώς στην ηπειρωτική Ευρώπη ακριβώς για το σκοπό αυτόν»)·[3] για το μεγαλύτερο μέρος του πληθυσμού, από την άλλη, που ήδη κατατρύχεται από την υπαρξιακή και εργασιακή ανασφάλεια της κοινωνικής του θέσης και προοπτικής, αυτή η εισροή σηματοδοτεί ακόμα μεγαλύτερο ανταγωνισμό στην αγορά εργασίας, βαθύτερη αβεβαιότητα και μειούμενες πιθανότητες βελτίωσης της ζωής τους: πρόκειται για μια πολιτικά και κοινωνικά εκρηκτική κατάσταση, και οι πολιτικοί προσπαθούν πολύ άγαρμπα να ισορροπήσουν τις ασύμβατες επιθυμίες να εξυπηρετήσουν τους κεφαλαιοκράτες αφέντες τους και ταυτόχρονα να καθησυχάσουν τους φόβους των ψηφοφόρων τους.

Εν γένει, όπως έχουν τα πράγματα προς το παρόν και όπως φαίνονται ότι θα είναι για πολύ καιρό στο μέλλον, η μαζική μετανάστευση είναι απίθανο να σταματήσει· παρά τις προσπάθειες να αποθαρρυνθεί ή και την αυξανόμενη εφευρετικότητα των προσπαθειών να σταματήσει. Όπως έξυπνα παρατήρησε ο Ρόμπερτ Ουάιντερ στον πρόλογο της β΄ έκδοσης του βιβλίου του BloodyForeigners,[4] «Μπορούμε να καθόμαστε στην παραλία όσο θέλουμε και να φωνάζουμε στα κύματα, αλλά η παλίρροια δεν θα μας ακούσει, ούτε η θάλασσα θα υποχωρήσει». Η ανέγερση τειχών για να σταματήσουν οι μετανάστες πριν «μπουν στις δικές μας αυλές» μοιάζει σε γελοίο βαθμό με την ιστορία του αρχαίου Έλληνα φιλοσόφου Διογένη, ο οποίος μια μέρα έπιασε το πιθάρι στο οποίο έμενε και άρχισε να το κυλά άσκοπα πάνω κάτω στους δρόμους της Σινώπης. Όταν τον ρώτησαν για την παράξενη συμπεριφορά του, αυτός απάντησε ότι, μια κι έβλεπε τους γείτονές του να αμπαρώνουν τις πόρτες τους και να ακονίζουν τα σπαθιά τους εν όψει της πολιορκίας της πόλης από τα στρατεύματα του Αλέξανδρου του Μακεδόνα, ντρεπόταν να αδρανεί κι είπε να συνεισφέρει κι εκείνος κάπως στην άμυνα της πόλης.

Αυτό όμως που έγινε τα τελευταία χρόνια, είναι ότι στους μετανάστες που χτυπούν τις πόρτες της Ευρώπης προστίθενται ένας εκρηκτικά αυξημένος αριθμός προσφύγων και αιτούντων άσυλο. Αυτή η έκρηξη προκλήθηκε από το αυξανόμενο πλήθος των κρατών που «αποτυγχάνουν» ή είναι ήδη «αποτυχημένα», των περιοχών όπου δεν υπάρχει καν κράτος και άρα αποτελούν θέατρα ανομίας, ατελείωτων φυλετικών και θρησκευτικών πολέμων, μαζικών σφαγών και ασταμάτητης λεηλασίας. Σε μεγάλο βαθμό, αυτή είναι η παράπλευρη ζημιά που προκάλεσαν οι θανατηφόρα λανθασμένες, ατυχείς και καταστροφικές στρατιωτικές αποστολές στο Αφγανιστάν και το Ιράκ, οι οποίες τελείωσαν με την αντικατάσταση των δικτατορικών τους καθεστώτων από ένα 24ωρο θέατρο αναρχίας και φρενιτιώδους βίας, που υποβοηθείται και υποκινείται από ένα παγκόσμιο εμπόριο όπλων που έχει ξεφύγει από κάθε έλεγχο και ενισχύεται από την άπληστη εξοπλιστική βιομηχανία και τη σιωπηρή (αν και συχνά υπερήφανα επιδεικνυόμενη σε διεθνή εμπορικά φόρα) υποστήριξη κυβερνήσεων διψασμένων για μεγέθυνση του ΑΕΠ. Η πλημμύρα των προσφύγων που, κάτω από την κυριαρχία της αυθαιρεσίας και της βίας, αναγκάζονται να εγκαταλείψουν τα σπίτια και τις περιουσίες τους, και να αναζητήσουν καταφύγιο από τα πεδία των μαχών, ήρθε να προστεθεί στη σταθερή ροή των αποκαλούμενων «οικονομικών μεταναστών», οι οποίοι έλκονται στη Δύση από την ανθρώπινη επιθυμία τους να αφήσουν τα άγονα εδάφη τους (τις πτωχευμένες χώρες τους που δεν προσφέρουν καμιά προοπτική) για πιο πράσινα βοσκοτόπια (τους ονειρικούς παραδείσους των άπλετων ευκαιριών). Γι’ αυτό το πλατύ ποτάμι των ανθρώπων που αναζητούν αξιοπρεπείς συνθήκες διαβίωσης (ένα ποτάμι με ροή σταθερή από τις απαρχές της ανθρωπότητας, που όμως φούσκωσε από τη σύγχρονη βιομηχανία περιττών ανθρώπων και «σπαταλημένων ζωών»[5]), ο Πολ Κόλιερ γράφει τα ακόλουθα[6]:«Το πρώτο γεγονός είναι πως το εισοδηματικό χάσμα ανάμεσα στις φτωχές και τις πλούσιες χώρες είναι τερατώδες και η παγκόσμια διαδικασία οικονομικής μεγέθυνσης θα το διατηρήσει έτσι για πολλές δεκαετίες. Το δεύτερο είναι πως η μετανάστευση δεν θα μειώσει δραστικά αυτό το χάσμα διότι οι μηχανισμοί ανάδρασης είναι πολύ αδύναμοι. Το τρίτο είναι πως, καθώς η μετανάστευση θα συνεχίζεται, οι μεταναστευτικές κοινότητες θα συνεχίσουν για δεκαετίες να πληθαίνουν. Οπότε, το εισοδηματικό χάσμα θα παραμένει, και οι παράγοντες διευκόλυνσης της μετανάστευσης θα πολλαπλασιάζονται. Το βέβαιο συμπέρασμα είναι πως η μετανάστευση από τις φτωχές στις πλούσιες χώρες θα επιταχυνθεί. Για το προβλέψιμο μέλλον, η διεθνής μετανάστευση δεν θα φτάσει σε ισορροπία: αντίθετα, είμαστε μάρτυρες των απαρχών μιας ανισορροπίας επικών διαστάσεων».

Ο Κόλιερ υπολογίζει πως, μεταξύ του 1960 και του 2000 (οπότε τελείωναν και τα διαθέσιμα στατιστικά στοιχεία), «η μετανάστευση από τις φτωχές στις πλούσιες χώρες απογειώθηκε από τα 20 εκατομμύρια (και λιγότερο) στα 60 εκατομμύρια (και περισσότερο). Επιπλέον, οι αυξητικές τάσεις επιταχύνονταν με το πέρασμα των δεκαετιών. […] Είναι λογικό να υποθέσει κανείς ότι μετά το 2000 η επιτάχυνση συνεχίστηκε». Θα λέγαμε πως, αφημένοι στη δική τους λογική και δυναμική, οι πληθυσμοί των φτωχών και πλούσιων χωρών συμπεριφέρονται όπως ένα υγρό σε συγκοινωνούντα δοχεία. Ο αριθμός των μεταναστών είναι βέβαιο ότι θα αυξάνει έως ότου επιτευχθεί ισορροπία, μεταξύ των επιπέδων ευημερίας των «ανεπτυγμένων» και των «αναπτυσσόμενων» (;) τομέων του παγκοσμιοποιημένου πλανήτη μας. Ωστόσο, ένα τέτοιο αποτέλεσμα πιθανότατα θα χρειαστεί πολλές δεκαετίες μέχρι να επιτευχθεί – ακόμα κι αν αποκλείσουμε τις απρόβλεπτες καμπές της ιστορικής μοίρας.

Μια ιστορία που δεν τελειώνει

Οι πρόσφυγες που ξεφεύγουν από την κτηνωδία του πολέμου και του ολοκληρωτισμού ή την αγριότητα μιας πεινασμένης και αδιέξοδης ύπαρξης χτυπούν τις πόρτες κάποιων άλλων, κι αυτό συμβαίνει από τις αρχές της σύγχρονης εποχής. Για τους ανθρώπους που αφουγκράζονται τα χτυπήματα πίσω από τις πόρτες τους, οι πρόσφυγες ήταν πάντα, όπως και τώρα, ξένοι. Οι ξένοι τείνουν να προκαλούν άγχος ακριβώς γιατί δεν τους ξέρουμε — είναι απρόβλεπτοι κι αυτό έχει κάτι το τρομακτικό, σε αντίθεση με τους ανθρώπους που συναναστρεφόμαστε καθημερινά, από τους οποίους νομίζουμε ότι ξέρουμε τι να περιμένουμε· ποιος μπορεί να πει με σιγουριά ότι όλοι αυτοί οι ξένοι δεν θα καταστρέψουν τα πράγματα που αγαπάμε, δεν θα σακατέψουν ή θα διαλύσουν τον συνηθισμένο τρόπο ζωής μας, που τόσο μας παρηγορεί; Τους ανθρώπους με τους οποίους έχουμε συνηθίσει να συμβιώνουμε, στις γειτονιές, τους δρόμους και τα γραφεία μας τους χωρίζουμε κοινότοπα σε φίλους και «εχθρούς», τους συναναστρεφόμαστε με ευχαρίστηση ή απλώς τους ανεχόμαστε· πάντως, σε όποια κατηγορία κι αν τους βάλουμε, γνωρίζουμε καλά πώς να τους φερθούμε και πώς να οργανώσουμε τη συνύπαρξή μας μαζί τους. Για τους ξένους, ωστόσο, γνωρίζουμε τόσο ελάχιστα πράγματα, που δεν μπορούμε να διαβάσουμε κατάλληλα τις κινήσεις τους ώστε να προετοιμάσουμε τις αντιδράσεις μας, ούτε να μαντέψουμε τις προθέσεις τους και τι ετοιμάζουν. Η άγνοια πώς να κινηθούμε, πώς να αντιμετωπίσουμε μια κατάσταση που δεν οφείλεται σε μας και δεν την ελέγχουμε, είναι ένα μείζον αίτιο του άγχους και του φόβου.

Θα μπορούσαμε να πούμε πως αυτά αποτελούν γενικά και υπεριστορικά προβλήματα της ύπαρξης «ξένων ανάμεσά μας», που εμφανίζονται σε όλες τις εποχές και κατατρύχουν όλα τα τμήματα του πληθυσμού, με λίγο-πολύ παρόμοια ένταση και σε λίγο-πολύ παρόμοιο βαθμό. Οι πυκνοκατοικημένες αστικές περιοχές προκαλούν αναπόφευκτα τις αντιφατικές παρορμήσεις της «μεικτοφιλίας» (της έλξης προς τα πολύχρωμα, ετερόκλητα περιβάλλοντα που προμηνύουν άγνωστες και ανεξερεύνητες εμπειρίες και άρα την ευχαρίστηση της περιπέτειας και της ανακάλυψης) και της «μεικτοφοβίας» (του φόβου του μη διαχειρίσιμου όγκου των άγνωστων, ανεξημέρωτων, άβολων και ανεξέλεγκτων ερεθισμάτων). Η πρώτη παρόρμηση είναι το βασικότερο θέλγητρο της αστικής ζωής. Η δεύτερη, αντίθετα, είναι το πιο τρομακτικό της τραύμα, ιδίως στα μάτια των λιγότερο τυχερών και εύπορων, οι οποίοι (σε αντίθεση με τους πλούσιους και τους προνομιούχους, που έχουν τη δυνατότητα να απομονωθούν σε «περιφραγμένες κοινότητες» προστατευόμενοι από την ενοχλητική, μπερδεμένη και συχνά τρομακτική αναταραχή και φασαρία των πολύβουων δρόμων της πόλης) δεν μπορούν εύκολα να απομακρυνθούν από τις αμέτρητες παγίδες και ενέδρες που είναι διάσπαρτες στο ετερογενές και συχνά δύσπιστο και εχθρικό αστικό περιβάλλον, στους κρυφούς του οποίου κινδύνους είναι καταδικασμένοι να μείνουν εκτεθειμένοι για όλη τους τη ζωή. Όπως μας πληροφορεί ο Αλμπέρτο Ναρντέλι, «σχεδόν το 40% των Ευρωπαίων αναφέρουν το μεταναστευτικό ως το πιο σοβαρό ζήτημα που έχει να επιλύσει η ΕΕ[7] – αναδεικνύοντάς το πρώτο. Μόλις ένα χρόνο πριν, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μικρότερο από 25%. Αντίστοιχα, ένας στους δύο Βρετανούς αναφέρουν πλέον το μεταναστευτικό ως ένα από τα πιο σημαντικά ζητήματα που απασχολούν τη χώρα».

Στον ολοένα και πιο απορυθμισμένο, πολυκεντρικό, εξαρθρωμένο κόσμο μας, η μόνιμη αμφισημία της αστικής ζωής δεν είναι ο μόνος λόγος για να αισθάνεται κανείς αμήχανος ή φοβισμένος στη θέα άστεγων νεοφερμένων, ή για να εξάπτει την εχθρότητα εναντίον τους και να προκαλεί σε βία – και, επίσης, για να χρησιμοποιεί ή να καταχράται τα ολοφάνερα δεινά της φτώχειας, της δυστυχίας και της αδυναμίας τους. Μπορεί κανείς να αναφέρει δύο ακόμα παρορμήσεις, που προστίθενται από τα αλλόκοτα χαρακτηριστικά του τρόπου ζωής και συγκατοίκησής μας μετά-την – απορρύθμιση· πρόκειται για δύο παράγοντες σαφώς διακριτούς μεταξύ τους, που επηρεάζουν μάλλον διαφορετικές κατηγορίες ανθρώπων. Καθένας από αυτούς εντείνει την πικρία και την επιθετικότητα που εκδηλώνεται προς τους μετανάστες – αλλά σε διαφορετικά τμήματα του πληθυσμού υποδοχής.

Λαγοί και βατράχια

Η πρώτη παρόρμηση ακολουθεί, έστω και σε σύγχρονη μορφή, το σχήμα που περιέγραφε ο Αίσωπος στον μύθο με τους λαγούς και τα βατράχια. Οι λαγοί του μύθου δεν ήξεραν πλέον πού να καταφύγουν για να γλιτώσουν από το κυνηγητό των άλλων ζώων. Με το που έβλεπαν έστω κι ένα ζώο να τους πλησιάζει, το έβαζαν στα πόδια. Μια μέρα συνάντησαν μια αγέλη αφηνιασμένων αλόγων, και πανικόβλητοι έτρεξαν για μια κοντινή λίμνη, αποφασισμένοι να πνιγούν παρά να συνεχίσουν να ζουν μέσα στο φόβο. Αλλά καθώς πλησίαζαν στην όχθη, κάποιοι βάτραχοι, τρομαγμένοι με τη σειρά τους απ’ τους επερχόμενους λαγούς, πήδηξαν βιαστικά μες στο νερό. «Τελικά», είπε ένας λαγός, «τα πράγματα δεν είναι και τόσο άσχημα». Δεν υπάρχει πια λόγος να διαλέξουν τον θάνατο από μια ζωή στο φόβο. Το ηθικό δίδαγμα του μύθου είναι ξεκάθαρο: η ικανοποίηση που ένιωσε ο λαγός – ένα ευπρόσδεκτο διάλειμμα από την καθημερινή απόγνωση του θηράματος – προήλθε από τη συνειδητοποίηση ότι υπάρχει πάντα κάποιος που κουβαλάει βαρύτερο σταυρό από τον ίδιο.

Στην κοινωνία μας, την κοινωνία των ανθρώπινων ζώων, υπάρχουν άφθονοι «λαγοί που κυνηγιούνται απ’ τα άλλα ζώα» και βρίσκονται σε μια θέση παρομοίως δεινή με αυτή του μύθου: στις τελευταίες δεκαετίες, ο αριθμός τους όλο και αυξάνεται, κι απ’ ό,τι φαίνεται χωρίς σταματημό. Ζουν μέσα στη δυστυχία, τον εξευτελισμό και την ταπείνωση, εντός μιας κοινωνίας που τους έχει κάνει παρίες την ίδια στιγμή που επαίρεται για την πρωτοφανή άνεση και πολυτέλειά της. Οι λαγοί μας λοιδορούνται και καταδικάζονται από τα «άλλα ανθρώπινα ζώα», και προσβάλλονται που οι άλλοι τους εξευτελίζουν και τους απαξιώνουν — ενώ ταυτόχρονα λογοκρίνονται, χλευάζονται και ταπεινώνονται από το δικαστήριο της ίδιας της συνείδησής τους για την καταφανή ανικανότητά τους να αρθούν στο ύψος αυτών των άλλων. Σε έναν κόσμο όπου όλοι θεωρείται δεδομένο ότι θα «ζουν για τον εαυτό τους», και μάλιστα αναμένεται και προτρέπονται να το κάνουν, τέτοιοι ανθρώπινοι λαγοί που αποστερούνται τον σεβασμό, τη φροντίδα και την αναγνώριση από τους άλλους, είναι ακριβώς σαν αυτούς του Αισώπου που «κυνηγιούνται απ’ τα άλλα ζώα», πεταμένοι στην εσχατιά που προορίζεται για τα δίκαια λάφυρα του διαβόλου· και αφημένοι εκεί για πάντα χωρίς ελπίδα, πόσο μάλλον υπόσχεση, για λύτρωση ή για απόδραση.

Για τους απόκληρους που νομίζουν ότι έχουν φτάσει στον πάτο, η ανακάλυψη ότι υπάρχει κι άλλο ένα επίπεδο πιο κάτω από αυτό στο οποίο τους έχουν σπρώξει είναι ένα συμβάν λυτρωτικό που διασώζει την αξιοπρέπεια και ό,τι έχει απομείνει από την αυτοεκτίμησή τους. Η άφιξη ενός πλήθους άστεγων προσφύγων που έχουν απωλέσει τα ανθρώπινα δικαιώματά τους, όχι μόνο στην πράξη αλλά και με το γράμμα του νόμου, προσφέρει τη (σπάνια) ευκαιρία για ένα τέτοιο συμβάν. Και μας βοηθά να εξηγήσουμε τη σύμπτωση του πρόσφατου μεταναστευτικού κύματος με την άνοδο της ξενοφοβίας, του ρατσισμού, του σοβινισμού — και τις εκπληκτικές όσο και πρωτοφανείς εκλογικές επιτυχίες των ξενοφοβικών, ρατσιστικών, σοβινιστικών κομμάτων και κινημάτων και των υπερ-εθνικιστών ηγετών τους.

Les Bas profonds[8]

Το «Εθνικό Μέτωπο» της Μαρίν Λεπέν συγκεντρώνει ψήφους κυρίως από τα πολύ χαμηλά στρώματα της γαλλικής κοινωνίας (τους απόκληρους, τους περιθωριοποιημένους, τους φτωχούς και αποκλεισμένους) και εξασφαλίζει την υποστήριξή τους άλλοτε διακηρύσσοντας ανοιχτά κι άλλοτε υπονοώντας σιωπηρά το σύνθημα «η Γαλλία για τους Γάλλους». Είναι πολύ δύσκολο να αντισταθούν σ’ ένα τέτοιο σύνθημα αυτοί που απειλούνται με αποκλεισμό από την ίδια τους την κοινωνία στην πράξη, αν και όχι (ακόμα) τυπικά: εν τέλει, ο εθνικισμός τούς παρέχει το όνειρο μιας σωσίβιας λέμβου (ή ενός μηχανισμού αναβίωσης;) για την ξεθωριασμένη ή ήδη τσακισμένη αυτοεκτίμησή τους. Το να είναι Γάλλοι (ή Γαλλίδες) είναι το (ίσως μοναδικό εφικτό) χαρακτηριστικό που τους τοποθετεί στην ίδια κατηγορία με τους «καλούς καγαθούς», υψηλόφρονες και ισχυρούς ανθρώπους στην κορυφή, και ταυτόχρονα τους θέτει ψηλότερα από τους παρομοίως δυστυχείς αλλοδαπούς, τους ανέστιους νεοφερμένους. Οι μετανάστες είναι ακριβώς ο σωτήριος πάτος που βρίσκεται ακόμα πιο κάτω – χαμηλότερα από το σημείο που κρατούνται οι εγχώριοι Άθλιοι· ένας πάτος που καθιστά τη θέση των τελευταίων λίγο λιγότερο ταπεινωτική, και συνεπώς λίγο λιγότερο πικρή, αβάσταχτη και ανυπόφορη.

Υπάρχει κι άλλος ένας εξαιρετικός (με την έννοια ότι βρίσκεται πέραν της «κανονικής», υπεριστορικής δυσπιστίας για τους ξένους) λόγος ανησυχίας και αγανάκτησης με τη μαζική εισροή μεταναστών και προσφύγων. Και αυτός αφορά περισσότερο ένα κάπως διαφορετικό τμήμα της κοινωνίας: το αναδυόμενο «πρεκαριάτο», ανθρώπους που φοβούνται μη χάσουν τα αγαπημένα και ζηλευτά τους αποκτήματα και την κοινωνική τους θέση περισσότερο απ’ όσο το φοβούνται οι ανθρώπινοι «αισώπειοι λαγοί», που είναι απεγνωσμένοι από το γεγονός ότι τα έχουν ήδη χάσει ή δεν είχαν ποτέ την ευκαιρία να τα αποκτήσουν.

Ξένοι στην ακτή – και στον δρόμο 

Δεν μπορεί κανείς παρά να παρατηρήσει ότι η μαζική και ξαφνική εμφάνιση των ξένων στους δρόμους μας, ούτε οφείλεται σε εμάς, ούτε βρίσκεται υπό τον έλεγχό μας. Κανείς δεν μας συμβουλεύτηκε, κανείς δεν μας ρώτησε αν συμφωνούμε. Και δεν είναι να απορεί κανείς που τα διαδοχικά κύματα μεταναστών αντιμετωπίζονται εχθρικά ως (για να θυμηθούμε τον Μπρεχτ) «προάγγελοι κακών ειδήσεων». Οι μετανάστες και οι πρόσφυγες ενσωματώνουν την κατάρρευση της τάξης (ό,τι κι αν εννοούμε με τον όρο αυτό: μια κατάσταση πραγμάτων στην οποία οι σχέσεις μεταξύ αιτίων και αιτιατών είναι σταθερές, κατανοητές και προβλέψιμες, επιτρέποντας στους κοινωνούς της να σχεδιάζουν πώς θα κινηθούν εντός της), που παύει πλέον να είναι δεσμευτική: θυμίζουν τους ανθρώπους με τα ολόσωμα πλακάτ που γράφουν «το τέλος του κόσμου είναι κοντά». Όπως λέει σε μια οδυνηρά εύστοχη φράση ο Τζόναθαν Ράδερφορντ, «μεταφέρουν τα άσχημα νέα από την άλλη άκρη του κόσμου μέχρι την πόρτα μας». Μας κάνουν να συνειδητοποιούμε κι επιμένουν να μας θυμίζουν αυτά που μας αρέσει να ξεχνάμε ή καλύτερα να ξορκίζουμε: ότι υπάρχουν κάποιες παγκόσμιες, μακρινές, καμιά φορά ακουστές αλλά πάντα αόρατες, ασαφείς, σκοτεινές και μυστηριώδεις δυνάμεις αρκετά ισχυρές ώστε να επεμβαίνουν και στις δικές μας τις ζωές και να αγνοούν τις προτιμήσεις μας.

Αυτοί οι νομάδες – όχι κατ’ επιλογήν αλλά καταδικασμένοι από μια άκαρδη μοίρα – μας θυμίζουν, με ενοχλητικό και εξοργιστικό τρόπο, την (αθεράπευτη;) ευαλωτότητα της δικής μας θέσης και την ευθραυστότητα της δικής μας κερδισμένης ευημερίας. Και είναι μια ανθρώπινη, πολύ ανθρώπινη συνήθεια να κατηγορούμε και να τιμωρούμε τους αγγελιαφόρους για το μισητό περιεχόμενο του μηνύματος που μεταφέρουν εκ μέρους των περίπλοκων, ανεξιχνίαστων, τρομακτικών και δικαίως μισητών παγκόσμιων δυνάμεων που υποπτευόμαστε ως υπαίτιων για το αγωνιώδες και ταπεινωτικό συναίσθημα υπαρξιακής αβεβαιότητας που διαλύει την αυτοπεποίθησή μας και καταστρέφει τα σχέδια που κάνουμε για τις ζωές μας. Και ενώ δεν μπορούμε να κάνουμε σχεδόν τίποτα για να χαλιναγωγήσουμε τις διαφεύγουσες και μακρινές δυνάμεις της παγκοσμιοποίησης, μπορούμε τουλάχιστον να διοχετεύσουμε τον θυμό που μας προκάλεσαν και εξακολουθούν να μας προκαλούν, και να ξεφορτώσουμε αυτόν το θυμό, εμμέσως, προς τα κοντινά και ευπρόσιτα προϊόντα τους.

Φυσικά, δεν θα φτάσει πουθενά κοντά στη ρίζα των προβλημάτων, αλλά μπορεί να μας ανακουφίσει έστω και για λίγο από τον εξευτελισμό της κακοτυχίας μας και της ανικανότητάς μας να αντισταθούμε στην παραλυτική επισφάλεια της δικής μας θέσης στον κόσμο.

Η στρεβλή αυτή λογική και η νοοτροπία που γεννά προσφέρουν ένα καλά προετοιμασμένο, γόνιμο έδαφος, που προκαλεί πολλούς ψηφοθήρες να το βοσκήσουν — μια ευκαιρία που δεν θα ήθελαν επ’ ουδενί να χάσουν ολοένα και περισσότεροι πολιτικοί. Η εκμετάλλευση της αγωνίας που προκαλεί η εισροή των ξένων, η οποία αναμένεται να σπρώξει κι άλλο προς τα κάτω μισθούς και επιδόματα που καιρό τώρα αρνούνται να μεγαλώσουν, να μακρύνει κι άλλο τις ουρές των ανθρώπων που στήνονται εις μάτην για δουλειές που μένουν πεισματικά σπάνιες, είναι ένας πειρασμός στον οποίο ελάχιστοι πολιτικοί που ήδη έχουν ή εποφθαλμιούν κάποιο αξίωμα θα μπορούσαν να αντισταθούν.

Οι στρατηγικές που επιστρατεύουν οι πολιτικοί για να αρπάξουν αυτή την ευκαιρία μπορεί να είναι –και είναι– πολλές και ποικίλες, αλλά ένα πράγμα πρέπει να είναι ξεκάθαρο: η πολιτική του αμοιβαίου διαχωρισμού και της τήρησης αποστάσεων, η οικοδόμηση τειχών αντί για γέφυρες και η καταφυγή σε ηχομονωμένους «ηχοθαλάμους» αντί για ανοιχτές γραμμές απαραμόρφωτης επικοινωνίας (ακόμα και η νίψη των χειρών ή η διακήρυξη της αδιαφορίας, μεταμφιεσμένης έστω σε ανεκτικότητα) δεν οδηγούν πουθενά, παρά μόνο στην έρημο της αμοιβαίας δυσπιστίας, αποξένωσης και επιδείνωσης. Παρότι μοιάζει βραχυπρόθεσμα καθησυχαστική (γιατί διώχνει την πρόκληση εκτός πεδίου), αυτή η απατηλή, αυτοκτονική πολιτική συσσωρεύει εκρηκτικές ύλες που είναι έτοιμες να εκραγούν στην πρώτη φυτιλιά. Κι έτσι, ένα συμπέρασμα πρέπει να είναι εξίσου ξεκάθαρο: ο μόνος δρόμος που μας απομακρύνει από την τωρινή δυσφορία και τη μελλοντική συμφορά περνά μέσα από την απόρριψη του ύπουλου πειρασμού του διαχωρισμού. Ακόμα καλύτερα, μέσα από την ακύρωσή του, την αποσυναρμολόγηση των φραχτών των «κέντρων υποδοχής και φιλοξενίας» και το πλησίασμα των ενοχλητικών διαφορών, ανομοιοτήτων και των αυτοεπιβαλλόμενων χασμάτων σε στενή, καθημερινή και όλο και πιο άμεση επαφή –η οποία ελπίζω ότι θα έχει ως αποτέλεσμα την ανάπτυξη μιας γόνιμης σχέσης των δύο μερών αντί για την τωρινή, αυτοτροφοδοτούμενη σχάση ανάμεσά τους.

Ένας μακρύς και φιδωτός δρόμος

Ξέρω, ξέρω: ένα τέτοιο σχέδιο δράσης προμηνύει μια μακρά, ταραχώδη και ακανθώδη περίοδο· δεν είναι πιθανό να επιφέρει άμεση ανακούφιση, και μάλιστα μπορεί να πυροδοτήσει περισσότερο φόβο και να παροξύνει την καχυποψία και την εχθρότητα. Ωστόσο, δεν πιστεύω ότι υπάρχει κάποια εναλλακτική, πιο άνετη και λιγότερο επικίνδυνη, σύντομη λύση στο πρόβλημα. Η ανθρωπότητα βρίσκεται σε κρίση – και δεν υπάρχει άλλη έξοδος από αυτή την κρίση εκτός από την αλληλεγγύη ανάμεσα στους ανθρώπους. Το πρώτο εμπόδιο στην οδό διαφυγής από την αμοιβαία αποξένωση είναι η άρνηση του διαλόγου, η σιωπή – της αυτοαποξένωσης, της ψυχρότητας, της απροσεξίας, της περιφρόνησης, της αδιαφορίας. Αντί για το δίπολο της αγάπης και του μίσους, η διαλεκτική της περιχαράκωσης πρέπει συνεπώς να γίνει αντιληπτή με όρους τριάδας: αγάπη, μίσος και αδιαφορία ή παραμέληση.

Για την αμαρτία της αδιαφορίας, ο Πάπας Φραγκίσκος είχε τα ακόλουθα να πει στις 8 Ιουλίου 2013, κατά την επίσκεψή του στη Λαμπεντούζα – εκεί και τότε που ξεκίνησαν ο τωρινός «ηθικός πανικός» και η επακόλουθη ηθική πανωλεθρία μας: «Πόσοι εξ ημών, εμού περιλαμβανομένου, έχουμε χάσει τον προσανατολισμό μας… Δεν προσέχουμε πια τον κόσμο που ζούμε, δεν μας νοιάζει· δεν προστατεύουμε αυτό που ο Θεός δημιούργησε για όλους, και καταλήγουμε να μη νοιαζόμαστε ούτε ο ένας για τον άλλο! Και όταν η ανθρωπότητα συνολικά χάνει τον προσανατολισμό της, καταλήγει σε τραγωδίες όπως αυτή που εκτυλίχθηκε εδώ… Πρέπει να θέσουμε το ερώτημα: ποιος είναι υπεύθυνος για το αίμα αυτών εδώ των αδελφών μας, αντρών και γυναικών; Κανείς! Αυτή είναι η απάντησή μας: δεν είμαι εγώ· εγώ δεν έχω καμία ευθύνη γι’ αυτό που συνέβη˙ πρέπει να είναι κάποιος άλλος, αλλά σίγουρα δεν είμαι εγώ… Σήμερα κανείς στον κόσμο δεν αισθάνεται υπεύθυνος· έχουμε χάσει κάθε αίσθημα ευθύνης για τους αδελφούς και τις αδελφές μας… Η κουλτούρα της άνεσης, που μας κάνει να σκεφτόμαστε μόνο τον εαυτό μας, μας κάνει αναίσθητους στις οιμωγές των άλλων ανθρώπων, μας κάνει να ζούμε σε σαπουνόφουσκες που, αν και όμορφες, είναι ανούσιες· μας προσφέρουν μια φευγαλέα και άδεια ψευδαίσθηση που έχει ως αποτέλεσμα την αδιαφορία μας για τους άλλους· στην πραγματικότητα, οδηγούν στην παγκοσμιοποίηση της αδιαφορίας. Στον παγκοσμιοποιημένο κόσμο μας, καταπέσαμε στην παγκοσμιοποιημένη αδιαφορία. Συνηθίσαμε τις συμφορές των άλλων: δεν με επηρεάζει, δεν με αφορά, δεν είναι δική μου δουλειά!».

Ο Πάπας Φραγκίσκος μας καλεί «να αφαιρέσουμε τον Ηρώδη που ελλοχεύει στις καρδιές μας· να ζητήσουμε από τον Κύριο τη χάρη Του για να μπορέσουμε να θρηνήσουμε για την αδιαφορία μας, να θρηνήσουμε για τη σκληρότητα του κόσμου μας, της ίδιας της καρδιάς μας, και όλων αυτών που προστατευμένοι στην ανωνυμία παίρνουν αποφάσεις για την κοινωνία και την οικονομία μας που ανοίγουν τις πόρτες σε τραγωδίες όπως αυτή». Και, έχοντας πει αυτά, ρωτά: «Έχει θρηνήσει κανείς; Σήμερα, έχει θρηνήσει κανείς στον κόσμο μας;».

Το κείμενο με τίτλο «TheMigrationPanicAndIts (Mis)uses» δημοσιεύθηκε στο www.socialeurope.eu, στις 17.12.2015).

[1]https://en.wikipedia.org/wiki/Moral_panic

[2] Βλ. Agier, M. (2010) Managing the Undesirables,  Polity Press, http://www.polity.co.uk/book.asp?ref=9780745649016

[3] Casciani, D. (2015), “Why migration is changing almost everything”, http://www.bbc.com/news/uk-31748423.

[4] Winder, R. (2013), Bloody Foreigners. The Story of Immigration to Britain: Abacus.

[5] Bauman, Z. (2005), Σπαταλημένες Ζωές. Οι απόβλητοι της νεωτερικότητας: Κατάρτι.

[6] Collier, P. (2014), Exodus. Immigration and Multiculturalism in the 21st Century: Penguin.

[7]http://ec.europa.eu/public_opinion/index_en.htm

[8] Τα απύθμενα βάθη (γαλλικά στο πρωτότυπο).

Πειραιάς Φωτογραφία Vadim Ghirda

Πειραιάς. Φωτογραφία Vadim Ghirda

Ειδομένη. Φώτο Μάριος Λώλος

Ειδομένη. Φωτογραφία Μάριος Λώλος

Πλατεία Βικτωρίας Φωτογραφία Vadim Ghirda

Πλατεία Βικτωρίας Φωτογραφία Vadim Ghirda

ΠΗΓΕΣ

ΕΝΘΕΜΑΤΑ

εθελουσία λήθη ένας χώρος για να (μη) ξεχνιόμαστε

Ένα κορίτσι με μαγιό / μπήκε στην εκκλησία. Ένα ανέκδοτο ποίημα – αναστεναγμός υπαινικτικός – του Κυριάκου Χαραλαμπίδη και η ουσία της θεολογίας

Του ΧΡΥΣΟΣΤΟΜΟΥ ΣΤΑΜΟΥΛΗ / Καθηγητή της Θεολογικής Σχολής ΑΠΘ

Τον Κυριάκο Χαραλαμπίδη γνωρίζουμε οι περισσότεροι ως ιστορικό ποιητή. Έχω, όμως, την αίσθηση πως μια τέτοια σφραγίδα, εξάπαντος τιμητική, αποτελεί κάποιες φορές τόσο για τον ίδιο, όσο και για τους αναγνώστες του, βρόχο που φράζει την αναπνοή και οδηγεί την ύπαρξη σε ασφυξία. Και το λέγω τούτο διότι ο Χαραλαμπίδης είναι τω όντι ποιητής  ιστορικός, μα μαζί και ερωτικός. Μια πραγματικότητα που αν παραπέσει ή εάν λησμονηθεί στερεί από τον ποιητή εκείνο το λυτρωτικό ολισμό, που επιτρέπει το δραματικό ξεπέρασμα της ιστορίας, τουτέστιν τη δικαίωσή της, δια του εμβαπτισμού της, εντός του μυστηρίου της μεθιστορίας. Με άλλα λόγια την ποιητική σωτηρία της, που ως σαρκωμένη αλήθεια δεν μπορεί παρά να γεννιέται και να αναθρέφεται από την πνοή του έρωτα και την έκσταση της αγάπης∙ νυν και αεί.

Πριν λίγα χρόνια είχα την τύχη και τη χαρά να γίνω αποδέκτης δώρου απρόσμενου. Καθόμαστε στην καρδιά της Αθήνας σε μαγειρείο όταν άνοιξε τη τσάντα του και μου πρόσφερε από τα βάθη της καρδιάς του, με κείνο το υπαινικτικό του χαμόγελο, τρία ανέκδοτα ποιήματα. Αν είσαι αντιλόπη (για τον αββά που πιάστηκε στην παγίδα των ζώων), Αποκαθήλωση και βεβαίως το Ένα κορίτσι με μαγιό. Μάλιστα μας διάβασε τα ποιήματα -στην παρέα ήταν και ο Ρήσος μαζί με τον Γιώργο Καλογήρου- και κάναμε μια πρώτη συζήτηση, την οποία διεκδίκησε σχεδόν ολοκληρωτικά το Ένα κορίτσι με μαγιό. Δεν ήταν βέβαια η πρώτη συζήτηση με τον ποιητή. Έχω την τιμή και την χαρά εδώ και κάποια χρόνια να με τιμά με την φιλία του και ως εκ τούτου με κείνο το απροϋπόθετο μοίρασμα που γεννά οικειότητα και αγάπη.

Θα έλεγα, δίχως δεύτερη κουβέντα, πως το συγκεκριμένο ποίημα, γραμμένο το Δεκέμβρη του 2006, δημιουργεί στην πρώτη ανάγνωσή του ένα δυνατό σοκ. Ίσως και να φέρνει στο μυαλό εικόνες και σκέψεις που συνδέονται με μια κάποια βέβηλη πραγματικότητα ξεκομμένη από οποιαδήποτε εκκλησιαστική εμπειρία των πραγμάτων, πέρα και έξω από τη σφαίρα του ιερού.

Ένα κορίτσι με μαγιό

μπήκε στην εκκλησία

πλην όμως δεν διέκοψε

την ιεράν θυσίαν.

Και άντε καλά το κορίτσι με το μαγιό μπήκε στην εκκλησία. Αλλά εκείνο το δεν διέκοψε την ιεράν θυσίαν, που θυμίζει δίχως άλλο το κορίτσι-οπτασία που πήρε το μυαλό του Ευαγόρα εντός της Εκκλησίας του αγίου Ανδρέα, στην ταινία Το τάμα του Ανδρέα Πάντζη, εισάγει εντός της ιστορίας σκάνδαλο μέγα. Θα έλεγα και δίκαιο, εάν μείνει κανείς στην επιφάνεια των φαινομένων πραγμάτων. Ας πάρουμε, όμως, τα πράγματα με τη σειρά. Έχω την αίσθηση, πως ο ποιητής, γνώστης της εκκλησιαστικής εμπειρίας της καθ’ ημάς Ανατολής, μέτοχος μιας ασκητικής ευαισθησίας, επιχειρεί με τούτο του το ποίημα, ως άλλος δια Χριστόν σαλός, να δυναμιτίσει τη βεβαιότητα του εκκλησιαστικού σώματος, εκείνη τη συστηματοποιημένη ηθική, που αδυνατεί να δεχτεί πως κέντρο του συνολικού τρόπου, το μόνο κέντρο του εκκλησιαστικού ανθρώπου, δεν μπορεί παρά να είναι το μυστήριο της Θείας Ευχαριστίας, τουτέστιν ο χώρος και ο τρόπος της ιεράς θυσίας. Εντός του και εξάπαντος όχι εκτός τελούνται τόσο τα πνευματικά όσο και τα σωματικά των ανθρώπων του κόσμου, στην προσπάθεια τους να συναντήσουν Θεό και ανθρώπους σε κείνο τον ανηφορικό και στενό δρόμο, που ξεβγάζει στην ολοκληρωτική κοινωνία, που προϋποθέτει κένωση, με άλλα λόγια άδειασμα ολοκληρωτικό, έναν εθελούσιο μηδενισμό, ικανό να επιτρέψει τη συγ-χώρεση του άλλου και ως εκ τούτου την πλήρωση της ύπαρξης  μέσα από το μυστήριο της ολοκληρωτικής κατάφασης στην έκπληξη.

Θα έλεγα, λοιπόν, ότι ο Χαραλαμπίδης, πιστός σε τούτο που ο Heidegger στο διάλογο του με τον Hölderlin ονομάζει «ποιητικώς κατοικείν», με τον τρόπο που γνωρίζουν μόνο, ή πιθανώς μόνο, οι άγιοι και οι ποιητές, καταπώς μας υπενθυμίζει στη Μικρή του πόλη, ο Thornton Wilder, αποδεικνύει την αδυνατότητα διαίρεσης του κόσμου σε ιερό και βέβηλο. Μια αδυνατότητα που απομακρύνει με μιας από το σώμα του σύνολου πολιτισμού εκείνη την ασθένεια που ονομάζεται μανιχαϊσμός και η οποία ευθύνεται για την ενοχοποίηση της σάρκας από τη μια, αλλά και του κόσμου ολάκερου από την άλλη. Και είναι αλήθεια ότι η ιερά θυσία δεν διακόπτεται, δεν μπορεί να διακόπτεται, από τα ανθρώπινα, διότι λειτουργεί τα ανθρώπινα και λειτουργείται από τα ανθρώπινα, στον τύπο και τον τόπο που εισηγείται η σάρκωση του Θεού Λόγου, του δευτέρου προσώπου της Αγίας Τριάδος, που ένωσε στο πρόσωπό του Θεό και ανθρώπους και απέδειξε με τον τρόπο αυτό τη διαλογική και εξάπαντος όχι διαλεκτική λειτουργία των πάντων εν Χριστώ. Δίχως καμία αμφιβολία και εξαιρώντας βέβαια την ενσυνείδητη πρόκληση που εισάγει στη συζήτηση το εργαλοιοποιημένο  μαγιό, ο Χαραλαμπίδης εδώ, όπως και σε άλλα βεβαίως ποιήματά του, αλλά και με τον πεζό του λόγο, αποκαλύπτει τον λειτουργικό ρεαλισμό, εντός του οποίου χωρούν οι πάντες και τα πάντα. Αποκαλύπτει την Εκκλησία της Ορθοδοξίας εντός της οποίας χωρούν όχι απλά και μόνο τα κατά φύσιν της ανθρωπινότητας, αλλά ακόμη  -γιατί όχι κυρίως και κατεξοχήν- και τα τραύματα του κόσμου και του ανθρώπου, που αναζητά την φιλάνθρωπη παραμυθία, τουτέστιν τη χώρα του αχωρήτου, εντός της οποίας ο μαργαρίτης του ποιητικού ήθους λειώνει κάθε συστημικό ηθικισμό.  Άλλωστε, καθώς σημειώνει ο ευαγγελιστής Ματθαίος, ο Χριστός ρητά ομολογεί, ότι «ου γαρ ήλθον καλέσαι δικαίους, αλλ’ αμαρτωλούς εις μετάνοιαν»[1].

Τούτη την εκκλησιολογική και εκκλησιακή φυσιολογία, δίχως τούτο να εντάσσει το κορίτσι με το μαγιό στην χορεία των οντολογικά τσαλακωμένων από την αστοχία ανθρώπων, τουναντίον μάλιστα, υποστηρίζει η στάση του ιερέως εντός του μυστηρίου της ιεράς θυσίας.

Ο νιος παπάς αντίθετα

της χάιδεψε τα μάτια,

της γλυκοχαμογέλασε

κι ας πάει στα κομμάτια.

Στάση που έρχεται σε ευθεία ρήξη με όλες εκείνες τις ιδιόμορφες -σε ελάχιστες περιπτώσεις δικαιωμένες- εκκλησιαστικές πρακτικές, οι οποίες ολοκληρώνουν το μυστήριο της ασκητικο-ευχαριστιακής εκκλησιαστικότητας  στις οποιεσδήποτε τυπικές και κακόγουστες απαγορεύσεις για τις οποίες μας ενημερώνουν  οι άκρως ακαλαίσθητες και αφιλόκαλες τεχνολογικά και οντολογικά επιγραφές σε εισόδους μοναστηριών και ιερών ναών.

Ο Χαραλαμπίδης φαίνεται να γνωρίζει καλά, γι’ αυτό και προχωρεί με τούτη τη σαλο-σχηματική τροπολογία, πως τη γύμνια των ανθρώπων του κόσμου εντός της Εκκλησίας ντύνει ο ίδιος ο Χριστός, ο οποίος εν αρχή και εν τέλει αποτελεί το πρόσωπο και τη στολή των βαπτιζομένων στο βαπτισμένο[2], σταυρωμένο, λοχευμένο και αναστημένο σώμα του. «Όσοι εις Χριστόν εβαπτίσθητε», μας πληροφορεί άλλωστε ο απόστολος, «Χριστόν ενεδύσασθε»[3]και δείχνει με μιας το βάπτισμα της πρόσληψης, όχι απλά και μόνο της αποδοχής, το βάπτισμα της ολοκληρωτικής αγάπης, τη μαρτυρία και το μαρτύριο της απόλυτης συσσωμάτωσης, που δεν μπορεί παρά να προϋποθέτει την αγάπη, την ερωτική αγάπη του  συνανθρώπου όσο και του Θεού εντός  της ιεράς θυσίας. Εξάπαντος όχι εκτός. Γιατί εν Χριστώ τα μέσα μας γίνανε εκτός και τα εκτός μας μέσα, γιατί εν Χριστώ «τα πάντα και εν πάσι Χριστός». Πράγμα που δικαιώνει τον ποιητή για τη μανική προσκόλλησή  του στην αποκάλυψη της ενότητας της ουσίας των πραγμάτων, στην υπαινικτική και ταυτόχρονα σαφή διαπίστωση πως «μια είναι η ουσία», τη στιγμή που έντονα μας υπενθυμίζει πως θα έρθει μια ημέρα ανέσπερος, θα έλθει μια εποχή, που ο χρόνος, ο τόπος η κτίση ολάκερη δεν θα μας εμπεριέχει, αλλά όλα θα τα εμπεριέχουμε, όλα θα είναι εντός μας μεταμορφωμένα, και εμείς μέσα στην αγάπη του Θεού.  Δεν θα έχουμε Θεό, ο Θεός  θα μας έχει[4].

Εκείνη -ακούστε τούτο δω

γιατί έχει σημασία-

του πρόσφερε τριαντάφυλλο∙

μια είναι η ουσία.


[1] Μτ. 1,13.

[2] Στο μυαλό μου, κάθε φορά που μιλώ για βάπτιση, έρχεται το θαυμάσιο ψηφιδωτό του παρεκκλησίου του Ταρχανιώτη, της Μονής του Παμμακάριστου στην Κωνσταντινούπολη, όπου ο Χριστός απεικονίζεται κατά τη στιγμή της βάπτισής του γυμνός, ολόγυμνος, καθώς το σώμα του δεν καλύπτεται από τα νερά του ποταμού Ιορδάνη. Μάλιστα την ένταση της ιδιόμορφης και άκρως αποκαλυπτικής  ιστόρησης μεγιστοποιούν τα πρόσωπα που συμπληρώνουν την εικόνα. Συγκεκριμένα, εντός του νερού και στα δεξιά των ποδιών του Χριστού διακρίνονται να αναδύονται  δυο ανθρώπινες μορφές μια ανδρική, που εικάζεται πως είναι ο Αδάμ και μια γυναικεία, που εικάζεται πως είναι η Εύα. Ο Αδάμ κρατά στα χέρια του και υψώνει δύο ιχθύς και η Εύα κρατά στα χέρια της και υψώνει έναν ιχθύ. Πράξη άκρως συμβολική που φαίνεται πως στοχεύει στην αποκάλυψη των δυο φύσεων του Χριστού από τη μια και στην μαρτυρία του ενός και μόνου προσώπου του από την άλλη. Την εικόνα ολοκληρώνει στη δεξιά όχθη του ποταμού ο άγιος Ιωάννης που βαφτίζει σκυφτός τον Χριστό, τη στιγμή που στην αριστερή όχθη τέσσερις άγγελοι τον αναμένουν σε στάση δέησης (βλ. σχετικά Ι. Κολάκη, Η βάπτιση της Μονής Παμμακαρίστου στην Κωνσταντινούπολη.

[3] Γαλ. 3,27.

[4] Βλ. σχετικά, Χ. Α .Σταμούλη, Έρως και θάνατος. Δοκιμή για έναν πολιτισμό της σάρκωσης, εκδ. Ακρίτας, Αθήνα 2009, σ. 291.

[Δημοσιεύθηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό Πάροδος, τχ. 37, Ιούλιος 2010, σσ. 4426-4429, στο πλαίσιο αφιερώματος του περιοδικού στον Κύπριο ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη].

ΠΗΓΗ

antidosis ~ Χρυσόστομος Σταμούλης

ΣΧΟΛΙΟ ΤΟΥ Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Παρόμοια ποιητική έκπληξη του Κυριάκου Χαραλαμπίδη είναι κι αυτή με τίτλο: “Οίκος και ανοχή”, Παλίμψηστον, τχ. 27 (Φθινόπωρο 2011) 24-25.

ΤΟΛΗΣ ΚΑΖΑΝΤΖΗΣ, «Αγία Σοφία η Δεύτερη»

«Όσες φορές περνώ απ’ την Αγια-Σοφιά, δε γίνεται να μη σταθώ στο πεζοδρόμιο για να σκύψω να ιδώ πόσο βαθιά κείται ο αυλόγυρος της εκκλησίας, πόσα εδαφικά στρώματα τον χωρίζουν απ’ τη σημερινή στάθμη της πόλης. Εκεί την θυμάμαι και γω αυτή τη στάθμη. Σ’ αυτή τη χιλιομπαλωμένη της άσφαλτο βαδίζω από μικρό παιδί. Σαράντα ολόκληρα, σαράντα τόσα.

Έτσι, εντελώς αβίαστα, νιώθω πόσο γηραλέος, μα ταυτόχρονα και πόσο νέος είμαι ακόμη, αφού, το βλέπω, το αισθάνομαι· κάτω απ’ τα πόδια μου βυθίζεται τ’ απέραντό μου παρελθόν. Άνθρωποι, που βίωσαν ανά τους αιώνες κι αναλώθηκαν μέσα στην τύρβη της καθημερινότητας αυτής της πόλης, καθώς και μέσα στις αέναες ανακυκλώσεις της ιστορίας της. Ιστορία των ανθρώπων και της πόλης· δοχεία συγκοινωνούντα τέλεια. Και ιδού και η τέλεια επαλήθευση της προαιώνιας δικιάς μου μοίρας, μέσα στον προγονικό και τον δικό μου τόπο, καθώς και το ανεξίτηλο συναίσθημα της μοναδικότητάς μου, που συνεχώς με διακατέχει.

Η Αγια-Σοφιά βρίσκεται εσταυρωμένη μέσα στο κιβούρι του αυλόγυρού της· τα κάτω άκρα της εισχωρούν απ’ τ’ άνοιγμα της οδού Ερμού μέσα στα έγκατα του “Φραγκομαχαλά”. Το δεξί της χέρι ανηφορίζει προς την επάνω πόλη και διαγκωνίζοντας την παμπάλαιη “βασιλική Αχειροποίητο”, χώνει τα δάχτυλά της στις σαθρές επάλξεις του “Επταπυργίου”. Το αριστερό της, πάλι, χέρι κατηφορίζει και καταδύεται μες στο Θερμαϊκό, για να εκταθεί νοητά, μέχρι το διάσελο του Ολύμπου και του Κισσάβου, που περιμένουν κάθε απόγευμα αδελφωμένοι, για να υπογραμμίσουν την ωραιότητα μιας ανεπανάληπτης, χιλιοτραγουδισμένης δύσης […]

[…] Η Αγια-Σοφιά, μαρτυρεί απερίφραστα την παλαιά μοίρα του αιώνιου δεύτερου, της αξεπέραστης αυτής – δικής μου – πόλης, καθώς και τη σημερινή της μοίρα που, πια, δεν είναι εικών ενός εν εξελίξει λαμπρού παρελθόντος της, αλλά η πενιχρή εικών της παμπάλαιης “αρρήτου δόξης της”».

ΤΟΛΗΣ ΚΑΖΑΝΤΖΗΣ, «Αγία Σοφία η Δεύτερη», στο: Το τελευταίο καταφύγιο, εκδ. Νεφέλης, Αθήνα 1989, 86-88.

“Αγρίεψε το Γένος μας, αδελφοί μου…”, έλεγε ο πατρο-Κοσμάς ο Αιτωλός… κι είχε δίκιο. Κι ο λόγος του αυτός είναι επίκαιρος…

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Νομίζω ότι όσα στις μέρες μας, με αφορμή την προσφυγιά και μετανάστευση συμβαίνουν, όχι μόνο εδώ στην Ελλάδα αλλά και σε ολάκερη την Ευρώπη, καταδεικνύουν πως αυτή η «Ευρώπη» ζει ξανά κακές στιγμές της Ιστορίας της. Όσοι έχουν δει την ταινία του M. Haneke Η Λευκή Κορδέλα, είμαι σίγουρος ότι θα διαπιστώσουν μια λευκή κορδέλα τυλίγει τα σύνορα της υποτιθέμενης χριστιανικής Ευρώπης. Στο όνομα όχι μόνον της ηθικής, θρησκευτικής, αλλά και της εθνικής καθαρότητας – το φάντασμα του φασισμού, δυστυχώς πλανάται ξανά παντού – η «Ευρώπη» κλείνει τα σύνορά της, γίνεται φρούριο, υπό τον κίνδυνο, λένε πολλοί, της ισλαμοποιήσής της.

Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι η υποτιθέμενη ισλαμοποίηση της Ευρώπης. Το πρόβλημα είναι ότι αυτή η «Ευρώπη», δείχνει να έχει ξεχάσει τις χριστιανικές της ρίζες. Για να τεκμηριώσω την άποψή μου θα επικαλεστώ τη σκέψη του F. Bruadel, κορυφαίου Γάλλου ιστορικού, που σε ένα από τα βιβλία του, τη Γραμματική των πολιτισμών, γράφει ότι «εμπρός σ’ αυτή τη βαθιά θρησκευτική ταπεινοφροσύνη, η Δύση δίνει την εντύπωση ότι έχει ξεχάσει τις χριστιανικές καταβολές της. Αυτό όμως αντί να το αποδίδουμε σε ένα υποτιθέμενο ρήγμα, που δήθεν δημιούργησε ο ορθολογισμός ανάμεσα στη θρησκεία και στην πνευματική εξέλιξη, θα είμαστε οπωσδήποτε πιο κοντά στην πραγματικότητα αν το δούμε ως συνύπαρξη επιστήμης και θρησκείας μέσα σε μια εκκοσμικευμένη κοινωνία ή, ακόμη καλύτερα, ως πολλαπλούς διαλόγους ανάμεσα στις δύο, άλλους δραματικούς κι άλλους γεμάτους εμπιστοσύνη, που δεν διακόπηκαν ποτέ, παρά τα φαινόμενα. Είναι βέβαιο πως ο χριστιανισμός αποτελεί θεμελιώδη πραγματικότητα της δυτικής ζωής, η οποία σημαδεύει, χωρίς πάντα να το ξέρουν ή να το αναγνωρίζουν, ακόμη και τους άθεους. Οι ηθικοί κανόνες, η στάση εμπρός στη ζωή και στο θάνατο, η αντίληψη της εργασίας, η αξία της προσπάθειας, ο ρόλος της γυναίκας και του παιδιού, όλα αυτά είναι συμπεριφορές που φαίνεται να μην έχουν πια καμιά σχέση με το χριστιανικό αίσθημα, κι όμως όλα από αυτό απορρέουν» […] «Ο Δυτικός Χριστιανισμός υπήρξε και εξακολουθεί να είναι η κύρια  συνιστώσα της ευρωπαϊκής σκέψης, ακόμη και της ορθολογιστικής, που  διαμορφώθηκε για να τον αντιπαλέψει, χωρίς όμως να έχει άλλη αφετηρία  από τον ίδιο. Σ’ όλη την ιστορία της Δύσης, ο Χριστιανισμός βρίσκεται στην  καρδιά αυτού του πολιτισμού, τον οποίο ζωογονεί ακόμη και όταν  αφήνεται να παρασυρθεί ή να αλλοιωθεί από αυτόν, και τον οποίο  αγκαλιάζει ακόμη κι όταν εκείνος πασχίζει να του ξεφύγει. Γιατί όταν  στρέφεις τη σκέψη ενάντια σε κάποιον, εξακολουθείς να βρίσκεσαι στη  δική του τροχιά. Ο Ευρωπαίος, ακόμη και άθεος, δεν παύει να είναι δέσμιος  μιας ηθικής, δέσμιος διαφόρων ψυχικών επιταγών που ορίζουν τη  συμπεριφορά του, και είναι βαθιά ριζωμένες στη χριστιανική παράδοση».

Στο δικό μας χώρο τώρα, το θεολογικό και εκκλησιαστικό, νομίζω ότι τα πράγματα είναι ξεκάθαρα. Είναι άλλο πράγμα αν κάποιοι δεν έχουν τη διάθεση να τα δουν, και δίχως ίχνος χριστιανικού ήθους διατρανώνουν ότι είναι «Έλληνες και Ορθόδοξοι». Η ράτσα και η φυλή, καθώς φαίνεται, έρχεται ξανά στο προσκήνιο. Δυστυχώς. Το τραγικό στην περίπτωση αυτή είναι η ταμπέλα που βάζουν σε όσους ομιλούν για ανθρωπιά, αλληλεγγύη, σεβασμό στην ετερότητα, τον διαφορετικό πολιτισμικά Άλλο, ότι δηλαδή, δεν είναι Έλληνες, ούτε Ορθόδοξοι, κατά την αρρωστημένη πάντα νοοτροπία τους, μιας και μόνο με συνθήματα προσπαθούν να αποδείξουν ότι υπάρχουν. «Κούνια που σας κούναγε», καθώς θα έλεγε κι η μακαρίτισσα γιαγιά μου, που όλη της η ζωή την πέρασε στο στασίδι της Εκκλησιάς, ενός χωριού, κάπου στη στεριανή Ελλάδα.

Στα γραφόμενα, λοιπόν, δύο αγίων ευθύς αμέσως, τα οποία κινούνται ενάντια σε όλους εκείνους, που προς κάθε κατεύθυνση διατρανώνουν μια χριστιανική πίστη κομμένη και ραμμένη στα μέτρα τους. «Θα σας πω κάτι ενοχλητικό και βαρύ. Ξέρω ότι θα οργιστείτε, αλλά θα σας το πω. Και δεν θα το πω για να σας βλάψω, αλλά για να σας διορθώσω… Διάφοροι λένε ότι (αυτοί οι φτωχοί άνθρωποι) είναι φυγάδες, ξένοι και τιποτένιοι, που άφησαν τις πατρίδες τους και συρρέουν στην πόλη μας. Για πες λοιπόν! Αυτός είναι ο λόγος που αγανακτείς… επειδή όλοι την θεωρούν λιμάνι τους και προτιμούν την ξένη πόλη από τη γενέτειρά τους; Αντιθέτως, θα ‘πρεπε να χαιρόμαστε για το γεγονός ότι όλοι καταφεύγουν στα χέρια σας σαν σε λιμάνι κοινό και θεωρούν την πόλη αυτή μητέρα όλων», γράφει στον Περί ελεημοσύνης λόγο του ο άγιος Ιωάννης Χρυσόστομος.

«Ήρθαν έτσι τα πράγματα, ώστε γύρω μας να αφθονούν οι γυμνοί και οι άστεγοι. Είναι πάμπολλοι οι πρόσφυγες που χτυπούν τις πόρτες μας. Πάμπολλοι είναι οι ξένοι και οι μετανάστες. Όπου κι αν κοιτάξεις, θα δεις χέρια απλωμένα σε ζητιανιά. Για σπίτι έχουν το ύπαιθρο. Κατάλυμα βρίσκουν στις στοές, τις παρόδους και τα ερημικότερα σημεία της αγοράς. Φωλιάζουν σε τρύπες όπως οι νυχτοκόρακες και οι κουκουβάγιες. Το ρούχο τους είναι διάτρητα κουρέλια. Για χωράφι έχουν τη διάθεση όσων δίνουν ελεημοσύνη. Για τροφή, ότι τύχει. Πίνουν νερό από τις κρήνες όπως τα ζώα, και για ποτήρια έχουν τις χούφτες τους. Για αποθήκη έχουν την κοιλιά τους, όσο μπορεί αυτή να συγκρατήσει ότι μπαίνει μέσα. Τραπέζι τους είναι τα γόνατά τους διπλωμένα. Κρεβάτι, το έδαφος. Μπάνιο, κάποιος ποταμός ή λίμνη, όπως τα έχει προσφέρει ακατέργαστα και κοινά σε όλους ο Θεός. Η ζωή τους είναι πλέον γεμάτη μετακινήσεις και αγριάδα, όμως δεν ήταν έτσι εξαρχής. Ας όψονται η συμφορά και η ανάγκη», γράφει στον Περί φιλοπτωχίας και ευποιίας λόγο του ο άγιος Γρηγόριος Νύσσης.

Τέτοια κείμενα, αποκτούν νόημα κι αξία, μόνον όταν παύουν να είναι εξαιρέσεις μέσα στην ρυπαρότητα ενός αμυντικού λόγου, που βλέπει ως απειλή την προσφυγιά και μετανάστευση.

Κλείνοντας θα ήθελα να επισημάνω ακόμη κάτι αρκετά σημαντικό, που κι αυτό κινείται ενάντια στην περιχαράκωση γύρω από τον εαυτό μας. Ο πολύς Φ. Ντοστογιέφσκη στους Αδελφούς Καραμαζώφ, με ιδιαίτερα κοφτερό τρόπο γράφει: «όλοι στον αιώνα μας χώρισαν και γίνανε μονάδες, ο καθένας αποτραβιέται στη μοναξιά του, ο καθένας απομακρύνεται απ’ τον άλλον, κρύβεται και κρύβει το έχει του και καταλήγει ν’ απωθεί τους ομοίους τον και ν’ απωθείται απ’ αυτούς». Για ένα γυμνασμένο θεολογικά κυρίως μυαλό, νομίζω ότι δεν χρειάζεται περαιτέρω σχολιασμός.

Όσον αφορά στον παρακάτω πίνακα ζωγραφικής του Φώτη Κόντογλου, καλόν είναι ο αναγνώστης να διαβάσει το σύντομο σχολιασμό που κάμει ο Νίκος Ζίας στο άρθρο του «“Πρόσφυγες του Φώτη Κόντογλου”», Σύναξη, τχ. 96 (Οκτώβριος – Δεκέμβριος 2005) 6-7.

ΝΙΚΟΣ ΖΙΑΣ, Πρόσφυγες του Φώτη Κόντογλου

ΦΩΤΗΣ ΚΟΝΤΓΛΟΥ, Πρόσφυγες ή Η Κοιλάδα του Κλαυθμώνος

Η ΑΓΩΝΙΑ ΤΟΥ ΠΟΙΗΤΗ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΤΟΥ ΧΑΜΕΝΟΥ ΤΡΟΠΟΥ

Με αφορμή Τα Παραμιλητά του κόσμου του Γιάννη Κωνσταντέλλη[1]

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Όταν ο Γιάννης Κωνσταντέλλης πριν λίγο καιρό με προσκάλεσε να παρουσιάσω την τελευταία ποιητική συλλογή του ένιωσα ένα καταιγισμό συναισθημάτων. Πρώτα απ’ όλα χαρά για την τιμή που μου έκαμε να είμαι ένας εκ των ομιλητών κοντά σας απόψε. Ομολογώ ότι χάρηκα ιδιαίτερα διότι ένας σημαντικός άνθρωπος των γραμμάτων του τόπου μας, συνετός, φιλομαθής, συγκροτημένος και το κυριότερο, ποιητής του κάλλους σε καιρούς δύσκολους, με τιμά με την εμπιστοσύνη του να διαβώ το μονοπάτι της βιβλιοπαρουσίασης.

Έναντι, όμως, των συναισθημάτων χαράς και περηφάνιας θα ‘λεγα, υπήρξαν και συναισθήματα δύσκολα. Ευθύς εξαρχής διερωτήθηκα: ποια εντύπωση θα αποκομίσουν θεατές και ακροατές, βλέποντας στο πάνελ έναν θεολόγο να μιλά για την ποίηση; Να παρουσιάζει ένα βιβλίο ποίησης; Το λέγω αυτό, γιατί πολλοί από εμάς έχουμε συνηθίσει να εντάσσουμε το θεολογικό κόσμο σ’ ένα αυστηρό πλαίσιο αρχών και κανόνων καθώς πρέπει, αδυνατώντας όμως να κατανοήσουμε ότι αυτό που συνιστά τη Θεολογία ως πράξη και ζωή είναι το άνοιγμά της στο κόσμο, αυτό άλλωστε σημαίνει η Εκκλησία «γίνεται όταν ανοίγεται», κι όχι η περιχαράκωση σε δεσμά και εξαρτήσεις, που πολλές φορές γίνονται ο «εφιάλτης Θεολογίας και Εκκλησίας».

Το θέμα της παρουσίασης του βιβλίου του Γιάννη είναι καθεαυτό ολίγον δύστροπο κι ανυπότακτο. Δύστροπο και ανυπότακτο, διότι από την αρχή που έπεσε στα χέρια μου, διέβλεψα κάποια αδυναμία να το τιθασεύσω. Και λέγω αδυναμία, μιας και η ποίηση δεν τιθασεύεται. Αντιθέτως απλώνεται σ’ ολάκερο τον κόσμο. Όποιος αγαπά την ποίηση, όποιος γράφει ποίηση, στοχεύει στην απόκτηση του ζητουμένου, του απόλυτου είναι. Νομίζω να γνωρίζετε ότι ο  κόσμος της τέχνης, η μουσική, η ζωγραφική, το θέατρο, η ποίηση, παν ότι αποτελεί το περιεχόμενο του κάλλους της ανθρώπινης ύπαρξης, της ομορφιάς που σώζει τον κόσμο – για να θυμηθούμε και λίγο τον Φ. Ντοστογιέφσκη – είναι μια διαφυγή που με μιας ανοίγει το δρόμο προς την αιωνιότητα, «στην πιο σκοτεινή γωνιά του σύμπαντος / η αιωνιότητα κλαίει», καθώς γράφει κι Γιάννης στην Αυταπάτη[2].

Ευθύς εξ αρχής οφείλω να σας ξεκαθαρίσω ότι το ποιητικό έργο του Γιάννη, από Το Φωτώνυμο, μέχρι και Τα Παραμιλητά του κόσμου – όλες οι ποιητικές του συλλογές, με ιδιόχειρες αφιερώσεις από τον ίδιο κοσμούν την προσωπική μου  βιβλιοθήκη –  είναι ένα έργο που κινείται ενάντια σε βεβαιότητες. Και επειδή προσωπικά μου αρέσουν οι αβεβαιότητες, οι «γλυκύτατες αβεβαιότητες, αυτές που κρύβουν μέσα τους το μυστήριο της ανεπάρκειάς μας»,καθώς γράφει ένας αγαπητός πανεπιστημιακός διδάσκαλος των θεολογικών γραμμάτων, αυτές είναι που πάντα μας οδηγούν στην επιφύλαξη, σ’ εκείνο το κόμπιασμα να βλέπουμε τον κόσμο, να τον αγγίζουμε με τα ακροδάκτυλά μας, μήπως με την ποιητική υπέρβαση καταφέρουμε και ψηλαφίσουμε το χρόνο. Γι’ αυτήν την αβεβαιότητα άλλωστε γράφει κι ο Γιάννης στο ποίημά του Έκτοτε, δίνοντας στο γεγονός του θανάτου αγαπημένων του προσώπων νόημα, καίρια επισημαίνοντας: «ήρθε στο τέλος κουτσαίνοντας κι η αβεβαιότητα»[3].

Τολμώ να πω, και το υποστηρίζω αυτό με πάθος, ότι Τα Παραμιλητά του κόσμου, με άκρως εξομολογητικό τρόπο είναι εκείνος ο ποιητικός λόγος που μέσα του κρύβει πολλές εκπλήξεις. Πρώτη ποιητική έκπληξη, ο περιορισμός των ανεπίτρεπτων αντικειμενοποιήσεων, απλουστεύσεων, γενικεύσεων, στερεοτύπων δηλαδή, με τα οποία πολλοί, στο μικρόν αυτόν εδώ τόπο για να περιοριστώ στη Λέσβο μας, όταν λένε ότι γράφουν ποίηση, συνεχώς μας βομβαρδίζουν. Ενάντια κινείται ο Γιάννης στην κομμένη και ραμμένη στα μέτρα της αντοχής μας υπαρξιακή πάλη με το απόλυτο, ενάντια κινείται στον πολλαπλώς από κήρυκες στις μέρες μας πνευματικό ωφελιμισμό, ενάντια στην εδραίωση κατεστημένων σχημάτων ασφάλειας. Σε μια από τις Αντιστίξεις του, σαν να συνθέτει μουσικό κομμάτι, μιας και ο όρος αντίστιξη χρησιμοποιείται ευρέως από μουσικούς, γράφει: «Αναπάντητα ερωτήματα: / Πώς να γιατρευτεί η φλεγμονή του χρόνου; / Τί να μεταφράσει ο λόγος απ’ την αίσθηση; / Αίσθηση ή παραίσθηση του χρόνου; / Φάντασμα, άραγε, του χρόνου η ζωή μας; / Στον τυφλό χρόνο πώς να μιλήσει κανείς με νοήματα; / Η ψυχή όνειρο της σάρκας; / Είμαστε ή δεν είμαστε; / Ερωτεύεσαι μόνο την εικόνα του πόθου σου; / Ο έρωτας μνήμη ή λήθη θανάτου; / Η αιωνιότητα θα ‘ναι ακίνητη; / Το πνεύμα του ποταμού είν’ η ροή του; / Έχει, δεν έχει νόημα το τίποτα; / Το υπερβατικό μες στο εφήμερο; / Τρελαίνεσαι ή λογικεύεσαι μέσα στις αντιφάσεις; / Οι λέξεις μήπως μας αιχμαλωτίζουν; / Έφτασαν οι προπομποί; / Πού οδηγεί ο δρόμος;»[4] Σαφέστατα, εδώ, πρόκειται για εκείνα τα υπαρξιακά ζητήματα, τις «στοχαστικές ενδοσκοπήσεις» ενός ανθρώπου που διαρκώς αναζητά την υπέρβαση του εαυτού του. Μόνιμος οδηγός σ’ αυτήν την αναζήτηση η υπέρβαση της καταφυγής σε βεβαιότητες, η πορεία στο δύσκολο δρόμο της «ψηλάφησης του άθλου που γεννά ανάκραση του τρόπου να υπάρχω», ως άνθρωπος. Κάπου, εδώ, ο Γιάννης αναψηλαφεί τίμια και ειλικρινά, κάτι που ίσως φανεί παράτολμο, την πιστεύω ακράδαντα όμως τούτη την αναψηλάφηση. Ποια είναι αυτή; Τα Αναπάντητα ερωτήματα είναι ερωτήματα που λιώνουν σε χωνευτήρι και ξαναβγαίνουν στην επιφάνεια ξαναπλάθοντας την ανθρώπινη φύση, ξαναφέρνοντας στο προσκήνιο τα ίδια Αναπάντητα ερωτήματα. Άλλωστε έτσι πλάστηκε ο άνθρωπος, διαρκώς να αναζητά. Κάπου, εδώ, αγαπητέ Γιάννη συναντιέσαι με ένα μεγάλο ποιητή, βγαλμένο από τη σάρκα της Εκκλησίας, τον μεγάλο Πατέρα Γρηγόριο τον Θεολόγο, που σ’ ένα ποίημά του ύμνο προς το Θεό κι αυτός με ερωτήματα ποιητικά μάς εκπλήσσει: «Ω πάντων επέκεινα· τι γαρ θέμις άλλο σε μέλπειν; Πώς λόγος υμνήσει σε; Συ γαρ λόγω ουδενί ρητός· Πώς νοός αθροίσει σε; Σύ γαρ νόω ουδενί ληπτός»[5].

Αν και τα 80 ποιήματα των Παραμιλητών του κόσμου είναι ποιητικές εκπλήξεις, σταχυολογώ ενδεικτικά ακόμη μια και προχωρώ ευθύς αμέσως στην αποκάλυψη αυτής. Το άδειασμα της ανθρώπινης ύπαρξης κυρίες και κύριοι, η ερήμωση του ανθρώπου από το περιεχόμενό του, πάντα ήταν ένας «ανθρωπολογικός μηδενισμός». Έρχεται όμως η ποίηση και αντικαθιστά στην πράξη τούτον τον μηδενισμό, με τη μόνη δυνατότητα ίσως για ζωή, τον έρωτα. Ενάντια και εδώ κινείται ο Γιάννης, ενάντια στο σύνηθες σχήμα που απεμπολεί τον έρωτα από τη ζωή μας. Κατάδυση στον έρωτα, «ανάσταση του έρωτα» τα Ερωτικά σπαράγματά του: «…Να μυρίζω τον ύπνο σου… / Στα χείλη μου ακόμα η μυρωδιά σου… / Περίμενα τη νύχτα να με φωτίσει το βλέμμα σου. / … Στις άκρες των δακτύλων μου / σε θυμάται η αφή μου και καίγεται»[6]. Προσοχή εδώ κυρίες και κύριοι, μην με θεωρήσετε βέβηλο, ακόλαστο, που λέγω τέτοια λόγια, ούτε βέβαια τον Γιάννη που με γλώσσα ποιητική μας αποκαλύπτει τι κρύβει η ανάσταση του έρωτα. Τα ερωτήματα εδώ είναι καίρια, νομίζω. Μπορεί να ανθίζει ο έρωτας σε νεκρωμένες στάσεις ζωής, αυτές που πολλές φορές, με δική μας πάντα ευθύνη καταδικάζουμε τον εαυτό μας; Και για να γυρίσω ξανά την πλάστιγγα προς την πλευρά της Θεολογίας και να τολμήσω το ερμηνευτικό μου σχόλιο στην παραπάνω ποιητική έκπληξη του Γιάννη, θα σας ρωτήσω και τούτο: μήπως συνηθίσαμε να βλέπουμε τη Θεολογία μέσα από «δρόμους στερήσεων και ερήμωσης», για δήθεν πίστη σε έναν ανέραστο Θεό; Και αν απαντήσετε στα ερωτήματα αυτά καταφατικά, θα σας ρωτήσω ακόμη και τούτο: τότε γιατί ο Θεός δημιούργησε την κτίση και τον άνθρωπο; Και γιατί ο άνθρωπος φτιάχτηκε ελεύθερος;

Έχω τη γνώμη ότι «πίσω από την εγελιανή λογική σας» καθώς παραστατικότατα γράφει ο Γιάννης στη 2η Αντίστιξή του: «-Θα δώσει κάποτε ο Θεός / να κλάψουν κάποτε / πάνω στα ερείπια της λογικής τους»[7] – μας πολλοί από εμάς. Νομίζω ότι τα παραπάνω ερωτήματα, μολονότι μερίστηκαν μπορούν να συνοψιστούν σε ένα και μοναδικό, άκρως καταιγιστικό ερώτημα. Τί είναι αυτό που τελικά μένει στον αιώνα τον άπαντα από την αλήθεια των πραγμάτων – αυτός άλλωστε είναι ό έρωτας, η αλήθεια των πραγμάτων του ανθρώπου – και τί είναι αυτό που χάνεται; Ο ίδιος ο Γιάννης, έχω τη γνώμη ότι εδώ δίνει απάντηση: «Μες στην παλίρροια του φέγγους / τρεμάμενες φλογίτσες των ψυχών / εκεί που το φως συναντάει το φως /  Να κρατούσα το φως σου / μέσα στον ύπνο των χεριών μου»[8]. Η θέση αυτή του ποιητή Γιάννη Κωνσταντέλλη, στην προκειμένη περίπτωση, στην περίπτωση του έρωτα, αν και δύσκολη στην ανακάλυψή της, είναι άκρως καθαρή. Εντάσσεται στα πλαίσια της γιατρειάς που δίνει η ίδια ποίηση σε στάσεις ζωής που φαλκιδεύουν την ανθρώπινη ύπαρξη και την κλείνουν στα όρια μιας κλειστής πραγματικότητας. Το επισημαίνει ακόμη καθαρότερα αυτό ο Γιάννης  στο τελευταίο ποίημα του βιβλίου του, την Ποιητική διαλεκτική: «Θα ήθελα μια Ποίηση μόνο με την αφή / να μην μπερδεύουν οι λέξεις τα αισθήματα / …Εντέλει η Ποίηση  / είναι δυσχέρεια ψυχική / μια αισθηματική βραδυγλωσσία. / Θα ταφώ μέσα στην Ποίηση / ιδεόγραμμα μιας απουσίας / σώμα μέσα στο σώμα μου / σαν διάθλαση»[9].

Ας μου επιτραπεί εδώ ξανά ένας ακόμη θεολογικός αναστοχασμός, άμεσα συνδεόμενος με την θέαση του έρωτα στην ποίηση του Γιάννη. Αν και δεν ήρθα εδώ για να σας κάμω θεολογικό σεμινάριο, έχω τη γνώμη ότι αυτό που ευθύς αμέσως θα σας εκθέσω, δένει άψογα με τις ποιητές εκπλήξεις του Γιάννη. Όταν ο άνθρωπος κυρίες και κύριοι αδυνατεί να κατανοήσει την αναφορικότητα της κτίσης – μέρος της κτίσης είναι και ο έρωτας, ας μην το ξεχνάμε αυτό – και δεσμεύεται στην ενθαδικότητά της, πέραν από το δικό του αφανισμό στην άβυσσο της ανυπαρξίας, καταδικάζει σε μηδενισμό και την ίδια την κτιστή πραγματικότητα. Γι’ αυτό και ο άνθρωπος που είναι ξεκομμένος από την κτίση, αδυνατεί να κατανοήσει και το ίδιο τον Θεό. Είναι ο άνθρωπος του τίποτα και του πουθενά. Γι’ αυτό και η «ποίηση έγινε για να διορθώνει τα λάθη του Θεού, ή εάν όχι, τότε, για να δείχνει πόσο λανθασμένα εμείς συλλάβαμε την δωρεά του». Η τελευταία πρόταση κυρίες και κύριοι δεν είναι δική μου, είναι του Οδυσσέα Ελύτη[10]. Ναι του Ελύτη, καλά ακούσατε. Ξεκάθαρα και χωρίς κανέναν ενδοιασμό, κυρίες και κύριοι, θα μπορούσαμε να πούμε ότι στη σκέψη των ποιητών μας, δεν υφίσταται καμιά υποτίμηση της κτιστής πραγματικότητας. Πως αλλιώς να ερμηνεύσει κανείς προγενέστερη ποιητική έκπληξη του Γιάννη; «Στη λόγχη παραμόνευε ο Έρωτας / θα την πιάσω την Άσπιλη, μονολογούσε· / στη λόχμη η Άσπιλη έπιασε τον Έρωτα. / Έτσι το είχε σχεδιάσει μέσα στη σκέψη της»[11].

Στα ασφυκτικά όρια μιας ομιλία – βιβλιοπαρουσίασης, είναι αδύνατο να παρακολουθήσει κανείς την ανάπτυξη της σκέψης ενός συγγραφέα. Ακόμη πιο δύσκολο είναι όταν το παρουσιαζόμενο βιβλίο είναι ποίηση. Ωστόσο, όπως προείπα και στο εισαγωγικό μου προανάκρουσμα, η τιθάσευση του ποιητικού υλικού είναι πρόκληση όμορφη, συνάμα όμως και δύσκολη. Παρά ταύτα θα ήθελα να οδηγήσω και σ’ ένα άλλο επίπεδο τη σκέψη σας. Σε επάλληλα ποιήματα των Παραμιλητών του κόσμου ο Γιάννης συγκρούεται με το γεγονός του χρόνου και του θανάτου. Ο αναγνώστης που με προσοχή θα διατρέξει τις σελίδες του βιβλίου, δεν είναι δύσκολο να παρατηρήσει ότι ποιήματα, όπως Η Ψυχή σου, Έρημα νησιά, Η Εκφορά, Η Υποψία, Στο δόκανο του χρόνου, Ο χρόνος του θανάτου μας, Η Φαρμακεία, Ο Χρόνος μου, Έκτοτε, Η αποδημία της θείας Δομετιανής, Ο Χρόνος του και Όψεις του χρόνου, είναι μια διαρκής μνήμη θανάτου η οποία παρέχει σ’ όποιον τη γεύεται την πείρα της υπαρξιακής πάλης, της άσκησης στην αυτοσυνειδησία, στο υψηλό ρίσκο που σου δίνει η ποίηση όταν γράφεις για τον έρωτα, το θάνατο και το χρόνο. Αλλιώς δεν εξηγείται η ποιητική έκπληξη και μαστοριά στις Όψεις του χρόνου: «Χρόνος εφιάλτης ευθανασίας / Χρόνος του έρωτα και Χρόνος του θανάτου / Χρόνος για να δικαιολογείται ο θάνατος / Χρόνος σαν ρόγχος Χρόνος σαν βρόγχος»[12]. Συνεκτικός ιστός ενότητας της ποίησης του Γιάννη σ’ όλη την έκταση τούτης της θεματικής κατάταξης των ποιημάτων του, παραμένει η καθάρια νοηματοδότηση του ανθρώπινου προσώπου. Πρόκειται εδώ για εκείνη τη συνιστώσα του ποιητικού λόγου, που γεννά προσδοκίες και δεν ταλανίζεται σε μεσοβέζικες παραμορφώσεις υπαρξιακών ζητημάτων.

Ο Γιάννης Κωνσταντέλλης, κυρίες και κύριοι, σε κάθε του ποίημα αιχμαλωτίζει την ανθρώπινη ύπαρξη στο κάλλος και στην ωραιότητα και την οδηγεί σε μια ζωή συνεχούς θαυμασμού. Την ντύνει με φως. Καλλοποιός ενέργεια στον άνθρωπο το φως, εντός του διασπασμένου κόσμου, αποτελεί την αληθινή ωραιότητα. «Χάρη στο φως αντέχω», φωνάζει ο ποιητής: «Φως ερπετό / Φως χρυσάνθεμο της νύχτας / Φως του ανέμου / Φως παγωμένο / Φως κυανό /  Φως ασημί στον ελαιώνα / Φως των ματιών / Φως τυφλό / Φως της λαγνείας / Φως του οργασμού / Φως των χεριών / Φως της φωνής σου / Φως εκ Φωτός»[13].

Κυρίες και κύριοι, χρέος της ύπαρξης μας είναι η ζωή, τούτη η εμπειρία, τούτος ο τρόπος, που νοηματοδοτεί συνεχώς εδώ και τώρα, ξανά και ξανά, τα πράγματα. Ο τρόπος που συνθέτει τον κόσμο, η συνάντηση με το θαύμα: «…όχι συμβάσεις πια, έλα / έλα δώσ’ μου το χέρι σου / υπάρχει και δεν υπάρχει η ουτοπία»[14], είναι ποιητικός λόγος που γεννά προσδοκία και αναμονή, πράξεις ερωτικές, που αρνούνται τις συμβάσεις, που προτιμούν το αντάρτικο ενάντια στην υποκριτική πειθαρχία σε ανέραστες καταστάσεις ζωής. Και για να τεκμηριώσω αυτή τη θέση μου θα επικαλεστώ ξανά τον Ελύτη, που ξεκάθαρα λέγει ότι «όπου υπάρχει η Ποίηση, εκεί κι ο Θεός. Την ομορφιά εστιάζει. Επιτυγχάνει να συμβιούν η αγαλλίαση κι ο τρόμος, η θλίψη και η ηδονή, η αδιάκοπη μεταβολή και η αιωνιότητα. Η Ποίηση αφαιρεί απ’ τα πράγματα το πέπλο της συνήθειας, καθιστά ορατή την αθέατη όψη του κόσμου, χάρη στην επικράτειά της συνενώνονται όλα τ’ ασυμβίβαστα… Μ’ ένα είδος αλχημείας μετατρέπει σε πόσιμο χρυσό, τα δηλητηριώδη νερά που ρέουν από τον θάνατο στη ζωή. Γιατί σκοπός της είναι η κρυμμένη ομορφιά, μ’ άλλα λόγια η απώτερη ουσία του κόσμου».[15] Κι όλο αυτό το επιτυγχάνει άριστα ο Γιάννης με τον ακριβό ποιητικό του λόγο.

Από πού τα Παραμιλητά του κόσμου; Εδώ έχει την τιμητική της η Jazz μουσική και ο Αμερικανός λογοτέχνης Τζακ Κέρουακ, ο εκπρόσωπος της γενιάς των μπήτνικς , της γενιάς των χίπις και του πανκ. Ο Γιάννης από το πρώτο του κιόλας ποίημά του μας εισάγει στην γενιά αυτή: «…Χρόνια μετά σχεδιάζοντας μια ομιλία για τους μπητ / ξεχώρισα ένα χωρίο του Κέρουακ / που μου φάνηκε πως ταίριαζε μ’ αυτό το ποίημα / που είχα αρχινήσει: / Δίπλα στην κουκέτα του ένα ραδιόφωνο Ζενίθ / για ν’ ακούει τα παραμιλητά του κόσμου»[16]. Και η γενιά αυτή έχει τη διάρκεια της, ακόμη και σήμερα, να υπενθυμίζει διαρκώς το πώς μπορούμε να στεκόμαστε ενάντια σε βεβαιότητες που διχάζουν τον άνθρωπο.

[1] Ομιλία που έγινε στο Δημοτικό Θέατρο Καλλονής, το Σάββατο 16 Νοεμβρίου 3013, κατά την παρουσίαση της ποιητική συλλογής του Γιάννη Κωνσταντέλλη, Τα παραμιλητά του κόσμου.

[2] Τα Παραμιλητά του κόσμου, εκδ. Αιολίδα, Μυτιλήνη 2013, 50.

[3] Αυτόθι, 61.

[4] Αυτόθι, 90.

[5] PG. 37, 507

[6] Τα Παραμιλητά του κόσμου, 96-97.

[7] Αυτόθι, 24.

[8] Αυτόθι, 28.

[9] Αυτόθι, 101-102.

[10] Αναφορά στον Ανδρέα Εμπειρίκο, εκδ. Ύψιλον, Αθήνα 1980, 17.

[11] Κύκλω της Σελήνης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 2001, 35.

[12] Τα Παραμιλητά του κόσμου, 94.

[13] Αυτόθι, 83.

[14] Αυτόθι, 30.

[15] 2 χ 7 ε, εκδ.  Ίκαρος , Αθήνα 1996.

[16] Τα Παραμιλητά του κόσμου, 11-12.

Τα παραμιλητά του κόσμου

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, “Μορφωτικά κάτεργα”

ΓΙΩΡΓΟΣ ΙΩΑΝΝΟΥ, Μορφωτικά κάτεργα, στο Κοιτάσματα, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 2003, 163-170

Τα ελληνικά ως κάτεργο

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Φ​​ίλη μού έλεγε προχθές πως τα εγγόνια της, πρώτη και τρίτη γυμνασίου, δυσκολεύονται πολύ με τη διδασκαλία των αρχαίων ελληνικών. Κατ’ αρχάς, δεν υπάρχει γραμματική και συντακτικό – πού είσαι, Τζάρτζανε!

Όπως θα διαπιστώσει κανείς αν ανατρέξει στα βιβλία, τα φαινόμενα εξηγούνται με βάση τα αποσπάσματα κειμένων που διδάσκονται. Εμφανίζεται κάπου μια δοτική; Μαθαίνουν τη δοτική. Ένα τριτόκλιτο εδώ; Να σου και η τρίτη κλίσις. Όλα αυτά σε ένα πακέτο που περιλαμβάνει και εκμάθηση πολιτισμού, και εκμάθηση μιας γλώσσας η οποία έχει μεν ελληνικούς χαρακτήρες, είναι όμως γραμμένη σε μιαν αλλόκοτη για τα μάτια του δεκατριάχρονου μαθητή ορθογραφία. Στην αρχή των λέξεων ίπτανται κάτι πνεύματα, άλλα αριστερόστροφα και άλλα δεξιόστροφα, ορισμένα φωνήεντα δε τα καλύπτει ένα καλλίγραμμο συννεφάκι, που το λένε περισπωμένη.

Αν συνυπολογίσουμε σ’ αυτά και το επίτευγμα του κ. Μπαμπινιώτη, το γεγονός δηλαδή ότι έχει πείσει τους δασκάλους των ελληνικών –της σημερινής μας γλώσσας– ότι το πόνημά του είναι απαραίτητο εφόδιο για τη δουλειά τους, αντιλαμβανόμαστε το μέγεθος του προβλήματος. Το εν λόγω λεξικό περιστασιακά αναφέρεται στην ετυμολογία, από τις λέξεις δε και τη σημασία τους λείπει η καταγραφή της ιστορικής τους ύπαρξης, αγνοείται δηλαδή το αποθεματικό κεφάλαιο της γλώσσας μας, η λογοτεχνία. Λογικόν. Διότι, πλην του κόπου που προϋποθέτει η αναζήτηση των γραπτών πηγών, ο λεξικογράφος θα ήταν αναγκασμένος να εντρυφήσει και στο περιβάλλον της καθαρευούσης, είδους που αντιμετωπίζεται ως παραβίαση του δημοκρατικού συντάγματος της εκπαίδευσης. Οι λέξεις παράγονται βάσει κανόνων που έχει εκπονήσει ο απόλυτος άρχων της, ο γλωσσολόγος, αντιστοίχως δε και η ορθή χρήση τους.

Για να εικονογραφήσω την κατάσταση, λέω ότι τα ελληνικά που διδάσκουν στον σύγχρονο έφηβο έχουν την ίδια σχέση με τα αρχαία που έχουν οι εργολαβικές πολυκατοικίες των Αθηνών με τον Παρθενώνα. Συνυπάρχουν στο λεκανοπέδιο και κοιτάζουν ο ένας τον άλλον σαν δύο ξένοι που δεν καταλαβαίνει ο ένας τον άλλον, για κάποιους λόγους όμως είναι καταδικασμένοι να συγκατοικούν. Αισθητική ασυνεννοησία στην οποία, ως γνωστόν, πολλά οφείλει η συλλογική ψυχασθένεια των κατοίκων της πρωτεύουσας.

Και για να επανέλθω στην εκπαίδευση. Απέναντι σ’ αυτόν τον τρόπο διδασκαλίας ο μαθητής, όσο παραμένει υγιής, πριν μετατραπεί σε υπόδουλο των εισαγωγικών, είναι απολύτως φυσιολογικό να μισήσει τα αρχαία ελληνικά. Ξαφνικά βρίσκεται αντιμέτωπος με μια ξένη γλώσσα η οποία, σε αντίθεση με τα αγγλικά, δεν του είναι χρήσιμη ούτε στα αεροδρόμια ούτε για να περιηγηθεί στο Διαδίκτυο. Οι ώρες που ξοδεύονται είναι σαν τις ώρες του καταδίκου που περιμένει την αποφυλάκισή του. Κάποια ποινή εκτίει. Και για ποιο έγκλημα έχει καταδικασθεί; Είναι απλό: γεννήθηκε Έλληνας, και επειδή γεννήθηκε Έλληνας πρέπει να μιλάει ελληνικά.

Όλοι κάνουμε ό,τι μπορούμε για να συνηθίσουμε από μικροί στη ζωή στο κάτεργο.

Λυπούμαι, αλλά αν είναι να κάνουμε τους σημερινούς εφήβους, όπως και τους χθεσινούς και τους προχθεσινούς, να μισήσουν τα αρχαία ελληνικά, καλύτερα να μην τους τα διδάσκουμε. Έτσι υπάρχει κάποια ελπίδα, κάποια μέρα, αν και όταν ωριμάσουν, να ενδιαφερθούν γι’ αυτό το σημαντικό κεφάλαιο του ευρωπαϊκού πολιτισμού. Υπενθυμίζω ότι βάσει της έρευνας του διαNΕΟσις του κ. Δασκαλόπουλου, οι πατεράδες και οι μανάδες αυτών των παιδιών πιστεύουν, στη συντριπτική τους πλειονότητα, πως η Ευρώπη έχει ωφεληθεί πολιτισμικά από την Ελλάδα. Πιστεύουν πως έχει ωφεληθεί και οικονομικά, αλλά αυτό είναι μάλλον της αρμοδιότητος των ειδικών ψυχιάτρων.

Γνωρίζω ότι το πρόβλημα δεν είναι μόνον ελληνικό. Το ζήτημα της διδασκαλίας των κλασικών γραμμάτων (ελληνικά και λατινικά) στη Μέση Εκπαίδευση είναι μία από τις καίριες παραμέτρους της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης. Και το αλλοπρόσαλλο είναι ότι οι ίδιοι προοδευτικοί που ζητούν την κατάργησή τους εξεγείρονται αμέσως μετά, διότι θεωρούν ότι η Ευρώπη έχει πάρει λάθος δρόμο διότι στο μυαλό της δεν έχει πάρεξ το ευρώ. Μα αν της αφαιρέσεις την κλασική παιδεία και τον χριστιανισμό, τότε τι κοινό μένει εκτός από το νόμισμα; Η μακαρίτισσα Ζακλίν ντε Ρομιγί ώς την τελευταία ημέρα της ζωής της έδινε μάχες για την υπεράσπιση της διδασκαλίας των κλασικών γραμμάτων. Είχε διδάξει σε όλες τις βαθμίδες της εκπαίδευσης και έγραψε πως ψυχολογικά δεν θα είχε αντέξει, Εβραία ούσα, στη γερμανική κατοχή, αν δεν είχε διδάξει πριν τους λόγους του Λυσία στο λύκειο.

Ανάμεσα στην έπαρση και την ταπείνωση. Χειρότερα ακόμη: ταπεινωμένοι από την ίδια μας την έπαρση. Αν είχαμε στοιχειώδη εθνική συνείδηση, κατά συνέπεια γλωσσική και πολιτισμική συνείδηση, εμείς πρώτοι θα είχαμε επινοήσει πρότυπους τρόπους διδασκαλίας των αρχαίων ελληνικών, αλλά και των δύσμοιρων παρ’ ημίν συγγενών τους, των λατινικών. Καταργήσαμε την καθαρεύουσα, που μας προσέφερε τόσες δυνατότητες εξοικείωσης με την κλασική γραμματεία, γλώσσα της σύγχρονης κλασικής γραμματείας κι αυτή, διότι δεν μας άρεσαν αυτοί που τη μιλούσαν. Μας έπεφταν συντηρητικοί.

Και απορρίψαμε ό,τι κλασικό, ακόμη και την αριστεία, ακολουθώντας την πεπατημένη της μετανεωτερικής Ευρώπης. Δεν μπορέσαμε να σηκώσουμε το συμβολικό βάρος που η ίδια αυτή Ευρώπη μας ανέθεσε για να γίνουμε μέλη της. Διαβάζουμε Μπαντιού, αλλά ξεχάσαμε τους Κοραήδες και τους Συκουτρήδες μας. Η κλασική παιδεία σού μαθαίνει να απαιτείς από τον εαυτό σου σκέψεις και συμπεριφορές που σε ξεπερνούν. Και η Ελλάδα απεμπόλησε το δικαίωμα να απαιτεί από τον εαυτό της.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ