Διαφημίσεις…
παλιές και καινούργιες…
τότε… και τώρα…
Τόσο ίδιες … μα και τόσο διαφορετικές …!!!
Σερενάτα 1986
Σερενάτα 2016
NESCAFE frappe 1991
NESCAFE frappe 1993
NESCAFE frappe 2016
ΣΤΙΧΟΙ: Ευγένιος Τριβιζάς
ΜΟΥΣΙΚΗ: Βασίλης Παπανικολάου
ΕΡΜΗΝΕΙΑ: Βασίλης Παπανικολάου, Ιωάννα Μιχαηλίδου
Οι δικές μας ιστορίες για τα δακρυσμένα μάτια των ελαφιών.
| Μια φορά κι έναν καιρό τα ελάφια ζούσαν ελεύθερα στο δάσος. Μια μέρα, εκεί που κοιμόντουσαν, οι άνθρωποι πήγαν στο δάσος και άρχισαν να τα καταστρέφουν όλα. Καμένα δάση, σκουπίδια παντού…Τα ελάφια δεν ήξεραν τι να κάνουν. Έτσι άρχισαν να τρέχουν μακριά. Από τότε τα μάτια των ελαφιών είναι δακρυσμένα για τα καμένα δάση του κόσμου.
Μαρία |
Κάποτε τα ελάφια μπορούσαν να μιλούν με τα αστέρια. Κάθε βράδυ περίμεναν να νυχτώσει για να συναντηθούν. Ένα βράδυ όμως ένα αστέρι, το πιο λαμπερό, έπεσε στη γη και δεν ξαναγύρισε ποτέ. Από τότε τα ελάφια κλαίνε σιωπηλά κάθε φορά που κοιτούν τον ουρανό, γιατί θυμούνται τον φίλο τους που χάθηκε.
Αντώνης |
| Τα μάτια των ελαφιών είναι δακρυσμένα, επειδή μια φορά κι έναν καιρό, όταν ήταν ο πόλεμος του Αδόλφου Χίτλερ, έβλεπαν τους ανθρώπους να κλαίνε και να σκοτώνονται. Μια φορά ένας στρατιώτης του Χίτλερ σκότωσε τη μαμά από ένα ελάφι. Όλα τα ελάφια ήταν μαζεμένα γύρω και τα τελευταία λόγια της μαμάς ήταν “πάντα να με θυμάστε και πάντα να με λυπάστε”.
Αντιόλ |
Τα ελάφια είναι δακρυσμένα γιατί μπορεί να έχουν γεννηθεί έτσι που μπορεί και να είναι δακρυσμένα από παλιά. Βλέπανε ανθρώπους να βασανίζονται .Έβλεπαν και πολλά δάση να καίγονται και κάποια ελάφια είχαν καεί και δεν μπόρεσαν να επιβιώσουν.
Θάνος |
| Μια οικογένεια γέννησε ένα μωρό ελαφάκι. Όλα ήταν τέλεια. Όμως μετά από δυο χρόνια αυτό το ελαφάκι βγήκε στον δρόμο και το πάτησαν (ήταν νύχτα). Η μαμά ελαφίνα, με το που το έμαθε, έβαλε τα κλάματα. Και από τότε όλα τα ελάφια του κόσμου είναι δακρυσμένα προς τιμή της.
Ιωάννα |
Τα ελάφια μιας περιοχής είχαν μία πόλη την Ελαφία όπου όλα τα ελάφια ζούσαν αρμονικά. Ζούσαν στις σπηλιές όπου η κάθε μια είχε ένα ρυάκι, λίγα χόρτα για να ξαπλώσουν ή να κοιμηθούν και η σπηλιά ήταν από χόρτα που ήταν ζεστά. Όμως μια μέρα ήρθαν οι αρκούδες και τα έκαψαν όλα, τα λεηλάτησαν και τους είχαν σκλάβους. Τελικά επαναστάτησαν, τα πήραν όλα πίσω και οι αρκούδες πήγαν πίσω από εκεί που ήρθαν και ζήσανε αυτοί καλά κι εμείς καλύτερα.
Δημήτρης |
| Τα μάτια των ελαφιών είναι δακρυσμένα γιατί πολύ παλιά ζούσαν όλα μαζί μέσα στο δάσος, ώσπου κάποια στιγμή από το πουθενά εμφανίστηκαν δυο κυνηγοί και τα σκότωσαν σχεδόν όλα εκτός από κάποια που κατάφεραν να ξεφύγουν. Από τότε όλα τα ελάφια είναι δακρυσμένα για τους φίλους και την οικογένειά τους που σκότωσαν οι κυνηγοί.
Ισιδώρα |
Τα ελάφια ζούσαν τόσο ευτυχισμένα. Όλα ήταν μαζί, έπαιζαν, έτρωγαν, κοιμόντουσαν. Ήταν τόσο χαρούμενα. Κάθε μέρα πήγαινε το μεγαλύτερο ελάφι να εξερευνήσει το δάσος και να πάρει προμήθειες. Ώσπου μία ημέρα ένας κυνηγός το πυροβόλησε και το σκότωσε. Έτσι όπως ήταν πεσμένο τα μάτια του είχαν δακρύσει. Το βρήκαν τα άλλα ελάφια κι από τότε όλα τα ελάφια δακρύζουν.
Γιώργος Π. |
| Τα μάτια των ελαφιών είναι δακρυσμένα γιατί, ενώ έτρωγαν το ωραίο χορταράκι τους, άκουσαν ένα τεράστιο μπαμ. Πήγαν πιο κοντά να δουν τι είχε γίνει και είδαν το αγαπημένο χωριουδάκι, που ζούσαν οι αγαπημένοι τους άνθρωποι που τα τάιζαν στις δύσκολες μέρες του χειμώνα όταν δεν είχαν να φάνε, να καταστρέφεται από μία βόμβα. Έτσι από εκείνη την ημέρα τα μάτια των ελαφιών είναι δακρυσμένα για την μνήμη των αγαπημένων τους ανθρώπων.
Δανάη |
Στο δάσος υπήρχε ένα ελάφι το οποίο ήταν η αρχηγός, η πιο σοφή και η πιο ευγενική. Βοηθούσε τους πάντες σε όλα και συνέχεια έφερνε φαγητό αρκετό για να φάνε όλοι. Αλλά μια φορά, όταν έφερνε φαγητό, ένα λιοντάρι τη δάγκωσε και σκοτώθηκε. Έτσι από τότε όλα τα ελάφια είχαν δάκρυα στα μάτια.
Αποστόλης |
| Τα ελάφια είναι δακρυσμένα γιατί οι άνθρωποι σκάβουν τη γη και καταστρέφουν το φυσικό περιβάλλον. Έτσι τα ελάφια δεν μπορούν να έχουν σπίτι. Αυτή η κίνηση των ανθρώπων δείχνει ότι δε σέβονται το περιβάλλον και δεν είναι συνδεδεμένοι με αυτό. Τα δάκρυα των ελαφιών δείχνουν τη θλίψη και το άγχος τους για το μέλλον τους.
Ζωγραφένια |
Τα μάτια των ελαφιών είναι δακρυσμένα γιατί είδαν μια αλεπού να τη σκοτώνουν κυνηγοί. Η αλεπού ήταν πεσμένη κάτω και οι κυνηγοί προσπαθούσαν να πάρουν τη γούνα της. Το θέαμα ήταν πολύ άσχημο.
Θοδωρής |
| Το ελάφι διηγήθηκε την ιστορία στο κορίτσι και είπε: ” Κάποτε τα ελάφια ζούσαν στα δάση ήρεμα και όμορφα. Όμως κάποτε ανακάλυψαν τους φτωχούς ανθρώπους που ζούσαν στη δυστυχία και τη μιζέρια και αυτό τους στενοχώρησε πολύ. Από τότε κλαίνε προς τιμήν τους”.
Σωκράτης |
Κάποτε μια ομάδα ελαφιών κατοικούσε μέσα σε ένα όμορφο δάσος όπου ζούσαν όλα μαζί αγαπημένα. Ξαφνικά μία μέρα άκουσαν μια έκρηξη από μακριά και όλα τα ελάφια τρόμαξαν. Από τον πανικό τους και τον φόβο τους όλα τα ελάφια διασκορπίστηκαν μέσα στο δάσος και έμεινε το καθένα μόνο του. Από τη στενοχώρια τους που έμειναν μόνα τους και που έχασαν την οικογένειά τους κλαίνε συνέχεια.
Θεοδώρα |
| Τα μάτια των ελαφιών είναι δακρυσμένα γιατί οι πρόγονοί τους είχαν ζήσει στον πόλεμο του 1821 και έβλεπαν μικρούς και μεγάλους να σκοτώνονται, να πεθαίνουν από την πείνα και να ταλαιπωριούνται. Από τότε έμειναν τα δακρυσμένα μάτια των ελαφιών.
Άννα |
Κάποτε βαθιά μέσα στο δάσος ζούσε μια ελαφίνα με το μικρό της. Μια μέρα όμως οι υλοτόμοι μπήκαν μέσα στο δάσος, έκοψαν τα δέντρα τους και μαζί και το σπίτι τους. Από τότε η ελαφίνα έχασε το παιδάκι της γιατί φοβήθηκε πολύ από τους θορύβους των πριονιών και περιπλανιέται μόνη της μέσα στο άδειο δάσος για να το βρει. Τα μάτια της είναι πάντα δακρυσμένα γιατί θυμάται τις χαρούμενες μέρες που χάθηκαν για πάντα. Κάθε δάκρυ της ποτίζει τη γη με αγάπη και ελπίδα να ξαναβρεί το παιδάκι της…
Σουμέλα |
| Το ελάφι είπε μια ιστορία για τα δάκρυα των ελαφιών. Είπε ότι τα δάκρυα στα μάτια των ελαφιών έγιναν από τους θεούς. Δεν είναι δάκρυα, αλλά ένα δάκρυ των θεών που δόθηκε σ’ αυτό το ζώο: στο ελάφι.
Γιώργος Ν. |
| Το σπίτι μου | |
|---|---|
| Θέλω να χτίσω ένα σπιτάκι στη μοναξιά και στη σιωπή, γύρω μια πράσινη ραχούλα… Δε θα το χτίσω εκεί. Ξέρω στη χώρα τη μεγάλη Ξέρω το πρόσχαρο ακρογιάλι |
Aτέλειωτη τραβά μια στράτα, σκίζει μια χέρσα* απλοχωριά, σκληρά τη δέρνει τ’ αγριοκαίρι και ο λίβας* τη χτυπά, Μια στράτα χιλιοπατημένη Eκεί το σπίτι μου θα χτίσω Κωστής Παλαμάς |
| χέρσος: αυτός που δεν έχει καλλιεργηθεί ή δεν μπορεί να καλλιεργηθεί, ο άγονος λίβας: ο θερμός νοτιοδυτικός άνεμος που πνέει από τη Λιβύη κουρνιαχτός: σύννεφο σκόνης που σηκώνεται με την κίνηση (ανθρώπων, ζώων, οχημάτων) ή με τον αέρα |
|
(κάνω κλικ πάνω στην εικόνα)
Είμαι Κωνσταντινουπολίτης την καταγωγήν, αλλά εγεννήθηκα στην Αλεξάνδρεια – σ’ ένα σπίτι της οδού Σερίφου· μικρός πολύ έφυγα, και αρκετό μέρος της παιδικής μου ηλικίας το πέρασα στην Αγγλία.
Κατόπιν επισκέφθην την χώραν αυτήν μεγάλος, αλλά για μικρόν χρονικόν διάστημα.
Διέμεινα και στη Γαλλία.
Στην εφηβικήν μου ηλικίαν κατοίκησα υπέρ τα δύο έτη στην Κωνσταντινούπολη. Στην Ελλάδα είναι πολλά χρόνια που δεν επήγα. Η τελευταία μου εργασία ήταν υπαλλήλου εις ένα κυβερνητικόν γραφείον εξαρτώμενον από το υπουργείον των Δημοσίων Έργων της Αιγύπτου.
Ξέρω Αγγλικά, Γαλλικά και ολίγα Ιταλικά
![]() |
![]() |
Όσο μπορείς (1913)Κι αν δεν μπορείς να κάμεις την ζωή σου όπως την θέλεις, |
Κ.Π Καβάφης – Όσο μπορείς (απαγγελία: Σ.Στρατηγός)
(κλικ για να ακούσετε το απόσπασμα) |
|
Από παιδί είχε μανία με τα τρένα. Μεγάλη μανία. Το έσκαγε από το σχολείο, με τα βιβλία παραμάσχαλα*, και πού τον έχανες, πού τον έβρισκες, στο σταθμό. Έμεναν σε μια μικρή επαρχιακή πόλη. Τρύπωσε σε μια γωνιά κι εκεί καθότανε ώρες ολόκληρες και κοίταζε. Όχι μονάχα τα τρένα που ολοένα ερχόντουσαν και ολοένα φεύγανε, μα όλη η ατμόσφαιρα εκεί τον γοήτευε. Από το πολύ το σκασιαρχείο έμεινε στην ίδια τάξη. Η μάνα του του τις έβρεχε ταχτικά, αυτός το βιολί του. Το όνειρό του, από τότε, δεν ήτανε να γίνει, όπως θέλανε άλλα παιδιά, αξιωματικός ή μηχανικός, μα σταθμάρχης. Ονειρευότανε τον εαυτό του σταθμάρχη στον κεντρικό σταθμό της πρωτεύουσας, με τη σκούρα μπλε στολή, με τα σιρίτια στα μανίκια, κι ένιωθε μεγάλη συγκίνηση. Συχνάζοντας στο σταθμό, είχε μάθει από μικρός όλες τις μανούβρες που γίνονται εκεί σαν είναι να ’ρθει ή σαν είναι να φύγει ένα τρένο. Είχε μάθει ακόμα να παρατηρεί. Να μελετάει τα πρόσωπα των ταξιδιωτών. Άλλοι φτάνανε στο σταθμό με συνοδεία συγγενείς και φίλους κι αρχίζανε οι ατέλειωτοι αποχαιρετισμοί, οι συγκινήσεις και τα ρέστα. Άλλοι πάλι ερχόντουσαν και βρίσκανε ολόκληρη υποδοχή. Και ξανά οι συγκινήσεις και τα ρέστα. Μα κείνοι που ήταν η συμπάθειά του από τότε, ήταν οι μοναχικοί ταξιδιώτες. Αυτοί που φεύγουν ή έρχονται ολομόναχοι. Σαν είναι να φύγουνε, πηδάνε στο βαγόνι τους και χάνονται εκεί μέσα. Δεν κοιτάνε από το παράθυρο, γιατί ξέρουν πως δεν είναι κανένας για να τους αποχαιρετήσει, να τους πει: «Καλό ταξίδι!». Το ίδιο σαν έρχονται. Κατεβαίνουν από το βαγόνι τους, γρήγορα γρήγορα, και τραβάνε κατευθείαν στην έξοδο. Ξέρουν πως δεν είναι κανένας για να τους πει: «Καλωσόρισες!». Το είχε λοιπόν μεγάλο μεράκι* να γίνει σταθμάρχης. Και τίποτα, μα τίποτα, δεν μπόρεσε να τον κάνει ν’ αλλάξει γνώμη. Ούτε το ξύλο που ταχτικά έτρωγε από τη μάνα του ούτε που έμεινε στην ίδια τάξη δυο φορές ούτε και μια φορά που τον τράβηξε πίσω από κάτι βαγόνια ένας σιδηροδρομικός και του έκανε χειρονομίες. Και γίνηκε σιδηροδρομικός, μα όχι σταθμάρχης. Δεν είχε τα «τυπικά προσόντα». Δεν τα κατάφερε να τελειώσει το σχολείο. Όμως, μέρα και νύχτα, βρισκότανε στο αγαπημένο του περιβάλλον κι αυτό του έφτανε. Τώρα που είναι συνταξιούχος, λέει να καθίσει να γράψει ένα βιβλίο με τις αναμνήσεις του. Τριάντα δύο χρόνια έκανε σιδηροδρομικός. Υπηρέτησε σε πολλούς σταθμούς, μικρούς και μεγάλους. Και είδε πολλά πράματα. Έχει ένα σωρό αναμνήσεις. Το είπε το σχέδιό του για το βιβλίο σ’ ένα φίλο του, συνταξιούχο δάσκαλο, που τα κουτσοπίνουν παρέα τα βραδάκια. Το βρήκε σπουδαίο το σχέδιό του ο φίλος του. Μάλιστα του βρήκε και τον τίτλο του βιβλίου: «Απομνημονεύματα μιας μακράς σιδηροδρομικής ζωής». Κι αυτός του είπε: «Δάσκαλε, τι ’ναι τούτο; Μακρύ σα σιδερόδρομος είναι». Γελάσανε κι οι δυο τους. Και τσουγκρίσανε τα ποτήρια τους.
|
* παραμάσχαλα: κάτω απ’ τη μασχάλη
* το είχε μεράκι: το επιθυμούσε πάρα πολύ |
Ανθολόγιο Λογοτεχνικών Κειμένων
Ερωτήσεις – Δραστηριότητες
Ποιες ερωτήσεις θα θέλατε να κάνετε στον σιδηροδρομικό, για να μάθετε γιατί διάλεξε αυτό το επάγγελμα;
Μιλήστε για κάποιο στόχο που είχατε βάλει. Πώς καταφέρατε να τον πραγματοποιήσετε; Αν όχι, τι έφταιξε; Πώς νιώσατε στην κάθε περίπτωση;
Αν έπρεπε να φτιάξετε μια αφίσα γι’ αυτό το διήγημα, τι θα ζωγραφίζατε; Ζωγραφίστε την και βάλτε από κάτω έναν τίτλο. Ή ζωγραφίστε όποια σκηνή σάς κινεί το ενδιαφέρον από την παράγραφο που περιγράφει την κίνηση στον σταθμό.
Πώς θα χαρακτηρίζατε το παιδί «που είχε μανία με τα τρένα»; Να βρείτε τις αντίστοιχες φράσεις του κειμένου.
Αντώνης Σαμαράκης
(Αθήνα 1
919 – 2003)
Δημοφιλής συγγραφέας. Το έργο του, διηγήματα και μυθιστορήματα, είναι εμπνευσμένο από τα καθημερινά κοινωνικά προβλήματα και διακρίνεται για την ανθρωπιά του. Ο Σαμαράκης πρωτοστάτησε στις προσπάθειες για τη σωτηρία των παιδιών του πλανήτη μας και δίκαια ανακηρύχτηκε ο «πρώτος Έλληνας πρεσβευτής καλής θέλησης της Unicef για τα παιδιά του κόσμου». Έργα του: Ζητείται ελπίς, Σήμα κινδύνου, Αρνούμαι, Το λάθος, Το διαβατήριο
