Καλησπέρα σας , φίλες και φίλοι και Χρόνια πολλά!!!
Είμαστε στην ευχάριστη θέση να ανοίξουμε το εορταστικό τετραήμερο των φετινών Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς του οποίου μέντορας και διοργανωτής είναι ο Κορίνθιος Σκηνοθέτης : Βασίλης Ξύδης.
Λέγομαι :Χαρά Πανάγου και διδάσκω στο 2ο Λύκειο και 1ο Γυμνάσιο Κορίνθου.
Μαζί με αγαπημένους μου μαθητές θα προσπαθήσουμε να βρεθούμε στον πλουμιστό χώρο του Ελληνικού Παραμυθιού.
Λοιπόν :Κόκκινη κλωστή δεμένη, στην ανέμη τυλιγμένη, δώσ’ της κλότσο να γυρίσει παραμύθι ν’ αρχινήσει…
Κατ’ αρχάς ας δούμε τι σημαίνει ΠΑΡΑΜΥΘΙ.
Υπό την ακριβή έννοιά του το παραμύθι είναι μια σύντομη ή λαϊκή ιστορία που ενσωματώνει το έθος,(δηλαδή τη συνήθεια) .Είναι συγγενές του μύθου αλλά πρόκειται για μια επινόηση, μια μυθιστοριογραφία, μια φαντασιακή αφήγηση που κάνει μεταφορική χρήση κάποιου ζώου ως κεντρικό χαρακτήρα του ή εισάγει στερεότυπους χαρακτήρες, όπως ο κατεργάρης. Προσωποποιεί και εξατομικεύει διαφορετικά στοιχεία πέρα από τη λογική του χώρου και του χρόνου και επεκτείνεται αδιάκριτα από τον οργανικό στον ανόργανο κόσμο από τον άνθρωπο και τα ζώα στα δέντρα, τα λουλούδια, τις πέτρες, τα ρεύματα και τους ανέμους.
Η λέξη παραμύθι είναι τόσο μακρινή όσο και η ιστορία μας. Τη συναντάμε στο ομηρικό ρήμα «παραμυθέομαι» με στη σημασία του συμβουλεύω, ενώ στον Ηρόδοτο και τον Πλάτωνα εμφανίζεται με την έννοια του παρηγορώ.
Το παραμύθι έχει αναπτυχθεί ομόλογα σε όλους τους λαούς και πολιτισμούς και αντιπροσωπεύει τη λαϊκή πεζογραφία.. Όλοι μας, μικροί και μεγάλοι είτε από τη θέση του ακροατή, είτε από τη θέση του αναγνώστη, έχουμε έρθει σε επαφή με τα παραμύθια. Άλλοτε έχουμε κλάψει, άλλοτε συγκινηθεί, έχουμε θυμώσει, φοβηθεί αλλά κυρίως έχουμε μαγευτεί και γοητευτεί με τις ιστορίες τους και τις περιπέτειες των ηρώων τους
1.2 Ιστορική αναδρομή
Το ελληνικό παραμύθι κουβαλάει μεγάλη ιστορία. Η ιστορία του Αιγαιακού ανθρώπου θεοποιείται και οι θεοί εξανθρωπίζονται. Με την ακολουθία Ιστορία – Μύθος – Αρχέτυπο – Σύμβολο, την επανάληψή τους, τη φαντασία, την τέχνη, η επική παράδοση θα γίνει αφήγηση. Το ιστορικό και θρησκευτικό μυθιστόρημα με τη σειρά του θα μετουσιωθεί σε αφηγηματικό μύθο.. Αυτά που θα θεωρήσουμε προγόνους και συγγενείς του παραμυθιού από τα αρχαία χρόνια είναι: το σατιρικό δράμα, το μιμικό θέατρο, η όρχηση και η μίμηση. Τα παραμύθια δεν ήταν απλώς ένας τρόπος ψυχαγωγίας για μικρούς και μεγάλους. Ασχολήθηκαν πιο βαθιά με αυτό παρά πολλοί αξιόλογοι μελετητές. Δυο από αυτούς ήταν ο Γεώργιος Μέγας και ο Γιώργος Ιωάννου, που έδωσαν βάση στα παραμύθια κυρίως τα ελληνικά. Ας δούμε λοιπόν μέσα απ’ αυτούς τον παππού Παραμυθά
Αίσωπο: Η γέννησή του τοποθετείται τον 7ο αιώνα π. Χ., η δράση του όμως τον 6ο αιώνα π. Χ. .Ο Αίσωπος γεννήθηκε κατά πάσα πιθανότητα, από οικογένεια δούλων, το 625 π.Χ., στο Αμόριο της Φρυγίας, ήταν δούλος του φιλόσοφου Ιάδμονα, έζησε στη Σάμο, ταξίδεψε στην Αίγυπτο και την Ανατολή και πέθανε στους Δελφούς, όπου είχε σταλεί από το βασιλιά Κροίσο γα να λάβει χρησμό του μαντείου το 560 π.Χ. Κατηγορήθηκε για ιεροσυλία και καταδικάστηκε σε θάνατο από ιεροδικαστές. . Παρ’ ότι όσο ζούσε ήταν δούλος, οι Αθηναίοι του στήσανε αργότερα ανδριάντα, για να δείξουν έτσι ότι κάθε άνθρωπος αξίας, πρέπει, ανεξάρτητα από τη καταγωγή του να τιμάται. . O Αίσωπος ήταν ταπεινής καταγωγής και πραγματικό τέρας ασχήμιας: μαυριδερός, καμπούρης, τραυλός, κοντόλαιμος, στραβοπόδης με μύτη πλακουτσωτή και κεφάλι τριγωνικό, αλλά παράλληλα ήταν ευφυέστατος. Ας μας διαβάσει λοιπόν ο /η… ……. κάτι από Αίσωπο.
Η ΑΛΕΠΟΥ ΚΑΙ ΤΑ ΣΤΑΦΥΛΙΑ
Μια πεινασμένη αλεπού είδε κάτι τσαμπιά σταφύλια να κρέμονται από μια κληματαριά και θέλησε να τα φτάσει, αλλά δεν μπορούσε. Φεύγοντας λοιπόν είπε μέσα της: «Άγουρα είναι».
[Έτσι και κάποιοι άνθρωποι, όταν δεν μπορούν, από δική τους ανεπάρκεια, να καταφέρουν κάτι, ρίχνουν το φταίξιμο στις περιστάσεις.]
2. Η ΑΛΚΥΟΝΑ
Η αλκυόνα είναι ένα πουλί μοναχικό, που ζει πάντα κοντά στη θάλασσα. Λένε πως φοβάται τους κυνηγούς, και γι’ αυτό γεννάει τα αυγά της σε απόκρημνους βράχους στην ακροθαλασσιά. Μια φορά λοιπόν που ήταν να γεννήσει, πήγε σ’ ένα ακρωτήρι, και βλέποντας ένα θαλάσσιο βράχο, έκανε εκεί τα μικρά της. Κάποια στιγμή όμως που έλειπε για να βρει τροφή, η θάλασσα φουρτούνιασε από δυνατό άνεμο και τα κύματα ανέβηκαν στη φωλιά, την κατέκλυσαν και έπνιξαν τους νεοσσούς. Μόλις γύρισε η αλκυόνα και κατάλαβε τι είχε συμβεί, αναφώνησε: «Αλίμονο μου η δύστυχη! Φυλαγόμουν από τη στεριά και τους κινδύνους της, και κατέφυγα στη θάλασσα, που αποδείχτηκε πολύ πιο άπιστη».
[Έτσι και μερικοί άνθρωποι που φυλάγονται από τους εχθρούς τους, εξαπατώνται και πέφτουν σε φίλους πολύ χειρότερους.]
Ακολουθεί η ρωμαϊκή περίοδος, όπου βασιλεύει ένα πολυεθνικό πολιτισμικό μωσαϊκό. Το παραμύθι στην περίοδο της ρωμαϊκής κατάκτησης αναπτύσσεται μαζί με άλλα κατώτερα είδη τέχνης, διαμορφώνοντας έτσι το πολυεθνικό μωσαϊκό της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Αναβαθμίζονται τα κατώτερα είδη τέχνης και γίνονται λαοφιλή, περνώντας στην έντεχνη δημιουργία από ευρηματικούς καλλιτέχνες, όπως το θέατρο των μίμων, το μικροθέατρο, το κουκλοθέατρο, η παντομίμα κ.ά
Ας ακούσουμε ένα ρωμαϊκό παραμύθι. Όνομα:
1. Σιωπηλό κύπελλο
Λένε ότι υπήρχε μια νύμφη νερού που ονομάζεται Lara. Αφού προσβάλλει τον Δία, τον κύριο θεό της ρωμαϊκής μυθολογίας, ο τελευταίος πήρε τη γλώσσα της Λάρας. Με την επιστροφή του στη γη, ο Δίας έδωσε εντολή στον Ερμή να τον συνοδεύσει και να την προστατεύσει. Ωστόσο, η Mercurio εκμεταλλεύτηκε το γεγονός ότι η Λάρα δεν είχε πλέον γλώσσα και την βίασε.
Ως αποτέλεσμα αυτού, η Λάρα γεννήθηκε ένα ζευγάρι δίδυμων (οι θεοί Lares), οι οποίοι ήταν υπεύθυνοι για την προστασία και την παρακολούθηση των συνόρων της πόλης αργότερα. Από τότε η Λάρα ήταν γνωστή ως Tacita Muda, η θεά της σιωπής . Σήμερα γιορτάζει και τελετουργίες προς τιμήν της Λάρας, που όχι μόνο θυμούνται την αξία της σιωπής και της σύνεσης, αλλά καταγγέλλουν τη σύνδεση αυτών των αξιών με τις γυναίκες και αμφισβητούν την κουλτούρα του βιασμού.
2. Το νησί του Τίβερη.
Βρίσκεται στην πλευρά του ποταμού Τίβερη, το νησί του Τίβερη φημίζεται για την στέγαση του ναού στον Ασκληπιό, τον ρωμαϊκό θεό της ιατρικής. Ο θρύλος λέει ότι το νησί αυτό σχηματίστηκε αφού ο τελευταίος βασιλιάς της Ρώμης, ο Λούκιος Ταρκουίνιος ο Περήφανος, είχε πέσει. Ως τιμωρία προς την δεσποτική και τύραννική κυβέρνησή του, οι Ρωμαίοι έποικοι έριξαν το σώμα του στον ποταμό Τίβερη. Σύντομα σχηματίστηκε το νησί της Τιβερίνας και η εξήγηση ήταν ότι, στο σώμα του βασιλιά, είχαν συγκεντρωθεί ιζήματα και ακόμη και σπόροι σιταριού που είχε συσσωρεύσει ο Tarquino .Λόγω της σκοτεινής του προέλευσης, αυτό το νησί προκάλεσε φόβο στους Ρωμαίους, που το είδαν ως ένα σημάδι κακής σημασίας . Σύντομα, μια επιδημία της πανώλης σταμάτησε αμέσως μετά από ένα φίδι (σύμβολο του θεού της ιατρικής) που θα προστατευθεί σε ένα νησί. Ήταν τότε που το μνημείο του Aesculapius χτίστηκε και όταν οι έποικοι άρχισαν να επισκέπτονται χωρίς φόβο το νησί της Τιβερίας.
Το Παραμύθι στο Βυζάντιο.
Το βυζαντινό παραμύθι έχει δομική συμπεριφορά ανάλογη των αρχαίων ελληνικών και είναι ο πρόδρομος των ύστερων λαϊκών παραμυθιών. Κύριο θέμα τους, ο ιδανικός έρωτας. Στην πλοκή συμβαίνουν υπερφυσικές καταστάσεις που δανείζονται στοιχεία από τους βίους των αγίων. Έχουν μορφή ποιήματος και μεταδίδονται από στόμα σε στόμα. Οι ήρωες όπως τους βασιλιάδες, βασιλόπουλα, που κερδίζουν μέσα από απίθανες περιπέτειες την κοπέλα που ερωτεύονται. Να κι ένα βυζαντινό παραμύθι.
ΚΑΛΛΙΜΑΧΟΣ ΚΑΙ ΧΡΥΣΟΡΡΟΗ.
Γραμμένο μάλλον από ένα μέλος της αυτοκρατορικής οικογένειας των Παλαιολόγων στα τέλη του 13ου ή στις αρχές του 14ου αιώνα, το έμμετρο ερωτικό-περιπετειώδες μυθιστόρημα ή μυθιστορία Καλλίμαχος και Χρυσορρόη σώζεται σε ένα μόνο χειρόγραφο του 16ου αι., που φαίνεται να προέρχεται από την Κρήτη.
Κύριο θέμα είναι οι περιπέτειες δύο νέων που συναντιούνται απροσδόκητα, ερωτεύονται, χωρίζονται και ξανασμίγουν: Το βασιλόπουλο Καλλίμαχος και τα δύο μεγαλύτερα αδέλφια του, για να δείξουν στον πατέρα τους ποιος είναι ο πιο κατάλληλος να τον διαδεχτεί, φεύγουν αναζητώντας ανδραγαθήματα και καταλήγουν σε ένα σχεδόν απρόσιτο, χρυσό και γεμάτο “αυτόματα”, κάστρο. Παρά τις αντιρρήσεις των άλλων αδελφών, που τον εγκαταλείπουν, ο Καλλίμαχος μπαίνει εκεί, βρίσκει τη Χρυσορρόη να βασανίζεται αιχμάλωτη ενός δράκοντα (που την είχε αρπάξει από τους γονείς της, έχοντας αφανίσει κι αυτούς και την πατρίδα της), σκοτώνει τον δράκοντα με τη βοήθειά της και ζει για λίγο ευτυχισμένος μαζί της, ώσπου ένας ξένος, περαστικός βασιλιάς, που γοητεύεται από την ομορφιά της, την απάγει τελικά με τη βοήθεια μιας γριάς μάγισσας κι αφήνει τον Καλλίμαχο, που δέχεται απερίσκεπτα από αυτήν ένα μαγεμένο μήλο, να κείτεται νεκρός. Ο Καλλίμαχος ανασταίνεται από τα αδέλφια του, χάρη στο ίδιο διφυές μήλο που τον θανάτωσε, ξεκινά μια πορεία προς το άγνωστο για να βρει την αγαπημένη του, μπαίνει μεταμφιεσμένος στο παλάτι του βασιλιά-απαγωγέα και, ως βοηθός κηπουρού, ενώνεται ξανά με τη Χρυσορρόη. Το ζευγάρι συλλαμβάνεται επ’ αυτοφώρω από βασιλικούς υπηρέτες, δικάζεται, αλλά αθωώνεται από τον μεγαλόψυχο όσο και γεμάτο τύψεις βασιλιά και επιστρέφει στη μόνωση του Δρακοντόκαστρου/Χρυσόκαστρου.
Πρέπει να τονίσουμε ότι στο τετράπλευρο της Μεσογείου αποστάζονται οι ώριμες πια φυλές και πολιτισμοί της Ευρώπης, χωρών της Αφρικής και της Ασίας, ταξιδεύουν όχι μόνο οι κατακτητές και έχοντας εμπορικές διαθέσεις, αλλά και τα παραμύθια. . Έτσι βρίσκουμε παραμύθια διεθνή όπως η Σταχτοπούτα, όπου η πλοκή τους συνυφαίνεται με στοιχεία ενός ελληνικού τοπίου και ελληνικών εθίμων. Η λέξη Σταχτοπούτα μεταφέρεται 8 στη μυκονιάτικη παραμυθολογία ως Σταχτομπούτα, δηλαδή αυτή που έχει στάχτες στα μπούτια της, ή στην Πελοπόννησο με την ονομασία Σταχτομπιλιαρού, δηλαδή αυτή που έχει στην μπίλια της (ποδιά) στάχτες. Στη νεότερη εποχή, μέσους και νέους χρόνους, η έννοια παρηγορώ από τη λέξη παραμύθι υποχωρεί και περιορίζεται σε αυτό που είναι κοντά στο μύθο και τέρπει το λαό. Εφόσον αναφερόμαστε στην ευχαρίστηση του λαού ας αναφερθούμε , στο
Λαϊκό Παραμύθι.
Το λαϊκό παραμύθι είναι διήγηση φανταστική που κινείται στον κόσμο του υπερφυσικού και του μαγικού και έχει για σκοπό του την τέρψη των ακροατών. Πριν την ανάπτυξη του μυθιστορήματος ήταν η προφορική λογοτεχνία των ενηλίκων, όπως βεβαιώνει η παρουσία σε αυτό άσεμνων και βίαιων σκηνών ή φιλοσοφικών νοημάτων, που δεν ενδιέφεραν ούτε γίνονταν κατανοητά από το παιδικό κοινό. Λίγους αιώνες πριν στις χώρες της Δυτικής Ευρώπης φωτισμένοι διανοούμενοι απλοποίησαν τα παραμύθια, περιόρισαν την έκτασή τους, απάλυναν τις βίαιες και άσεμνες σκηνές και τα παρέδωσαν στο παιδικό κοινό αναβαπτισμένα. Στον ελλαδικό χώρο οι συνθήκες που επικρατούσαν τότε και αργότερα (τουρκική κυριαρχία, αμάθεια) δεν επέτρεψαν παρόμοιες διεργασίες. Το κενό καλύφθηκε με μεταφράσεις ξένων παραμυθιών. Η σηµασία των λαϊκών παραµυθιών είναι πολύ µεγάλη για όλα τα Έθνη επί Γης, γιατί αφ’ ενός εκφράζουν τη λαϊκή τους σοφία, αφ’ ετέρου τους υπενθυµίζουν την ιδιαίτερη ιστορία του πολιτισµού τους, αλλά και τις επαφές τους µε άλλους πολιτισµούς και ορισµένες πανανθρώπινες αξίες. Στα ελληνικά παραμύθια υπάρχει μια διάθεση περιγραφής του χώρου και του περιβάλλοντος που μας δίνει στοιχεία πολιτιστικά των τοπικών κοινωνιών . Το ελληνικό παραμύθι χαρακτηρίζεται από διδακτική διάθεση καθώς πάντα υπάρχει αυστηρή τιμωρία των κακών. Σε κάθε παραμύθι έτσι και στο ελληνικό στο τέλος του υπάρχει μία πρόταση η οποία έχει σκοπό να επιδράσει στο υποσυνείδητο μας, το λεγόμενο ηθικό δίδαγμα.
Ας ακούσουμε ένα ελληνικό λαϊκό παραμύθι.
ΤΟ ΠΑΙΔΙ ΚΑΙ ΤΟ ΖΩΓΡΑΦΙΣΜΕΝΟ ΛΙΟΝΤΑΡΙ.
Μια φορά κι έναν καιρό ζούσε ένας πλούσιος κτηματίας, που δεν είχε κανέναν άλλον στον κόσμο, παρά τον μονάκριβο γιο του. Ο άνθρωπος αυτός ήταν πολύ φοβητσιάρης, φοβόταν ακόμα και την ίδια του τη σκιά. Ένα βράδυ είδε ένα παράξενο όνειρο: πως το γιο του τον έφαγε ένα λιοντάρι.
Ο κτηματίας φοβήθηκε πάρα πολύ κι επειδή δεν ήθελε το όνειρο αυτό να βγει αληθινό, κάλεσε τους καλύτερους μαστόρους κι έχτισε ένα σπίτι με πολλά δωμάτια, σωστό παλάτι. Το μέγαρο αυτό όμως είχε τα παράθυρά του πολύ ψηλά, τις πόρτες του πάντα κλειδωμένες και περιστοιχιζόταν από έναν ψηλό φράχτη. Εκεί μέσα κρατούσε κλειδωμένο το μοναχογιό του ο κτηματίας. Και για να μη στενοχωριέται το παιδί, ο κτηματίας κάλεσε ένα σπουδαίο ζωγράφο και του ζήτησε να ζωγραφίσει όλους τους τοίχους του σπιτιού.
Ο ζωγράφος γέμισε τους τοίχους με όλων των ειδών τις ζωγραφιές: με θάλασσες όπου κολυμπούσαν φάλαινες και δελφίνια, με τον ουρανό όπου πετούσαν πλήθος πουλιά, με άγρια και πυκνά δάση όπου τριγυρνούσαν δεκάδες αγρίμια.
Ο νεαρός γιος του κτηματία βαριόταν κι έπληττε κλεισμένος μέρα νύχτα μέσα στο σπίτι. Τριγύριζε λοιπόν στα δωμάτια και κοίταζε τις πανέμορφες ζωγραφιές. Μια μέρα μπήκε σ’ ένα δωμάτιο και στάθηκε μπροστά σ’ έναν τοίχο, στον οποίο ο ζωγράφος είχε ζωγραφίσει ένα άγριο δάσος κι ανάμεσα στα δέντρα ένα μεγάλο και περήφανο λιοντάρι.
– Βρωμοθηρίο, σε μισώ! Είπε το αγόρι θυμωμένο. Επειδή ο πατέρας μου φοβήθηκε όταν σε είδε μια νύχτα στον ύπνο του, βρίσκομαι τώρα εγώ εδώ μέσα, κλειδωμένος και ολομόναχος.
Και πάνω στο θυμό του το αγόρι άπλωσε τα χέρια του κι άρχισε να ξύνει με μανία τη ζωγραφιά του λιονταριού στον τοίχο. Όμως μια αγκίδα από την ξύλινη επένδυση χώθηκε στο χέρι του και το πόνεσε πολύ. Το αγόρι πήγε αμέσως στο κρεβάτι του και περίμενε να γυρίσει την επόμενη μέρα ο πατέρας του από την πόλη όπου είχε πάει, για να καλέσει το γιατρό.
Το παιδί όλη νύχτα δεν έκλεισε μάτι από τους πόνους και την άλλη μέρα το πρωί είδε πως το χέρι του, στο σημείο που είχε χωθεί η αγκίδα, ήταν κατάμαυρο και είχε πρηστεί. Μόλις γύρισε ο κτηματίας, φώναξε αμέσως ένα σπουδαίο γιατρό, αλλά παρά τα φάρμακα και τα βότανα, ο γιατρός δεν κατάφερε τίποτα, γιατί η πληγή είχε ήδη κακοφορμίσει, με αποτέλεσμα το αγόρι να πεθάνει την επόμενη μέρα.
Ο πλούσιος κτηματίας ήταν απαρηγόρητος. Το όνειρο που είχε δει είχε βγει αληθινό κι ο αγαπημένος του γιος, παρ’ όλα όσα είχε κάνει για να τον προφυλάξει από τα πραγματικά λιοντάρια, είχε πεθάνει εξαιτίας ενός ζωγραφισμένου λιονταριού.
Ηθικά διδάγματα
Τα περισσότερα παραμύθια έχουν ηθικό δίδαγμα στο τέλος επιδρόντας στο υποσυνείδητο και αγγίζοντας τις ευαίσθητες πτυχές καθενός από εμάς παραδείγματος χάρη η Κοκκινοσκουφίτσα. Η Κοκκινοσκουφίτσα είναι ένα αθώο κοριτσάκι που στο σπίτι της γιαγιάς του το τρώει ο κακός ο λύκος, αφού πριν έχει φάει τη γιαγιά. Στη συνέχεια ο καλός κυνηγός σώζει και τις δύο, σκοτώνοντας τον λύκο. Η γοητεία αυτής της απλοϊκής εν πρώτοις ιστορίας, κρύβεται στους συμβολισμούς της και στα νοήματα πίσω από τις λέξεις.
Η Κοκκινοσκουφίτσα είναι ένα παιδί, που προσπαθεί να αντιμετωπίσει τα προβλήματα της εφηβείας, χωρίς όμως να είναι έτοιμη συναισθηματικά για κάτι τέτοιο, αφού δεν έχει υπερνικήσει τις οιδιπόδειες συγκρούσεις της. Το κόκκινο χρώμα συμβολίζει τα πρώτα σεξουαλικά συναισθήματα. Η μητέρα και η γιαγιά της αποτελούν φιγούρες που δεν μπορούν να την προστατεύσουν σε αυτή τη δύσκολη στιγμή, αλλά αντίθετα η αρσενική φιγούρα που διαιρείται σε δύο αντίθετες μεταξύ τους μορφές έχει σημαίνουσα σημασία. Από τη μια πλευρά ο λύκος είναι ο επικίνδυνος αποπλανητής, που στήνει παγίδα στην ηρωίδα και αυτή ενδίδει. Συμβολίζει τον πειρασμό που μας μαγεύει και σε αυτόν υποκύπτουμε τελικά. Αντίθετα, ο κυνηγός συμβολίζει την πατρική φιγούρα, που σώζει το κοριτσάκι. Σε όλο το παραμύθι η Κοκκινοσκουφίτσα αμφιταλαντεύεται ανάμεσα στα πρέπει και τις επιθυμίες της και τελικά αψηφώντας τη μητέρα της ενδίδει σε αυτές. Παρόλα αυτά η αρνητική εμπειρία της, την βρίσκει στο τέλος του παραμυθιού πιο συνειδητοποιημένη και πιο ώριμη. Έχασε την παιδική της αθωότητα, αλλά την αντάλλαξε με τη σοφία όσων έχουν γεννηθεί δύο φορές. Έχει πλέον θετικές σχέσεις με τους γονείς της και επιστρέφει στη ζωή ως νεαρή κοπέλα.
H Χιονάτη Το δεύτερο ταξίδι που επιλέξαμε να κάνουμε μαζί σας είναι στον κόσμο της Χιονάτης και των επτά νάνων. Κατά τον Μπετελχάιμ, το παραμύθι αυτό πραγματεύεται με πολύ πετυχημένο τρόπο τη σχέση ανάμεσα στη μητέρα και την κόρη και δη τις οιδιπόδειες συγκρούσεις, το πέρασμα από την παιδική ηλικία στην εφηβεία. Η σχέση της Χιονάτης με τη βασίλισσα μητριά συμβολίζει τις σοβαρές δυσκολίες που μπορεί να υπάρξουν ανάμεσα σε μητέρα και κόρη, ειδικά όταν κάποια από τις δύο πάσχει από ναρκισσισμό και φθονεί την άλλη. Συνέπεια του ανταγωνισμού ανάμεσα σε παιδί και γονιό είναι να θέλει το παιδί να απαλλαγεί από τους γονείς του. Μόνο η αγάπη και των δύο γονέων μπορεί να κάνει το παιδί να ενσωματώσει τις οιδιπόδειες συγκρούσεις το Στο εν λόγω παραμύθι η μητριά ζηλεύει την ομορφιά και τα νιάτα της Χιονάτης, ενώ την ίδια στιγμή η Χιονάτη ενδίδει δύο φορές στο δέλεαρ της μεταμορφωμένης βασίλισσας, τη μια με τη ζώνη και την άλλη με το χτένι για τα μαλλιά, προκειμένου να γίνει πιο όμορφη. Ο παρ’ ολίγον χαμός της περνάει το μήνυμα στο παιδί ότι η υπερβολική αγάπη για τον εαυτό μας είναι επικίνδυνη. Όσον αφορά δε, την ειρηνική περίοδο που περνά η Χιονάτη με τους επτά νάνους, συμβολίζει την ήρεμη προεφηβική περίοδο. Όταν η βασίλισσα κάνει την εμφάνισή της, Η Χιονάτη μπαίνει στην εφηβεία. Συγκρούεται με τις επιθυμίες και τα θέλω της, αλλά γρήγορα περνά η αρνητική περίοδος και ενώνεται με το βασιλόπουλο. Το ηθικό δίδαγμα είναι σαφές: Αν η Χιονάτη δεν αντιμετώπιζε αυτούς τους κινδύνους δεν θα ενωνόταν με το βασιλόπουλό της…
H Ωραία Κοιμωμένη
Η Χιονάτη χρειάστηκε να περάσει από ένα μεταβατικό στάδιο, προκειμένου να φτάσει στην ολοκλήρωσή της. Κάτι παρόμοιο γίνεται και με την Ωραία Κοιμωμένη, η οποία τονίζει τη μακρόχρονη αυτοσυγκέντρωση που είναι αναγκαία προκειμένου ο ήρωας του παραμυθιού να οδηγηθεί στην υψηλότερη ολοκλήρωση. Το στάδιο αυτό της ύπνωσης δεν είναι άλλο από την εφηβεία. Το παιδί μαθαίνει ότι ακόμα και σε αυτήν την ανενεργό φάση της ζωής του, η ζωή συνεχίζεται και τα πράγματα εξελίσσονται. Το ευτυχές τέλος, που σηματοδοτεί το φιλί του πρίγκιπα, δείχνει ότι μόνο όταν η Ωραία Κοιμωμένη έχει πετύχει συναισθηματική ωριμότητα και ψυχική ηρεμία είναι έτοιμη να δεχθεί την αγάπη. Και παρ’ όλες τις προσπάθειες των γονέων να αποτρέψουν την σεξουαλική αφύπνιση του παιδιού τους, αυτή θα συντελεστεί.
Ας περάσουμε τώρα στους σύγχρονους Έλληνες Παραμυθάδες.
Ευγένιος Τριβιζάς Ο Ευγένιος Τριβιζάς είναι δικηγόρος, πτυχιούχος της Νομικής και των Πολιτικών και Οικονομικών Επιστημών του Πανεπιστημίου Αθηνών. Διδάσκει Εγκληματολογία και Συγκριτικό Ποινικό Δίκαιο στο Πανεπιστήμιο και διευθύνει το Τμήμα Εγκληματολογικών Μελετών του ίδιου Πανεπιστημίο. Με τη λογοτεχνία ο Τριβιζάς έχει ασχοληθεί από τα παιδικά του χρόνια. Έχει γράψει πάνω από 100 βιβλία για παιδιά. Βιβλία του Ευγένιου Τριβιζά έχουν μεταδοθεί από το BBC, έχουν περιληφθεί στα αναγνωστικά ελληνικών και αμερικανικών σχολείων και έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά γερμανικά, ισπανικά, ολλανδικά, σουηδικά, ιαπωνικά και πολλές άλλες γλώσσες. Ενδεικτικά ,θα ακούσουμε ένα από τα παραμύθια του ,επίκαιρο των Χριστουγέννων.
ΦΡΙΚΑΝΤΕΛΑ: Η ΜΑΓΙΣΣΑ ΠΟΥ ΜΙΣΟΥΣΕ ΤΑ ΚΑΛΑΝΤΑ.
2.Νίκος Πολίτης: ήταν γιος του σκηνοθέτη και κρητικού Φώτου Πολίτη, και εγγονός του Νικόλαου Πολίτη, λαογράφου και ακαδημαϊκού.
3. Ο Γεώργιος Α. Μέγας: γεννήθηκε στη Μεσημβρία της Ανατολικής Ρωμυλίας το 1893 και πέθανε στην Αθήνα το 1976. Σπούδασε Φιλολογία στο Πανεπιστήμιο Αθηνών με υποτροφία . Το 1925 αναγορεύθηκε Καθηγητής της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ένα από τα αγαπημένα του παραμύθια ήταν
<< οι δώδεκα μήνες >>, που θα μας διαβάσει ο/η………………………
Οι δώδεκα μήνες.
Μια φορά κι έναν καιρό μια χήρα γυναίκα και πολύ φτωχιά είχε πέντε παιδιά κι ήταν τόσο φτωχιά, που δεν είχε στον ήλιο μοίρα. Και δεν έβρισκε και δουλειά για να δουλέψει, μόνο μια φορά την εβδομάδα την φώναζε μια αρχόντισσα γειτόνισσά της, για να της ζυμώνει το ψωμί της, και της έδινε για τον κόπο της ένα γωνιάδι ψωμί να πάει στα παιδιά της να φάνε.
Και έφευγε η καημένη η φτωχειά με τα ζυμάρια στα χέρια κι ερχότανε στο σπίτι της κι εκεί τα έπλυνε με καθαρό νερό και κείνο το νερό το έβραζε και γινόταν σαν χυλός και τρώγανε τα παιδιά της. Και μ’ αυτόν το χυλό ήταν όλη την εβδομάδα χορτάτα, όσο να ξαναζυμώσει πάλι η μάνα τους στην αρχόντισσα και νά ’ρθει πάλι με τ’ άνιφτα τα χέρια και να τους κάνει πάλι χυλό.
Τα παιδιά της αρχόντισσας παρότι είχαν τόσα και τόσα φαγιά και αφράτο το ψωμί, δε θρεφόντουσαν αλλά ήτανε σαν τσίροι. Τα παιδιά όμως της φτωχιάς θρεφόντουσαν και παχαίνανε και ήτανε σαν μπαρμπουνάκια. Και σάστιζε η αρχόντισσα και το ’κανε κουβέντα στις φιλενάδες της κι οι φιλενάδες της τής είπαν:
– Θρέφονται και παχαίνουν τα παιδιά της φτωχιάς, γιατί παίρνει την τύχη των παιδιών σου στα χέρια της και την πηγαίνει στα δικά της τα παιδιά. Γι’ αυτό κείνα παχαίνουν και τα δικά σου ξεπέφτουν και χαλούν.
Το πίστεψε η αρχόντισσα και, όταν ήρθε η μέρα για να ζυμώσει πάλι, δεν την άφησε τη φτωχιά να φύγει με άπλυτα χέρια, μόνο την έβαλε και νίφτηκε καλά καλά, για ν’ απομείνει η τύχη μέσ’ στο σπίτι της. Κι η φτωχιά ήρθε στο σπίτι της με τα δάκρυα στα μάτια.
Τα παιδιά της, μόλις είδαν πως δεν είχαν τα χέρια της ζυμάρια, αρχίσανε να κλαίνε. Κι από ένα μέρος κλαίγανε τα παιδιά κι από τ’ άλλο η μάνα. Τέλος αυτή σα μεγάλη έκανε σίδερο την καρδιά της, ηρέμησε και είπε στα παιδιά της:
– Μερώστε, παιδιά μου, και μην κλαίτε και θα σας βρω ένα κομμάτι ψωμί να σας φέρω.
Και πήγε από πόρτα σε πόρτα και τρόμαξε να βρει να της δώσουν ένα ξεροκόμματο και το μούσκεψε καλά καλά με το νερό και το μοίρασε στα παιδιά της, κι αφού φάγανε, τα έβαλε και πλαγιάσανε και κοιμηθήκανε. Κι αυτή απάνω στα μεσάνυχτα παίρνει τα μάτια της και φεύγει, για να μην ιδεί τα παιδιά της να πεθαίνουν από την πείνα.
Κει που πήγαινε στην έρημο τη νύχτα, βλέπει σ’ ένα ψήλωμα ένα φως και πήγαινε πάνω σ’ αυτό. Κι όταν πήγε κοντά, είδε πως ήταν τέντα και στη μέση της τέντας κρεμότανε ένας μεγάλος πολυέλαιος με λαμπάδες και αποκάτω από τον πολυέλαιο κρεμότανε ένα πράγμα στρογγυλό σαν τόπι. Μπήκε μέσα στην τέντα εκείνη, κι είδε και καθότανε δώδεκα παλληκάρια και μιλούσανε για μιαν υπόθεση πώς πρέπει να την κάμουν.
Η τέντα ήταν στρογγυλή και στο έμπα της τέντας από δεξιά καθότανε τρία παλληκάρια κι είχαν τα στήθια τους ανοιχτά και στα χέρια τους βαστούσαν τρυφερά χορτάρια κι άνθια από τα δέντρα.
Παρακάτω από αυτά τα παλληκάρια καθότανε άλλα τρία κι ήταν ανασκουμπωμένα ώς τους αγκώνες και χωρίς επανωφόρι και βαστούσαν στα χέρια τους στάχυα ξερά.
Παρακάτω καθότανε άλλα τρία παλληκάρια και βαστούσαν στο χέρι τους από ένα τσαμπί σταφύλι.
Παρακάτω καθότανε και άλλα τρία παλληκάρια παραμαζωμένα και φορούσαν από μια γούνα μακριά από το λαιμό ώς κάτω από τα γόνατα.
Άμα την είδαν τα παλληκάρια τη γυναίκα, είπαν:
– Καλώς τη θείτσα, κάθησε.
Κι η γυναίκα, αφού τα χαιρέτησε, κάθησε. Κι αφού κάθησε τη ρωτήσανε πώς ήταν και πήγε σε κείνα τα μέρη. Κι η καημένη η χήρα αφηγήθηκε την κατάστασή της και τα βάσανά της κι επειδή τα παλληκάρια καταλάβανε πως πεινά η φτωχιά, σηκώθηκεν ένας από εκείνους που φορούσαν τις γούνες και της έβαλε τραπέζι κι έφαγε· κι είδε πως ήταν κουτσός.
Αφού έφαγεν η γυναίκα και χόρτασε, αρχίσανε τα παλληκάρια να τη ρωτούν για λογής λογής πράματα της χώρας κι η γυναίκα αποκρινότανε ό,τι ήξερε. Στα υστερινά τής λένε τα τρία παλληκάρια, που είχαν τα στήθια τους ανοιχτά:
– Ε, θείτσα, πώς περνάτε με τους μήνες του χρόνου; Πώς σας φαίνεται ο Μάρτης, ο Απρίλης κι ο Μάης;
– Καλά περνούμε παιδιά μου, αποκρίθηκεν η χήρα και μάλιστα, αφού έρθουν αυτοί οι μήνες, πρασινίζουν τα βουνά κι οι κάμποι και στολίζεται η γης με λογιών των λογιών λουλούδια και βγαίνει μια μοσχοβολιά, που ανασταίνεται ο άνθρωπος. Αρχίζουν και κελαηδούν όλα τα πουλιά. Βλέπουν οι ζευγίτες τα χωράφια τους πράσινα και χαίρεται η καρδιά τους κι ετοιμάζουν τις αποθήκες τους. Ώστε δεν έχουμε τίποτα να παραπονεθούμε για το Μάρτ’ Απρίλη και Μάη, γιατί ρίχνει ο Θεός φωτιά και μας καίει για την αχαριστιά μας.
Ύστερα της είπαν και τα άλλα τρία τα παλληκάρια, που ήταν ανασκουμπωμένα και βαστούσαν στάχυα:
– Εμ, ο Θεριστής, ο Αλωνιστής κι ο Αύγουστος πώς σας φαίνονται;
Κι η φτωχιά αποκρίθηκε:
– Και γι’ αυτούς τους μήνες δεν έχουμε τίποτα να παραπονεθούμε, γιατί με τη ζέστα που κάνουν, ωριμάζουν τα γεννήματα και όλα τα οπωρικά. Τότε θερίζουν οι ζευγίτες τα σπαρτά τους κι οι περιβολαρέοι συμμαζεύουν τα οπωρικά τους. Και μάλιστα οι φτωχοί πολύ είναι ευχαριστημένοι απ’ αυτούς τους μήνες, γιατί δεν χρειάζονται πολλά και ακριβά ρούχα.
Ύστερα τη ρωτήσανε τ’ άλλα τα τρία τα παλληκάρια, που βαστούσαν τα σταφύλια:
– Με τους μήνες Σεπτέμβρη, Οκτώβρη και Νοέμβρη πώς τα πάτε;
– Αυτούς τους μήνες, αποκρίθηκεν η γυναίκα, μαζεύουν οι άνθρωποι τα σταφύλια και τα κάνουν κρασί. Κι αλλιώς έχουν αυτό το καλό που δίνουν είδηση πως έρχεται ο χειμώνας και φροντίζουν οι άνθρωποι για ξύλα, για κάρβουνα και για βαριά φορέματα, για να ζεσταίνονται.
Ύστερα τη ρωτήσανε και τα παλληκάρια, που είχαν τις γούνες:
– Eμ, με τους μήνες Δεκέμβρη, Γενάρη και Φλεβάρη πώς περνάτε;
– A! αυτοί οι μήνες πολύ μας αγαπούν, είπεν η φτωχιά, κι εμείς πολύ τους αγαπούμε. Mα θα ρωτήσετε γιατί; Nά γιατί! επειδή οι άνθρωποι είναι φυσικά αχόρταγοι και θέλουν να δουλεύουν και να κερδίζουν πολλά, έρχονται αυτοί οι μήνες του χειμώνα και μας περιμαζώνουν τριγύρω στη γωνιά και μας ξεκουράζουν απ’ τις δουλειές του καλοκαιριού. Τους αγαπούν κι οι άνθρωποι, γιατί με τις βροχές τους και με τα χιόνια τους μεγαλώνουν όλα τα σπαρτά και όλα τα χορτάρια. Ώστε, παιδιά μου, όλ’ οι μήνες καλοί κι άξιοι είναι και κάνουν κάθε ένας τη δουλειά, που τον πρόσταξεν ο Θεός. Εμείς οι άνθρωποι δεν είμαστε καλοί.
Τότε τα έντεκα τα παλληκάρια γνέψανε στον πρώτο από κείνους που βαστούσαν τα σταφύλια και βγήκεν έξω και σε λίγο ήρθε πάλι μέσα και βαστούσε στα χέρια του μια λαγήνα ταπωμένη και την έδωκε στη γυναίκα και της είπαν:
– Άιντε τώρα θείτσα, πάρε αυτήν τη λαγήνα και πήγαινε στο σπίτι σου να ζήσεις τα παιδιά σου.
Φορτώθηκε τη λαγήνα η γυναίκα με τη χαρά και είπε στα παλληκάρια:
– Πολλά τα έτη σας, παιδιά μου.
– Ώρα καλή σου, θείτσα, της αποκρίθηκαν κι έφυγε.
Και ίσια ίσια την ώρα που χάραξε, ήρθε κι αυτή στο σπίτι της κι ηύρε τα παιδιά της ακόμα και κοιμόντανε. Κι άπλωσε ένα σεντόνι κι άδειασε τη λαγήνα κι είδε πως ήταν γεμάτη φλουριά και κόντεψε να τα χάσει από τη χαρά της.
Αφού έφεξε καλά, πήγε στο φούρνο της αγοράς κι αγόρασε πεντ’ έξι ψωμιά και καμιάν οκά τυρί και ξύπνησε τα παιδιά της, τα ένιψε, τα συγύρισε, τα ’βαλε κι είπαν την προσευχή τους κι ύστερα τους έδωσε ψωμί και τυρί και φάγανε τα καημένα και χορτάσανε καλά.
Ύστερα αγόρασε ένα κιλό σιτάρι και το πήγε στο μύλο και το άλεσε, το ζύμωσε και πήγε τα ψωμιά στο φούρνο και ψηθήκανε.
Και την ώρα που γύριζε απ’ το φούρνο με την πινακωτή τα ψωμιά στον ώμο και πήγαινε στο σπίτι της, την είδεν η αρχόντισσα κι υποψιάστηκε πως κάτι τι της έτυχε κι έτρεξε από πίσω της, για να μάθει πού βρήκε τ’ αλεύρι και ζύμωσε. Η αγαθή η φτωχιά είπεν όλη την αλήθεια.
Ζήλεψε η αρχόντισσα κι έβαλε στο νου της να πάει και κείνη σε κείνα τα παλληκάρια.
Τη νύχτα λοιπόν, αφού αποκοίμισε τον άντρα της και τα παιδιά της, βγήκε από το σπίτι της και πήρε το δρόμο και πάει κι βρήκε την τέντα, που ήτανε οι δώδεκα μήνες, και τους χαιρέτησε. Κι αυτοί της είπαν:
– Καλώς την κοκώνα, πώς ήταν και καταδέχτηκες και μας ήρθες;
– Είμαι φτωχιά, αποκρίθηκε, κι ήρθα να με βοηθήσετε.
– Πολύ καλά, είπαν· πεινάς; θέλεις να φας;
– Όχι, σας ευχαριστώ, είπε, είμαι χορτάτη.
– Πολύ καλά, είπαν τα παλληκάρια, και πώς περνάτε στη χώρα;
– Μη χειρότερα, αποκρίνεται.
– Εμ, πώς περνάτε με τους μήνες; ξαναρωτήσανε.
– Πώς να περάσουμε, αποκρίθηκε εκείνη. Ο κάθε ένας τους έχει και την οργή του. Ενώ από τον Αύγουστο είμαστε συνηθισμένοι στη ζέστα, έρχεται μάνι-μάνι ο Σεπτέμβρης, ο Οκτώβρης κι ο Νοέμβρης και μας κρυώνουν και άλλον τον πιάνει παροξυσμός και άλλος πουντιάζει. Ύστερα μπαίνουν οι χειμωνιάτικοι οι μήνες Δεκέμβρης, Γενάρης και Φλεβάρης και μας παγώνουν και γεμίζουν οι δρόμοι χιόνια και δεν μπορούμε να βγούμε έξω και μάλιστα κείνος ο Κουτσοφλέβαρος!… (Τ’ ακούει ο καημένος ο Φλεβάρης). Αμ’ κείνοι πάλι οι ξεμωραμένοι μήνες, Μάρτης, Απρίλης και Μάης! Δεν το νιώθουν πως είναι καλοκαιρινοί μήνες, μόνο θέλουν να κάνουν κι αυτοί σαν τους χειμωνιάτικους, και καταντούν τον χειμώνα εννιά μήνες. Και δε μπορούμε να βγούμε όξω την Πρωτομαγιά να πιούμε τον καφέ με το γάλα και να κυλιστούμε στα χορτάρια. Ύστερα έρχονται ο μήνες Θεριστής, Αλωνιστής και Αύγουστος. Αυτοί πάλι έχουν μανία να μας πνίγουν στον ίδρωτα με τη ζέστα που κάνουν. Και μάλιστα απ’ τη ζέστα του Δεκαπενταύγουστου μας πιάνει παροξυσμός και έρχονται κι οι αέρηδες και μας χαλούν τ’ ασπρόρουχα στις απλωστρες. Τι να σας πω, παλληκάρια. Περνούμε με τους μήνες (που να μη λαχαίνανε κατάρα) μια ζωή ξεσκισμένη.
Δεν είπαν τίποτα τα παλληκάρια, μόν’ γνέψανε κείνον, που καθότανε στη μέση εκεινών που ήτανε ανασκουμπωμένοι και βαστούσαν στάχυα. Κι αυτός σηκώθηκε κι έφερεν ένα λαγήνι ταπωμένο και το ’δωσε στη γυναίκα και της είπε:
– Πάρε αυτό το λαγήνι, κι όταν θα πας στο σπίτι σου να πας μονάχη σ’ ένα δωμάτιο και να τ’ αδειάσεις. Στο δρόμο μην τύχει και τ’ ανοίξεις.
– Όχι, δεν τ’ ανοίγω, είπε και έφυγε η γυναίκα και ήρθε με τη χαρά στο σπίτι, προτού ακόμα ξημερώσει.
Και κλείστηκε σ’ ένα δωμάτιο ολομόναχη και άπλωσε ένα σεντόνι και ξετάπωσε το λαγήνι και το άδειασε. Και τι ν’ αδειάσει; Όλο φίδια! Και χυθήκανε πάνω της και την φάγανε ολοζώντανη. Κι άφησε τα παιδιά της ορφανά, γιατί δεν είναι καλό να κατηγορεί κανείς τον άλλον. Η φτωχιά όμως με την αγαθή της την καρδιά και με την γλυκειά της τη γλώσσα έγινε αρχόντισσα και πρόκοψε και αυτή και τα παιδιά της. Νά! αυτό είναι που λένε «καλά υστερνά».
Φτάνοντας στο τέλος, , θα θέλαμε να παραμείνουμε λίγο στην παιδαγωγική αξία που έχει το παραμύθι. Δεν είναι μόνο μια απλή ιστορία που μαγεύει και γοητεύει, αλλά εκφράζει αλήθειες με έναν συμβολικό και αλληγορικό τρόπο. Λειτουργεί σε ένα φαντασιακό και ασυνείδητο επίπεδο, βοηθώντας το παιδί να κατανοήσει τον κόσμο που τον περιβάλλει, να έρθει αντιμέτωπο με διάφορες καταστάσεις, άλλοτε εύκολες και άλλοτε δύσκολες, και με έναν αβίαστο τρόπο να κατανοήσει και μεγάλες αλήθειες για τη ζωή που μπορεί ακόμη και να πληγώνουν. Η αξία του είναι αναμφισβήτητη, η πορεία του και η παράδοση του μακρόχρονη, η απήχηση και η επιρροή του μεγάλη. Σε αυτό που τελικά αποσκοπούμε, είναι να μάθουμε να το χρησιμοποιούμε σωστά και δημιουργικά στην διδασκαλία μας ως εκπαιδευτικοί, στοχεύοντας τελικά στην ολοκλήρωση της προσωπικότητας και της ψυχοσύνθεσης του παιδιού.
Μύθος Αισώπου ΜΥΡΜΗΞ ΚΑΙ ΤΕΤΤΙΞ. Ο ΜΕΡΜΗΓΓΑΣ ΚΙ Ο ΤΖΙΤΖΙΚΑΣ Μύρμηξ τις ὥρᾳ χειμῶνος ὃν θέρους συνήγαγε σῖτον καθ᾿ ἑαυτὸν ἤσθιεν. Ὁ δὲ τέττιξ προσελθὼν αὐτῷ ᾐτεῖτο μεταδοθῆναι αὐτῷ ἐκ τῶν αὐτοῦ σιτίων. Ὁ δὲ μύρμηξ ἔφη πρὸς αὐτόν: «Καὶ τί ἄρα πράττων διετέλεις ἐφ᾿ ὅλῳ τῷ τοῦ θέρους καιρῷ, ὅτι μὴ συνέλεξας σῖτον ἑαυτῷ εἰς διατροφήν;» Ὁ δὲ τέττιξ ἀντέφησεν αὐτῷ ὡς: «Τῷ μελῳδεῖν ἀπασχολούμενος τῆς συλλογῆς ἐκωλυόμην». Τῇ γοῦν τοιαύτῃ τοῦ τέττιγος ἀποκρίσει ὁ μύρμηξ ἐπιγελάσας, τὸν ἑαυτοῦ σῖτον τοῖς ἐνδοτέροις τῆς γῆς μυχοῖς ἐναπέκρυψε καὶ πρὸς αὐτὸν ἀπεφθέγξατο ὡς: «Ἐπεὶ τότε ματαίως ἐμελώδεις, νυνὶ λοιπὸν ὁρχήσασθαι θέλησον». Οὗτος παρίστησι τοὺς ὀκνηρούς τε καὶ ἀμελεῖς καὶ τοὺς ἐν ματαιοπραγίαις διάγοντας κἀντεῦθεν ὑστερουμένους.
Ὁ μέρμηγγας ἀπολάμβανε, μέσα στὸν ἄγριο χειμώνα, τὸ σιτάρι ποὺ εἶχε μαζέψει ἀπὸ τὸ καλοκαίρι. Πῆγε λοιπὸν ὁ τζίτζικας καὶ τοῦ ζήτησε λιγάκι νὰ φάει κι αὐτός. «Καὶ τί ἔκανες ὅλο τὸ καλοκαίρι; Πῶς τὰ κατάφερες νὰ μείνεις χωρὶς σιτάρι;» τὸν ρώτησε ὁ μέρμηγγας. «Τραγουδοῦσα» ἀπάντησε ἐκεῖνος «καὶ δὲ μοῦ ἔμεινε καιρὸς». «Ἐ, ἀφοῦ τραγούδησες καλά-καλὰ, ἦρθε κι ἡ ὥρα νὰ χορέψεις!» εἶπε γελώντας ὁ μέρμηγκας κι ἔκρυψε τὸ σιτάρι πιὸ βαθιὰ στὴ φωλιά του.