Ο βασιλιάς Αναλφάβητος

Ο βασιλιάς Αναλφάβητος.

(Ζωή Σκαλίδη-Φωτεινή Τσάμπρα, cd από Περιοδικό «Παράθυρο στην εκπαίδευση» τεύχος 29)

Η ιστορία με λίγα λόγια:

Σ ένα παλάτι βασίλευε ο πιο μικρός σε ηλικία βασιλιάς.

Οι γονείς του είχαν ανεβεί ψηλά στον ουρανό κι έτσι αυτός ανέλαβε από  πολύ μικρός χρέη βασιλιά.

Δεν ήξερε ούτε να διαβάζει, ούτε να γράφει, ούτε τα χρώματα και  τα σχήματα ήξερε και όλοι τον κορόιδευαν και τον φώναζαν αναλφάβητο.

Αφήγηση του παραμυθιού και έπειτα η πρώτη μας δραματοποίηση.

Μια φορά ήταν ένας μικρός βασιλιάς

DSC08086

Μια μέρα φώναξε τον ράφτη του παλατιού:

Καλέ μου ράφτη θέλω να μου ράψεις έναν πράσινο πουκάμισο και ένα καφέ μανδύα.

DSC08079

Ορίστε τα ρούχα σας βασιλιά μου!

DSC08094

DSC08098

 Ωωωωω!!!μα τι ωραία χρώματα πράσινο και καφέ, όπως σου είπα.

 Άλλη μέρα φώναξε τον ζαχαροπλάστη:

Καλέ μου ζαχαροπλάστη, θέλω να μου φτιάξεις μια σοκολατένια τούρτα με 10 κεριά για τα γενέθλιά μου.

DSC08085

Ορίστε η σοκολατένια σας τούρτα βασιλιά μου. Δεν είναι υπέροχη;

DSC08100

Είναι τέλεια! Η πιο ωραία σοκολατένια τούρτα που έχω δει!

 Ο βασιλιάς επειδή ήθελε να βοηθάει τους φτωχούς φώναξε τον υπουργό των οικονομικών και του είπε:

Πάρε αυτά τα λεφτά και μοίρασέ τα στους φτωχούς.

DSC08090

Ο υπουργός δεν τα μοίρασε στους φτωχούς, αλλά τα κράτησε για τον εαυτό του.

 Μια μέρα πήγε στο παλάτι, ένας γερο σοφός και ζήτησε να δει τον βασιλιά.

Ο ράφτης, ο ζαχαροπλάστης και ο υπουργός προσπάθησαν να τον διώξουν.

DSC08110

Όμως ο βασιλιάς τον είδε και τον φώναξε κοντά του.

DSC08111

Κάθισε δίπλα μου, του είπε.

– Δες τι όμορφο πράσινο πουκάμισο και καφέ μανδύα που έχω. Είναι τα αγαπημένα μου χρώματα.

– Μα, το πουκάμισό σου είναι άσπρο και ο μανδύας σου κόκκινος.

– Α! Ο ράφτης μου θα έκανε λάθος. Δεν πειράζει. Έλα να σε κεράσω από την σοκολατένια τούρτα μου, με τα δέκα κεριά.

– Η τούρτα σου, είναι άσπρη και έχει τρία κεριά.

– Α! Και ο ζαχαροπλάστης μου έκανε λάθος.

– Όχι δεν είναι έτσι.

DSC08121

Όλοι στο παλάτι σε κορόιδεψαν και ο υπουργός σου, δεν έδωσε τα χρήματα στους φτωχούς. Για να γίνεις άξιος και σωστός βασιλιάς, πρέπει να μάθεις γράμματα. Γι΄αυτό θα σου κάνω τρία δώρα.

Ένα κουτί με γράμματα, ένα με αριθμούς και ένα με λέξεις και γνώσεις που ομορφαίνουν και κάνουν σωστό και δίκαιο τον κόσμο.

DSC08122

Ο βασιλιάς λοιπόν, μοίρασε χρήματά, στους φτωχούς  

DSC08127

και άνοιξε πολλά, πολλά σχολεία.

Στο τέλος χόρεψαν και διασκέδασαν, όλοι μαζί.

DSC08132

Κέικ με κρασί

Κέικ με κρασί

1 κούπα ΣΠΟΡΕΛΑΙΟ

2 κούπες ΖΑΧΑΡΗ

1 κούπα ΚΡΑΣΙ

5 ΑΒΓΑ

2 κουταλιές σούπας ΚΑΚΑΟ

2 κουταλιές γλυκού ΚΑΝΕΛΛΑ

3 κούπες ΑΛΕΥΡΙ

1 1/2 φακελάκι μπέικιν

1 σακουλάκι ΤΡΟΥΦΑ

Βουτυρώνουμε μια φόρμα του κέικ.

Ψήνουμε σε προθερμασμένο φούρνο  στους 180 βαθμούς με αντιστάσεις πάνω κάτω, περίπου 45 λεπτά. 

Βγάζουμε και αφήνουμε το κέικ 10 λεπτά να σταθεί. Ξεφορμάρουμε και αφήνουμε να κρυώσει.

DSC07856

DSC07844

DSC07845

DSC07847

DSC07848

DSC07865

DSC07873

DSC07877

DSC07886

DSC07909

Μμμ νόστιμο!!!

Καλή επιτυχία!

Αμπελώνας Καμκούτη

Στα πλαίσια του προγράμματος, ” Ένα γλυκό τσαμπί σταφύλι “,

επισκεφτήκαμε τον Αμπελώνα και το Οινοποιείο του Γιάννη και της Μαρίας Καμκούτη,

στην περιοχή ” Κουρίτες ” του Βελβεντού.

DSC07922

( κέικ με ΚΡΑΣΙ )

DSC07887

DSC07912

DSC07923

DSC07914

( CD με απαλή μουσική, για να νανουρίζουν το κρασί όταν κοιμάται στα βαρέλια )

“Δυο λεύγες από τα Σέρβια συνεχίζοντας τη γραμμή του Αλιάκμονα απ’ το δεξή του όχτο, φτάνουμε στο Βελβεντό μια κωμόπολη με 428 σπίτια, μισή ώρα δρόμο απ’ το ποτάμι. Δίπλα στα καλλιεργημένα χωράφια που βγάζουν όλα τα γνωστά γεννήματα, προκόβουν τ’ αμπέλια, τα λιόδεντρα κι ένα πλήθος καρποφόρα δέντρα”
(Φραγκίσκος Πουκεβίλ, Γάλλος περιηγητής, Άνοιξη 1806) 
( απόσπασμα από τη σελίδα του Αμπελώνα Καμκούτη )
DSC07926
DSC07931
DSC07936
DSC07939
DSC07940
DSC07953
DSC07963
DSC07982
DSC07986
DSC07992
DSC08024
DSC08035
DSC08066
 
Ευχαριστούμε θερμά για τη φιλοξενία και την ξενάγηση.
Τους ευχόμαστε καλές σοδειές και πάντα εύγευστα και αρωματικά κρασιά.

Φθινοπωρινή βόλτα

DSC07766

Η μηλιά

Στην μηλιά τη φορτωμένη
 η Ρηνούλα ανεβασμένη
κόβει κόβει μηλαράκια
με τα δυο της τα χεράκια

Τσακ και σπάζει το κλωνάρι
πέφτει η Ρήνα στο χορτάρι
τρέχει τρέχει στην μαμά της
με σχισμένη την ποδιά της

Αχ μανούλα μου πονάω
άλλη μέρα δεν θα πάω
θα ακούω την καλή σου
την χρυσή την συμβουλή σου

DSC07767

DSC07771

DSC07773

DSC07780

Πέφτουν τα φύλλα

Πέφτουν τα φύλλα απ’ τα κλαδάκια,

ήρθαν τα πρώτα συννεφάκια,

του Φθινοπώρου  είν’ η αρχή,

καλώς μας ήρθες πρώτη βροχή!

Πλιτς πλατς , πλιτς πλατς , η στάλα – στάλα

Πλιτς πλατς , πλιτς πλατς στο σπίτι τρεχάλα! 

DSC07784

DSC07785

Ένα δέντρο στην αυλή μας!

Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΚΥΔΩΝΙΑ! 

4 Οκτωβρίου Παγκόσμια ημέρα των ζώων

Όλα τα ζώα γεννιούνται με ίσα δικαιώματα στη ζωή.

DSC07749
Ο άνθρωπος οφείλει να σέβεται τη ζωή κάθε ζώου.

DSC07752

Κανένα ζώο δεν πρέπει να υποβάλλεται σε κακομεταχείριση ή απάνθρωπη συμπεριφορά.

DSC07753

DSC07755

DSC07756

DSC07757

DSC07758

DSC07759

DSC07760

DSC07761

4 Οκτωβρίου

Παγκόσμια Ημέρα Ζώων

 

 

 

Φθινοπωρινοί καρποί

DSC07726

Βατόμουρα

Η φίλη μας, η ποντικίνα, στη Φθινοπωρινή ιστορία, τέτοια μάζευε για το χειμώνα.

DSC07727

Σταφύλι.

Ο τρύγος στα χωριά μας, μόλις τέλειωσε.

DSC07725

Φρούτα και ξηροί καρποί!

DSC07708

Ο Βαγγέλης μας έφερε καρύδια και κάστανα

DSC07710

Το ίδιο και ο Νικήτας

DSC07712

Ο Παναγιώτης αμύγδαλα

DSC07715

 Το ίδιο και η Αγγελική

DSC07717

Ο Γιώργος φουντούκια

όπως και η Βασιλική

DSC07721

DSC07724

Ο Μιχάλης κάστανα

και η Θεοδώρα σταφύλια

DSC07722

Όμορφο που είναι το ΦΘΙΝΟΠΩΡΟ !!!

Γυρίζει, γυρίζει η ΓΗ …

Η γη γυρίζει και η μέρα διαδέχεται τη νύχτα…

και μετά νύχτα…

και έπειτα μέρα…

και νύχτα-μέρα-νύχτα-μέρα…

DSC07685

DSC07686

DSC07687

DSC07688

DSC07689

DSC07690

DSC07691

DSC07692

DSC07693

DSC07694

DSC07695

 Tο παραμύθι της Μέρας και της Νύχτας

Μια φορά κι έναν καιρό, στα πολύ παλιά χρόνια, ζούσε ένας μυλωνάς με τη γυναίκα του στην άκρη του κόσμου. Ο καλός ο μυλωνάς έμενε σ’ ένα σπιτάκι δίπλα στο ποτάμι, αλλά τον πιο πολύ καιρό τον περνούσε στο μύλο του, έναν μεγάλο πέτρινο ανεμόμυλο που άπλωνε τα χέρια του μέχρι ψηλά στον ουρανό.

Εκείνα τα χρόνια, ο βασιλιάς Ήλιος έκανε δύσκολη τη ζωή των ανθρώπων. Για βδομάδες μπορεί να θύμωνε και να κρυβόταν και τότε ο κόσμος σταματούσε τις δουλειές του, άφηνε τα ζώα καταμεσής στα χωράφια κι έτρεχε στο σπίτι του. Μέσα στο σκοτάδι πολλοί έχαναν το δρόμο τους, τα παιδιά παρατούσαν τα παιχνίδια τους και γκρίνιαζαν όλη μέρα κλεισμένα μέσα στους τέσσερις τοίχους.

Άλλοτε πάλι ο βασιλιάς Ήλιος καρφωνόταν στον ουρανό και δεν το κουνούσε ρούπι για μήνες. Οι αγρότες δούλευαν για τόσες πολλές ώρες και δεν καταλάβαιναν ότι έπρεπε να σταματήσουν για να ξεκουραστούν, ώστε πολλοί κοιμόντουσαν όρθιοι δίπλα στα ζώα τους. Οι βοσκοί κυνηγούσαν τα μαντρώσουν τα κατσίκια τους, αλλά εκείνα δεν σταματούσαν τα παιχνίδια στις πλαγιές κάτω από τον φωτεινό Ήλιο. Οι γυναίκες φώναζαν που έκαναν ολημερής δουλειές, σκούπισμα, μαγείρεμα σφουγγάρισμα και δεν είχαν χρόνο και διάθεση να καθίσουν δίπλα στη φωτιά και με το λιγοστό φως να κεντήσουν την προίκα τους ή να φτιάξουν πλεξούδες τα μαλλιά τους για να γίνουν όμορφες.

Ο καλός ο μυλωνάς, όμως, ποτέ δεν βαρυγκωμούσε, ποτέ δεν γκρίνιαζε. Όταν είχε συνέχεια φως, καθόταν στο μύλο του κι άλεθε τα ξανθά σιτάρια κι απ’ την καρδιά τους έβγαινε το ψωμί του κοσμάκη. Όταν έπεφτε σκοτάδι, κλεινόταν στο σπιτάκι του με την κυρά του και μπροστά στο τσουκάλι που άχνιζε, λέγανε ιστορίες. Ο βασιλιάς Ήλιος έβλεπε το αγαπημένο ζευγάρι μα πιο πολύ άκουγε την αγαθή μυλωνού που είχε πάντα ένα γλυκό λόγο στο στόμα. Ένα πράγμα μόνο την πίκραινε: ότι δεν είχαν παιδιά για να τα στολίζει, να τους λέει παραμύθια, να τα μαθαίνει τραγουδάκια και να τα νανουρίζει όταν θα έπεφταν κουρασμένα από τα παιχνίδια στα κρεβατάκια τους.

Ένα πρωινό που ο Ήλιος είχε βγει για σεργιάνι πάνω από τον κόσμο, ξανάκουσε τα μοιρολόγια της μυλωνούς. Ράγισε η καρδιά του κι έτσι της έστειλε ένα περιστέρι μ’ ανθρώπινη λαλιά για να την παρηγορήσει:

-Σώπα κυρά μου, της είπε δασκαλεμένο το περιστεράκι. Σώπα κι άλλοι που έχουν παιδιά έχουν μεγάλα βάσανα.

– Πουλί μου, είναι μεγάλος ο καημός μου. Όχι ότι έχω παράπονο από τη ζωή μας. Αλλά αυτό με τρώει.

– Αχ κυρά μου, φαντάσου ο έρημος ο Ήλιος κοτζάμ βασιλιάς κι έχει χάσει το μπούσουλα από τις δυο κόρες του, τη Μέρα και τη Νύχτα. Τον έχουν τρελάνει τόσο που άλλοτε ξεχνάει ν’ ανατείλει κι άλλοτε να δύσει. Δύσκολα κορίτσια και κακότροπα.

– Περιστέρι μου, να τα “χα εγώ τα κορίτσια του κι ας μου κάνανε τη ζωή μου μαρτύριο! είπε τότε η μυλωνού στο πουλί χωρίς να ξέρει ότι ήταν βαλτό από τον Ήλιο.

Όταν το άκουσε ο Ήλιος πήρε τη γρήγορη απόφαση να ευεργετήσει την μυλωνού για την καλή κι υπομονετική καρδιά της, αλλά και να βάλει μια τάξη στο βασίλειό του που κόντευαν οι δυο του κόρες να το γκρεμίσουν συθέμελα, παίρνοντας στο λαιμό τους όλα τα ζωντανά και τα άψυχα του κόσμου. Έτσι, μια και δυο, έδωσε ανθρώπινη μορφή στις πριγκίπισσες του και τις έστειλε μέσα σε δυο καλαθάκια μπροστά στο κατώφλι της μυλωνούς.

Μέσα στον ύπνο του το ζευγάρι άκουσε στην εξώπορτά του φωνές μωρών κι άνοιξε τρομαγμένο το σιδερένιο μάνταλο. Όταν είδαν τα δύο κοριτσάκια, ένα ξανθό και κάτασπρο κι ένα με μαύρα μαλλιά και σκοτεινά μάτια, δεν πίστευαν ότι μια τέτοια τύχη είχε χτυπήσει τη δική τους πόρτα. Τότε, φάνηκε ξανά το περιστέρι και τους είπε με την ίδια λαλιά:

-Είναι το δώρο του βασιλιά σε σας που είσαστε οι πιο πιστοί και καλόκαρδοι από το βασίλειό του. Σας δίνει τις κόρες του για όσο θα ζείτε και σας ζητά να τις κάνετε να μάθουν να σέβονται τους γονείς, να υπακούν και να νιώθουν ευγνωμοσύνη για όσα τους έχουν δοθεί. Όταν θα μεγαλώσουν, θα γυρίσουν ξανά πριγκιποπούλες στο βασίλειό του, αλλά, όπως ελπίζει ο πατέρας τους, με περισσότερο μυαλό.

Όσο μεγάλωναν τα δυο κορίτσια λες και η χαρά είχε μπει μέσα στο σπίτι του μυλωνά και της γυναίκας του. Αλλά αν κι η μυλωνού έδειχνε γλύκα και υπομονή με τα καπρίτσια τους, η Μέρα και η Νύχτα συνέχεια μαλώνανε, ποια είναι η πιο όμορφη, η πιο άξια, η πιο ικανή, κάνανε ζημιές και βάζανε σε βάσανα και το βασιλιά πατέρα τους και τους ανθρώπινους γονείς τους.

Ο Ήλιος συνέχιζε να ζαλίζεται με τις φωνές και τους καυγάδες τους, σκόρπιζε το σκοτάδι και πάγωνε ο κόσμος από το κρύο ή καιγόταν το πελεκούδι από τις καυτερές αχτίνες του. Η μυλωνού δεν είχε μετανιώσει ούτε στιγμή για τις κόρες που της είχαν δοθεί, αλλά ο μυλωνάς έσπαγε το κεφάλι του για να δει πώς θα έκανε τα κορίτσια του να μονοιάσουν και να είναι αγαπημένα.

Μια μέρα, ο μυλωνάς αποφάσισε να πάρει μαζί του στο μύλο τη Μέρα. Πήραν μαζί τους φαγητό και νερό και κάθισαν με τις ώρες αλέθοντας το αλεύρι του κοσμάκη.

-Είσαι μια άξια κόρη, προκομμένη και αγαπάς τη δουλειά και τη δημιουργία, την παίνεψε ο μυλωνάς. Εσύ, όταν θα γίνεις βασιλοπούλα, θα πρέπει να φροντίζεις τους ανθρώπους με το φως σου, να καρπίζεις τα χωράφια, να βοηθάς τα παιδιά να πηγαίνουν στο σχολείο και να μαθαίνουν γράμματα. Όλα είναι στο δικό σου χέρι και πρέπει να χαίρεσαι που θα έχεις τόση δύναμη και θα κάνεις καλό στον κόσμο.

Τότε, για πρώτη φορά, η Μέρα μαλάκωσε και έδωσε το χεράκι της στο μυλωνά, όταν γύρισαν κουρασμένοι πίσω στο σπίτι τους.

Όταν επέστρεψαν στο σπίτι, βρήκαν τη μυλωνού να κάνει πλεξίδες τα μαύρα μαλλιά της Νύχτας και να της τραγουδάει ένα όμορφο νανούρισμα. Κουρασμένη η Μέρα έφαγε κι έπεσε να κοιμηθεί. Τότε ήρθε η σειρά της Νύχτας. Ο μυλωνάς την πήρε από το χέρι και βγήκαν μέσα στο δάσος. Η Νύχτα άκουγε τους ψίθυρους των ξωτικών, το μουρμούρισμα του ρυακιού κι όλο και περισσότερο μαγευόταν.

– Αυτό είναι το δικό σου βασίλειο, της είπε τότε ο μυλωνάς. Εσύ, όταν θα γίνεις βασιλοπούλα, θα καρφώνεις στα μαλλιά σου τα φωτεινά άστρα, θα χαρίζεις την ξεκούραση στον εργάτη, τα όνειρα στα παιδιά, τον έρωτα στους αγαπημένους. Θα σε τραγουδήσουν πολλοί και θα σε αγαπήσουν περισσότεροι. Χωρίς εσένα ο κόσμος θα είναι μισός. Η μοίρα το έφερε να είσαστε με την αδερφή σου δεμένες. Δεν μπορεί η μια να κάνει χωρίς την άλλη. Μόνο έτσι θα ζήσει καλύτερα κι ο κόσμος.

Η Νύχτα, αν και κοριτσάκι, με τη σοφία των αιώνων της, κατάλαβε πόσο δίκιο είχε ο μυλωνάς. Όταν γύρισαν πια στο σπίτι, χαμογέλασε στη Μέρα που είχε μόλις ξυπνήσει κι έπεσε να κοιμηθεί στην αγκαλιά της μυλωνούς.

Η Μέρα και η Νύχτα ζήσανε μαζί με το μυλωνά και τη γυναίκα του μέχρι τα βαθιά γεράματα των ανθρώπινων γονιών τους, έμαθαν να αγαπούν τους ανθρώπους και τα ζώα, να φροντίζουν τη φύση και να υπακούν στον ουράνιο πατέρα τους. Ο Ήλιος τις έβλεπε από ψηλά και καμάρωνε για τις μυαλωμένες κόρες του, καταλαβαίνοντας ότι είχαν μάθει το μάθημά τους και ήξεραν πια τον προορισμό τους.

Κι έτσι, μετά από πολλά χρόνια, η Νύχτα και η Μέρα ξαναγίνανε βασιλοπούλες στο βασίλειο του Ήλιου και μονοιασμένες κυβερνούσαν από κει και μετά τις ζωές των ανθρώπων.

ΠΗΓΗ: http://e-children.blogspot.gr/2012/09/blog-post_5975.html#axzz2rA1JFPTY