Συγχαρητήρια στους μαθητές και τις μαθήτριες της Ε΄ και ΣΤ΄ τάξης για τη συμμετοχή τους στον μαθητικό διαγωνισμό συγγραφής παραμυθιού!
Με ιδιαίτερη χαρά συγχαίρουμε τους μαθητές και τις μαθήτριες της Ε΄ και ΣΤ΄ τάξης για τη συμμετοχή τους στον μαθητικό διαγωνισμό συγγραφής παραμυθιού με θέμα «Ο δράκος που “έφαγε” τη Δευτέρα».
Τα παιδιά συνεργάστηκαν δημιουργικά, αξιοποίησαν τη φαντασία τους και συνέθεσαν ένα πρωτότυπο παραμύθι γεμάτο περιπέτεια, ανατροπές και όμορφα μηνύματα για τη φιλία, τη συνεργασία και τη δύναμη της επικοινωνίας.
Για τη συμμετοχή και την αξιέπαινη προσπάθειά τους απονεμήθηκαν Έπαινοι σε όλους τους μαθητές και τις μαθήτριες που συμμετείχαν στον διαγωνισμό.
Παρακάτω παρουσιάζουμε το παραμύθι «Ο δράκος που “έφαγε” τη Δευτέρα», καθώς και τις όμορφες ζωγραφιές που δημιούργησαν οι μαθητές και οι μαθήτριές μας, αποτυπώνοντας με χρώμα και φαντασία τους ήρωες και τις σκηνές της ιστορίας.
Θερμά συγχαρητήρια σε όλα τα παιδιά για την εξαιρετική τους προσπάθεια και ευχόμαστε να συνεχίσουν να δημιουργούν, να ονειρεύονται και να αγαπούν το βιβλίο και τη λογοτεχνία!
Σας καλούμε να γνωρίσετε τους ήρωες και τις περιπέτειες του παραμυθιού που δημιούργησαν οι μαθητές και οι μαθήτριές μας.
∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴
Ο δράκος που “έφαγε” τη Δευτέρα
Μια φορά κι έναν καιρό, σε ένα μακρινό χωριό, κυκλοφορούσε ένας θρύλος για έναν δράκο που κατοικούσε μέσα στο δάσος. Ζούσε άραγε αυτός ο δράκος; Μόνο τα παιδιά πίστευαν πως υπήρχε πραγματικά, αλλά δεν το φανέρωναν στους μεγάλους, γιατί εκείνοι τα αποθάρρυναν.
Κάθε μέρα μετά το σχολείο, μια παρέα επτά παιδιών πήγαινε στο κρυφό της καταφύγιο στο δάσος. Εκεί είχαν συγκεντρώσει και τον απαραίτητο εξοπλισμό για τις εξερευνήσεις τους. Συζητούσαν για το πώς θα φτάσουν πιο κοντά στον δράκο. Ο θρύλος έλεγε ότι ζούσε σε μια σπηλιά πάνω στο βουνό.
Τα παιδιά, λοιπόν, ξεκίνησαν τη διαδρομή τους. Σύντομα κατάλαβαν πως κάποιος έλειπε από την παρέα: ήταν η Βέρα. Ανησύχησαν και άρχισαν να την αναζητούν. Χωρίστηκαν σε δύο ομάδες. Από τη μία ήταν η Αλίκη (η Τρίτη), η Τέτα (η Τετάρτη) και η Πέπη (η Πέμπτη). Από την άλλη, η Βιβή (η Παρασκευή), ο Σάββας (το Σάββατο) και η Κική (η Κυριακή).
Η πρώτη ομάδα σκέφτηκε να ανέβει πιο ψηλά στον λόφο για να παρατηρεί καλύτερα, ενώ η δεύτερη κατευθύνθηκε προς το δάσος. Η ώρα ήταν τρεις το μεσημέρι και ο ήλιος φώτιζε το βουνό. Η Αλίκη πρότεινε να ανέβουν ακόμη ψηλότερα, κι έτσι έδεσαν τα σχοινιά γύρω από τη μέση τους και ξεκίνησαν την αναρρίχηση. Σε λίγο έφτασαν στην είσοδο μιας σπηλιάς.
Στο μεταξύ, τα παιδιά της δεύτερης ομάδας έψαχναν γύρω από το καταφύγιο. Πέρασαν χωράφια και μικρά ρυάκια, ώσπου βρέθηκαν μπροστά σε μια καλύβα χτισμένη στην κουφάλα ενός δέντρου. Βρήκαν την πόρτα μισάνοιχτη και μπήκαν μέσα.
Δεν ήταν ένα συνηθισμένο σπίτι. Το πρώτο πράγμα που αντίκρισαν ήταν ένα τεράστιο καζάνι στη μέση της κουζίνας. Γύρω υπήρχαν κρεμασμένες κουτάλες, βότανα και πάνω στα ράφια μικρές γυάλες με φίλτρα.
Ξαφνικά άκουσαν βήματα πίσω τους και έτρεξαν να κρυφτούν. Η Βιβή κρύφτηκε πίσω από την κουρτίνα, ο Σάββας πίσω από τον καναπέ και η Κική κάτω από το κρεβάτι. Μια αντρική φιγούρα πέρασε το κατώφλι. Ήταν ένας μάγος του δάσους.
Ξαφνικά, ο Σάββας τρόμαξε από ένα ποντικάκι που πετάχτηκε από κάτω του και βγήκε από την κρυψώνα του. Ο μάγος αιφνιδιάστηκε. Πώς βρέθηκε αυτό το παιδί στο σπίτι του; Τότε εμφανίστηκαν και τα υπόλοιπα παιδιά. Συστήθηκαν και ζήτησαν συγγνώμη. Έπειτα του ζήτησαν βοήθεια.
Ο μάγος άκουσε την ιστορία τους και δέχτηκε να βοηθήσει. Τους έφτιαξε δύο φίλτρα: το ένα είχε υπνωτική δράση και το άλλο έδινε στα ζώα τη δυνατότητα να μιλούν με ανθρώπινη φωνή. Πριν φύγουν, κοίταξε τη γυάλινη σφαίρα του και είδε πως ο δράκος κοιμόταν βαθιά στη σπηλιά του.
Τα παιδιά τον ευχαρίστησαν και έφυγαν. Βγαίνοντας στο δάσος, πρόσεξαν ένα έντονο φως ψηλά στο βουνό. Ήταν οι φίλοι τους που τους ειδοποιούσαν με έναν καθρέφτη. Σφύριξαν συνθηματικά και ξεκίνησαν για το βουνό.
Η πρώτη ομάδα ανησυχούσε πολύ για τη Βέρα, τη Δευτέρα. Σκέφτονταν πως έπρεπε να βρεθεί πάση θυσία, γιατί αν έλειπε η Δευτέρα, η εβδομάδα θα ήταν τελείως διαφορετική.
Η εβδομάδα θα περνούσε πιο γρήγορα και για κάποιους σίγουρα ευχάριστα, μιας και μετά το Σαββατοκύριακο δε θα χρειαζόταν να ξυπνάμε τόσο νωρίς το πρωί για το σχολείο. Ωστόσο για κάποιους άλλους θα περνούσε βαρετά. Μέσα σε λίγη ώρα, τα παιδιά συναντήθηκαν μπροστά στη σπηλιά. Η ώρα είχε περάσει και είχε κρύο, ακούγονταν τα κελαηδίσματα των πουλιών και το σφύριγμα του ανέμου. Τότε, η Τέτα, η Τετάρτη πρόσεξε κάποιες μεγάλες, ασυνήθιστες πατημασιές. Τα παιδιά κοιτάχτηκαν μεταξύ τους. όλοι κατάλαβαν πως εκεί ζούσε ο θρυλικός δράκος.
Ο Σάββας πρότεινε να μπει πρώτος, λάτρευε τις περιπέτειες. Με τον φακό στο χέρι, προχωρούσε προς το εσωτερικό της σπηλιά αργά αργά και προσεκτικά. Ξαφνικά ένα σμήνος από νυχτερίδες πετάχτηκε μπροστά του. και μια μυρωδιά ψητού ψαριού γέμισε τον αέρα. Την ακολούθησε.
Τα υπόλοιπα παιδιά τον ακολούθησαν. Κρατούσαν τα φίλτρα και ένιωθαν πιο ασφαλή.
Ο Σάββας, το Σάββατο βρήκε τη Βέρα, τη Δευτέρα να μαγειρεύει.
-Τι κάνεις εδώ; Σε ψάχνουμε παντού.
-Χάθηκα στη διαδρομή και όταν βρήκα αυτή τη σπηλιά σκέφτηκα να μπω μέσα, για να μη κρυώνω. Εδώ γνώρισα τον δράκο του θρύλου, για τον οποίο είχαμε ακούσει και πιάσαμε την κουβέντα. -Και πού είναι τώρα;
-Βγήκε να μαζέψει λαχανικά για τη σαλάτα.
-Νομίζαμε πως σε είχε φάει ζωντανή!
-Μα τι είναι αυτά που λες; Είναι πολύ φιλικός. Έμεινα μαζί του για να τον βοηθήσω με το φαγητό.
Μετά από λίγο έφτασαν και τα υπόλοιπα κορίτσια. Αγκάλιασαν τη Βέρα, τη Δευτέρα και έκλαψαν από χαρά που αυτή ήταν ζωντανή. Τότε της έδωσαν ένα από τα δύο μαγικά φίλτρα. Της εξήγησαν πως με αυτό θα μπορούσε να κάνει τον δράκο να μιλήσει με ανθρώπινη φωνή. Εκείνη ενθουσιάστηκε και το έβαλε κατευθείαν μέσα στο φαγητό.
Ένας τρομακτικός βρυχηθμός ακούστηκε και όλοι κατάλαβαν πως ο δράκος ερχόταν. Κρύφτηκαν μέσα στις εσοχές της σπηλιάς, εκτός από τη Βέρα, τη Δευτέρα. Ο δράκος πεινασμένος καθώς ήταν, έκατσε αμέσως στο τραπέζι. Η Βέρα, η Δευτέρα, σερβίρισε το φαγητό και περίμενε να δει τι θα συμβεί. Λίγα δευτερόλεπτα αφότου ο δράκος καταβρόχθισε την πρώτη μπουκιά, άρχισε να μιλά με ανθρώπινη λαλιά. Η Βέρα, η Δευτέρα, του αποκάλυψε πως χάρη στους φίλους της, απέκτησε αυτή την ιδιότητα. Άρεσε και στους δυο που μπορούσαν να επικοινωνήσουν και να συνεννοηθούν. Τα παιδιά βγήκαν από τις κρυψώνες τους και ο δράκος τούς ευχαρίστησε με ένα πλούσιο γεύμα. Λίγο πριν πέσει ο ήλιος, ανέβασε και τα επτά παιδιά πάνω τη ράχη του και πετώντας τούς γύρισε πίσω στο χωριό. Από δω και στο εξής ο δράκος μπορούσε να μιλάει με ανθρώπινη λαλιά και να συνεννοείται με τους ανθρώπους. Το δεύτερο φίλτρο δε χρειάστηκε ποτέ και τα παιδιά αποφάσισαν να το ρίξουν στο ποτάμι. Η Δευτέρα ευτυχώς δε χάθηκε και, όπως λεν στα παραμύθια, ζήσαν αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴∴








































