Η ιστορία ενός μήνα: Ο Φεβρουάριος

children-painting-49

  Το όνομα του (κοινώς Φλεβάρης) προέρχεται από τη λατινική λέξη februare (=εξαγνίζω), που σημαίνει καθαρτήρια γιορτή, γιατί κατά την διάρκεια  του γίνονταν στη Ρώμη γιορτές θρησκευτικού καθαρμού και εξαγνισμού. Επίσης λέγεται Φλιάρης, Κουτσουφλέβαρος ή Κουτσός, Κούντουρος ή Κούτσουρος (δηλ. με κομμένη την ουρά, Πόντος), Κουτσούκης ή Μικρός (Κύπρος) και Κλαδευτής. Από το 46 π.Χ. οπότε καθιερώθηκε το Ιουλιανό ημερολόγιο, οι ημέρες του μήνα αυτού, από 30  περιορίστηκαν σε 29, ενώ κατά την εποχή του Αυγούστου μειώθηκαν κατά μια ακόμη ημέρα, η οποία προστέθηκε στο μήνα Αύγουστο, για να τιμηθεί ο αυτοκράτορας. Για να συντονιστεί το ημερολόγιο των 365 ημερών προς το  ηλιακό έτος, καθιερώθηκε η αύξηση των ημερών του Φεβρουαρίου κατά μια, κάθε 4 χρόνια. Τότε λέμε πως η χρονιά είναι δίσεκτη. Το δίσεκτο έτος, θεωρείται από το λαό μας κακότυχο, γι’ αυτό δεν πρέπει να φυτεύουν αμπέλια οιγεωργοί ούτε να γίνονται γάμοι ούτε να χτίζονται σπίτια.
ΕΡΓΑΣΙΕΣ:
                Φυτεύουν πατάτες.
                Προετοιμάζουν τα χωράφια για να σπείρουν ανοιξιάτικα σιτηρά & ενισχύουν τα φθινοπωρινά, λιπαίνοντάς τα.
                Κλαδεύουν αμπέλια & δέντρα.
                Καθαρισμός μαντριών.
                Συντήρηση κοπριάς σε λάκκους.
                Σβάρνισμα χωραφιών.
ΕΘΙΜΑ-ΠΡΟΛΗΨΕΙΣ:
                ΜΕΤΑΜΦΙΕΣΕΙΣ. Το πιο χαρακτηριστικό στοιχείο της αποκριάς.
ΜΠΟΥΛΕΣ & ΓΕΝΙΤΣΑΡΟΙ (Νάουσα): Ένα έθιμο με βαθιές ρίζες, που στο πέρασμα της μακραίωνης ιστορίας του ενσωμάτωσε στοιχεία της τοπικής παράδοσης και των ηρωικών αγώνων.

Πρώτη μαρτυρία για το δρώμενο έχουμε το 1706, αντί μνημόσυνου για το παιδομάζωμα της προηγούμενης χρονιάς. Την μεγαλύτερη ακμή του γνώρισε στα τέλη του 19ου και τις αρχές του 20ου αιώνα και φθάνει αναλλοίωτο μέχρι τις μέρες μας.
Οι άνδρες συνηθίζουν να μεταμφιέζονται σε Γενίτσαρους και Μπούλες. Μπούλες ντύνονται οι λεπτοκαμωμένοι, ενώ Γενίτσαροι οι γεροδεμένοι. Η Μπούλα φορεί την τοπική γυναικεία νυφική φορεσιά και στολίζει το κεφάλι της με λευκό πέπλο, χρωματιστές κορδέλες και πολλά χάρτινα λουλούδια. Ο Γενίτσαρος φορεί φουστανέλα, τσαρούχια, μάλλινες μακριές κάλτσες και γιλέκο. Στολίζει το στήθος και την πλάτη του με πολλά νομίσματα και τη φουστανέλα του με πολλές αλυσίδες. Όταν περπατά, κουνάει το σώμα του και χοροπηδάει, για να κουδουνίζουν όσα φορεί. Στο κεφάλι, στη μέση και στο χέρι του δένει από ένα μαντίλι, ενώ στο λαιμό κρεμά σταυρό και αλυσίδα με φυλακτό. Η Μπούλα κι ο Γενίτσαρος φορούν στο πρόσωπο κέρινες μάσκες. Μαζεύονται παρέες-παρέες και κατεβαίνουν στην πλατεία της πόλης χορεύοντας.
Οι κάτοικοι της Νάουσας λένε, ότι στα χρόνια της τουρκοκρατίας, οι αρματολοί έβρισκαν στις Απόκριες την ευκαιρία να έλθουν στην πόλη μασκαρεμένοι και να γλεντήσουν με τους συγγενείς και τους φίλους τους, χωρίς να φοβούνται ότι θα τους αναγνωρίσουν οι Τούρκοι.

ΟΙ «ΦΑΝΟΙ ΤΗΣ ΚΟΖΑΝΗΣ». Ένα διονυσιακό έθιμο, που αναβιώνει την Αποκριά στηνΚοζάνη είναι ο Φανός. Η παράδοση θέλει με το άναμμα του φανού το βράδυ της Μεγάλης Αποκριάς να ξεκινούν τραγούδια, τα οποία εξιστορούν τα κατορθώματα των κλεφτών, αλλά και τον έρωτα. Τα τραγούδια ονομάζονται ξενίντραπα, μασκαραλίτκα ή νοικοκυρίσια κι έχουν σατιρικό χαρακτήρα και έντονες φαλλικές αναφορές. Στο έθιμο συμμετέχει όλη η Κοζάνη, ανάβουν συνολικά δεκατρείς φανοί, ένας σε κάθε γειτονιά της Κοζάνης.
Φωτιές που στήνονται στις γειτονιές ως είδος βωμού. Κάθε γειτονιά προσπαθεί να παρουσιάσει όχι μόνο τον ωραιότερο φανό, αλλά και τους πιο καλούς τραγουδιστές, που να έχουν θέση ξεχωριστή στην τοπική κοινωνία.
ΧΑΣΚΑΣ ή ΧΑΣΚΑΡΗΣ ή ΧΑΨΑΡΟΣ ή ΧΑΨΑΛΟΣ (Πανελλήνιο). Το πιο διασκεδαστικό έθιμο. Ένα παιχνίδι με αβγό καθαρισμένο, σπανιότερα ακαθάριστο. Έδεναν το αβγό με μια κλωστή από το ταβάνι και κάποιος το στριφογύριζε. Όποιος το έπιανε με το στόμα ήταν ο τυχερός. Αλλού το αβγό το έδεναν με κλωστή σ’ ένα μακρύ ξύλο που το κουνούσε ο νοικοκύρης. Αλλού πάλι προσπαθούσαν να το πιάσουν τα παιδιά με το στόμα, γονατιστά και με τα χέρια δεμένα.

ΤΟΥ ΚΟΥΤΡΟΥΛΗ Ο ΓΑΜΟΣ (Μεθώνη). Ανάμνηση πραγματικού γάμου, που έγινε στην πόλη αυτή πριν από αιώνες. Γαμπρός ήταν ο «καβαλάριος κυρ Ιωάννης ο Κουτρούλης», ο οποίος, ύστερα από πολλών χρόνων αναμονή και υπομονή, γιατί αντιδρούσε η εκκλησία, παντρεύτηκε την γυναίκα που αγαπούσε. Ο γάμος μεταβλήθηκε σε χαρούμενο πανηγύρι και πραγματικά έγινε παροιμιώδης.

ΚΑΛΟ ΜΗΝΑ!!!

Δημοσιεύθηκε στην λαογραφία. Αποθηκεύστε τον μόνιμο σύνδεσμο.

Αφήστε μια απάντηση