Ο Γιώργος Σεφέρης για το Θεό

«Δεν πιστεύω πως πηγαίνει κανείς στο Θεό από κριτικές της ιστορίας. Λαλεί μέσα του ή δε λαλεί, κι όταν λαλεί χρειάζεται άσκηση της ανθρωπιάς, αγάπη και προσευχή εν-ενεργεία. Ζόρικα πράγματα».

Γράμμα του Γιώργου Σεφέρη στον Ζήσιμο Λορεντζάτου, (απόσπασμα).

Γράμματα Σεφέρη – Λορεντζάτου (1948 – 1968), επιμελήθηκε Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος, εκδ. Δόμος, Αθήνα 1990, 155.

ΕΡΑΤΩ ΧΑΤΖΗΣΑΒΒΑ, Σταύρωση, Μικτή τεχνική σε καμβά, 2003

Eλληνισμός με συνείδηση Σιγκαπούρης

Του ΧΡΗΣΤΟΥ ΓΙΑΝΝΑΡΑ

Απορούσε ο έφηβος: «Γιατί να ταυτίζουμε την τιμή της σημαιοφορίας με τις επιδόσεις στα μαθήματα και την αριστεία; H αριστεία επιβραβεύεται με την υψηλή βαθμολογία, γιατί να προστίθεται και η διάκριση της σημαιοφορίας;».

Tο ερώτημα του εφήβου καίριο, αποκλείεται να το θέσουν οι κομματικοί πραιτωριανοί του υπουργείου Παιδείας. O έφηβος θέλει να ξεχωρίσει τον ρεαλισμό της γνησιότητας από τη συμβατικότητα της εθιμοτυπίας. Oι πραιτωριανοί λειτουργούν μόνο με κίνητρα εντυπωσιοθηρίας. Oποιο κόμμα κι αν κυβερνάει. Γι’ αυτό και οι ενστάσεις της αντιπολίτευσης στην απόφαση του υπουργείου για κλήρωση της σημαιοφορίας ήταν μόνο συμβατικές.

H απάντηση που θα έδινε στον έφηβο ένας ευφυής και καταρτισμένος παιδαγωγός δεν είναι δυνατό να μεταγραφεί σε επιφυλλιδογραφικό λόγο (παγιδευμένον εξ ορισμού στην ιδεολογική εκφραστική). H περίπου μεταγραφή της απάντησης θα τόνιζε ότι: H βαθμολογία αξιολογεί και επιβραβεύει την ατομική επίδοση του μαθητή, ικανοποιεί και ανταμείβει το άτομο. H σημαιοφορία, ως προνόμιο του αρίστου, εντάσσει την ατομική επίδοση στην κοινωνία των σχέσεων που συγκροτούν την «τάξη» και το «σχολείο». Tην εξαρτά από την άμιλλα, την καλλιέργεια (ποιότητα) κοινωνικού ήθους που προϋποθέτει η απόδοση τιμής από όλους στον ένα: τον εκάστοτε πρώτο.

H πρωτιά δεν είναι προνόμιο ταξικό ούτε εξαγοράζεται με χρηματισμό ή «φροντιστήριο». Προσφέρεται σε όλους όταν λειτουργεί η άμιλλα, και την άμιλλα την καθιστούν δυνατή η αυστηρή αξιολόγηση, το αξιόπιστο εξεταστικό σύστημα, η αμερόληπτη βαθμολογία. ΠAΣOK και N.Δ. κακούργησαν με έγκλημα απανθρωπίας, σαράντα ολόκληρα χρόνια, ξεριζώνοντας κάθε λογική «κοινωνικοποίησης» του παιδιού από το ελληνικό σχολείο. Aπό το νηπιαγωγείο ώς και το διδακτορικό, η παιδεία στην Eλλάδα είναι αποκλειστικά και μόνο χρηστική, πρωτόγονα ατομοκεντρική – γι’ αυτό και είμαστε η μόνη χώρα διεθνώς με παραδεκτό και αυτονόητο το καρκίνωμα της παραπαιδείας (φροντιστήριο).

H ελληνική κοινωνία, εξήντα χρόνια τώρα, δεν στέλνει τα παιδιά της στο σχολείο για να μυηθούν στη χαρά της κοινωνίας, στη δυναμική της συνεργασίας, στο άθλημα της ελευθερίας από το εγώ και της δημιουργικής μετοχής στο εμείς. Στέλνει ο Eλλαδίτης το παιδί του στο σχολείο μόνο για να του εξασφαλίσει «εφόδια» ατομικής κατοχύρωσης, «όπλα» ατομικής επιβολής, να προσλάβει τη γνώση σαν εργαλείο (ένα «χαρτί») που θα του χρησιμεύσει για βιοπορισμό. Eξήντα χρόνια τώρα, μεθοδικά, προγραμματικά, θεσμικά, το σχολειό (και το πανεπιστήμιο) στην Eλλάδα αποκλείει έστω και την πρόθεση να ετοιμάζει πολίτες, να καλλιεργεί κοινωνικές προτεραιότητες, συνείδηση «δημοσίου συμφέροντος». Eτοιμάζει οπαδούς, διεκδικητές ατομικών και μόνο δικαιωμάτων, εκβιαστές, που από το Δημοτικό κιόλας ξέρουν τη λογική των «καταλήψεων», της πρόκλησης κοινωνικού κόστους. Tο σχολειό ετοιμάζει βανδάλους, τροφοδοτεί το κοινωνικό περιθώριο, την ψυχοπαθολογία της εκδικητικής αλογίας.

Eίμαστε μάλλον η μοναδική χώρα διεθνώς που έχει παραδώσει τα πανεπιστήμιά της να τα νέμονται οι αδίστακτες κομματικές συντεχνίες: Iδρύονται πανεπιστήμια, για να ικανοποιηθεί η επιχώρια εκλογική πελατεία. Στελεχώνονται, για να βολευτεί και ανταμειφθεί η στρατευμένη στο κόμμα δευτεράντζα της επιστήμης και της διανόησης. Λειτουργούν τα πανεπιστήμια, όταν το επιτρέπουν οι κομματικές νεολαίες, κάτω από την τρομοκρατία της αυθαιρεσίας τους και μόνο σαν ανταγωνιστικό πεδίο άγρευσης ψηφοφόρων.

Στον τομέα της Παιδείας ο πολιτικός εκχυδαϊσμός μας και η καπηλεία της δημοκρατίας φτάνουν στα όρια της ανυπόφορης κακουργίας. Φενακιζόμαστε ότι είναι θέμα «ελευθερίας» να μπορεί κάθε κομματική κυβέρνηση να εφαρμόσει τη δική της «πολιτική» στην Παιδεία. Ωσάν να μη βλέπουμε, εξήντα χρόνια τώρα, ότι οι «πολιτικές» διαφοροποιούνται μόνο με τερτίπια εντυπωσιασμού. Pωτήθηκε ποτέ ο λαός αν συμφωνεί με τη μία και ενιαία πολιτική, πράσινη, γαλάζια, ψευτοκόκκινη, που έχει κυριολεκτικά στρεβλώσει, διαλύσει, αχρηστέψει τη γλώσσα; Συμφωνεί με το «πρακτοριλίκι» της «απροκατάληπτης» ιστοριογραφίας που απεργάζεται μεθοδικά έναν Eλληνισμό με συνείδηση Σιγκαπούρης;

Kατά κοινή ομολογία η Άννα Διαμαντοπούλου ήταν η μόνη που τόλμησε να επιδιώξει την αποκατάσταση στοιχειώδους λογικής συνέπειας στη λειτουργία της εκπαίδευσης. Όσα πρόλαβε να κατορθώσει ήρθε αμέσως μετά η «εθνικόφρων» παρωδία (Σαμαράς) με υπουργό τον Kων. Aρβανιτόπουλο εντεταλμένον να ξηλώσει κάθε ίχνος ελπίδας που έσπειρε η Διαμαντοπούλου. Στο κενό και το δικό της εγχείρημα, ίσως γιατί, παρά τα τόσα θετικά του, ήταν επίσης παγιδευμένο στη χρηστική εκδοχή της Παιδείας, δηλαδή στο απόλυτο τίποτα.

Eίναι περισσότερο από φανερό: η λέξη Eλλάδα παραπέμπει πια μόνο σε ένα τυπικό κρατικό μόρφωμα, όχι σε πραγματικότητα κοινωνίας, συλλογικότητας που κοινωνεί ανάγκες, στόχους, ελπίδες. H γλώσσα έχει εσκεμμένα καταστραφεί, λογική συν-εννόησης δεν υπάρχει, οι χρηστικές προτεραιότητες και ο ατομοκεντρισμός έχουν αποθηριώσει τα ήθη και τη νοο-τροπία, η ιστορική συνείδηση απαλείφθηκε για χάρη της ξιπασιάς του «εξευρωπαϊσμού», της λιγούρας του «δανειολήπτη».

Όταν οι επαγγελματίες της εξουσίας, η δημοσιογραφία και η (κατά τη φιλοδοξία της) διανόηση δεν μπορούν να διακρίνουν τη διαφορά της βαθμολογικής επιβράβευσης από την κοινωνική δυναμική της άμιλλας, διαφορά της χρηστικής «παιδείας» από τη χαρά της μετοχής και κοινωνίας, το παιχνίδι είναι πια χαμένο. Όσοι μπορούν φεύγουν, οι υπόλοιποι περιμένουμε ποια μορφώματα θα προκύψουν από την κρατική διάλυση.

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

Είμαστε η παιδεία μας

Της ΜΑΡΙΑΣ ΚΑΤΣΟΥΝΑΚΗ

Γιατί άραγε ενώ εδώ και δεκαετίες, δεκάδες χιλιάδες νέοι συμμετέχουν στις Πανελλαδικές Εξετάσεις για την τριτοβάθμια εκπαίδευση, σπουδάζουν και αποφοιτούν, το πολιτιστικό και μορφωτικό επίπεδο της χώρας παραμένει χαμηλό; Γιατί, δηλαδή, η επιθυμία (υπαρκτή ή επιβεβλημένη) για ανώτατες σπουδές συνυπάρχει με άνθηση των χειρότερων χαρακτηριστικών της ελληνικής κοινωνίας και υποστολή όλων εκείνων που οδηγούν στην κατάκτηση της, μετά κόπου και αξιολόγησης, «αριστείας»; Στην πρώτη ερώτηση εμπεριέχεται ενδεχομένως και μέρος της απάντησης: πώς είναι δομημένο το σύστημα των εξετάσεων, τι σημαίνει «θέλω να μπω στο πανεπιστήμιο» για τον υποψήφιο, τι σημαίνει μπαίνω στο πανεπιστήμιο με βαθμολογία ακόμη και πολύ κάτω από τη βάση του 10, ποιο είναι το επίπεδο των σπουδών, κ.ο.κ. Εδώ και δεκαετίες η είσοδος στην τριτοβάθμια εκπαίδευση είναι ο κύριος στόχος στη ζωή της ελληνικής οικογένειας. Στόχος και τρύπα την ίδια στιγμή. Για την ακρίβεια, όλο και μεγαλύτερη «τρύπα» που οδηγεί είτε σε κάποιο πανεπιστήμιο του εξωτερικού είτε στην ανεργία ή και στα δύο.

Στον πυλώνα (έτσι δεν τον αποκαλούμε;) «εκπαίδευση» κατοικούν παθογένειες μέσα από τις οποίες εύκολα διαβάζει κανείς την ελληνική κοινωνία και πολιτεία, τον «ελληνικό» τρόπο σκέψης και προσέγγισης της πραγματικότητας. Τα διαχρονικά προβλήματα της εκπαίδευσης διαμορφώνουν συστήματα αξιών, παρασιτισμού, κακώς εννοούμενου «επιβιωτισμού» –καθώς κατρακυλάει εύκολα στο άδειασμα και στην ανημπόρια– διαπλοκών, ωχαδελφισμού, εξυπνακισμού, στρεβλού ανταγωνισμού (χωρίς κανόνες), ένα πλέγμα υστερήσεων και παραμορφώσεων.

Μέσω της εκπαίδευσης, όλων των βαθμίδων, μαθαίνουμε ή δεν μαθαίνουμε να διαβάζουμε ιστορία, να σεβόμαστε το περιβάλλον, να αξιολογούμε και να αξιολογούμαστε, να επιχειρηματολογούμε, να προχωρούμε. Η εκπαίδευση παρέχει τα εργαλεία για να μπορούμε να κάνουμε αναγωγές στη «μεγάλη εικόνα» του κόσμου ή για να βυθιζόμαστε στον «άκρατο υποκειμενισμό» του μικρού, πεπερασμένου και αενάως επαναλαμβανομένου. Ανάμεσα στον μιμητικό καθωσπρεπισμό, στις στρογγυλεμένες και καλοδιατυπωμένες παπαγαλίες της Βουλής των Εφήβων και στη σκέψη που αναπνέει ελεύθερα, συνθέτει και συνδυάζει, με επάρκεια και πρωτοτυπία, η διαδρομή είναι μακριά και επίπονη.

Είμαστε η (ευρύτερη) παιδεία μας, εκκινώντας από την (στενότερη) εκπαίδευσή μας. Είμαστε η μαθητεία μας στις τάξεις του δημοτικού, του γυμνασίου, του λυκείου, του πανεπιστημίου. Μας αρέσει αυτό που είμαστε;

ΠΗΓΗ

Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ

ΕΚΚΩΦΑΝΤΙΚΗ ΣΙΩΠΗ

Της Ίνγκα Λεονόβα

Πριν από τρία χρόνια ξέσπασε ένα σκάνδαλο. Το Σάββατο του Λαζάρου, ένας υποστηρικτής της υπεροχής της λευκής φυλής[1], ονομαζόμενος Ματθαίος Χάϊμπακ (Matthew Heimbach) έγινε μέλος της Ορθόδοξης Εκκλησίας. Λίγες μέρες αργότερα, τη Δευτέρα της Διακαινησίμου, ο Χάϊμπακ και οι ακόλουθοί του στο «Δίκτυο Παραδοσιοκρατικής Νεολαίας»[2] (μία ομάδα λευκών εξτρεμιστών, υποστηρικτών της υπεροχής της λευκής φυλής που συνδέεται επίσης με την Ορθοδοξία) ξυλοκόπησαν έναν διαδηλωτή κατά τη διάρκεια ενός συλλαλητήριου μίσους, δέρνοντας τον με έναν ορθόδοξο ξύλινο σταυρό.

Η ιστορία σάρωσε το Διαδίκτυο. Υπήρξαν πολυάριθμα αιτήματα που σταλθήκαν στην Συνέλευση των Κανονικών Ορθοδόξων Επισκόπων των Ηνωμένων Πολιτειών της Αμερικής (Assembly of Canonical Orthodox Bishops of the United States of America) ζητώντας τους να αποκηρύξουν δημόσια και χωρίς περιστροφές τη θεωρία της λευκής υπεροχής και τον ισχυρισμό των ρατσιστών ότι η φυλετική ανωτερότητα συνιστά “οντολογικό” στοιχείο της Ορθοδοξίας.

Στο σημείο αυτό αξίζει να αναφερθούμε στα ίδια τα γραπτά του Χάϊμπακ:

“Ως ορθόδοξος χριστιανός πιστεύω στον διαχωρισμό των φυλών σε εθνοκεντρικές Εκκλησίες. Γι’ αυτό ακόμη και μέσα στην Ορθοδοξία υπάρχει, για παράδειγμα, η Ελληνική, Ρωσική, Ρουμανική, Σερβική κ,λπ. Ορθόδοξη Εκκλησία. Η τοπική και φυλετική ταυτότητα είναι μια θεμελιώδης αρχή του χριστιανισμού, όσο κι αν αυτό δεν αρέσει στους αριστερούς. Πιστεύω ότι οι μαύροι χριστιανοί πρέπει να έχουν τις μαύρες Εκκλησίες τους, με μαύρους ιερείς, να γεννούν μαύρα παιδιά, να πηγαίνουν σε μαύρα χριστιανικά σχολεία, κ.λπ.”

Απέναντι στη ρητορική αυτή, η Ορθόδοξη Αντιοχειανή Αρχιεπισκοπή (σημ. όπου και χρίστηκε Ορθόδοξος ο Χάϊμπακ) αντιμετώπισε το θέμα αθόρυβα, αφορίζοντας τον Χάϊμπακ και τον μέντορά του Ματτ Πάροτ[3](άλλον έναν χρισμένο Ορθόδοξο και αρχηγό του πολιτικού κόμματος λευκών ρατσιστών «Παραδοσιοκρατικοί Εργαζόμενοι»[4]), αναρτώντας μια ανακοίνωση στην ιστοσελίδα της πρώην ενορίας τους. Μέχρι σήμερα κανένας επίσκοπος, ούτε από την Αντιοχειανή Αρχιεπισκοπή ούτε από την Συνέλευση των Κανονικών Ορθοδόξων Επισκόπων των ΗΠΑ, δεν έχει εκδώσει δημόσια δήλωση περί του θέματος. Μέσα σ’ ένα χρόνο, ο Χάϊμπακ βρήκε πνευματική στέγη σε μια ομάδα Ορθοδόξων Ρουμάνων ενώ σήμερα το δίκτυό του συνεχίζει να διαθέτει ισχύ και να ευημερεί στις Ηνωμένες Πολιτείες.

Στις 11 Αυγούστου 2017, ένα πλήθος ανθρώπων κρατώντας πυρσούς και φωνάζοντας ρατσιστικά συνθήματα προέλασε προς την πανεπιστημιούπολη του Πανεπιστημίου της Βιρτζίνια στο Σαρλότσβιλ (Charlottsville), πρωτοστατώντας σε μια από τις μεγαλύτερες συγκεντρώσεις λευκών ρατσιστών στην ιστορία των ΗΠΑ εδώ και δεκαετίες. Την επόμενη μέρα, στις 12 Αυγούστου, το συλλαλητήριο οδήγησε σε συγκρούσεις με αντιδιαδηλωτές και τελικά σε μια πράξη εγχώριας τρομοκρατίας, όταν ένα αυτοκίνητο οδηγούμενο από τον λευκό ρατσιστή Τζέιμς Φιλντς (James Fields) έπεσε πάνω σε ομάδα πεζών αντιδιαδηλωτών, σκοτώνοντας μια γυναίκα και τραυματίζοντας άλλα δεκαεννέα άτομα.

Ο Ματθαίος Χάϊμπακ παρήλασε στο Σαρλότσβιλ με την ομάδα «Παραδο[σιοκρατικοί] εργαζόμενοι» (TradWorkers), κυματίζοντας πανό στα οποία ήταν γραμμένο το σύνθημα «Ορθοδοξία ή Θάνατος». Την επόμενη μέρα, στις 14 Αυγούστου, εμφανίσθηκε έξω από το Δικαστικό Μέγαρο του Σαρλότσβιλ, το οποίο είχε μόλις απορρίψει το αίτημα απελευθέρωσης με εγγύηση του Φιλντς, και υποσχέθηκε ότι το Σαρλότσβιλ ήταν «μόνο η αρχή» και ότι οι νεοναζιστές θα είναι από δω και πέρα «πιο δραστήριοι από πριν». Το ίδιο Σαββατοκύριακο οι υπέρμαχοι της λευκής υπεροχής οργάνωσαν πορεία στο Σιάτλ[5], ενώ έχουν ανακοινωθεί διαδηλώσεις στη Βοστώνη, στο Νάσιοναλ Μολ[6] της Ουάσιγκτον, και σε άλλα μέρη.

Στις εβδομάδες που προηγήθηκαν της διαδήλωσης «Ενώστε τη Δεξιά» (“Unite the Right”), ακροδεξιοί Ορθόδοξοι –οι περισσότεροι από τους οποίους σχετίζονται με διάφορες Ορθόδοξες ενορίες στις νότιες πολιτείες που έχουν την κανονική τους αναφορά σε μία από τις Ορθόδοξες δικιαοδοσίες της Αμερικής– οργανώθηκαν χρησιμοποιώντας μέσα κοινωνικής δικτύωσης για να υποστηρίξουν ή να συμμετάσχουν στην συγκέντρωση. Ομάδες παρακολούθησης βρίσκονταν σε επαφή με κληρικούς και επισκόπους, επισημαίνοντας την ανάπτυξη ρατσιστικής και αντισημιτικής ρητορικής στα «συντηρητικά» Ορθόδοξα κοινωνικά μέσα, και τις σχέσεις μεταξύ των μελών αυτών των ομάδων και της οργάνωσης Χάϊμπακ/Πάροτ.

Ούτε μία δημόσια δήλωση δεν έχει εκδοθεί από τις Ορθόδοξες εκκλησιαστικές δικαιοδοσίες στις ΗΠΑ. Ούτε σε σχέση με αυτά τα ανησυχητικά γεγονότα, αλλά ούτε και σε σχέση με την ανάπτυξη του εθνικιστικού, ρατσιστικού, ισλαμοφοβικού και αντισημιτικού στοιχείου εντός της Αμερικανικής Ορθοδοξίας.

Γνωρίζουμε ότι η Συνέλευση των Αμερικανών Ορθοδόξων Επισκόπων είναι απολύτως ικανή να μιλήσει με ενιαία φωνή όταν δοθεί η αφορμή. Οι επίσκοποί μας δεν έχουν κανένα πρόβλημα να διατυπώνουν τις πεποιθήσεις τους όταν πρόκειται για ζητήματα κοσμικού δικαίου και πολιτικών δικαιωμάτων, όπως άλλωστε το έχουν κάνει αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια. Μέχρι σήμερα, ωστόσο, έχουν παραλείψει να υψώσουν τη φωνή τους ενάντια στον ρατσισμό και την ξενοφοβία που αναπτύσσεται ανάμεσα μας, στις ενορίες μας, απ’ όπου στη συνέχεια διαχέεται στο δημόσιο χώρο. Η μόνη περίπτωση στην ιστορία όπου ένας Αμερικανός Ορθόδοξος επίσκοπος συμμετείχε στον αγώνα κατά του ρατσισμού είναι η από κοινού πορεία του Αρχιεπισκόπου Ιακώβου με τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ – γεγονός το οποίο συνέβη το 1965 και για το οποίο ο Αρχιεπίσκοπος είχε επικριθεί. Είναι αυτή άραγε η μοναδική μαρτυρία που μπορεί να προσφέρει η Εκκλησία μας στην Αμερική; Είμαστε η Εκκλησία η οποία αποτελείται κατά το μεγαλύτερο μέρος από μετανάστες, που έχουν βιώσει στην Αμερική με διάφορους τρόπους την ξενοφοβία και το ρατσισμό. Αρνούμαστε, ωστόσο, να αναγνωρίσουμε την ανάπτυξη αυτού του καρκίνου μέσα στις ίδιες τις εκκλησίες μας, αυτού του καρκίνου που θεωρεί την εκκλησιαστική μας κληρονομιά ως καύσιμο για τις εμπρηστικές ιδέες του, αυτού του καρκίνου που συνεχίζει να αναπτύσσεται εκμεταλλεύομενος την εκκωφαντική σιωπή εκείνων των οποίων το καθήκον, όπως μας υπενθυμίζει η Θεία Λειτουργία, είναι να κηρύττουν τον «λόγο της αληθείας» του Χριστού…

*Translated by Katherine Chaffee.

[1] Λευκός ρατσιστής.

[2] Traditionalist Youth Network.

[3] Matt Parrott.

[4] Traditionalist Workers Party.

[5] Η μεγαλύτερη πόλη της πολιτείας Ουάσιγκτον.

[6] National Mall. Η ιστορική πλατεία στο κέντρο της Ουάσιγκτον. Ένα πάρκο ενάμισι χιλιομέτρου που στη μια άκρη καταλήγει στο Καπιτώλιο και στην άλλη στο Μνημείο του Ουάσιγκτον.

ΠΗΓΗ

ΑΚΑΔΗΜΙΑ ΘΕΟΛΟΓΙΩΝ ΣΠΟΥΔΩΝ

Με αφορμή τη γιορτή των Αγίων Επτά Παίδων εν Εφέσω (4 Αυγούστου)

Γράφει ο ΑΘΑΝΑΣΙΟΣ Ι. ΚΑΛΑΜΑΤΑΣ

«Θα ήθελα να ήμουν ένας από τους Επτά Κοιμωμένους της Εφέσου. Οι χριστιανοί αυτοί αδελφοί, κατά τη διάρκεια του διωγμού του αυτοκράτορα Δεκίου (249-251) είχαν φυλακιστεί σε μια σπηλιά, της οποίας εν συνεχεία χτίστηκε το στόμιο. Στις αρχές του 5ου αιώνα, κατά τη βασιλεία ενός εκ των διαδόχων του Δεκίου, του Θεοδοσίου Β΄(408-450), ξύπνησαν για να διαφωτίσουν τον εν λόγω χριστιανό μονάρχη επί ενός σημείου του δόγματος που αφορούσε την έγερση των νεκρών. Φανταστείτε την έκπληξή τους όταν, μπαίνοντας στην πόλη, είδαν το Σταυρό τοποθετημένο πάνω από την κύρια πύλη, άκουσαν ανθρώπους να ορκίζονται ελεύθερα στο όνομα του Χριστού, είδαν να έχει χτιστεί μια εκκλησία, τον χριστιανικό κλήρο να ασχολείται με την επισκευή των τειχών της πόλης, και αντιλήφθηκαν ότι τα ασημένια νομίσματα των παγανιστών αυτοκρατόρων εξέπλησσαν τους ανθρώπους στην αγορά»[1]. Έτσι αρχίζει το βιβλίο του ο Peter Brown για την Ύστερη Αρχαιότητα, όρο που ο ίδιος καθιέρωσε, μελετώντας τη θρησκευτική κουλτούρα της ύστερης ρωμαϊκής αυτοκρατορίας[2], μιας εποχής που αργά και σταθερά σηματοδοτούσε το τέλος του παγανιστικού κοσμοειδώλου της. Από 1ο π.Χ., αιώνα μέχρι και τα μέσα του 4ου μ.Χ., στον ευρύτερο χώρο της Μεσογείου, με κέντρο πάντα τη Ρώμη, εκείνη η θρησκεία που κυριαρχούσε ήταν η ρωμαϊκή[3], η οποία σε αντίθεση με τη χριστιανική που ήταν υπό απηνή διωγμό, συντηρούνταν χάρη στον κρατικό μηχανισμό. Κατά τον ίδιο τον Brown, οι πολλαπλές θρησκευτικές αλλαγές που συνέβησαν καθ’ όλη τη διάρκεια της Ύστερης Αρχαιότητας, «μπορούν να θεωρηθούν ανακατανομή και επανορχήστρωση συστατικών που επί αιώνες προϋπήρχαν στον μεσογειακό χώρο». Για τον εκκλησιαστικό ιστορικό που μελετά αυτήν την περίοδο, η παραπάνω άποψη είναι εξαιρετικά σημαντική, στη θεώρηση τόσο της παγανιστικής[4] όσο και της χριστιανικής μορφής της, ιδιαίτερα της χριστιανικής όπου ο άνθρωπος αντιμετώπιζε το υπερφυσικό ως ένα σύνολο δοξασιών μέσω των οποίων εκδηλωνόταν η «θεία δύναμη»[5]. Ο Χριστιανισμός έκαμε την εμφάνισή του μέσα από τον Ιουδαϊσμό, ταχύτατα όμως ήρθε σε επαφή και με τον κόσμο του Ελληνισμού, γεγονός που δείχνει την προσπάθεια των πρώτων ευσεβών χριστιανών να ξεχωρίζουν την ορθή πίστη από τις ποικίλες αιρέσεις. Υπ’ αυτήν έννοια η σημερινή έρευνα κατατείνει στην άποψη ότι χριστιανική πίστη, στην πρώιμη φάση της, ήταν ένα «εξελισσόμενο προϊόν της ιστορίας». Άλλωστε, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι καθώς ο Χριστιανισμός «αναπτυσσόταν και προόδευε, είχε διαρκώς να αντιμετωπίσει νέες καταστάσεις και προβλήματα». Κορύφωμα αυτών προβλημάτων ήταν ο 3ος αιώνας, περίοδος συγκρούσεων και σχισμάτων «γύρω από την αντιμετώπιση εκείνων που είχαν λιποψυχήσει σε καιρούς διωγμών»[6].

Στον τρόπο που η χριστιανική πίστη αντιμετωπίστηκε από τους εθνικούς, ζήτημα ευρύ και ιδιαίτερα πολύπλοκο, κυρίαρχα θέματα της φιλονικίας δεν ήταν μόνο τα δογματικά αλλά και οι αντιλήψεις για το θείο, που δημιουργούσαν ανάμεσά τους μια «ψυχολογική διαχωριστική γραμμή». Η διαμάχη εμφανίστηκε σε πολλά κοινωνικά και πνευματικά επίπεδα, με ανθρώπους ιδιαίτερα μορφωμένους και καλλιεργημένους, όπως ο Ωριγένης από τη μερίδα των χριστιανών, ο Πορφύριος και ο Κέλσος από τη μερίδα των εθνικών. Σύμφωνα με τον E. R. Dodds, η σχέση χριστιανών και εθνικών πέρασε από τρεις καθοριστικές φάσεις. Στην πρώτη (2ος αιώνας), καμιά μερίδα, ούτε η παγανιστική ούτε η χριστιανική είχαν διαμορφωθεί ως ένα «κλειστό και ομοιογενές σύστημα». Από την πλευρά των εθνικών η ελληνική φιλοσοφία αναζητούσε τη σύνθεση, την οποία ολοκλήρωσε έναν αιώνα αργότερα ο Πλωτίνος. Από την πλευρά των χριστιανών «η ορθοδοξία δεν χωριζόταν από την αίρεση με σαφή όρια· ήταν εύκολο να γλιστρήσει κάποιος από τη μια στην άλλη, όπως ο Τάκιτος που προσχώρησε από την ορθοδοξία στον βολεντινιανισμό και ο Τερτυλλιανός που πέρασε στο μοντανισμό». Εδώ, σημαντική ήταν η συνεισφορά των Απολογητών Πατέρων προς τους μορφωμένους εθνικούς, για το άνοιγμα που έκαμαν προς αυτούς, ώστε να γνωρίσουν τη χριστιανική πίστη. Η δεύτερη φάση εκτείνεται από τις αρχές του 3ου αιώνα και φτάνει μέχρι τον διωγμό του Δεκίου το 249. Σ’ αυτή κυριαρχεί ο Ωριγένης και το έργο του Κατά Κέλσου. Για τη ρωμαϊκή αυτοκρατορία η περίοδος αυτή ήταν εποχή ανασφάλειας και αθλιότητας, ενώ για τον χριστιανισμό εποχή κάποιας ελευθερίας από το καθεστώς των διωγμών και, βέβαια, εποχή κάποιας αριθμητικής ανάπτυξης και εξέλιξης[7]. Αντίθετα η τρίτη φάση ήταν πολύ διαφορετική. Αρχίζει με το Δέκιο[8] και τελειώνει με το μεγάλο διωγμό του Διοκλητιανού το 311[9]. Ο Δέκιος, φανατικός διώκτης των χριστιανών, πίστευε ότι για την παρακμή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας κύρια ευθύνη έφερε η νέα πίστη του Χριστιανισμού. Ο διωγμός των χριστιανών επί Διοκλητιανού εξαπλώθηκε σ’ όλη την αυτοκρατορία, από τις πόλεις της Αρμενίας και Μεσοποταμίας μέχρι τη Λισσαβώνα και από την Αραβία, την Αίγυπτο, τη Βόρεια Αφρική μέχρι τα βρετανικά νησιά. Σ’ αυτήν την περίοδο ο Πορφύριος γύρω στα 270 γράφει το επιθετικότατο βιβλίο του Κατά Χριστιανών και ο Ιεροκλής την πραγματεία με τίτλο Οι εραστές της αλήθειας, όπου εκθειάζεται ο Απολλώνιος ο Τυανεύς ως αντίπαλος του Χριστού. Έτσι, δημιουργείται το κλίμα σκληρών διωγμών κατά των χριστιανών, χωρίς όμως να κλονίσουν τον σκληρό πυρήνα της νέας πίστης[10]. Στην περίπτωση αυτή σημαντικό είναι να τονιστεί το γεγονός πως η εξάπλωση και εδραίωση του Χριστιανισμού μέσα από αιματηρά μαρτύρια των πρώτων χριστιανών, για ένα διάστημα αρκετά μεγάλο – αυτό καλύπτει περίπου δυόμιση περίπου αιώνων (μέσα 1ου αιώνα –  Διάταγμα Μεδιολάνων 313)[11] – δεν ήταν μια αναπότρεπτη και σταδιακή διαδικασία. Θωρείται «αναπάντεχη» και «εντυπωσιακή» η εξάπλωση της Χριστιανικής Εκκλησίας γιατί έγινε υπολογίσιμη δύναμη κυρίως στις πόλεις της Μεσογείου. Αυτό πάνω απ’ όλα επήλθε γιατί ο Χριστιανισμός ριζικά διέφερε από τις άλλες ανατολικές λατρείας, μυστηριακού κυρίως χαρακτήρα. Παρόλο που αυτές παρείχαν ειδικές διδασκαλίες για τη σωτηρία των πιστών τους, ποτέ δεν ωφελήθηκαν από του διωγμούς των χριστιανών, κυρίως σ’ ότι αφορά την προσχώρηση πιστών. Η μεγαλύτερη πρόοδος που σημείωσαν οι χριστιανοί ήταν σε περιοχές της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας που θρησκευτικά ήταν ρευστές· σε αντίθεση με τις πόλεις της Μ. Ασίας όπου το χριστιανικό στοιχείο σχεδόν παρέμεινε ανέγγιχτο[12].

Γεγονός πάντως είναι ότι η θρησκευτική ιστορία της περιόδου των τριών πρώτων χριστιανικών αιώνων, όπως αυτή καταγράφεται στις πηγές, η σύγκρουση παγανισμού και Χριστιανισμού ταυτόχρονα εκδηλωνόταν στο εσωτερικό και των δύο. Γνωρίζουμε ότι περί τα μέσα του 2ου μ.Χ., αιώνα στο στρατόπεδο των παγανιστών δύο «προφήτες» ο Αλέξανδρος ο «Ψευδομάντης» και ο Μοντανός ο «Ψευδοπροφήτης», προσπαθούσαν να καταδείξουν τι ήταν αυτό που έλειπε από το θρησκευτικό περιβάλλον της εποχής τους. Ο Δημήτρης Κυρτάτας υποστηρίζει πως ενώ ο «κόσμος της αρχαιότητας εισερχόταν στην τελική του φάση, αυτήν που συνηθίζουμε να αποκαλούμε ύστερη, υπήρχαν πολλοί άνθρωποι που επιθυμούσαν να δουν ένα θεό να γεννιέται ή ένα θεό να κατεβαίνει στη, όπως ακριβώς είχαν δει, σύμφωνα με τους ισχυρισμού τους, οι πρόγονοί τους». Στο αντίπαλο στρατόπεδο, του Χριστιανισμού, η «εσωτερική κρίση» ήταν πιο ορατή. Ενώ ο Μοντανός με τις προφητείες γοήτευε το ποίμνιό του, τα μέλη των χριστιανικών κοινοτήτων, χάρη στο απαράμιλλο σθένος των ηγετών τους, ανήκαν σε «καλά οργανωμένες θρησκευτικές ομάδες της αυτοκρατορίας. Διέθεταν ένα συγκροτημένο ιερατείο με ισχυρούς επισκόπους σε κάθε πόλη, και ένα δίκτυο επαφών που επεκτεινόταν σε ολόκληρη της Μεσόγειο». Κι αυτό οφείλονταν στο γεγονός ότι διέθεταν «ένα σαφώς προσδιορισμένο και κλειστό κανόνα ιερών γραφών»[13]. Η  εξέγερση που ακολούθησε εναντίον των μοντανιστών από τους ηγέτες των χριστιανών, έγινε όχι γιατί είχε τεθεί σε αμφισβήτηση η διδασκαλία της χριστιανικής Εκκλησίας, αλλά η δομή και η οργάνωσή της.

[1] PETΕΡ ΒΡΟWΝ, (2001), Η δημιουργία της Ύστερης Αρχαιότητας, μτφρ. Θεοδόσης Νικολαΐδης, Αθήνα: Εστία, σ. 21.

[2] ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΚΥΡΤΑΤΑΣ, (2003), Κατακτώντας την Αρχαιότητα. Ιστοριογραφικές διαδρομές, Αθήνα: Πόλις, σσ. 189-202.

[3] M. L. CLARKE, (2004), Το ρωμαϊκό πνεύμα. Ιστορία της ρωμαϊκής σκέψης από τον Κικέρωνα ως τον Μάρκο Αυρήλιο, μτφρ. Πολυξένη Δημητριάδου – Λεωνίδας Τρομάρας, Θεσσαλονίκη: University Studio Press, σσ. 139-154. PETER GARNSEY & RICHARD SALLER, (1999), Η Ρωμαιϊκή Αυτοκρατορία. Οικονομία, κοινωνία και πολιτισμός, μτφρ. Β. Αναστασιάδης, Ηράκλειο: Πανεπιστημιακές Εκδόσεις Κρήτης, σσ. 227-246.

[4] Η νεότερη ιστορική έρευνα θεωρεί ότι η χρήση του όρου παγανισμός σ’ ότι αφορά τη θρησκευτικότητα της Ύστερης Αρχαιότητας δεν είναι δόκιμη. Τα επιχειρήματα που χρησιμοποιούνται είναι δύο. Πρώτον, ο παγανισμός εάν δεν ήταν τόσο θρησκεία με όλες τις πρακτικές που συνθέτουν ένα θρησκευτικό φαινόμενο, τότε υπάρχει ο κίνδυνος θεώρησής του ως μιας παραπλανητικής και μονολιθικής εικόνας της ειδωλολατρίας. Και δεύτερον, επειδή ο όρος χρησιμοποιήθηκε ευρύτατα από τους ίδιους τους χριστιανούς, η λατινική λέξη paganus που σημαίνει χωρικός και πολίτης, ενίσχυσε την αντίληψη ότι η ειδωλολατρία ήταν ιδιαιτέρως ισχυρή στην ύπαιθρο, σε αντίθεση με τις πόλεις όπου ο Χριστιανισμός είχε μεγαλύτερη απήχηση. Ως εναλλακτικός όρος προτείνεται ο πολυθεϊσμός, όρος που καλύπτει τις παραπάνω ενστάσεις. Βλ. Α. ΝΤΑΓΚ ΛΗ, (2000), Παγανιστές και Χριστιανοί στην Ύστερη Αρχαιότητα. Ένα ανθολόγιο πηγών, μτφρ. Χαρίκλεια Τσαλιγοπούλου, Αθήνα: Ενάλιος, σσ. 47-48.

[5] PETΕΡ ΒΡΟWΝ, (2001), Η δημιουργία της Ύστερης Αρχαιότητας, σσ. 29 κ.ε.

[6] ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΚΥΡΤΑΤΑΣ, (1992), Επίκρισις. Η κοινωνική δομή των χριστιανικών κοινοτήτων από τον πρώτο έως τον τρίτο αιώνα, Αθήνα: Εστία, σσ. 159-160.

[7] Χαρακτηριστική είναι η περίπτωση του Κόμμοδου (180-192), ενός κακού αυτοκράτορα, του οποίου η στάση έναντι των χριστιανών εικάζεται ότι ήταν εξαιρετικά ήπια. Την πληροφορία διασώζει ο Ευσέβιος στην Εκκλησιαστική Ιστορία του. Σ’ αυτό τον επηρέαζε η ευνοούμενη παλλακίδα Μαρκία, που ήταν χριστιανή. Βλ. ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ι. ΚΥΡΤΑΤΑΣ, (1999), «Η παλλακίδα, η τροφός και η βασιλομήτωρ», στο: Απόκρυφες ιστορίες. Μύθοι και θρύλοι από τον κόσμο των πρώτων χριστιανών, Αθήνα: Άγρα, σσ.129-138.

[8] Σημαντικά είναι εδώ όσα γράφει ο ΑΠΟΣΤΟΛΟΣ ΓΛΑΒΙΝΑΣ, (1992), Οι διωγμοί κατά της Εκκλησίας στην προκωνσταντίνεια εποχή, Κατερίνη: Τέρτιος, σσ. 161-181.

[9] Αυτόθι, σσ. 213-234.

[10] Και τις τρείς φάσεις αναλύει ο E. R. Dodds, (1995), Εθνικοί και Χριστιανοί σε μια εποχή αγωνίας. Όψεις της θρησκευτικής εμπειρίας από τον Μάρκο Αυρήλιο ως τον Μ. Κωνσταντίνο, μτφρ. Κώστας Αντύπας, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, σσ. 161-211. Για την περίοδο των διωγμών σημαντικό είναι και το βιβλίο του C. E. M. DE STE. CROIX, (2005), Ο Χριστιανισμός και η Ρώμη. Διωγμοί, αιρέσεις και ήθη, μτφρ. Ιωάννα Κράλλη, επιλογή κειμένων – επιμέλεια – πρόλογος Δημήτρης Ι. Κυρτάτα, Αθήνα: Μορφωτικό Ίδρυμα Εθνικής Τραπέζης. Μολονότι το εν λόγω βιβλίο, σ’ ότι αφορά το ζήτημα της ιδιοκτησίας και της δουλείας δέχθηκε σφοδρότατες επικρίσεις, φρονώ ότι παρά τα όποια λάθη του συγγραφέα, παραμένει έργο αναφοράς. Θεώρησή του βλ. ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΚΥΡΤΑΤΑΣ, (2003), Κατακτώντας την Αρχαιότητα, σσ. 169-187.

[11] ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ Ν. ΜΟΣΧΟΣ, (2008), Συνοπτική Ιστορία της Χριστιανικής Εκκλησίας. Η πρώτη χιλιετία, τ. Α΄, Αθήνα: Ακρίτας, σσ. 53-56.

[12] PETER BROWN, (1998), Ο κόσμος της Ύστερης Αρχαιότητας 150-750 μ.Χ., μτφρ. Ελένη Σταμπόγλη, Αθήνα: Αλεξάνδρεια, σ. 71.

[13] ΔΗΜΗΤΡΗΣ Ι. ΚΥΡΤΑΤΑΣ, (επιμέλεια), (2001), Λουκιανός: Αλέξανδρος ή ο Ψευδομάντης. Μοντανός ο Ψευδοπροφήτης, εισαγωγή Δ. Ι. Κυρτάτας – P. E. Dauzat, Αθήνα: Άγρα, σσ. 39-40.

Ακριβός ποιητικός λόγος: σύνδεση με το χώρο του επέκεινα

ΑΝΔΡΕΑΣ ΠΟΛΥΚΑΡΠΟΥ, (2016), Απρόσωπα Φαγιούμ, Αθήνα: Βακχικόν.

Αποτέλεσμα εικόνας για απρόσωπα φαγιούμ

ΘΕΟΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΟΠΟΥΛΟΣ, Κοινωνικά, σιβυλλικά κι αλληγορικά

ΔΙΩΝΗ ΔΗΜΗΤΡΙΑΔΟΥ, Για τα Απρόσωπα Φαγιούμ του Αντρέα Πολυκάρπου

Η αδιαφορία και το μίσος

Του ΖΑΝ ΜΠΟΝΤΡΙΓΙΑΡ / Μετάφραση ΑΓΓΕΛΟΣ ΜΟΥΤΑΦΙΔΗΣ

Άλλοτε είχαμε αντικείμενα στα οποία μπορούσαμε να πιστεύουμε, αντικείμενα πίστης. Αυτά έχουν τώρα πια εξαφανιστεί. Όμως, είχαμε επίσης αντικείμενα στα οποία δεν πιστεύαμε –λειτουργία εξίσου ζωτική με την πρώτη. Αντικείμενα μεταβατικά, ειρωνικά κατά κάποιον τρόπο, αντικείμενα της αδιαφορίας μας, αλλά, παρόλα αυτά, αντικείμενα. Οι ιδεολογίες έπαιζαν αρκετά καλά αυτόν τον ρόλο. Κι αυτές έχουν εξαφανιστεί. Και δεν επιζούμε πλέον παρά μέσω ενός συλλογικού αντανακλαστικού ευπιστίας που συνίσταται όχι μόνο στο να απορροφούμε ό,τι κυκλοφορεί στον αστερισμό της πληροφορίας, αλλά και στο να πιστεύουμε στην αρχή (principe) και την υπερβατικότητα της πληροφορίας. Παραμένοντας, ωστόσο, βαθιά δύσπιστοι και εχθρικοί απέναντι σε αυτό το είδος αντανακλαστικής συναίνεσης. Όπως οι δούλοι δεν πίστεψαν ποτέ ότι ήταν δούλοι θεϊκώ δικαίω, έτσι κι εμείς δεν πιστεύουμε στην πληροφορία θεϊκώ δικαίω, αλλά κάνουμε σαν να ήταν έτσι. Πίσω απ’ αυτή τη βιτρίνα αναπτύσσεται μια αρχή γιγαντιαίας δυσπιστίας, μυστικής αποσύνδεσης και άρνησης κάθε κοινωνικού δεσμού.

Διαβάστε εδώ τη συνέχεια του άρθρου: ανθρώπινο / τχ. 5ο