ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΣ ΠΑΠΑΔΙΑΜΑΝΤΗΣ, Ο έρωτας στα χιόνια

Του ΑΘΑΝΑΣΙΟΥ Ι.ΚΑΛΑΜΑΤΑ

Μέρες του αγίου Δωδεκαημέρου που ακόμη μια χρονιά φτάνει στο τέλος του, έπιασα να διαβάσω ξανά Παπαδιαμάντη. Επέλεξα ένα σύντομο διήγημά του: Ο έρωτας στα χιόνια.  Δεν ανέτρεξα σε κάποιον τόμο των Απάντων του, αυτών που με κόπο ψυχής κάποτε ο Γιώργος Βαλέτας και χρόνια αργότερα ο Ν. Δ. Τριανταφυλλόπουλος έχουν εκδώσει – όπως κάμω πάντοτε. Ανέτρεξα στο μεταφρασμένο κείμενο του διηγήματος από τον Μένη Κουμανταρέα, το οποίο αναδημοσιεύει στο έργο του: Η μέρα για τα γραπτά κι η νύχτα για το σώμα, εκδ. Κέδρος, Αθήνα 1999, σσ. 399-408. Παρότι αυτή η μετάφραση, όταν πρωτοδημοσιεύθηκε στην εφ. Το Βήμα, προκάλεσε «χιονοστιβάδα αντιδράσεων», ομολογώ ότι ακόμη μία φορά μου αποκάλυψε το μεγαλείο της γραφής κυρ Αλέξανδρου.

«Φανταζόταν αμυδρά μια εικόνα, μια οπτασία, ένα όνειρο ξυπνητό. Λες και το χιόνι μπορούσε να ισοπεδώσει και ν’ ασπρίσει τα πάντα, όλες τις αμαρτίες, όλα τα περασμένα: Το καράβι, τη θάλασσα, τα ψηλά καπέλα, τα ρολόγια, τις αλυσίδες τις χρυσές και τις αλυσίδες τις σιδερένιες, τις πόρνες της Μασσαλίας, την ασωτία, τη δυστυχία, τα ναυάγια, να τα σκεπάσει όλα, να τα εξαγνίσει, να τα σαβανώσει, για να μην παρουσιαστούν όλα γυμνά και ξετραχηλισμένα, σα να ‘βγαιναν μέσα από όργια και ξεδιάντροπους χορούς, στα μάτια του Κριτού, του Παλαιού Ημερών, του Τρισαγίου. Ν’ ασπρίσει και να σαβανώσει το δρομάκι το μακρύ και το στενό με την κατεβασιά του και με τη δυσωδία του, και το σπιτάκι το παλιό κι έτοιμο να καταρρεύσει, και τον επενδυτή του τον λερό και τον κουρελιασμένο: Να σαβανώσει και να σκεπάσει τη γειτόνισσα την πολυλογού και ψεύτρα, και τον χειρόμηλό της και τις ευγένειές της, την ψευτοπολιτική της, τη φλυαρία της και τα γυαλοκοπήματά της, το βερνίκωμα και τα κοκκινάδια της, και το χαμόγελό της και τον άντρα της, τα παιδιά της και το γαϊδουράκι της: Όλα μα όλα να τα σκεπάσει και να τ’ ασπρίσει, να τα εξαγιάσει!», (σ. 406).

Αποκαλυπτικός ο Γιώργος Χειμώνας, με θεολογικά θα ‘λεγα κριτήρια: (από το 47:00 μέχρι 48:00).