Στο δημοτικό τραγούδι έγκειται η αρετή της ποίησης

ΠΑΝΤΕΛΗΣ ΜΠΟΥΚΑΛΑΣ. (2016). Όταν το ρήμα γίνεται όνομα. Η «Αγαπώ» και το σφρίγος της ποιητικής γλώσσας των Δημοτικών. Πιάνω γραφή και γράφω – Δοκίμια για το δημοτικό τραγούδι -1. Αθήνα: Άγρα.

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Οφείλω να ευχαριστήσω τον Σύνδεσμο Φιλολόγων Λέσβου, το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Teriade και την Συνύπαρξη και Επικοινωνία στο Αιγαίο για την τιμητική πρόσκληση να μιλήσω για το βιβλίο του κ. Παντελή Μπουκάλα, συγγραφέα, ποιητή και δημοσιογράφου, του οποίου το έργο και τις επιφυλλίδες του στην εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ χρόνια παρακολουθώ και διαβάζω με ενδιαφέρον[1].

ΟΤΑΝ ΤΟ ΡΗΜΑ ΓΙΝΕΤΑΙ ΟΝΟΜΑ // Η «ΑΓΑΠΩ» ΚΑΙ ΤΟ ΣΦΡΙΓΟΣ ΤΗΣ Π

Οφείλω να ευχαριστήσω τον Σύνδεσμο Φιλολόγων Λέσβου, το Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης Teriade και την Συνύπαρξη και Επικοινωνία στο Αιγαίο για την τιμητική πρόσκληση να μιλήσω για το βιβλίο του κ. Παντελή Μπουκάλα, συγγραφέα, ποιητή και δημοσιογράφου του οποίου το έργο και τις επιφυλλίδες του στην εφημερίδα Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, χρόνια παρακολουθώ και διαβάζω με ενδιαφέρον[1]

Πλουσιότατος είναι ο αμητός για το δημοτικό τραγούδι, από την εποχή του Ρομαντισμού (μέσα 19ου αιώνα) και της πρώτης απόπειρας κατάρτισης συλλογών από τον Γάλλο φιλόλογο και ιστορικό Κλωντ Σαρλ Φωριέλ, που σε δύο τόμους στα 1824-1825 συνέλεξε δημοτικά τραγούδια – ο Φωριέλ αν και δεν επισκέφθηκε ποτέ την επαναστατημένη τότε Ελλάδα κατάφερε να δημοσιεύσει την πρώτη βασική συλλογή δημοτικών τραγουδιών· το χεράκι σ’ αυτήν την καταγραφή έβαλε κι ο κορυφαίος λόγιος του Νέου Ελληνισμού Αδαμάντιος Κοραής[2] – μέχρι και σήμερα. Η νεότερη, ωστόσο, βιβλιογραφία για το δημοτικό τραγούδι είναι ιδιαίτερα εκτεταμένη. Ενδεικτικά αναφέρω μερικούς τίτλους μελετών: Δημοτικό τραγούδι. Προβλήματα καταγωγής και τεχνοτροπίας, του Κώστα Ρωμαίου, (Αθήνα 1979)· Το δημοτικό τραγούδι, του Στίλπωνα Κυριακίδη, (εκδ. Ερμής, Αθήνα 1990)· Δημοτικό τραγούδι. Μια διαφορετική προσέγγιση, του Ερατοσθένη Καψωμένου, (εκδ. Πατάκη, Αθήνα 31996)· τα Ακριτικά δημοτικά τραγούδια. Σε βυζαντινή και ευρωπαϊκή σημειογραφία, του Κωνσταντίνου Μάρκου, (τόμοι 2, εκδ. Παρουσία, Αθήνα 1995-1996)· Το δημοτικό τραγούδι. Παραλογές, με επιμέλεια του αξέχαστου Γιώργου Ιωάννου, (εκδ. Ερμής, Αθήνα 1996)· Ιστορία και δημοτικό τραγούδι, του Σοφοκλή Γ. Δημητρακόπουλου, (εκδ. παρουσία, Αθήνα 31998)· Η διδασκαλία του δημοτικού τραγουδιού στην πρωτοβάθμια και δευτεροβάθμια εκπαίδευση, του Μανόλη Γ. Βαρβούνη, (εκδ. Σμίλη, Αθήνα 1998)· και, βέβαια, την ανθολόγηση δημοτικών τραγουδιών, Της ξενιτιάς, (επιμέλεια G. Saunier, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1983)· Κλέφτικα, (επιμέλεια Αλέξης Πολίτης, εκδ. Εστία, Αθήνα 2000). Στις τελευταίες, ωστόσο, μελέτες για το δημοτικό τραγούδι, εντάσσεται και εκείνη του Γιώργου Καραμπελιά με τίτλο: Το δημοτικό τραγούδι. Αποτύπωση της ιδιοπροσωπίας του Νεώτερου Ελληνισμού, (εκδ. Εναλλακτικές Εκδόσεις, Αθήνα 2017). 

Στο ασφυκτικό δεκάλεπτο που έχω στη διάθεσή μου να σας μιλήσω για το βιβλίο του κ. Π. Μπουκάλα, είναι αδύνατον να εξαντλήσω το περιεχόμενο των 600 περίπου σελίδων του, συμπεριλαμβανομένων και των υποσημειώσεων, με κατατοπιστικές παραπομπές σε βιβλιογραφία. 

Για να είμαι, όμως, συνεπής προς τους διοργανωτές και προς τον συγγραφέα, θα τολμήσω να καταθέσω στην αγάπη και την υπομονή σας τρία βασικά στηρίγματα, τα οποία αποτελούν και τρεις βασικές αρετές του βιβλίου, καθιστώντας το έτσι άκρως πρωτότυπο τόσο για τη φιλολογία, τη λαογραφία, όσο και για τη δοκιμιογραφία. 

Αποτελεί, τωόντι, μεγάλο το εγχείρημα του πολυγραφότατου συγγραφέα που έφερε εις πέρας ένα τέτοιο έργο, το οποίο προκαταβολικά πιστεύω ότι για τις επόμενες γενιές ερευνητών επάνω στο δημοτικό τραγούδι θα καταστεί έργο αναφοράς, αφού παρέχει πλουσιότατη βιβλιογραφική τεκμηρίωση και, βέβαια, με καίριο τρόπο εντάσσεται σ’ εκείνες τις γραφές γκρεμίσματος του γνωστού στερεότυπου ότι το δημοτικό τραγούδι, καρπός της λαϊκής παράδοσής μας, σε αντιδιαστολή με τη λόγια, πάντοτε θεωρούνταν υποδεέστερο. 

Η πρώτη, λοιπόν, βασική αρετή αυτού του βιβλίου είναι ότι μελετά το δημοτικό τραγούδι, στη μακρά διαχρονία του, ως ένα σημαντικό «προίκισμα», δηλαδή, να δύναται ο άνθρωπος να φτιάχνει πράγματα που, αν αυτός δεν τα έφτιαχνε, δεν θα γίνονταν ποτέ. Τέτοιο προίκισμα είναι το δημοτικό τραγούδι, το οποίο ενώ έχει βαθιά ριζώματα στην παράδοση του ελληνικού λαού, από την αρχαιότητα και δώθε, δυστυχώς «μαγαρίστηκε» καθώς λέγει ο συγγραφέας από κάθε «ελληνοκάπηλο κιβδηλοποιό» – έτσι για να ταιριάξει όπως αυτός ήθελε την εθνικοφροσύνη του. Ορθότατα στην περίπτωση αυτή ο κ. Μπουκάλας υποστηρίζει το εξής: «με ποια εφόδια να κρίνουμε λοιπόν, σαν ελλανόδικος επιτροπή σε οικουμενικά πολιτισμικά καλλιστεία, τι θα μετρούσαμε και πως θα το ζυγίσουμε, ώστε να αποδώσουμε τα πρωτεία; Και υπάρχει κάποιος σπουδαίος λόγος – πέραν των όσων υπαγορεύουν οι αλληλοεξερεθιζόμενοι εθνικισμοί – να τα αποδώσουμε;» διερωτάται στη πολυσέλιδη εισαγωγή του (εκατό περίπου σελίδες). Και ευθέως, χωρίς περιστροφές απαντά: «δεν βλέπω κανένα. Η ελληνική δημοτική ποίηση έχει να καυχιέται για τα εξαιρετικά από κάθε άποψη δημιουργήματά της σε όλες τις κατηγορίες, στα ακριτικά, τα κλέφτικα, της αγάπης, της ξενιτειάς, τα μοιρολόγια, και στα δίστιχά της βέβαια. Τι περισσότερο» (σσ. 55-56). Όμως, δεν είναι μόνον οι ελληνοκάπηλοι κιβδηλοποιοί που υπεραμύνθηκαν της αξίας της δημοτικής ποίησης, υπήρξαν και εκείνοι, της αντίπερας όχθης, που την υποτίμησαν. Αναφέρει έναν ο συγγραφέας. Τον Ηπειρώτη καθηγητή Κωνσταντίνο Ζήσιο, που σε ένα από τα έργα του, το Γλώσσα κομψή και γλώσσα συρφετώδης, στα 1915, με «χολερική ακρότητα» όπως λέγει ο κ. Μπουκάλας χαρακτήριζε τη δημοτική ποίηση χυδαία (σσ. 60–61) Επιτρέψτε μου, εδώ, να σημειώσω το εξής: τέτοιες αναθυμιάσεις, όπως η τελευταία, που σηκώνουν σκόνη ακροτήτων, δεν μπορεί να μην έχουν την απάντησή τους. Πέραν της χολερικής ακρότητας, καλόν είναι εδώ να υπενθυμίσω τον ακριβό λόγο του Δημήτρη Πικιώνη, ο οποίος καυτηρίαζε απόψεις που ήθελαν καθετί που προέρχεται από την παράδοση του ελληνικού λαού να είναι υποδεέστερο και υποτιμημένο. Γράφει ο Πικιώνης σ’ ένα κείμενό του: «να ζει μέσα του ο θείος σπόρος. Ζει η πανάρχαια λαλιά του. Και ρυθμοί και μέλη και σχήματα και ουσίες απ’ τους πανάρχαιους χρόνους, όπου τούτα ήταν ορισμένο να συλληφθούνε και που αν πέθαιναν ουδ’ ο Θεός ο ίδιος δεν θα μπορούσε να τ’ αναστήσει»[3]

Έρχομαι τώρα στη δεύτερη αρετή του βιβλίου. Ο συγγραφέας μελετά την ποιητική γλώσσα των δημοτικών τραγουδιών πιστεύοντας ότι δεν είναι μόνο «μουσικοποιητική τέχνη» αλλά και «αναπαραστατική»«Λόγια είναι και τα τραγούδια· λέξεις που τις θέλουμε ιαματικές, μα μπορεί να αποδειχθούν ατελέσφορες», γράφει. Και συνεχίζει: «αλλά τα δημοτικά τραγούδια δεν είναι μόνο λέξεις. Είναι τριαδικά, τρισυπόστατα: Λόγος, Μέλος, Χορός. Είναι πλουτισμένα με τη μουσική τους και, τις περισσότερες φορές, έχουν το χορό να τα ιστορεί, και να οδηγεί συχνά τα βήματά του αντίθετα προς το περιεχόμενο: πικρό το νόημα, αλλά ο χορός ανοίγει το σώμα, το αναπτύσσει μέσα στο πείσμα του και στην επιμονή του» (σ. 103). Επιτρέψτε μου, εδώ, ένα ερμηνευτικό σχόλιο στα γραφόμενα του κ. Μπουκάλα. Φρονώ ότι η δημοτική ποίηση έχει να κάνει με την ίδια τη ζωή, την οποία συντηρεί και ολοκληρώνει. Ετούτο, άλλωστε, το γεγονός αφ’ ενός φανερώνει ο συνοδεύων ρυθμός και χορός και αφετέρου η δραματικότητα του περιεχομένου το οποίο αναπαριστά. Και μιας ο χορός είναι αναπόσπαστο κομμάτι του δημοτικού τραγουδιού, κοντά πάντα στη μουσική και στο στίχο, εκφράζει και τον καημό «που επιμένει στη δημοτική ποίηση». Μια ποίηση, που κατά τον συγγραφέα «δεν διστάζει να αυτοσχολιασθεί και να αυτοκριθεί, ελευθερόφωνη όπως είναι και ελευθερωτική» (σ. 106). Εδώ, βρίσκεται και το «τεράστιο γλωσσικό εργαστήριο», εκείνο το «δοκιμαστήριο νέων λέξεων» (σ. 107), με τις αντίστοιχες νέες γραμματικές «παρεκτροπές», τις οποίες ο συγγραφέας μελετά στο δεύτερο κεφάλαιο του βιβλίου του. Τα παραδείγματα που παραθέτει πολλά· πρόκειται για ένα «κοιμητήριο λέξεων» «όλης της ελληνικής» (σ. 132), που είναι απέραντο και προέρχεται από κάθε γωνιά της πατρίδας μας, με τις γνωστές παραλογές, σωσμένα απ’ όσους τα κατέγραψαν, όπως λόγου χάριν ο Ν. Γ. Πολίτης, ο Νουάρος Μιχαηλίδης, ο Σπυρίδων Ζαμπέλιος κ.ά. 

Μια μικρή αναφορά «στον κόσμο των μοιρολογιών» νομίζω ότι είναι επιβεβλημένη για να κατανοήσουμε πώς ο συγγραφέας προσεγγίζει το δημοτικό τραγούδι, δίχως να το ξεκαρφώνει από τις συντεταγμένες του κόσμου μας και δίχως να παραβλέπει το κύλισμα της μακράς ιστορίας του σε παρελθόντες χρόνους. Τα μοιρολόγια, λοιπόν, είναι τραγούδια που δεν χορεύονται. Τραγουδιούνται στο ξόδι, στην έξοδο του νεκρού. Είναι εκείνη η δημοτική ποίηση που «η γλώσσα της βαθιάς λύπης, επί θανάτου, είναι ένα ουρλιαχτό. Ή η σιωπή», σχετίζονται δηλαδή με την «κουλτούρα του θανάτου» (σ. 154), σημειώνει ο κ. Μπουκάλας. 

Είναι βέβαιο ότι όταν καλείσαι να παρουσιάσεις ένα βιβλίο που διαβάζοντάς το τό αγάπησες πολύ, δεν το βρήκες δηλαδή μόνο ενδιαφέρον, έστω και σε σύντομο χρόνο απαιτείται να δώσεις το καλύτερό σου εαυτό σ’ αυτά που θα πεις. Δεν σας κρύβω ότι ολόκληρος ο μήνας Ιούνιος κύλησε μελετώντας σελίδα – σελίδα το πόνημα του κ. Μπουκάλα. Δεν σας κρύβω, επίσης, ότι αρκετές φορές έψαχνα και τον τεράστιο πλούτο των υποσημειώσεων και της βιβλιογραφίας που παραθέτει. Αυτό κι αν δείχνει πόσο «υψηλής αισθητικής πραγμάτευσης» είναι ετούτο το βιβλίο. Ιδιαίτερα το τρίτο κεφάλαιό του, Τα ρήματα της αγάπης (σσ. 267-392), το σημαντικότερο κατ’ εμέ. Γιατί φανερώνει το βαθύτερο νόημα των όσων γράφει ο συγγραφέας για το πάθος των συνθέτων λέξεων και επιθέτων στη δημοτική ποίηση. Και για να τεκμηριώσει τις απόψεις τους ψάχνει προσεκτικά τα γραπτά και τα λόγια των άλλων, του Κωνσταντίνου Σάθα, του Εμμανουήλ Ροΐδη, του Λίνου Πολίτη, του Γιώργου Κεχαγιόγλου, του Ιωάννη Κακριδή, της Παλατινής Ανθολογίας κ.ά., για να δει το χέρι που τείνει, ποια προσέγγιση επιδιώκει. Πρόκειται για μια ακόμη αρετή του βιβλίου, την τρίτη, και με αυτή τελειώνω την ομιλία μου. Οι αναφορές του για τη χρήση συνθέτων στη δημοτική ποίηση πολλαπλές. Ακόμη και στην αγιολογία με ιδιαίτερη άνεση καταφεύγει ο συγγραφέας, αφού καταγράφει το παράδειγμα του Γρηγορίου Ναζιανζηνού, αγίου πράου και ζωγράφου του ποιητικού λόγου, ο οποίος δεν δίσταζε να στηλιτεύει όσους γλεντοκοπούσαν σε ναούς μαρτύρων, επιδιδόμενοι έτσι στην τυμβωρυχία, αποκαλώντας τους «τυμβολέτες» και «γάστρωνες», δηλαδή τυμβωρύχους και κοιλαράδες, (σ. 293). 

Ανάμεσα στις εκατοντάδες ή πολλές χιλιάδες των δημοτικών ποιημάτων, σημαντική θέση για τον συγγραφέα κατέχει και «η Αγαπώ» (σσ. 346 κ.ε.), που μάλλον πρόκειται για ουσιαστικοποίηση ρήματος με χρήση άρθρου με αναφορική σημασία, και που απαντά σε δημοτικά τραγούδια από τον 16ο αιώνα, σύμφωνα με μια πρώτη απογραφή που συνέταξε ο Αλέξης Πολίτης και που δίστιχό της βρίσκουμε και σε χειρόγραφο της Μονής Βαρλαάμ των Μετεώρων, (σ. 323). Καλοί, εδώ, για τον συγγραφέα βιβλιογραφικοί οδηγοί οι γνωστοί μελετητές της Ιστορίας του Νέου Ελληνισμού, ο Ε. Legrand, o Μανούσος Μανούσακας, ο Catharinus Dulsis, μαθητής του Μαρτίνου Κρούσιου. 

Το βιβλίο του κ. Π. Μπουκάλα έτυχε θετικών κριτικών. Σταχυολογώ δύο, αυτή της Αικατερίνης Πολυμέρου – Καμηλάκη στο ΒΗΜΑ, και εκείνη της Ανθούλας Δανιήλ στο ηλεκτρονικό περιοδικό Φρέαρ. Επίσης, το βιβλίο εκδιδόμενο από τις καλύτερες κατ’ εμέ εκδόσεις: Άγρα, και στο πολυτονικό. 

Έχω την γνώμη ότι και στους επόμενους τόμους που θα ακολουθήσουν, με γενικό τίτλο Πιάνω γραφή και γράφω… Δοκίμια για το δημοτικό τραγούδι, με μελέτες όπως Το αίμα της αγάπης. Ο πόθος και ο φόνος στη δημοτική ποίησηΟ Διάκος της ιστορίας και των δημοτικών τραγουδιών. Πως αποθανάτισαν τον αγωνιστή του ’21 η λαϊκή μούσα, οι ιστοριογράφοι και επώνυμοι ποιητές, κ.ά., ο συγγραφέας θα απαντήσει σε τρία βασικά ερωτήματα που σχετίζονται με το παραδοσιακό εν γένει τραγούδι[4], όπως: Τι νόημα έχει στις μέρες μας η αποζήτηση στο δημοτικό τραγούδι της έννοιας της παραδοσιακότητας; Και κατά πόσο αυτή η αποζήτηση αφορά τον σημερινό Έλληνα; Επίσης, κατά πόσο το δημοτικό τραγούδι, ενώ αναπολεί το πλούσιο ιστορικό παρελθόν του Ελληνισμού, μπορεί να παίξει σήμερα κι έναν άλλον ρόλο πέραν του διακοσμητικού; 

 [1] Ομιλία που έγινε στην παρουσίαση του βιβλίου του Παντελή Μπουκάλα, Όταν το ρήμα γίνεται όνομα· στον αύλειο χώρο του Μουσείου Σύγχρονης Τέχνης Teriade (30 Ιουνίου 2017). 

[2] Για το θέμα κατατοπιστική είναι η μελέτη του ΑΛΕΞΗ ΠΟΛΙΤΗ, (1999), Η ανακάλυψη των ελληνικών δημοτικών τραγουδιών, Αθήνα: Θεμέλιο. 

[3] Δ. ΠΙΚΙΩΝΗΣ, (1999), «Το πρόβλημα της μορφής», στο: Κείμενα, πρόλογος Ζήσιμου Λορεντζάτου, επιμέλεια Αγνή Πικιώνη – Μιχάλης Παρούσης, Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, σ. 220. 

[4] Τα ερωτήματα τίθενται με καίριο τρόπο στο προλογικό σημείωμα του Θανάση Ν. Παπαθανασίου, (2005), «Περί ασμάτων καινών, κενών και άλλων», στη: Σύναξη, τχ. 95, (Ιούλιος – Σεπτέμβριος), σ. 3, [τεύχος αφιερωμένο στο τραγούδι].

Αγάπη

«Η Θεία Αγάπη κατέβη πάλι στα Πράγματα. Επλημμύρησε τα φύλλα του ανοιχτού βιβλίου, του πηλού τη μαλακήν ύλη και του μαρμάρου την αδάμαστη σκληράδα. Με θείο φως έντυσε του λύχνου την αδύνατη λάμψη. Στην παρουσία της ακτινοβολούν οι γήινοι τοίχοι, το ταπεινό κατώφλι. Ένα φως περνάει τα σκοτάδια της νύχτας, και οι άνεμοι βουίζουν για τη δόξα Της.

Βάλσαμο θείο στην πονεμένη ψυχή σταλάζει, παρηγοριά, ειρήνη. Τις χρυσές ελπίδες αναφτερώνει. Και συγγνώμην όλη γεμάτη, στην περασμένη ζωή, στα έργα της Λήθης ρίχνει για μια στιγμή την απάτη της Αιωνιότητας».

Δ. ΠΙΚΙΩΝΗ, (1999), «Αγάπη», στο: Κείμενα, πρόλογος Ζήσιμου Λορεντζάτου, επιμέλεια Αγνή Πικιώνη – Μιχάλης Παρούσης, Αθήνα: Μορφωτικό ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης, σ. 49.

Αποτέλεσμα εικόνας για Πικιώνης Πίνακες

Μολύβι σε διαφανές χαρτί (20χ18)

ΠΗΓΗ: ΕΙΚΑΣΤΙΚΟΝ

5 Ιουλίου: Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου

Athanasios.jpg

Πρωτάτο, Καρυές Αγίου Όρους. Έργο του Μανουήλ Πανσέληνου, (1290).

Ο άγιος Αθανάσιος ο Αθωνίτης, γέρων, φαλακρός, οξυγένης, θεωρείται ο ιδρυτής του κοινοβιακού μοναχισμού στο Άγιον Όρος. γεννημένος στην Τραπεζούντα, ασκήτεψε πρώτα στον Όλυμπο της Βιθυνίας, στη λαύρα του Μιχαήλ του Μελεΐνου. Από εκεί μετέβη στο Άγιον όρος και το 963, με τη βοήθεια του αυτοκράτορα Νικηφόρου Φωκά, ίδρυσε το αρχαιότερο μοναστήρι του Όρους, τη μεγίστη Λαύρα. Όπως αναφέρει ο Ευστρατιάδης, “κατά την οικοδομήν του θόλου του ιερού βήματος του ναού, ανελθών προς επιθεώρησιν της συντελεσθείσης εργασίας μετά εξ αυτού μαθητών, εκρημνήσθη εντός του ναού μετά των μαθητών, του θόλου καταπέσοντος, και εύρε τραγικόν θάνατον εντός του ναού, ένθα και ο τάφος αυτού”.

Ι. Μ. ΧΑΤΖΗΦΩΤΗΣ, (1995), Μακεδονική Σχολή. Η Σχολή του Πανσελήνου (1290-1320), Αθήνα: Εθνικό Ίδρυμα Νεότητος, σσ. 218-219.

Σημαντικές ειδήσεις για το βίο του Αγίου Αθανασίου παρέχει η παλαιά μελέτη του Οδυσσέα Λαμψίδη, “Μια παραλλαγή της βιογραφίας Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου”, Βυζαντινά, 6 (1974) 283-319.

ΟΔΥΣΣΣΕΑΣ ΛΑΜΨΙΔΗΣ, Μια παραλλαγή της βιογραφίας Αγίου Αθανασίου του Αθωνίτου

ΑΝΑΚΟΙΝΩΣΗ. Η Εκκλησία της Ελλάδος, το Υπουργείο Παιδείας και τα Νέα Θρησκευτικά

ΔΕΛΤΙΟ ΤΥΠΟΥ

Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος «ΚΑΙΡΟΣ- για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης»

Χολαργός 29-6-2017

Ο Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος «ΚΑΙΡΟΣ- για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης» παρακολουθώντας την όλη διαδικασία υλοποίησης στη πράξη των Νέων Προγραμμάτων για τα Θρησκευτικά που φαίνεται να ολοκληρώνεται με τα νέα ΦΕΚ και μετά το πέρας της συζήτησης μεταξύ Εκκλησίας και Πολιτείας πάνω στα ίδια τα προγράμματα κι όχι περί των προγραμμάτων, των συντακτών τους και των προθέσεών τους, όπως γίνεται εδώ και πολύ καιρό, επιθυμεί να επισημάνει τα εξής:

  1. Είναι αυτονόητο ότι ο διάλογος για τον τρόπο και το περιεχόμενο της θρησκευτικής αγωγής που πρέπει να δίνει το δημόσιο σχολείο ειδικά στη σύγχρονη κοινωνία με τους συνεχείς μετασχηματισμούς της, είναι απαραίτητος και έπρεπε να γίνει θεσμικά ανάμεσα στους ενδιαφερομένους, όπως τα πανεπιστημιακά ιδρύματα, οι θεολογικές ενώσεις, και οι θρησκευτικές κοινότητες με πρώτη και κύρια την Εκκλησία της Ελλάδος. Πολλά σημαντικά θέματα που τώρα εμφανίζονται ως παραχωρήσεις του Υπουργείου προς την Εκκλησία, όπως η υποχρεωτικότητα του μαθήματος, η θέση του στο Νέο Λύκειο, η ονομασία και ο αριθμός διδακτικών ωρών είναι προϊόν παρεμβάσεων συντονισμένα ή χωριστά όλων αυτών των φορέων. Ωστόσο, ο διάλογος πάνω στις λεπτομέρειες των Νέων Προγραμμάτων που έχουν δημοσιοποιηθεί και πιλοτικά εφαρμοστεί μέχρι και έξι χρόνια πριν, δεν έγινε με νηφαλιότητα και καλόπιστη διάθεση. Έτσι κατέληξε τελικά να διεξαχθεί ανάμεσα σε επιτροπές του Υπουργείου και της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της Ελλάδος με τη συμμετοχή θεολόγων εκπαιδευτικών όλων των βαθμίδων της Εκπαίδευσης και Ιεραρχών. Όλοι, ως πρόσωπα, έφεραν σε πέρας ένα πολύ αξιόλογο έργο∙ ωστόσο το πρόβλημα που παρουσιάστηκε δεν παύει είναι ξεκάθαρα δομικό. Ευτυχώς, πρόλαβε ήδη και το διατύπωσε ο πρόεδρος της Επιτροπής της Συνόδου Σεβασμιώτατος Μητροπολίτης Ύδρας Εφραίμ, ο οποίος παρότι παρουσίασε τη διαδικασία αυτή ως μια «συναπόφαση» της Ιεραρχίας με την Πολιτεία και ως ένα «κεκτημένο» επισήμανε ταυτόχρονα, ότι υπάρχει σοβαρό έλλειμμα στη «συνομιλία» της Εκκλησίας με την κοινωνία και ότι είναι παρωχημένος ο τρόπος λειτουργίας συνοδικών επιτροπών, που απαιτούν από τους Αρχιερείς να είναι ειδικοί επί παντός και ιδιαίτερα σε αλλαγές, που έχουν σημειωθεί στις επιστήμες της Αγωγής, όσον αφορά στις νέες παιδαγωγικές θεωρίες, στις μεθόδους και στις τεχνικές διδασκαλίας, στις στρατηγικές μάθησης.
  2. Βεβαίως, τόσο ένας διάλογος μεταξύ ειδικώς ενδιαφερομένων για ένα θέμα όσο και η επιστημονική συζήτηση προϋποθέτουν μια ευρύτερη παιδεία για το επίπεδο της οποίας δεν έχει μόνο ευθύνη η Ιεραρχία αλλά όλοι μας. Είναι γνωστό ότι μερίδα θεολόγων και άλλων εκπαιδευτικών καταφέρθηκε από την αρχή μέσα από διάφορα έντυπα και ηλεκτρονικά δημοσιογραφικά βήματα και μηχανισμούς περισσότερο με εμπάθεια και μένος – λιγότερο με σαφή επιστημονικά και παιδαγωγικά επιχειρήματα – εναντίον και των Νέων Προγραμμάτων συλλήβδην αλλά και εναντίον των προσώπων των συντακτών τους, με ανυπόστατες και αήθεις κατηγορίες για χρηματισμό, προσηλυτισμό, αντιγραφή «νεοβουδιστικών» προγραμμάτων και άλλα πολλά. Μέρος τους, δυστυχώς, ταυτίζεται και με ηγετική ομάδα της Πανελλήνιας Ένωσης Θεολόγων. Αυτό φαίνεται και από την πρόσφατη επίθεση με ανοίκειους χαρακτηρισμούς μέλους του ΔΣ της ΠΕΘ κατά του Μητροπολίτου Αργολίδος Νεκταρίου με ευθεία αναφορά στην υποστήριξη που παρέσχε με την γραπτή του μαρτυρική κατάθεση (ο ίδιος μαζί με την θεολόγο Βασίλη Αργυριάδη και την αυτοπρόσωπη μαρτυρία του Προ-κοσμήτορα της Θεολογικής Σχολής Αθηνών Μάριου Μπέγζου) όχι στις απόψεις μας, αλλά στο αυτονόητο δικαίωμα μιας ομάδας ανθρώπων, εντός της δημοκρατικής κοινωνίας, να λειτουργούν ως συλλογική οντότητα και να υποστηρίζουν τη διαφορετική τους γνώμη, καθώς το περασμένο έτος, η ίδια η ΠΕΘ επιδίωξε δικαστικά, ευτυχώς χωρίς επιτυχία, τη διάλυση του συλλόγου μας. Στα δημοσιογραφικά τους όργανα ασκείται έντονη, ακόμη και ένα χρόνο μετά, πολεμική κατά της Συνόδου της Κρήτης, και του Οικουμενικού Πατριαρχείου. Ορθά, λοιπόν, και πάλι η εισήγηση του Αγίου Ύδρας εφιστά την προσοχή στα δημοσιογραφικά κείμενα, τα «υποκινούμενα υπό αμφιβόλου ποιότητος ελατήρια συντεχνιακών και κομματικών συμφερόντων».
  3. Παρά τις παραπάνω γενικές παρατηρήσεις και τις άχαρες αντεγκλήσεις για το ποια τραγούδια «κόπηκαν» ή παρέμειναν στο διδακτικό υλικό, παραμένει δεδομένο και «κεκτημένο» ότι μέσα σε μια γενικότερη ομοθυμία εφαρμόζεται ένα εντυπωσιακά καινοτόμο Πρόγραμμα Σπουδών που συμπυκνώνει σύγχρονες εκπαιδευτικές τάσεις (πρόγραμμα διαδικασίας, φάκελος μαθητή αντί βιβλίου) και απευθύνεται σε όλους τους μαθητές κι αυτό θέτει τις βάσεις για έναν σημαντικό επόμενο στόχο: να περιοριστούν ουσιαστικά τα αιτήματα απαλλαγών. Το μάθημα ενημερώνει με τρόπο παιδαγωγικά ελκυστικό για το ευρύτερο θρησκευτικό φαινόμενο, καλλιεργεί τον σεβασμό και την κατανόηση του διαφορετικού χωρίς να απεμπολεί την καλλιέργεια της προσωπικής πίστης καθώς διευκολύνει την εμβάθυνση σ’ αυτήν, ούτε και την ένταξη σ’ ένα πολιτιστικό και αξιακό πλαίσιο των Ορθόδοξων και αλλόδοξων Ελλήνων και αλλόθρησκων μαθητών που μαθαίνουν υπεύθυνα για την ιστορικά βαρύνουσα πορεία του Ορθόδοξου Χριστιανισμού σ’ αυτή τη χώρα.
  4. Ο Σύλλογός μας ιδρύθηκε ως μια προσπάθεια ανθρώπων που κινούμενοι πέρα από κομματικά δίκτυα και άλλου είδους διαπλοκές οραματίζονται ένα μάθημα Θρησκευτικών και μια Θεολογία ανοικτών οριζόντων που λειτουργεί τελικά ως ένας αγωγός, αλλά και ένα εργαλείο για την συνάντηση της Εκκλησίας με την κοινωνία. Μιας Εκκλησίας που απαρτίζεται εκτός από επισκόπους ή έστω κληρικούς (ως Σώμα) κι από ένα πλήθος πιστών, διαφόρων κατηγοριών και ρόλων, που κομίζει λόγο περί σωτηρίας μέσα και από τη γνώση για το θρησκευτικό φαινόμενο και το διάλογο με την επιστήμη στη δημόσια εκπαίδευση. Αλλά και συνάντηση με μια κοινωνία που δεν την βλέπουμε κύρια ως εχθρό, απειλή ή βλάσφημο εισβολέα, αλλά ως σώμα ανθρώπων τραυματισμένων, που πάσχουν με ποικίλους τρόπους, βρίσκονται σε σύγχυση, και έχουν δικαίωμα σ’ ένα λόγο στήριξης και νοήματος ζωής κι όχι μόνο σε μια ατομικά περιχαρακωμένη θρησκευτικότητα. Μ’ αυτό το σκεπτικό μέλη μας συμμετείχαν στην περιπέτεια των Νέων Προγραμμάτων από πολλές θέσεις και ως Σύλλογος επιχειρήσαμε το φθινόπωρο του 2015 με ηχηρή δημόσια παρέμβαση να στρέψουμε την προσοχή του Υπουργείου Παιδείας στην ύπαρξή τους.
  5. Η τελευταία εξέλιξη προκαλεί εύλογα αισθήματα δικαίωσης, αλλά και ιλιγγιώδους ευθύνης απέναντι σε όσα πρέπει να γίνουν ακόμη, καθώς ούτε η σύνταξη ούτε ακόμα και η εφαρμογή των Νέων Προγραμμάτων περιορίζουν το εύρος και την ανάγκη παρέμβασης στην κοινωνία, ώστε να αποκτήσει η θεολογία που ονειρευόμαστε το ρόλο και τη λειτουργία της στη νεοελληνική μετανεωτερική πραγματικότητα. Καθώς, παρόλο που το είχαμε ζητήσει με επιμονή, η πρώτη πειραματική χρονιά δεν συνοδεύθηκε από έγκαιρη επιμόρφωση, ο Σύλλογός μας προσπάθησε με δράσεις του να συνδράμει και να υποστηρίξει αυτή τη διαδικασία. Όμως, πολύ πιο πέρα και από αυτά είναι σημαντικό μέσα από μεγάλες και μικρές μορφές συλλογικής δουλειάς στο σχολείο, στην ενορία, αλλά και στη θρησκευτική κοινότητα του διαφορετικού από μας, να ζυμωθεί η θεολογία μας, η παιδαγωγική μας δράση και η «ερευνώσα τον λόγο» πίστη, σε μια κοινωνία που θεριεύει ο φανατισμός και η ανορθολογική σκέψη, που ενσπείρεται ο πανικός απέναντι στις παγκόσμιες αλλαγές, ενώ ταυτόχρονα εδραιώνεται ο αποκλεισμός του αδύναμου και αποθεώνεται η λατρεία της δύναμης και της συσσώρευσης πλούτου, ενώ ταυτόχρονα η εκκοσμίκευση παγκοσμίως επελαύνει κατά του θρησκευτικού φαινομένου. Για όλα αυτά ο Σύλλογός μας καλεί τους θεολόγους, αλλά και τους εκπαιδευτικούς όλων των βαθμίδων, σε μια ειλικρινή συνεργασία όχι μόνο για την εμπνευσμένη και ουσιαστική εφαρμογή των Νέων Προγραμμάτων, αλλά, με αφετηρία τη θρησκευτική αγωγή, συνολικά για το στοχασμό και τη δράση μέσα κι έξω από τη σχολική τάξη για μια βιώσιμη ανθρώπινη κοινωνία.

Για το ΔΙΟΙΚΗΤΙΚΟ ΣΥΜΒΟΥΛΙΟ

Ο Πρόεδρος

Δ. ΜΟΣΧΟΣ

Αναπληρωτής Καθηγητής Θεολογικής Σχολής ΕΚΠΑ

Ο Γενικός Γραμματέας

Γ. ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ

Θεολόγος – Διευθυντής Λυκείου

Αποτέλεσμα εικόνας για Πανελλήνιος Θεολογικός Σύνδεσμος «ΚΑΙΡΟΣ- για την αναβάθμιση της θρησκευτικής εκπαίδευσης»

Νέα Παιδαγωγική

«Εδώ πρέπει να σταθούμε ιδιαίτερα: στην προσπάθεια να κατανοήσουμε αυτό, που με δύο λόγια καλείται “Νέα Εκπαίδευση”, κάτω από το πρίσμα ευρύτερων κοινωνικών μετασχηματισμών. Μπορούμε να συνδέσουμε αυτή τη “Νέα Εκπαίδευση” με τη συνήθη πορεία των γεγονότων; Αν ναι, θα τη βγάλουμε από την απομόνωση. Θα πάψει ν’ αποτελεί μιαν υπόθεση, που απορρέει από τα ιδιοφυή μυαλά μερικών παιδαγωγών, οι οποίοι ασχολούνται με ορισμένους μαθητές. Θα φανεί σαν κομμάτι, σαν στοιχείο της όλης κοινωνικής εξέλιξης, σαν κάτι, που σε τελευταία ανάλυση κρίνεται αναπόφευκτο».

ΤΖΩΝ ΝΤΙΟΥΙ, (1982), Το σχολείο και η κοινωνία, μτφρ. Μόσχα Μιχαλοπούλου, Αθήνα: Γλάρος, σσ. 12-13.

Αποτέλεσμα εικόνας για ΤΖΩΝ ΝΤΙΟΥΙ

Εκοιμήθη ο Καθηγούμενος της Ιεράς Μονής Αγάθωνος, μακαριστός Δαμασκηνός Ζαχαράκης

«Πόση χαρά κι ευδαιμονία αυτή η άρνηση των εγκοσμίων, ο θάνατος», ΝΙΚΟΣ ΓΑΒΡΙΗΛ ΠΕΝΤΖΙΚΗΣ, (1997), Ο πεθαμένος και η ανάσταση, Αθήνα: Άγρα, σ. 93.

Καλόν παράδεισο ΔΑΣΚΑΛΕ. Έτσι σε γνώρισα στα χρόνια της νιότης…

Αποτέλεσμα εικόνας για Δαμασκηνού Ζαχαράκη

Το καράβι στραβά αρμενίζει. Συνωμοσία ή ελπίδα;

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

“Κράτος ασυστόλων / και πεσμένων κώλων / κωλοέλληνες».

Διονύσης Σαββόπουλος

Έχει δίκιο ο Σαββόπουλος, είμαστε «κωλοέλληνες» εμείς οι νεότεροι Έλληνες. Άλλοτε ικανοί για το καλύτερο κι άλλοτε ικανοί για το χειρότερο. Μόνο οι περίοδοι που κυριαρχεί το καλύτερο είναι ελάχιστες, ενώ οι περίοδοι που κυριαρχεί το χειρότερο είναι πολλές.

Τον τελευταίο καιρό πολύς λόγος γίνεται για την επιλογή των νέων διευθυντών σχολείων. Το πρώτο, ωστόσο, ερώτημα που από πολλούς διατυπώνεται είναι αν πρόκειται για διαδικασία νέων διευθυντών ή απλά για ακόμη μια τυπική διαδικασία να επανεκλεγούν οι ήδη υπάρχοντες. Μια από τις χειρότερες στιγμές της ελληνικής εκπαίδευσης, εδώ και χρόνια, είναι ότι ένα μέρος των στελεχών που πλαισιώνουν το διοικητικό μηχανισμό της είναι μετριότητες. Αυτή η διαπίστωση φέρνει στο προσκήνιο και το αίτημα που έχει γίνει μόνιμη πια επωδός: αξιολόγηση του έργου όλων όσων εμπλέκονται με την εκπαίδευση. Προσωπικά συμμερίζομαι πλήρως την άποψη ότι η αξιολόγηση είναι όχι μόνον αναγκαία και θεμιτή αλλά και ζωτικής σημασίας για το μέλλον της εκπαίδευσης και της παιδείας γενικότερα. Θα προσπαθήσω σύντομα να φωτίσω μερικά από τα στοιχεία που, κατά τη γνώμη μου, συνθέτουν το οξύτατο πρόβλημα της ευτελούς διαδικασίας για αξιολόγηση του εκπαιδευτικού έργου, ειδικότερα βέβαια, της επιλογής στελεχών, όπως στην παρούσα φάση είναι οι διευθυντές των σχολείων. Σ’ ότι αφορά στην αξιολόγηση γενικότερα του εκπαιδευτικού έργου, είτε αυτό είναι διδακτικό είτε διοικητικό, αυτό πάσχει για δύο κυρίως λόγους. Πρώτον, γιατί είναι ολοκληρωτική η απουσία σημαντικών κριτηρίων αξιολόγησης, καθόσον ποτέ με παιδαγωγική αυτοσυνειδησία δεν προσδιορίζεται ποιος αξιολογεί ποιόν, τι αξιολόγηση κάμει αυτός που αξιολογεί, αν δηλαδή ο αξιολογούμενος είναι ικανός, επαρκής, κατάλληλος, ευσυνείδητος, συνεργάσιμος, συνεπής και, βέβαια, αν όλα αυτά σκοπεύουν στη βελτίωση του εκπαιδευτικού έργου. Στην προκειμένη περίπτωση είναι σημαντική η διαπίστωση ότι χρόνια έχει καθιερωθεί η αναξιόπιστη διαδικασία ζητημάτων επιλογής στελεχών της εκπαίδευσης, η οποία βασίζεται σε εκτιμήσεις τυχάρπαστων υποκειμενικών εντυπώσεων μέσα από ένα σύστημα α-νόητων γραφειοκρατικών δομών. Το τελευταίο αυτομάτως μας οδηγεί στον δεύτερο λόγο, που δεν είναι άλλος από τις κατά καιρούς  προϋποθέσεις που καθορίζει το εκάστοτε Υπουργείο Παιδείας για να επιλέξει τους κατάλληλους εκπαιδευτικούς που θα στελεχώσουν τον διοικητικό μηχανισμό της εκπαίδευσης. Αυτές είναι: α) η δημοσιοϋπαλληλική αντίληψη και στον εκπαιδευτικό χώρο· β) η τυπολατρεία και η εμμονή σε κάποιος «άγραφους κανόνες», που θέλουν η επιλογή ενός στελέχους, εκτός από τα «τυπικά» να βασίζεται και στα «διοικητικά προσόντα», τα οποία οι περισσότεροι υποψήφιοι διευθυντές πάντα διαθέτουν μιας και έχουν τη σχετική προϋπηρεσία, αφού κατέχουν τη θέση αυτή για χρόνια, (εδώ ισχύει η λαϊκή σοφία: αυτός «έχει δέσει το γάιδαρό του» άρα αποκαταστάθηκε)· γ) η εμπέδωση σχέσεων στην ιεραρχία (προϊστάμενος εκπαίδευσης, διευθυντής σχολικής μονάδας, σύλλογος διδασκόντων, δάσκαλοι και καθηγητές ως ξεχωριστές προσωπικότητες), με απρόσωπο χαρακτήρα, ή στις περισσότερες των περιπτώσεων παρεΐστικων νοοτροπιών, πουν όχι μόνο δεν τιμούν τον τίτλο εκπαιδευτικός, αλλά και συντρίβουν στην κυριολεξία την ταυτότητα που οφείλει να έχει προς την τοπική κοινωνία κάθε σχολική μονάδα.

Με βάση τις παραπάνω θλιβερές παθογένειες νομίζω ότι το ερώτημα που χρόνια τίθεται είναι καίριο: υπάρχει αντιπρόταση για αξιολόγηση επιλογής στελεχών των σχολικών μονάδων; Έχω την ταπεινή γνώμη πως ναι υπάρχει, αλλά δυστυχώς κάθε φορά που έρχεται στο προσκήνιο η διαδικασία επιλογής, ουκ ολίγοι περιτέχνως φροντίζουν να τη θάβουν. Ποια είναι αυτή η αντιπρόταση; Ευθύς αμέσως την καταγράφω. Όταν ο υποψήφιος για τη θέση του διευθυντή σχολικής μονάδας έχει το «γνώθι σ’ αυτόν», δηλαδή, γνωρίζει αν έχει τις δυνατότητες και τις δεξιότητες γι’ αυτή τη θέση, και δεν την επιθυμεί για τους γνωστούς λόγους (αύξηση του μισθού, εξουσιολαγνεία, φυγή από τη σχολική τάξη, η νοοτροπία τύπου: «πριν πάρω τη σύνταξή μου ας γίνω και διευθυντής», παλαιότητα σε ένα σύλλογο διδασκόντων, κι άλλα τέτοια ευτράπελα), φρονώ ότι πέραν των τυπικών προσόντων πρέπει να αξιολογείται και με δεδομένη την προσωπικότητά του και το κύρος που αυτή έχει στην εκπαιδευτική κοινότητα και ευρύτερα στην κοινωνία. Αν κοιτάξουμε λίγο προς το παρελθόν, θα διαπιστώσουμε ότι οι περισσότεροι διευθυντές σχολείων, πάνω απ’ όλα ήταν σημαντικές προσωπικότητες της εκπαίδευσης και των γραμμάτων· είχαν όραμα για τα σχολεία που ήταν διευθυντές. κι εδώ όταν ομιλώ για όραμα δεν το αντιλαμβάνομαι ως «ζωτικό ψεύδος», όπως παλαιότερα έλεγε ο Στέλιος Ράμφος, αλλά ως «ζωτική αλήθεια» που συνδέει το σχολείο με την κοινωνία που βρίσκεται.

Συνεπώς, αν επιζητούμε μια παιδεία δημοκρατική κι όχι μια παιδεία της αμάθειας και του βολέματος, το σύστημα αξιολόγησης και επιλογής των στελεχών της που θα τη διοικήσουν, οφείλει να κινείται πάνω στον άξονα αυτονόητων κριτηρίων, συνυφασμένων άμεσα με τη λογική επιλογής των αξιότερων και όχι των μετριοτήτων. Ενάντια σε χρόνιες νοοτροπίες του παρασιτισμού, εκείνο δηλαδή το κοινό πεδίο στο οποίο συναντώνται όλοι οι αρνητές των αξιοκρατικών επιλογών και των αμερόληπτων διαδικασιών αξιολόγησης, από κυβερνητικούς αξιωματούχους των ευνοιοκρατικών διορισμών μέχρι τους «συνδικαλιστές» των αγωνιστικών προσλήψεων και ποικίλων με το αζημίωτο διευκολύνσεων. Προτάσεις προς αυτή την κατεύθυνση πάντοτε υπήρχαν και θα συνεχίσουν να υπάρχουν, το πρόβλημα όμως είναι η απουσία στόχευσης, δηλαδή, τι στελέχη επιθυμούμε να διοικούν το εκπαιδευτικό μας σύστημα.

Αποτέλεσμα εικόνας για ΒΑΣΩ ΚΑΤΡΑΚΗ, «Μάσκα»

ΒΑΣΩ ΚΑΤΡΑΚΗ, “Μάσκα”, Πετρογραφία 70χ100 εκ. ΠΗΓΗ: Ινστιτούτο Σύγχρονης Ελληνικής Τέχνης

Ούζο σημαίνει ου ζω· Ένα από τα πολλά ευφυολογήματα του Θεσσαλονικιού πεζογράφου και ζωγράφου Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη με βυζαντινές και μεταβυζαντινές αναφορές

Γράφει ο Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

Προανάκρουσμα

Δημοσιεύω εδώ την εισήγησή μου για την ιστορία του ούζου, στην Ημερίδα που οργάνωσε ο Σύνδεσμος Ποτοποιών και Αποσταγματοποιών Λέσβου, στα πλαίσια του Διεθνούς Φεστιβάλ Ούζου στις 14 Ιουνίου 2013, στην Αίθουσα Τελετών του Πειραματικού Γενικού Λυκείου Μυτιλήνης του Πανεπιστημίου Αιγαίου. Αν και δημοσιεύθηκε στην εφημερίδα Πολιτικά της Κυριακής (Μυτιλήνη 21 Ιουλίου 2013), αναγκάζομαι να τη δημοσιεύσω ξανά με μερικές διορθώσεις, αλλαγές και προσθήκες για ένα και μόνο λόγο. Και εξηγούμαι: ειλικρινά δεν περίμενα ότι μια τέτοια εισήγηση θα είχε τέτοια αποδοχή στο ευρύτερο αναγνωστικό της πόλης μας. Δεν σας κρύβω ότι αρκετοί αναγνώστες της παραπάνω εφημερίδας, αλλά και γνωστοί συμπολίτες με παρακίνησαν να τολμήσω αυτήν την έκδοση, άμεσα προσβάσιμη τώρα με τούτο το φυλλάδιο σε κάθε ενδιαφερόμενο. Την αφιερώνω σ’ έναν απόντα, παλαιό καλό φίλο, ο οποίος όμως δεν βρίσκεται πια εν ζωή, τον Παντελή Αργύρη. Και εξηγώ παρακάτω γιατί.

Διερώτηση δικαιολογημένη

Κυρίες και κύριοι, ίσως, θα διερωτάσθε τι γυρεύει ένας θεολόγος καθηγητής σε μια ημερίδα με θέμα το ούζο και την ανάδειξή του ως τοπικού προϊόντος, και πανελλαδικού εν γένει. Το ερώτημά σας είναι δικαιολογημένο. Θέλω να πιστεύω ότι θα έχετε μια ολοκληρωμένη απάντηση στο τέλος της εισήγησής μου. Ωστόσο, οφείλω να ομολογήσω και μια δυσκολία μου: αισθάνομαι ολίγον «ξένος» σ’ αυτό το πάνελ και την ομήγυρη. Κι αυτό διότι το θέμα που θα σας αναπτύξω, στέκεται «αντιμέτωπο» με τη θεματική της ημερίδας. «Αντιμέτωπο», μιας και απέχει από τα «καθιερωμένα» σε τέτοιες περιπτώσεις. Θεωρώντας την ολόθυμη και αυθόρμητη παρουσία σας εδώ σημάδι καλοπροαίρετο και ευαρέσκειας, θα ζητήσω την προσοχή σας στα λεγόμενά μου το πολύ δέκα με δεκαπέντε λεπτά, μιας και έλαχε σε μένα να αρχίσω τις εργασίες της ημερίδας ταύτης. Και ζητώ την προσοχή σας για πράγματα που, ίσως, να μη έχετε ποτέ ακούσει για το ούζο. Επιτρέψτε μου όμως και κάτι ακόμη. Νιώθω την ανάγκη να αφιερώσω την εισήγησή μου σ’ έναν απόντα σήμερα, που δεν είναι κοντά μας, αφού «έφυγε» νέος από δαύτη τη ζωή, λόγιο της πόλη μας, ή καλύτερα «καφελόγιο» ή «ουζολόγιο» όπως αρεσκόταν να τον λένε, ο οποίος αγαπούσε το ούζο. Ο απόντας είναι ο Παντελής Αργύρης, γνωστός νομικός και συγγραφέας του τόπου μας, που οι ουζοκατανύξεις μαζί του, όσο ζούσε ήταν αρκετές, διανθισμένες πολλές φορές με φιλολογικές, ιστορικές και θεολογικές συζητήσεις.

Ποιος ήταν ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης;

Ας έρθουμε όμως στο καθ’ αυτό θέμα μας: το ούζο, που κατά ένα από τα πολλά ευφυολογήματα του αξέχαστου Θεσσαλονικιού πεζογράφου και ζωγράφου Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, σημαίνει ου ζω. Για να ξεπεράσω μερικές δυσκολίες για εσάς από τα λεγόμενά μου, οι οποίες δικαιολογημένα είναι πολύ πιθανόν να βγουν στην επιφάνεια, μερικές σύντομες αναφορές για το ποιος ήταν ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, ούτως ώστε να μη ξεφύγουμε από το θέμα μας, είναι νομίζω επιβεβλημένες. Και πιστέψτε με, θα σας κάνουν να δείτε το ούζο με άλλη ματιά, «βυζαντινή» και «μεταβυζαντινή», στη μακρά δηλαδή διάρκεια της ιστορίας του προς τα πίσω, που κατά τους ιστορικούς του είδους της γευσιγνωσίας και τους δειπνοσοφιστές χάνεται, στα βάθη ακόμη και της ελληνικής αρχαιότητας, με άλλη όμως ορολογία.

Ο Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης, λοιπόν, ήταν ένας ιδιαίτερα ασυνήθιστος άνθρωπος. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη στις αρχές του προηγούμενου αιώνα. Αδελφός της γνωστής ποιήτριας Ζωής Καρέλλη. Πρωτοποριακός για την εποχή του πεζογράφος, αυτοδίδακτος ζωγράφος και φαρμακοποιός στο επάγγελμα. Πολυδιάστατη προσωπικότητα. Αφηγητής ρευστού και ιδιαίτερα δύσκολου λόγου. Βαθύτατα θρησκευόμενος άνθρωπος[1], αλλά όχι εκείνης της θρησκείας της «ζητοορθοδοξίας» και του ευσεβισμού, που τέτοιες νοοτροπίες ευδοκιμούν πολλές σήμερα στον εκκλησιαστικό και θεολογικό χώρο. Για να τεκμηριώσω την τελευταία άποψή μου θα σας διηγηθώ ένα περιστατικό από την πλουσιότατη σε εμπειρίες ζωή του, αυστηρή και με ασκητικό χαρακτήρα. Κι όταν λέγω ασκητικό μην πάει στο μυαλό σας ότι ήταν ο άνθρωπος που απέφευγε τις συναναστροφές με άλλους. Το αντίθετο μάλιστα συνέβαινε. Ο Πεντζίκης ήταν ο άνθρωπος που καταργούσε την ατομικότητα, την έβλεπε σαν το σαράκι που κατατρώει την ανθρώπινη σάρκα και το πνεύμα, ολάκερο δηλαδή τον άνθρωπο. Στο περιστατικό μας λοιπόν. Το διασώζει ο λόγιος Αγιορείτης μοναχός Πορφύριος Σιμωνοπετρίτης σε μια μικρή μελέτη του για τον Πεντζίκη. Στα 1979 σε μια επίσκεψη που είχε κάνει ο γνωστός πατήρ Παΐσιος απ’ Άγιον Όρος σ’ ένα ησυχαστήριο κοντά στη Θεσσαλονίκη – εδώ για να μην ξεφεύγουμε από το θέμα μας, θεωρώ σημαντικό να σημειώσω ότι στο Άγιον Όρος, ο επισκέπτης προσκυνητής άμα και πατήσει το πόδι του σ’ ένα μοναστήρι, οι μοναχοί θα τον καλωσορίσουν με λουκούμι, τσίπουρο ή ούζο –  ο Πεντζίκης θέλησε να τον δει. Μαζί με έναν γνωστό του τότε νεαρό φοιτητή, ναύλωσαν ένα ταξί και έφτασαν στο ησυχαστήριο όπου βρισκόταν ο Γέροντας Παΐσιος. Ο κόσμος πολύς. Ο Πεντζίκης γύρω στα 70 τότε, με το μπαστουνάκι του, δώρο κι αυτό αγιορείτη Γέροντα, άνοιξε το δρόμο και έφτασε μπροστά στον πατέρα Παΐσιο. Πέφτει στα γόνατα. Ο Γέροντας τον σηκώνει. «Ήρθα να πάρω την ευχή σας» είπε ο κυρ Νίκος και φίλησε το ροζιασμένο από τις μετάνοιες χέρι. Κι έφυγε. Ο ίδιος ο Γέροντας Παΐσιος με τη μαρτυρία της προσευχής έλεγε πάντοτε για τον Πεντζίκη ότι «πρέπει να είσαι πολύ καθαρός για να καταλάβεις τα βρώμικα του Πεντζίκη». Και λέγοντας «βρώμικα» δεν εννοούσε κάτι το βρωμερό και χυδαίο, αλλά όλα εκείνα τα ευφυολογήματα που έλεγε. Σαν κι αυτό που σήμερα σας καταθέτω, το ούζο σημαίνει ου ζω, ή σαν αυτό εδώ: Κ’στός· Χριστός, αναφερόμενος στη διάλεκτο του χωριού Χορτιάτης στη Θεσσαλονίκη, ή πεζογράφος· παις ζωγράφος, ή ιατρός· ια τρως Για να τελειώσω με τον Πεντζίκη, θα σας καταθέσω και μια ακόμη άποψη. Ο Γιώργος Σεφέρης έλεγε ότι τον «Πεντζίκη τον δέχεται κανείς ολόκληρο ή δεν το δέχεται καθόλου»[2].

Δεν είναι όμως ο Πεντζίκης το θέμα μας. Εξάλλου κι αυτά που σας είπα πολλά είναι, επιβεβλημένα όμως για να θεωρήσουμε σωστά τα παρακάτω, λόγω του ότι ο Θεσσαλονικιός αγαπημένος μου συγγραφέας, τον οποίο δεν σας κρύβω, στα φοιτητικά μου και μετέπειτα χρόνια παραμονής μου στη Θεσσαλονίκη, είχα την τύχη να τον ακούσω αρκετές φορές να μιλά σε συνάξεις, επιβεβαιώνει και τον υπότιτλο της εισήγησής μου. Μέσω ενός συγγραφέα με βυζαντινές και μεταβυζαντινές ρίζες, ενός «αιωνίου παιδιού», όπως έλεγε σ’ ένα επιμνημόσυνο ποίημα που γράφτηκε γι’ αυτόν από το λόγιο Αγιορείτη μοναχό, Συμεών Γρηγοριάτη, γνωστό και ως Περουβιανό, το ούζο έχει μακρά ιστορία, με βυζαντινές και μεταβυζαντινές προεκτάσεις, αναφορές, όπως θέλετε πάρτε το.

Το ευφυολόγημα ούζο σημαίνει ου ζω

Ο Αναστάσης Βιστωνίτης, αρθρογράφος στο ΒΗΜΑ[3] και συγγραφέας διασώζει το ευφυολόγημα του Πεντζίκη: ούζο σημαίνει ου ζω, επισημαίνοντας ωστόσο, ότι όποιος «θέλει να κατανοήσει τον Πεντζίκη αυτά δεν θα πρέπει να τα θεωρεί παραδοξολογίες». Καθ’ ότι γνήσιο τέκνο του Βυζαντίου ο Πεντζίκης με αυτό το ευφυολόγημα τρόπον τινά έπαιζε, κοροϊδεύοντας το θάνατο, μιας και τους «ουζοπότες», τους πίνοντες και ιδιαιτέρως τους «αγαπώντες την πόσιν του ούζου» με τις «ουζοποσίες» τους, το «πίνειν», δηλαδή, και «ιδιαιτέρως καθ’ υπερβολήν ούζον»[4], δεν είναι λίγες οι φορές που τους στέλνει στον Οξαποδώ. Πάρα ταύτα όμως, το ούζο φαίνεται να μη λείπει από τα ήθη και έθιμα του λαού μας. Οδηγός εδώ ο Η. Χ. Παπαδημητρακόπουλος, άριστος μελετητής του κυρ Αλέξανδρου της Σκιάθου, του Παπαδιαμάντη, ως άλλος ένας βυζαντινός και μεταβυζαντινός κι αυτός, σαν τον Πεντζίκη, σ’ ένα διήγημά του (υπό τον τίτλο: Φλώρα ή Λάβρα;) γράφει: «βραδάκι, και βρέθηκα στο εξωκκλήσι του νησιού. Μεσοκαλόκαιρο, και έβραζε ο τόπος. Ζέστη, και τουρίστες να ελλοχεύουν παντού. Πλην σε απόκρυφα υψωματάκια, σε ρεματιές και ξέφωτα, παραμονές αγνώστων εορτών, συρρέουν κατά κύματα οι γηγενείς. Φθάνουν μεταμορφωμένοι, περίπου ως ικέτες, έχοντας αποβάλει (κατά έναν ανεξήγητον τρόπο) την εμπορική τους λεοντή. Κουβαλούν τεράστιους άρτους, με σουσάμι και γλυκάνισο, πρόσφορα για τους παπάδες, κουτιά με παστέλι, γλυκά του ζαχαροπλαστείου τυλιγμένα σε αλουμινόχαρτο, τυρί της άρμης κομμένο με επιμέλεια σε τετράγωνα μικρά τεμάχια, ούζο και τσίπουρο. Μετά τη λειτουργία στέκονται κοντά στην έξοδο του ναού, και φωνάζουν ξαφνικά με επίσημο τόνο:

άρτε να σχωρέσετε τον…

Ο καθείς τους δικούς του – τη μάνα του, τον πατέρα του, τα πνιγμένα αδέλφια.

Ελάτε να σχωρέσετε τη Φλώρα, ακούω δίπλα μου ένα χούφταλο.

Πλησίασα. Μου πρόσφερε παστέλι και ρακή»[5].

Ομιλώ για τον κυρ Αλέξανδρο της Σκιάθου και δεν μπορώ να μην μπω στον πειρασμό να αναφέρω ότι η διηγηματογραφία του είναι απίστευτα πλούσια σε φαγητά και ποτά. Άγρια λάχανα, τυρόπιτες, περσικό πιλάφι νεφραμιές, γουρουνοπούλες, «χοιρίδιον παραγεμιστόν», κοκορέτσι, τρυφερά ερίφια, θαλασσινά, κογχύλια, αστακοί μαγειρευτοί με μάραθα, «μαστίχαι», ρούμι, ρακή, μπακλαβάδες, τρίγωνα, «πάνε κι έρχονται στις σελίδες των μυθιστοριών του»[6].

Οι βυζαντινοί και τα ποτά

Οι αντιλήψεις, κυρίες και κύριοι, των βυζαντινών και μεταβυζαντινών προγόνων μας, παππούδων μας αν θέλουμε να είμαστε πιο κοντά τους και να νιώθουμε την ανάσα τους – να «ζούμε με την ανάσα των νεκρών», καθώς έλεγε κι Νίκος Γαβριήλ Πεντζίκης[7] – για το φαγητά και τα ποτά έμοιαζαν με τις δικές μας σήμερα. Αυτοκράτορες, αξιωματούχοι, εκκλησιαστικοί άνδρες και απλός λαός, τουλάχιστον σ’ ότι σχετίζεται με την πόση ποτών, δεν είχαν μόνον καλή σχέση με το κρασί, αλλά και με τη ρακή και το ούζο. Ο Φαίδων Κουκουλές γνωστός και κορυφαίος βυζαντινολόγος, στο πολύτομο έργο του Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, καταγράφει με κάθε λεπτομέρεια την αγάπη των βυζαντινών για τα ποτά. Διασώζει μάλιστα και μια μαρτυρία του αγίου Ιωάννου Χρυσοστόμου, ότι οι βυζαντινοί προμηθεύονταν τα εκλεκτότερα «μη οκνούντες και ιδιαίτερα ταξίδια προς προμήθειαν αυτών να κάμνωσι»[8]. Σ’ αυτά τα ποτά δεν πρέπει να ‘ταν μόνο το κρασί αλλά και η ρακή.

Ο γλωσσολόγος των παλαιών καλών μαθητικών μας χρόνων Αχιλλέας Τζάρτζανος για το ούζο

Στη σημασιολογία του ούζου αξίζει να αναφερθούν και μερικά σχόλια που κάμει ένας μεγάλος φιλόλογος και γλωσσολόγος, ο εκ Τυρνάβου καταγόμενος Αχιλλέας Τζάρτζανος. Οι παλαιότεροι σίγουρα θα θυμούνται τα βιβλία Γραμματικής που έγραψε και που διδάχθηκαν για χρόνια στο σχολείο. Ο Τζάρτζανος, λοιπόν, σ’ ένα μικρό άρθρο του στο Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος στα 1911, γράφοντας για την ιστορία της λέξης ούζο και τη σημασιολογία του. Mολονότι θεωρεί πατρίδα του ποτού αυτού τη γενέτειρά του, λέγει με ολίγη χιουμοριστική διάθεση: «όλοι βέβαια σήμερα, φτωχοί και πλούσιοι, ταπεινοί και αριστοκράτες, πίνουν το ουζάκι τους, και το ούζο είναι πια το αγαπημένο ποτό σε κυρίους και κυρίες, σε νέους και δεσποινίδες, και σερβίρεται όχι μόνο στα λαϊκά ποτοπωλεία ή σε φτωχικά σπίτια, παρά και στα πλουτοκρατικά σαλόνια και τα αριστοκρατικά κέντρα»[9]. Το τελετουργικό της απόλαυσης του ούζου σηκώνει συζήτηση μεγάλη και δεν είναι στις προθέσεις μου να το καταγράψω, δεν είμαι ο ειδικός.

Από τ’ «απάτητα» Άγραφα της Τουρκοκρατίας δύο ειδήσεις με ιδιαίτερη σημασία

Ωστόσο, εκείνο που με ιδιαίτερη διάθεση διασώζεται για τη ρακή στα δύσκολα χρόνια της Τουρκοκρατίας, προέρχεται από τις γραφίδες δύο μοναχών λογίων και διδασκάλων του Γένους, και ομιλώ για διδασκάλους του Γένους, διότι οι δύο συγκεκριμένοι λόγιοι μοναχοί στους δύσκολους χρόνους του 17ου αιώνα ίδρυσαν πολλά σχολεία σε περιοχές που στην εποχή τους ήταν απάτητες και ιδιαίτερα δύσκολες γεωγραφικά. Ήξεραν, βέβαια, να απολαμβάνουν τη ζωή, με μέτρο πάντοτε. Από τα Άγραφα, λοιπόν, οι δύο παρακάτω μαρτυρίες, ειδήσεις για το κρασί και τη ρακή. Η πρώτη, από τη γραφίδα του Ευγένιου Γιαννούλη του Αιτωλού, αγίου μάλιστα της Εκκλησίας. Σε επιστολή του σε άγνωστο ιερέα, μεταξύ των άλλων που γράφει για το καλό κρασί: ««η αιδεσιμότης σου όμως γνωρίζεις καλά και δεν την λανθάνει πολλά ο λέγων ότι χωρίς τον χριστευλόγητον οίνον δεν ημπορούμεν εις την σωματικήν ετούτην και κατηραμένην ζωήν να ζήσωμεν, όχι δια την ανάγκην μόνον των ιερών μυστηρίων και της πνευματικής και αναιμάκτου θυσίας τα ιερά σύμβολα αλλά και εις χρείαν εδικήν μας και ανθρωπίνην πόρευσιν. Αυτό τοίνυν το χριστευλόγητον παύει τας λύπας, κοιμίζει τους πονηρούς λογισμούς, φέρνει την καλήν καρδίαν, γεννά την χαράν, δυναμώνει τα νεύρα και τονώνει όλας τας σωματικάς δυνάμεις· µας αναγκάζει να πολυλογούμεν και να πλατύνωμεν τας ευχάς και με την αφορμήν να αναφέρνωμεν και τους γονείς μας και να τους θυμούμεστεν συχνά»[10]. Η δεύτερη, από τον μαθητή του και επάξιο συνεχιστή του διδασκαλικού του έργου, τον Αναστάσιο Γόρδιο, σημαντικό κι αυτόv λόγιο του 17ου αιώνα, κληρικό και άγιο που εξασκούσε τη φαρμακευτική και την ιατρική. Στις επιστολές του κάνει λόγο για πολλά βότανα, τροφές και ποτά, μεταξύ αυτών του γλυκάνισου και της ρακής, την οποία άλλοτε συνιστά με μέτρο για πόση, κι άλλοτε να την αποφεύγουμε. Γράφει σε φίλο του: «ορίζεις ότι έχης βήχα. Εις αυτό να γυρεύσης να έβρης γλυκόριζον, όπου κι αν ευρεθή, να το βράζης και να το πίνης ωσάν καφέ. Η ρακή ας λείπει ολότελα»[11].

Κι ένα ακροτελεύτιο ταξίδι πίσω στο χρόνο

Κυρίες και κύριοι, θα σας ταξιδέψω ολίγον πίσω στο χρόνο και θα κλείσω την εισήγησή μου μεταφέροντάς σας ξανά στο σήμερα. Το ταξίδι πίσω στο χρόνο σχετίζεται με τον Εύβουλο, έναν σατυρικό ποιητή του 4ου π. Χ., αιώνα που σατιρίζοντας την υπερβολική πόση ποτών, βάζει τον Διόνυσο, το Θεό του κρασιού να λέει ότι τρεις μόνο κρατήρες ετοιμάζει για τους φρονίμους. Δηλαδή δεν έχει καμιά ευθύνη για τους μετέπειτα. Μολονότι το χωρίο σχετίζεται με το κρασί, άνετα θα μπορούσε να ισχύσει και για τη ρακή. Οι τρεις πρώτοι λοιπόν κρατήρες είναι της υγείας, του έρωτος και του ύπνου[12]. Από τον τέταρτο και μετά αρχίζουν τα δύσκολα. Και τους περιγράφει ως εξής: «ο δε τέταρτος ουκέτι έστ’ αλλ’ ύβρεως» (μόνο σε βρισίδι οδηγεί)· «ο δε πέμπτος βοής» (σε καβγάδες)· «ο έκτος δε κώμων» (θα ξεσηκώσει τη γειτονιά από το γλέντι)· «ο έβδομος δ’ υπωπίων» (δίνει μελανιασμένα μάτια απ’ το ξύλο που θα πέσει)· «ο  δ’ όγδοος κλητήρος» (θα φέρει το χωροφύλακα)· «ο δ’ ένατος χολής» (μεγάλο θυμό)· και «ο δέκατος δε μανίας ώστε και σφάλλειν ποιεί» (καθαρή τρέλα και θα σε κάνει να διαπράξεις αδίκημα). Οπότε, κυρίες και κύριοι, με μέτρο η πόσις του ούζου.

Ο γιός του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη Γαβριήλ Νικόλαου Πεντζίκης και το Ουζερί Βυζάντιο στις Βρυξέλλες

Κι από τα βάθη του 4ου π. Χ., αιώνα στο σήμερα. Ο γιος του Νίκου Γαβριήλ Πεντζίκη, Γαβριήλ Νικολάου Πεντζίκης, που σήμερα ζει στη Θεσσαλονίκη γράφοντας τούτο το βιβλίο: Το Βυζάντιο έχει ρεπό[13], στις πρώτες σελίδες του αφιερώνει ένα κεφάλαιο με τίτλο: Ουζερί Βυζάντιο και καταγράφει πως ένα βρυξελλιώτικο παλαιό αρχοντικό, στις μέρες που εργαζόταν ως υπάλληλος στην Ευρωπαϊκή Επιτροπή, ένας Έλληνας το μετέτρεψε σ’ ένα εξαιρετικό κι υψηλών προδιαγραφών ουζερί, στο οποίο έτρωγαν ακόμη και πολλοί αρχηγοί κρατών. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι τοίχοι του ήταν διακοσμημένοι με πολλούς βυζαντινούς αυτοκράτορες, γεγονός που δείχνει τις βυζαντινές προεκτάσεις, που έχει η ρακή, για τη οποία σήμερα καλώς ο Σύνδεσμος Ποτοποιών και Αποσταγματοποιών Λέσβου πασχίζει να αναδείξει καλύτερα.

Ούζο· επίγευση· επέκεινα· Ελλάς

Κυρίες και κύριοι, οι τελευταίες αυτές παρατηρήσεις, γι’ αυτό που επάξια όλοι εσείς εκπροσωπείτε και με τον καλύτερο κατ’ εμέ τρόπο αναδεικνύεται αυτήν την εβδομάδα με το φεστιβάλ ούζου, είναι νομίζω καταλυτικές. Δεν υπάρχει καμιά αμφιβολία ότι το ούζο και η τελετουργική πόσις του, είναι απόδραση στον μακρύ προς τα πίσω χρόνο, μιας παράδοσης εξάπαντος ελληνικής, με ιδιαιτέρως οσφραντικές και γευστικές εμπειρίες του επέκεινα. Πρόσωπα αυτής της παράδοσης είναι κι αυτοί που χρόνια τώρα επάξια προβάλλεται εσείς οι κληρονόμοι της τέχνης του ούζου, οι πατεράδες και οι παππούδες σας ποτοποιοί. Όλοι, δηλαδή, εκείνοι που έκαμαν το ούζο της Λέσβου να είναι πρωτοποριακό προϊόν, σε παγκόσμια κλίμακα. Προσέξτε όμως, τούτη η τέχνη της απόσταξης, όπως τη λέτε, κρύβει ανάσταση και έρωτα, άσκηση και ευχαριστία, που κάθε συνδαιτυμόνα στο τραπέζι της παρέας που απολαμβάνει το ούζο, τον κάνει να λέει στο τέλος αυτό που τραγουδά η Χαρούλα Αλεξίου:

«Ούζο όταν πιεις
γίνεσαι ευθύς
βασιλιάς δικτάτορας, Θεός και κοσμοκράτορας
σαν το καλοπιείς
βρε θα ευφρανθείς
κι όλα πια στο κόσμο ρόδινα θε να τα δεις.

Δική μου είναι η Ελλάς
που στη κατάντια της γελάς
της λείπει το ένα της ποδάρι
που της το παίξανε στο ζάρι».

Κι η τελευταία στροφή, είναι νομίζω άκρως επίκαιρη!

Επιλογικά: ο γεωμέτρης Θεός, ο Σέργιος Μακραίος και το ούζο

Κυρίες και κύριοι, στην αρχή της εισήγησής μου, όπως θα θυμάστε, την αφιέρωσα στον Παντελή Αργύρη, φίλο καλό και λόγιο της πόλης μας. Με τον Παντελή, όσο ζούσε δεν ήταν λίγες οι φορές που απολαμβάναμε το ούζο σε όμορφες ουζοκατανύξεις, συζητώντας περί πολλών ζητημάτων, κυρίως όμως ιστορικών, μιας και ο Παντελής είχε το «μικρόβιο» όπως πολλοί του έλεγαν της ιστορικής έρευνας. Θυμάμαι λίγο καιρό πριν πεθάνει, ένα καλοκαιρινό βραδάκι, σε ονομαστό ουζερί της πόλης μας πίνοντας το ουζάκι μας και γευόμενοι τα μεζεδάκια μας, η συζήτησή μας είχε «ανάψει» για ένα ξακουστό Έλληνα λόγιο του 18ου αιώνα, τον εκ Φουρνά των Αγράφων Σέργιο Μακραίο. Εκείνη την εποχή ο Παντελής ετοίμαζε μια μελέτη γι’ αυτόν. Είχα και εγώ τη συγγραφή της διδακτορικής μου διατριβής για τον κλεινό Ευγένιο Βούλγαρη, διδάσκαλο του Σέργιου Μακραίου στην Αθωνιάδα Ακαδημία του Αγίου Όρους στα μέσα του 18ου αιώνα και ταιριάξαμε απόλυτα με τον Παντελή. Έτσι με παρακάλεσε αν είχα να του δώσω κάποια σχετική βιβλιογραφία. Πράγματι, στο αρχείο και στη βιβλιοθήκη μου είχα μερικές μελέτες, σπάνιες και δυσεύρετες, και το κυριότερο σε φωτοτυπίες ένα από τα βασικότερα έργα του Μακραίου, το περίφημο: Τρόπαιον εκ της Ελλαδικής πανοπλίας κατά των οπαδών του Κοπερνίκου εν τρισί διαλόγοις. Του υποσχέθηκα να του δώσω το Τρόπαιον μαζί με μια μελέτη για τον Μακραίο, καλού πανεπιστημιακού δασκάλου μου, του Νίκου Ζαχαρόπουλου. Θυμάμαι ότι η συζήτησή μας, πέραν του ότι γινόταν για την προσφορά του Μακραίου στα εκπαιδευτικά πράγματα του 18ου αιώνα, κινήθηκε και γύρω από τις αντιδράσεις που είχε την εποχή που εκδόθηκε το Τρόπαιον [Βιέννη 1797], μιας και με ιδιαίτερα πολεμικό τρόπο ο Μακραίος ήλεγχε το ηλιοκεντρικό σύστημα και επιτίθονταν με σφοδρότητα στον Κοπέρνικο. Εκείνο που έχει μείνει ακόμη στη μνήμη μου από τη συζήτησή μας εκείνη είναι ότι ο Παντελής με ρωτούσε πως είναι δυνατόν ένας λόγιος, που υπήρξε μαθητής του μεγάλου διδασκάλου του Γένους Ευγένιου Βούλγαρη, να μην μπορεί να είναι εξοικειωμένος με την ιστορία της νεότερης αστροφυσικής. Και μάλιστα να αρνείται την πλατωνική ρήση: «ο Θεός αεί γεωμετρεί». Κάτι, δηλαδή, ανάλογο σαν τον γεωμέτρη Θεό που απεικονίζεται στο ψηφιδωτό της Μητρόπολης του Μονρεάλε στη Σικελία.

[1] Για τα βασικά χαρακτηριστικά της προσωπικότητας και του έργου του ενδεικτικά βλ. ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΚΟΣΜΑΤΟΠΟΥΛΟΣ, (1988), Λόγος εις τον Νίκον Γαβριήλ Πεντζίκη, Αθήνα: Ροές. Σημαντικό είναι και το αφιέρωμα της ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗΣ / ΕΠΤΑ ΗΜΕΡΕΣ: Ν. Γ. Πεντζίκης. Ένας ασυνήθιστος άνθρωπος, (Κυριακή 2 Μαρτίου 1997). Πρβλ. ΣΟΦΙΑ ΣΚΟΠΕΤΕΑ, (1971), Βιβλιογραφία Ν. Γ. Πεντζίκη (1935-1970). Εκδόσεις και δημοσιεύσεις, Αθήνα: Ερμής.

[2] ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ, (1996), Μνήμης Ένεκεν, Βέροια: Δημόσια Κεντρική Βιβλιοθήκη Βεροίας, σσ. 23-24.

[3] «Ούζο σημαίνει «ου ζω». Τα εκατό χρόνια από τη γέννηση του αιρετικού και παραδοξολόγου συγγραφέα που συνδύασε τον ευρωπαϊκό μοντερνισμό με τη βυζαντινή παράδοση», ΤΟ ΒΗΜΑ, (18 Ιανουαρίου 2009).

[4] Δ. ΔΗΜΗΤΡΑΚΟΣ, (1961), Μέγα Λεξικόν Ελληνικής Γλώσσης, τ. 6ος, Αθήναι, σ.  5277.

[5] Η. Χ. ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ, (1992), Επί Πτίλων Αύρας Νυκτερινής. Πέντε κείμενα για τον Παπαδιαμάντη, Αθήνα: Νεφέλη, σσ. 15-16.

[6] Αυτόθι, σσ. 47-48.

[7] ΠΟΡΦΥΡΙΟΣ ΜΟΝΑΧΟΣ ΣΙΜΩΝΟΠΕΤΡΙΤΗΣ, (1996), Μνήμης Ένεκεν, σ. 16.

[8] ΦΑΙΔΩΝ ΚΟΥΚΟΥΛΕΣ, (1952), Βυζαντινών βίος και πολιτισμός, τ. Ε΄, Εν Αθήναις, σ. 127. Πρβλ. TAMARA TALBOT RICE, (1990), Ο δημόσιος και ιδιωτικός βίος των βυζαντινών, μτφρ. Φ. Κ. Βώρος, Αθήνα: Παπαδήμα, σσ. 225-230.

[9] «Το ούζο. Ιστορία μιας λέξεως», Ημερολόγιον της Μεγάλης Ελλάδος, 11(1911)146.

[10] Ευγένιου Γιαννούλη του Αιτωλού Επιστολές, Κριτική Έκδοση, Επιμέλεια Ι. Ε. Στεφανής και Νίκη Παπατριανταφύλλου – Θεοδωρίδη, Επιστημονική Επετηρίδα Φιλοσοφικής Σχολής ΑΠΘ / Τμήμα Φιλολογίας, Περίοδος Β΄, Θεσσαλονίκη 1992, σσ. 106-107.

[11] ΓΡΗΓΟΡΙΟΣ ΣΤΑΥΡΟΠΟΥΛΟΣ, (2008), Νεοελληνική Επιστολογραφία 17ος -19ος αιώνας, Θεολογική Σχολή. Τμήμα Ποιμαντικής και Κοινωνικής Θεολογίας ΑΠΘ, [Διατριβή επί Διδακτορία], Θεσσαλονίκη, σ. 38.

[12] P. KROH, (1996), Λεξικό αρχαίων συγγραφέων Ελλήνων και Λατίνων, μτφρ. Δ. Λυπουρλής – Λ. Τρομάρας, Θεσσαλονίκη: University Studio Press, σ. 178.

[13] Εκδ. Αρμός, Αθήνα 2013, σσ. 11-28.

ΝΙΚΟΛΑΟΣ Γ. ΤΣΙΡEΒΕΛΟΣ. (2015). Θεολογική θεμελίωση της ορθόδοξης μαρτυρίας. Σπουδή στο έργο του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου, Θεσσαλονίκη: Ostragon

Σύντομο σχόλιο από τον Α. Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Σπουδαία μελέτη για τον ιεράρχη των ταπεινών που το έργο του εδώ και χρόνια συναρπάζει ακόμη και τον μη θρήσκο άνθρωπο, όπου γης. Ο καλός συνάδελφος Νικόλαος Γ. Τσιρέβελος, με αυτήν τη μελέτη του, η οποία υπήρξε καρπός της μεταπτυχιακής διπλωματικής εργασίας στη Θεολογική Σχολή ΑΠΘ το 2007, με συστηματικό τρόπο διερευνά το έργο του Μακαριωτάτου Αρχιεπισκόπου Τιράνων, Δυρραχίου και πάσης Αλβανίας Αναστασίου, στο δίπτυχο της ιεραποστολικής αυτοσυνειδησίας της Εκκλησίας και της οικουμενικότητας του χριστιανικού μηνύματος, όπως αυτά ατόφια βγαίνουν μέσα από την αγάπη του κορυφαίου ιεράρχη για την ιεραποστολή, την ακαδημαϊκή του σταδιοδρομία και το τιτάνιο έργο της ανάστασης και αναγέννησης μέσα από τα ερείπια της Αυτοκέφαλης Ορθόδοξης Εκκλησίας της Αλβανίας.

Αποτέλεσμα εικόνας για Θεολογική θεμελίωση της ορθόδοξης μαρτυρίας. Σπουδή στο έργο του Αρχιεπισκόπου Αλβανίας Αναστασίου