Εκκλησία και Λαϊκισμός

Του ΠΑΝΑΓΙΩΤΗ ΑΝΔΡΙΟΠΟΥΛΟΥ

Δημοσιεύθηκε την Δευτέρα (του Αγίου Πνεύματος) 5 Ιουνίου 2017, στην Athens Voice το κείμενό μου «Εκκλησία και Λαϊκισμός στα χρόνια της κρίσης». 

Είχαν προηγηθεί τα κείμενά μου: «Τα περιφερόμενα λείψανα μαρτυρούν μια Εκκλησία χωρίς πνευματικότητα» και «Αρχιερείς της Εκκλησίας της Ελλάδος και Εξωτερική Πολιτική».

Και θέλω να ευχαριστήσω την Athens Voice για την συνεργασία, καθώς τα κείμενά μου μέσα από την σελίδα της στο ίντερνετ γνώρισαν μεγάλη διάδοση.

Στο κείμενό μου για την σχέση της Εκκλησίας και Λαϊκισμού, σημειώνω: «Έχουν γίνει μελέτες για τον λαϊκισμό στην πολιτική, την τέχνη, την ιστορία, αλλά όχι στην Εκκλησία – εκτός από κάποιες σποραδικές αναφορές».

Μόνο σε δύο Κυριακάτικες εφημερίδες, την Καθημερινή και Το Βήμα, εντόπισα την Κυριακή 4 Ιουνίου, τα ακόλουθα άρθρα περί λαϊκισμού:

– «Η ανατομία του λαϊκισμού», του Πάσχου Μανδραβέλη.

– «Η λαϊκιστική μνησικακία», του Ανδρέα Πανταζόπουλου.

– «Λαϊκισμός και πανεπιστήμιο», του Θεόδωρου Δ. Παπαγγελή.

Άρα, το κείμενό μου στοιχείται στον γενικότερο προβληματισμό περί του φαινομένου του λαϊκισμού, που υπάρχει στην δημόσια ζωή, αλλά εστιάζει στην Εκκλησία που δεν απασχολεί και τόσο τους αρθρογράφους.

Πάνω στην ώρα, η είδηση είναι σημαντική: Το Συμβούλιο των Εκκλησιών της Βαυαρίας, την ευθύνη της λειτουργίας του οποίου έχει ο Έλληνας θεολόγος Γιώργος Βλαντής, θα διοργανώσει τον Οκτώβριο ημερίδα για τη σχέση λαϊκισμού και Εκκλησιών. Άρα, ευτυχώς, ο προβληματισμός μπορεί να μην είναι… εγχώριος, αλλά είναι σίγουρα διεθνής.

Στο κείμενό μου παραθέτω – δειγματοληπτικώς – κάποια ηχηρά σημάδια εκκλησιαστικού λαϊκισμού:

«Οι κληρικοί στα κηρύγματά τους κολακεύουν το εκκλησίασμα – όπως ακριβώς οι περισσότεροι πολιτικοί – και συντηρούν τα ταπεινά ένστικτα του λαού, αντί να τον ανεβάζουν λίγο ψηλότερα. Σ’ αυτή τη λογική εντάσσεται και η περιφορά των λειψάνων ανά την επικράτεια, η υπόθαλψη «προφητειών» διαφόρων «γερόντων» (π.χ. για το πώς θα ξαναπάρουμε την Πόλη!), η κατακεραύνωση προσφύγων, ομοφυλόφιλων και άλλων μειονοτήτων, η θαυματολαγνεία, για να καταλήξουμε στο «θαυματουργό κομποσχοίνι» που δίνεται μαζί με κουτσομπολίστικο περιοδικό!».

Θέλω να προσθέσω – ως ένα ακόμα δείγμα νοσηρού λαϊκισμού – τις λειτουργίες και τις παρακλήσεις και όλα τα συμπαρομαρτούντα (ευλογημένα στυλό κ.α.), για τις πανελλαδικές εξετάσεις.

Θυμάμαι ένα μήνυμα του Αρχιεπισκόπου Ιερωνύμου προς τους διαγωνιζομένους των Πανελλαδικών το 2009. Όχι μόνο δεν τους εύχεται «Καλή επιτυχία», αλλά τους καλεί να μην παγιδευτούν «στη λογική της «αποτυχίας» ή της «επιτυχίας». Κάθε αποτέλεσμα αντιμετωπίστε το ως πρόκληση. Ως κάλεσμα για νέα αρχή, για αλλαγή πορείας». Το σύντομο μήνυμα του Αρχιεπισκόπου της χρονιάς εκείνης είναι, θα έλεγε κανείς, ένας ύμνος στην αποτυχία! Αφού λέει στους μαθητές: «Ακόμα και πρόχειρα αν διατρέξετε την Αγ. Γραφή θα διαπιστώσετε πολλούς «αποτυχημένους» που κοσμούν τις σελίδες της παγκόσμιας ιστορίας».

Ως εκ τούτου, ο λαϊκισμός στην Εκκλησία καλά κρατεί, παρά το γεγονός της ύπαρξης νησίδων…

Γιατί η λογική του Αρχιεπισκόπου δεν άγγιξε την λογική της πλειοψηφίας του κλήρου της Ελλαδικής Εκκλησίας, πο… εκδαπανώνται σε προσευχές για επιτυχία στις πανελλαδικές και το προβάλλουν λαϊκιστικώ τω τρόπω.

Ο λαϊκισμός για την Εκκλησία στις μέρες μας είναι μεγάλος πειρασμός, στον οποίον έχει ενδώσει αμαχητί, ακολουθώντας το γενικότερο ρεύμα.

Ας ελπίσουμε να ακουστούν φωνές αναθεώρησης…

ΠΗΓΗ

Ιδιωτική Οδός

Έκθεση παπαγαλίας ιδεών

Του ΤΑΚΗ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΥ

Σε τι αποσκοπεί η διδασκαλία της έκθεσης ιδεών; Το λέει από μόνο του το όνομα του μαθήματος: Έκθεση Ιδεών. Μαθαίνεις να εκθέτεις τις ιδέες σου. Όπως μας έλεγαν παλιά είναι το μάθημα των μαθημάτων. Τα έχει όλα. Και γλώσσα έχει και ιδέες έχει και έκθεση έχει. Πες ότι το παιδί όταν μεγαλώσει και πάει στο Πανεπιστήμιο του κ. Γαβρόγλου με το καλό, θέλει να σταδιοδρομήσει στην πολιτική. Πώς θα τα καταφέρει αν δεν έχει εξοπλιστεί με την έκθεση ιδεών; Εδώ άλλοι εζήλωσαν δόξαν Παπαδιαμάντη και Μπαλζάκ επειδή έγραφαν καλές εκθέσεις ιδεών. Τα αποτελέσματα είναι συνήθως καταστροφικά, αλλά αυτό λίγη σημασία έχει. Σημασία έχει ότι ξέρουν να εκθέτουν τις ιδέες τους. Ορισμένοι δε, κάνουν και μεταπτυχιακό σε σεμινάρια δημιουργικής γραφής.

Και πού τις βρήκαν τις ιδέες που εκφράζουν; Τις ιδέες τις παρέχει το θέμα της έκθεσης ιδεών. Οι ιδέες μοιράζονται δωρεάν και δημοκρατικά σε όλους και ως εκ τούτου είναι για όλους ίδιες. Μήπως, λέω μήπως, αυτό αποτελεί πρόβλημα; Οχι για τις ιδέες, προς Θεού, οι ιδέες δεν έχουν κανένα πρόβλημα. Ομως αναρωτιέμαι μήπως, αφού αυτοί που τις εκθέτουν τις παραλαμβάνουν έτοιμες σε συσκευασία έκθεσης, έχουν πρόβλημα με τις δικές τους ιδέες; Πες ότι γίνονται πολιτικοί. Ποιος θα τους δώσει θέμα για να το εκθέσουν;

Την απάντηση την έδωσαν οι κατ’ εξοχήν αρμόδιοι, οι φιλόλογοι. Χαρακτήρισαν το φετινό θέμα προσαρμοσμένο στην ύλη της Γ΄ Λυκείου. Ήταν, είπαν, «άμεσα συσχετισμένο με το πληροφοριακό υλικό του εγχειριδίου» – διατύπωση επιπέδου ΓΕΝΟΠ. Σε απλά ελληνικά, όπως δήλωσε διαγωνιζόμενος, το είχαν στα Σος. Αλίμονο αν δεν ήταν Σος η αέναη προσπάθεια της επιστήμης και η σχέση της με την ηθική. Η σάλτσα Σως όπως την αποκαλούν γράφεται με ωμέγα. Άλλο το Σος. Το Σος είναι στο εγχειρίδιο. Εκεί που βρίσκονται και οι Ιδέες που εκτίθενται στην έκθεση Ιδεών. Τις Ιδέες τις ακολουθεί η γλώσσα, η εις βάθος γνώση της ελληνικής. Πώς θα εκθέσεις τις ιδέες αν δεν γνωρίζεις ποια «νοηματική σχέση» εκφράζουν λέξεις όπως «όμως» και «εάν»; Και το συνώνυμο του «αέναος»; Μιλάμε για Γ΄ Λυκείου. Εκτός αιθούσης στα παλαιότερα των υποδημάτων οι ιδέες. Σάμπως δικές τους είναι;

Μάθημα των μαθημάτων λοιπόν η Έκθεση Ιδεών. Κοινώς παιδεία παπαγαλίας ιδεών. Παπαγαλίζεις ιδέες σαν χρονολογίες. Τα ολέθρια αποτελέσματα τα διακρίνουμε διά γυμνού οφθαλμού στη σκηνή του δημοσίου βίου. Μιλάμε για την ξύλινη γλώσσα της πολιτικής, για τη δημοσιογραφική αλαλία, για την αγλωσσία που υπονομεύει τη νοημοσύνη μας. Πού μάθαμε να διαπραγματευόμαστε το αυτονόητο; Μα στην Έκθεση Ιδεών.

Πόσο διαφορετικά θα ήσαν τα πράγματα αν τα παιδιά εξετάζονταν σε ένα ολόκληρο διήγημα του Βιζυηνού, στις Ημέρες του Σεφέρη, ή στη μετάφραση του Επιτάφιου από τον Άγγελο Βλάχο; Πολλή δουλειά για τους εξεταστές. Το αντιλαμβάνομαι.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΕΥΧΑΡΙΣΤΗ ΕΚΠΛΗΞΗ

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Γράφω ετούτες τις σκέψεις με αφορμή τη διόρθωση γραπτών του μαθήματος των Θρησκευτικών της Α΄τάξης Λυκείου στις προαγωγικές εξετάσεις. Σε θέμα που ζητούσε από τους μαθητές να γράψουν ένα σύντομο ορισμό της έννοιας πίστη, μαθήτρια που για πολλούς θεωρείται «δύσκολη», με το γνωστό στερεότυπο «δημιουργεί πρόβλημα στο σχολείο», με θάρρος και ρηξικέλευθο τρόπο η ίδια εξέφρασε την άποψή της. Το θέμα ήταν το εξής: «Κατά τη θεραπεία του παιδιού με το δαιμονικό πνεύμα, ο Ιησούς είπε στον πατέρα του παιδιού τούτο: “εάν μπορείς να πιστέψεις, όλα είναι δυνατά γι’ αυτόν που πιστεύει”. Αμέσως τότε φώναξε δυνατά ο πατέρας του παιδιού και είπε με δάκρυα: “πιστεύω, Κύριε! Αλλά βοήθησέ με, γιατί η πίστη μου δεν είναι δυνατή”, (Μαρκ. 9, 23-24). Λαμβάνοντας υπόψη αυτόν το διάλογο να γράψετε ένα σύντομο ορισμό της έννοιας πίστη που να περιλαμβάνει τις παρακάτω λέξεις: αγάπη, εμπιστοσύνη, ελπίδα, βεβαιότητα». Η παρακάτω απάντηση της μαθήτριας νομίζω πως είναι «γροθιά στο στομάχι», στην περίπτωση, βέβαια, που λέμε ότι το καλύτερο μάθημα Θρησκευτικών είναι μάθημα ελευθερίας, κι όχι στην περίπτωση που βαθμολογούμε με το αν πιστεύει ο μαθητής ή όχι στο Θεό (γιατί δυστυχώς υπάρχουν κι αυτές οι περιπτώσεις αξιολόγησης). Η απάντηση, λοιπόν, είναι η εξής: «Πίστη. Εύκολο είναι για κάποιον να γράψει για την πίστη, αν όντως πιστεύει. Σε κάποιον που αγαπά τον Χριστό και τον εμπιστεύεται. Εγώ, όμως, δεν εμπιστεύομαι ένα ανύπαρκτο πρόσωπο. Δεν πιστεύω καν στο κείμενο που μου δόθηκε. Γιατί η ελπίδα μου είναι επίσης ανύπαρκτη και η βεβαιότητα πουθενά».

Την απάντηση της συγκεκριμένης μαθήτριας πολλοί θα χαρακτήριζαν από εκείνα τα «μαργαριτάρια που γράφουν ιστορία». Προσωπικά, όμως, πιστεύω ακράδαντα ότι όντως πρόκειται για μαργαριτάρι, αλλά από εκείνα τα μαργαριτάρια που έχουν αξία παιδευτική και κάμουν εμάς τους εκπαιδευτικούς να στοχαζόμαστε, πως αυτό που διδάσκουμε στην τάξη έχει κάποια ουσία, μόνον όταν με αυταπάρνηση και θυσία διακινδυνεύουμε να το μοιραζόμαστε με τους μαθητές μας. Έτσι, ίσως, έχει αξία ο πολύτιμος στίχος του ποιητή Τάσου Λειβαδίτη «κι όταν δεν πεθαίνει ο ένας για τον άλλον, είμαστε κιόλας νεκροί».

Καθόλου δύσκολο δεν είναι εδώ να διακρίνει κανείς αυτό που παλαιότερα (1965) έγραφε ο πολύς Paul Evdokimof σε ένα άρθρο του για τη φαινομενολογία του σύγχρονου αθεϊσμού, δημοσιευμένο στο περιοδικό Contact, ότι δηλαδή, «ο σημερινός αθεϊσμός είναι μια πρόσκληση προς τους Χριστιανούς, προς τα μέλη της Εκκλησίας, να επανέλθουν στο κύριο έργο τους». Έστω κι ένας «νεανικός αθεϊσμός», όπως αυτής της μαθήτριας, που όσο κι αν αρνούμαστε να τον βλέπουμε μέσα στη σχολική τάξη, είναι σίγουρο ότι ως αιτία έχει την εξάπλωση του ρεύματος που βρίσκει πρόσφορο έδαφος στον επαγγελματισμό του κλήρου, στην εξασθένιση του ευαγγελικού μηνύματος, στην απουσία γνήσιου θεολογικού λόγου.

Εν κατακλείδι, διορθώνοντας γραπτά στο μάθημα των Θρησκευτικών, έχω την ταπεινή άποψη πως τέτοιες απόψεις συχνά φέρνουν στο προσκήνιο τη συζήτηση για τις «αταξίες» και τις «ακρότητες» των μαθητών μας. Συζήτηση που πάντοτε γίνεται υπό τη λανθάνουσα αντίληψη ότι εμείς οι μεγαλύτεροι είμαστε πιο μυαλωμένοι, άρα κακώς ανεχόμαστε όλες τις «υπερβολές» τους. Έστω κι αν η λογική και ο ρεαλισμός των ώριμων σε ηλικία είναι αξίες απαρασάλευτες, θεωρώ αναγκαίο με έμφαση να υπογραμμίσω πως καθόλου δεν ασπάζομαι τον καθωσπρεπισμό των μεγαλυτέρων, ειδικότερα των δασκάλων και καθηγητών, που όλα νομίζουν πως τα γνωρίζουν. Αξίζει, εδώ, να θυμηθούμε τον Σωκράτη που ομολογούσε αδυναμία να αντισταθεί στην ομορφιά και το θάρρος των νέων. Κι ας μη ξεχνάμε ακόμη ένα σοφό λόγο, εκείνον του αξέχαστου Μανόλη Ανδρόνικου: «είμαστε ΔΑΣΚΑΛΟΙ, που θα πει πως η πρώτη μας έγνοια είναι οι νέοι, αυτοί που μας δίνουν το δικαίωμα να λέμε πως έχει ένα πλήρωμα η ζωή μας. Έγνοια σημαίνει αγάπη αληθινή ή όπως έγραψα κάποτε: στοργική αυστηρότητα. Σε καμιά περίπτωση δεν μπορεί να σημαίνει άκριτη κατάφαση κάθε νεανικής παρόρμησης και στάσης. Το να καταλαβαίνεις τις αιτίες δεν είναι ταυτόσημο με την έγκριση του αποτελέσματος. Πολύ πιο δύσκολο μάλιστα είναι να εγκρίνεις αυτό το αποτέλεσμα όταν σου είναι αδύνατον να κατανοήσεις την αιτία του».

Αποτέλεσμα εικόνας για Απόστολος Γεωργίου καταπίεση

Απόστολος Γεωργίου, Καταπίεση

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ Μ. ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΣ. (2017). Η Εκκλησία κατά τη Δικτατορία 1967 – 1974. Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση. Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

ΧΑΡΑΛΑΜΠΟΣ ΑΝΔΡΕΟΠΟΥΛΟΣ, (2017), Η Εκκλησία κατά τη Δικτατορία 1967 – 1974. Ιστορική και νομοκανονική προσέγγιση, Θεσσαλονίκη: Επίκεντρο, (Πρόλογος Ιωάννης Μ. Κονιδάρης)

Είναι γεγονός ότι οι μεγαλύτερες κρίσεις στις σχέσεις Εκκλησίας–Πολιτείας στη Ελλάδα συνέπεσαν με ανώμαλες περιόδους της πολιτικής της ιστορίας. Ταυτόχρονα, συνδέθηκαν με τη δημιουργία αρχιεπισκοπικών ζητημάτων, κάτι μάλλον αναμενόμενο ως εκ της σημασίας που διαδραματίζει το πρόσωπο του «Αρχιεπισκόπου Αθηνών και πάσης Ελλάδος» στα πολιτικά πράγματα.

Σε μια από τις πλέον σκοτεινές και δυσερμήνευτες περιόδους της σύγχρονης εκκλησιαστικής ιστορίας αναφέρεται το παρόν βιβλίο που έρχεται να ρίξει φώς στις σχέσεις της διοικούσας Εκκλησίας και της Πολιτείας της περιόδου 1967 – 1974, όπως αυτές διαμορφώθηκαν υπό το κράτος της εγκαθιδρυθείσας την 21η Απριλίου 1967 επτάχρονης δικτατορίας.

Με ενδελεχή έρευνα πηγών και βιβλιογραφίας ο Χάρης Ανδρεόπουλος πραγματεύεται το πρόβλημα, εξετάζοντας και αναλύοντας ζητήματα της εν λόγω περιόδου που αφορούσαν την νομοκανονική αυτοσυνειδησία της Εκκλησίας και τον βαθύ τραυματισμό της (σήμερα συνταγματικά κατοχυρωμένης) αυτοδιοικήσεώς της από σωρεία παρεμβάσεων της δικτατορίας στα εσωτερικά της, που αποσκοπούσαν στον έλεγχο της εκκλησιαστικής διοικήσεως ώστε να υπηρετηθούν οι ιδεολογικές σκοπιμότητες του καθεστώτος.

Προσεγγίζοντας το όλο ζήτημα επί τη βάσει ιστορικών και νομοκανονικών κριτηρίων, ο συγγραφέας αναδεικνύει, αξιολογεί και ερμηνεύει τις ποικίλες διαστάσεις και προεκτάσεις που είχε η προβληματική αυτή σχέση στη διοίκηση και στη ζωή της ελλαδικής Εκκλησίας καθ΄ όλη τη διάρκεια της Επταετίας και σε αμφότερες τις φάσεις της: επί Γ. Παπαδοπούλου, με αρχιεπίσκοπο τον Ιερώνυμο Κοτσώνη, και επί Δ. Ιωαννίδη με αρχιεπίσκοπο τον  Σεραφείμ Τίκα.  Ως ιδιαίτερης σημασίας ζητήματα αντιμετωπίζονται το θέμα της διαταραχθείσας κατά το διάστημα της πρώτης φάσης της δικτατορίας (1967 – 1973) νομοκανονικής σχέσης της ελλαδικής Εκκλησίας με το Οικουμενικό Πατριαρχείο και το θέμα των δώδεκα εκπτώτων – «ιερωνυμικών» λεγομένων – Μητροπολιτών που δημιουργήθηκε στη δεύτερη φάση της δικτατορίας (Νοέμβριος 1973 – Ιούλιος 1974).

Στο βιβλίο παρουσιάζονται, επίσης, και αναλύονται οι πολιτικές με τις οποίες στα πρώτα κρίσιμα χρόνια της μεταπολίτευσης, επί πρωθυπουργίας Κωνσταντίνου Καραμανλή (1974 – 1980), αντιμετωπίσθηκε και εξομαλύνθηκε η κρίση στην Εκκλησία, αλλά και θεμελιώθηκε ο εκδημοκρατισμός της με σειρά συνταγματικών διατάξεων και νομοθετημάτων που ρύθμισαν θετικά τόσο την εσωτερική της λειτουργία, όσο και τις σχέσεις της με την Πολιτεία.

Μία σημαντική μελέτη που βοηθά στην εξέταση, κατανόηση και ανάδειξη των αιτίων και των διαδικασιών μέσω των οποίων η Εκκλησία της Ελλάδος επηρεάσθηκε, συμμετείχε, έδρασε και επέδρασε στις πολιτικές εξελίξεις υπό το κράτος της επτάχρονης δικτατορίας 1967-1974. Το βιβλίο – η έκδοση του οποίου συμπίπτει με τη συμπλήρωση 50 χρόνων από την εγκαθίδρυση της δικτατορίας της 21ης Απριλίου 1967 – προλογίζει ο Ομότιμος Καθηγητής Εκκλησιαστικού Δικαίου της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Ιωάννης Μ. Κονιδάρης, χαρακτηρίζοντάς το ως «ένα έργο – σταθμό για την Εκκλησιαστική Ιστορία, αλλά και εφαλτήριο για περαιτέρω αναζητήσεις σε συναφείς κλάδους, όπως το Εκκλησιαστικό Δίκαιο ή και η Πολιτική Ιστορία του τόπου μας».

Ο Χαράλαμπος Ανδρεόπουλος γεννήθηκε και ζει με την οικογένειά του στη Λάρισα. Υπηρετεί στη Β/θμια εκπαίδευση ως θεολόγος καθηγητής. Είναι διδάκτωρ Εκκλησιαστικής Ιστορίας του Α.Π.Θ., και μέλος της Εταιρείας Εκκλησιαστικού και Κανονικού Δικαίου. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα εστιάζονται στη μελέτη θεμάτων της σύγχρονης πολιτικής και εκκλησιαστικής ιστοριογραφίας. Αρθρογραφεί στην «Ελευθερία» Λαρίσης, στο «Amen.gr» και στο προσωπικό του ιστολόγιο (http://religiousnet.blogspot.com).

ΒΙΒΛΙΟΠΑΡΟΥΣΙΑΣΗ βλ., εδώ: ΑΜΕΝ

Γραφή… τόσο ακριβή και ρωμαλέα…

«Οι αιώνες κύλησαν βαρυφορτωμένοι με την ιστορία των Ελλήνων, που έφτασαν κάποτε στην καρδιά της Περσίας και άπλωσαν τη γλώσσα τους και τα σπέρματά τους ως την Ινδία. Ελληνικά βασίλεια όριζαν όλη την Ανατολή. Και πάλι η ανθρώπινη μοίρα το έφερε να χάσουν τη λευτεριά τους και να υποκύψουν στους Ρωμαίους. Αλλά αιώνες παράξενης και πλούσιας ιστορικής ζωής ακολούθησαν· οι ρωμαίοι καταχτητές έχασαν κάποτε τη δύναμή τους, η ίδια η Ρώμη πατήθηκε από τους βαρβάρους, η Νέα Ρώμη χωνεύτηκε μέσα στο Βυζάντιο, αυτοί που κράτησαν το όνομά της σ’ ένα παράξενο καινούργιο εθνικό, ρωμαίοι – ρωμιοί, μιλούσαν ελληνικά και ζούσαν σ’ ένα ευρύτερο ελλαδικό χώρο και πέρα απ’ αυτόν. Άλλοι λαοί φάνηκαν από βορρά και νότο, από δύση και ανατολή. Πάλι οι ασιατικές στέπες έστειλαν προς τις ακρογιαλιές της Μεσογείου νέες φυλές. Μια απ’ αυτές κατέλυσε το κράτος του Βυζαντίου και υπόταξε όλους τους λαούς του σε μιάν εξουσία ανελέητα τυραννική. Η σκλαβιά για πρώτη φορά γινόταν έτσι αβάσταχτη και εξοντωτική, καθώς ερχόταν από ένα λαό αλλόδοξο, πρωτόγονο και με ανύπαρχτες σχεδόν πολιτιστικές καταβολές. Πώς μέσα στα ατέλειωτα χρόνια της τουρκοκρατίας επιβίωσε ο ελληνικός λαός και προπάντων πώς κατόρθωσε να κρατήσει και να καλλιεργήσει τις δυνάμεις που θα τον οδηγούσαν στο ’21 δεν είναι της ώρας αυτής να το πούμε. Μπορούμε όμως να θυμηθούμε πως από την πρώτη μέρα της σκλαβιάς ο ελληνικός λαός, τραγουδώντας τη συμφορά του, τραγουδά την ίδια ώρα και την ελπίδα του και την πίστη του πως θα ξανακερδίσει τη λευτεριά του. “Από πολλού μεν χρόνου  προ της αλώσεως της πρωτευούσης του κράτους εφέροντο χρησμοί περί της επικειμένης καταστροφής, ευθύς δ’ όμως μετά την άλωσιν εγεννήθησαν αίσιαι περί της μελλούσης του έθνους ελπίδες, και ερριζώθη η πεποίθησις παρά τω ελληνικώ λαώ ότι αφεύκτως δια της σπάθης θ’ ανακτήση την δια της σπάθης αρπασθείσαν υπό των εχθρών πατρικήν κληρονομίαν”, γράφει ο Ν. Πολίτης[*] προλογίζοντας το τραγούδι της Αγιά Σοφιάς, που τελειώνει με το δίστιχο που εμψύχωνε στα μαύρα χρόνια τους ραγιάδες:

“Σώπασε, κυρά Δέσποινα, και μη πολυδακρύζεις,

Πάλι με χρόνια με καιρούς, πάλι δικά σας είναι”.

ΜΑΝΟΛΗΣ ΑΝΔΡΟΝΙΚΟΣ, (1999), Ιστορία και Ποίηση, Αθήνα: Ερμής, σσ. 19-20.

[*] Εκλογαί, έκδοσις 2α, Αθήνα 1925, σ. 4.

Θεόφιλος Χατζημιχαήλ, «Κωνσταντίνος Παλαιολόγος»

Η Μεγάλη Ποίηση του Γ. Θ. Βαφόπουλου

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

«Μα ένα όνειρο απατηλό πόσο μπορεί να ζήσει;» γράφει ο Γ. Θ. Βαφόπουλος στο πρώτο ποιητικό βιβλίο του με τίτλο: Τα Ρόδα της Μυρτάλης. Επικέντρωση στον έρωτα ως ψυχοσωματική λειτουργία του ανθρώπου, αλλά και επικέντρωση στο θάνατο ως αποτέλεσμα της ζωής, με γνώμονα πάντα τη χριστιανική αντίληψη της διάλυσης του σώματος, ως τη μέλλουσα ανασύνθεσή του στην ανάσταση των νεκρών. Κι αυτό γιατί η ποίηση του Βαφόπουλου διαπνέεται από την ιερότητα της χριστιανικής κοσμοθεωρίας.

Ο Γ. Θ. Βαφόπουλος του Πολύκλειτου Ρέγκου

Χάρισμα… στους κατηγόρους του Νέου Προγραμμάτων Σπουδών στο μάθημα των Θρησκευτικών

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Γεγονός είναι ότι όποιος ζει μέσα στο θεολογικό και εκκλησιαστικό χώρο δεν θα δυσκολευτεί να διαπιστώνει κάθε μέρα την πίστη και το φανατισμό, τη ζωή και τη θανατίλα. Αν και η επιμόρφωση των θεολόγων καθηγητών για το ΝΠΣ στο μτΘ σε όλες τις περιφέρειες της πατρίδας μας έχει λάβει αίσιο τέλος, οι επαγγελματίες πια στην παραπληροφόρηση και κινδυνολογία συνάδελφοι θεολόγοι δεν λένε να βάλουν ένα τέλος στο άχαρο έργο τους. Και δεν φτάνει μόνο αυτό. Αρκετοί από δαύτους, με τη σημαία του κατήγορου του ΝΠΣ, ενώ συμμετείχαν στα επιμορφωτικά σεμινάρια, δεν χάνουν την ευκαιρία, ως νέοι ιεροεξεταστές, να σπιλώνουν και να λοιδορούν όσους με τόλμη «έμπνευση, δέσμευση και ατελείωτη επιμονή» στήριξαν και συνεχίζουν να στηρίζουν το ΝΠΣ.

Τα παρακάτω γραφόμενα του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, χάρισμά τους. Άμα πια! Έλεος!

«Συμπληρώνοντας τώρα το σχήμα που ζητώντας μού δόθηκε να φορέσω, επιστρέφω κι εγώ στη Θεσσαλονίκη απ’ όπου κατάγομαι και γεννήθηκα. Έρχομαι να τερματίσω στον τόπο της αφετηρίας μου. Πέρασα τους τρεις ποταμούς και πλησίασα προς μιάν άκρη του ημικυκλικού λιμένα, στο μυχό του κόλπου, όπου οι βόρειοι άνεμοι ανταμώνουν με τους μεσημβρινούς. Βλέπω, στις υπώρειες των βουνών με τις κορυφές Πατέρα, Περιστερά, Χριστός και Αδάμ, κάτω από τα τείχη του κάστρου, αμφιθεατρικά έως τη θάλασσα, όμορφα ανάμεσα στα δέντρα τα σπίτια της πόλης. Είναι πρωί, της πόλης το πρόσωπο ξεκούραστο από τον προηγούμενο κάματο, το σκεπάζουν ακόμα, με την τελευταία του ύπνου νωχέλεια, σύννεφα γεμάτα όνειρα, που μπορείς να ταξιδέψεις προς όλες τις διαστάσεις σε κάθε απόσταση. Όταν ο ήλιος ανέβηκε περισσότερο απ’ την ανατολή, φάνηκαν ρόδινοι οι καπνοί των σπιτιών. Ξυπνούσαν. Τότε θυμήθηκα τη διήγηση από ένα όνειρο που είχε δει επανειλημμένα η γιαγιά μου, η μητέρα της μητέρας μου, πως στο πατρικό μας σπίτι από κάτω ήταν εκκλησία θαμμένη. Της παρουσιάζονταν Σεβάσμια μορφή, που έδινε την εντολή να γκρεμίσουμε το σπίτι και να σκάψουμε, να βρούμε από κάτω την Εκκλησία», ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, (1987), Ο πεθαμένος και η ανάσταση, Αθήνα: Άγρα, σσ. 152-153.

19η Μαΐου· Ημέρα μνήμης της γενοκτονίας του Ποντιακού Ελληνισμού

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Από τα υψηλότερα δωρήματα των Ποντίων είναι ο ηρωισμός τους. Κι επειδή η 19η Μαΐου είναι ημέρα μνήμης της γενοκτονίας των Ελλήνων του Πόντου από το κίνημα των Νεότουρκων, κατά την περίοδο 1914 – 1923, οφείλουμε να αναμετρηθούμε τίμια και ειλικρινά με την τραγωδία του Ποντιακού Ελληνισμού, παίρνοντας από τα συμβάντα της, τα αναγκαία διδάγματα για να στεριώσουμε και να οργανώσουμε δυναμικά ξανά τη σημερινή Ελλάδα, την Ελλάδα της οικονομικής, πολιτικής, κοινωνικής και πολιτισμικής κρίσης, κρίσης ταυτότητας και προσανατολισμού εν γένει.

Αυτό, όμως, επιβάλει να δούμε το παρελθόν ως παρόν και μέλλον, ταυτόχρονα. Γιατί η ιστορική εξέλιξη κάθε λαού συναρτάται άμεσα με τη συγκεκριμένη στάση που κρατά έναντι του παρελθόντος. Κι αυτό το λέγω διότι εμείς οι σημερινοί επίγονοι του Ποντιακού Ελληνισμού, αντί για επιστημονική σπουδή της γενοκτονίας που υπέστη, επιδιδόμαστε σε μια άλλη γενοκτονία, τη γενοκτονία της μνήμης. Ενάντια σ’ αυτή βρίσκεται ο ακριβός λόγος του Μακρυγιάννη, λόγος όχι θανατίλας, αλλά ελπίδας: «ότι η τύχη μας έχει τους Έλληνες πάντοτε ολίγους. Ότι αρχή και τέλος, παλαιόθεν και ως τώρα, όλα τα θεριά πολεμούν να μας φάνε και δεν μπορούν. Τρώνε από μας και μένει και μαγιά».

Ολάκερος ο Ποντιακός Ελληνισμός καθημερινά μας καταλείπει εκείνη την «αρχοντιά του ήθους». Την ψηλαφούμε, άλλωστε, στους χορούς και στα τραγούδια του. Η μνήμη της γενοκτονίας που κάθε χρόνο τελούμε την 19η Μαΐου ένα στόχο έχει: μακριά από στείρους εθνικισμούς και φανατισμούς, που σε καμιά περίπτωση δεν υπηρετούν την ιστορική αλήθεια, οφείλουμε να αντισταθούμε και στην υπονόμευση της ιστορικής μας αυτοσυνειδησίας.