Πάσχα

Μια στιγμή του Πάσχα

5_Stigmi Pasxa1

Βρισκόμαστε στα μέσα του 19ου αιώνα στην πόλη Τοβόλσκι της Σιβηρίας, κοντά στα Ουράλια όρη. Εδώ βρίσκονται τα φοβερά κάτεργα, όπου εκτίουν την ποινή τους βαρυποινίτες φυλακισμένοι.

Ανάμεσά τους ξεχωρίζει για την αγριότητά του ο Θωμάς Ριζκόφ. Είναι ένας γιγαντόσωμος ολόξανθος νέος. Τα ατσαλένια μπράτσα του μαρτυρούν μια φοβερή δύναμη. Εκείνο που τον κάνει ωστόσο ακόμη πιο φοβερό είναι το γεμάτο μίσος βλέμμα του. Τα μάτια του φανερώνουν την οργή και την απέραντη κακία της καρδιάς του. Είναι καταδικασμένος σε ισόβια δεσμά, για έναν φόνο που με κανέναν τρόπο δεν παραδέχεται ότι διέπραξε. Μάλιστα όλοι οι συγχωριανοί αλλά και οι συγκρατούμενοί  του πιστεύουν πως έχει γίνει κάποια δικαστική πλάνη ή, το χειρότερο, μια εσκεμμένη αδικία σε βάρος του εξαιτίας κάποιων εχθρών του που ήθελαν να τον εκδικηθούν.

 

Ο Θωμάς, τρία χρόνια τώρα μετά την καταδίκη του, δε σταματά να ωρύεται διαμαρτυρόμενος πως είναι αθώος. Σαν μανιασμένο θηρίο χτυπά με λύσσα το κεφάλι του στον τοίχο του κελιού του, ώσπου να πέσει αιμόφυρτος στο βρόμικο πάτωμα. Όλοι τον φοβούνται και τον ονομάζουν «Λυκοθωμά». Ακόμη και οι σκληροί φύλακές του, που πρέπει να τον «σωφρονίσουν» με ραβδισμούς, τρέμουν να τον πλησιάσουν.

 

Απόψε είναι μια άγρια, παγερή βραδιά. Το φθινόπωρο έχει μπει για τα καλά. Ξεσπάει καταρρακτώδης βροχή με τρομακτικά αστραπόβροντα και οι φυλακές πλημμυρίζουν. Οι σειρήνες σφυρίζουν δαιμονισμένα, καλώντας τους κρατούμενους να βοηθήσουν στην απομάκρυνση των νερών από την άθλια φυλακή τους. Όλοι βρίσκονται σε αναστάτωση. Μέσα σ’ αυτήν την κοσμοχαλασιά ο Λυκοθωμάς βρίσκει την ευκαιρία που χρόνια περιμένει. Κατορθώνει να δραπετεύσει, αφού αδίστακτα έχει σκοτώσει δυο δεσμοφύλακες, που προσπάθησαν να τον συγκρατήσουν, ανοίγοντάς τους τα κεφάλια.

Εξαπολύεται πρωτοφανές ανθρωποκυνηγητό σ’ όλη την περιοχή, για να συλληφθεί. Μάταιος κόπος. Ο Θωμάς έχει γίνει άφαντος. Τον επικηρύσσουν με το υπέρογκο ποσό των χιλίων ρουβλίων, αλλά  χωρίς αποτέλεσμα! Λες κι άνοιξε η γη και τον κατάπιε…

 

Περνούν δυο χρόνια, χρόνια τρόμου για την περιοχή του Τοβόλσκι. Κάθε λίγο κάποιοι βρίσκονται δολοφονημένοι με φρικιαστικό τρόπο, όπως ο Κάσιμιρ Πετρόφ, ο σκληρός επόπτης των φυλακών, που βρέθηκε σκοτωμένος στο κρεβάτι του με το κεφάλι σχισμένο στα δύο κι ένα σημείωμα κακογραμμένο πάνω στα ματωμένα ρούχα του: «Παλιόσκυλο, έπαθες ό,τι σου άξιζε για όσα μου έκανες!». Όλοι ανατριχιάζουν, γιατί καταλαβαίνουν ποιος είναι ο οργισμένος δολοφόνος. Οι κάτοικοι της περιοχής κλείνονται από νωρίς στα σπίτια τους και κλειδαμπαρώνονται. Τρομοκρατημένοι κοιμούνται μ’ ένα όπλο στο προσκέφαλό τους. Ωστόσο, οι φόνοι συνεχίζονται, μαζί με ληστείες και πυρπολήσεις κατοικιών. Κανείς δεν αμφιβάλλει ότι πίσω απ’ όλα τα εγκλήματα κρύβεται ο Θωμάς Ριζκόφ, το αγρίμι των φυλακών.

 

 

Επιτέλους, μετά από έναν βαρύ κι ατέλειωτο χειμώνα έρχεται ελπιδοφόρα η άνοιξη. Η αναγεννημένη πλάση, ο καιρός που ξαστερώνει, το Πάσχα που πλησιάζει σκορπίζουν λίγο από τον φόβο των ανθρώπων του Τοβόλσκι. Αρχίζουν σιγά-σιγά να ξεμυτίζουν από τα σπίτια τους, να χαίρονται ξανά τη ζωή. Μήνες τώρα έχει ν’ ακουστεί κάτι δυσάρεστο. Έχουν ξεχάσει τον Θωμά, έχουν κάπως ξεγνοιάσει.

 

 

Το βράδυ της Ανάστασης, όταν ολόγλυκα και χαρμόσυνα χτυπούν οι καμπάνες των εκκλησιών, όταν το σύμπαν ολόκληρο διαλαλεί το «Κριστός βοσκρές» (Χριστός Ανέστη), όλοι μαζεύονται στους ναούς φορώντας τα καλά τους και κρατώντας τις πασχαλιάτικες λαμπάδες τους.

Στον ναό του Αγίου Νικολάου ήρθαν και ο Αλεξέι Σαϊλόφσκι με τη γυναίκα του, την Τατιάνα. Στο σπίτι τους είχε μείνει το μικρό αγόρι τους, ο Μιχαήλ, με τους υπηρέτες τους.

Όταν μετά τη Θεία Λειτουργία επέστρεψαν στο πλούσιο αρχοντικό τους, ξαφνιάστηκαν πολύ που βρήκαν ανοιχτή τη βαριά αυλόπορτα. Ανήσυχοι προχώρησαν προς το σπίτι τους, όπου τους περίμενε μια φριχτή έκπληξη. Βρήκαν άγρια σκοτωμένους τους υπηρέτες τους και την αγαπημένη τους καλοκάγαθη Δόμνα, τη γυναίκα που φρόντιζε τον Μιχαήλ. Έντρομοι έτρεξαν στο δωμάτιο του γιου τους. Δεν τόλμησαν να ξεστομίσουν λέξη γι’ αυτό που φοβόντουσαν ότι θα αντικρίσουν. Κι οι δυο τους ήξεραν πολύ καλά ποιος ήταν πίσω απ’ όλη αυτή τη φρίκη… ο Λυκοθωμάς…

«Μανούλα, μανούλα, δες τι μου έδωσε ο κύριος που ήρθε!». Ο Μιχαήλ, ένα αγγελικό πλάσμα, έπαιζε στο κρεβατάκι του – ολοζώντανος και άθικτος, δόξα τῷ Θεῷ – μ’ ένα ρώσικο όπλο, το κιστέν, μια βαριά σιδερένια σφαίρα δεμένη σ’ έναν γερό ιμάντα. Μ’ αυτό το όπλο είχαν σκοτωθεί οι υπηρέτες του σπιτιού. Μισολιπόθυμοι η Τατιάνα κι ο Αλεξέι αγκαλιάζουν το παιδί τους και δοξάζουν τον Θεό. «Ήρθε ένας πολύ ψηλός άντρας με γένια κι άγρια μαλλιά. Το πρόσωπό του ήταν πολύ φοβιστικό», συνέχισε ο Μιχαήλ. «Μόλις τον είδα του χαμογέλασα και του είπα: «Κριστός βοσκρές!», όπως, μανούλα, μου έμαθες να λέω. Κι αυτός απόμεινε ακίνητος να με κοιτάει. Του έδωσα και το πασχαλινό αυγό μου. Το πήρε στα χέρια του. Το κράτησε λίγη ώρα. Κι ύστερα άλλαξε το πρόσωπό του και μου χαμογέλασε και είπε «Βοΐστινο βοσκρές!» (Αληθώς ανέστη!). Κι ύστερα, μανούλα, άρχισε να κλαίει, να κλαίει … κι έτσι κλαμένος έφυγε. Δεν με πείραξε, μανούλα».

Οι πιστοί μαζεύονται στον ναό του Αγίου Νικολάου για τον Εσπερινό της Αγάπης αφάνταστα αναστατωμένοι. Έχουν μαθευτεί τα νέα των Σαϊλόφσκι. Ο τρόμος ξαναγύρισε στις καρδιές όλων. Αλλά πόση είναι η κατάπληξή τους όταν, μπαίνοντας στον ναό, αντικρίζουν μπροστά στην εικόνα του Αναστημένου Χριστού τον γιγαντόσωμο Θωμά! Ακουμπά σε μια κολόνα και κοιτά στα μάτια τον Ιησού. Τα δικά του μάτια τρέχουν σαν βρύσες, ασταμάτητα, και τα χείλη του αδιάκοπα ψελλίζουν «Κριστός βοσκρές! Κριστός βοσκρές!».

Στην αρχή δεν τολμούν να πλησιάσουν. Γρήγορα όμως αντιλαμβάνονται ότι ο Θωμάς είναι εντελώς ακίνδυνος. Τίποτα στο πρόσωπό του δεν είναι άγριο και φοβερό. Τίποτα δεν προδίδει έναν κακούργο. Είναι ολοφάνερα εξαντλημένος και ολοφάνερα ευτυχισμένος. Δεν αντιδρά καθόλου, όταν μαζεύονται γύρω του διάφοροι, φωνάζοντας: «Να φωνάξουμε την αστυνομία! Να τον συλλάβει! Κλείστε τις πόρτες, μη μας φύγει!».

 

Ο Θωμάς δεν σαλεύει. Είναι δοσμένος ολοκληρωτικά σε μια βουβή, θερμή ικεσία προς τον Αναστημένο Ιησού, που τον μεταμορφώνει. Ο ιερέας αρνείται να καλέσει την αστυνομία μέσα στον ναό και τελεί την ακολουθία του Εσπερινού. Ύστερα βγαίνει στο ιερό κρατώντας την εικόνα της Ανάστασης. Όλοι οι πιστοί περνούν να την ασπαστούν. Κι όταν έχουν περάσει όλοι, ο ιερέας μ’ ένα συγκλονιστικό μεγαλείο προχωρεί προς τον Θωμά. Για ποιον ήρθε ο Χριστός στη γη μας; Για ποιον σταυρώθηκε; Δεν ήρθε για τα πιο πονεμένα του παιδιά; Για τα πιο απελπισμένα; Για τα πιο αμαρτωλά; Κρατά την εικόνα μπροστά στον Θωμά και τον καλεί να την προσκυνήσει.

 

 

Κι εκείνος σύγκορμος κλαίει κι ελεεινολογεί τον εαυτό του. «Τόμα, Κριστός βοσκρές!», του λέει. «Πάπα, βοΐστινο βοσκρές!», κατορθώνει ν’ απαντήσει ο Θωμάς μέσα σε αναφιλητά. «Έλα, παιδί μου, να προσκυνήσεις την Ανάσταση του Κυρίου μας. Για σένα έχυσε το αίμα του στον Σταυρό. Για σένα μπήκε στο μνήμα. Για σένα Αναστήθηκε και μαζί του ανέστησε κι εσένα. Ας σου χαρίσει την ίαση της ψυχής σου».

 

Και μ’ αυτά τα λόγια ακουμπά την εικόνα της Ανάστασης στο κεφάλι του Θωμά.

Έξω από τον ναό περιμένει η αστυνομία. Ο Θωμάς, ήμερος σαν αρνάκι, βγαίνει από τον ναό και τους προτείνει τα χέρια του, για να του περάσουν τις χειροπέδες λέγοντας σε όλους: «Κριστός βοσκρές!». Στο αστυνομικό τμήμα, σ’ ό,τι κι αν τον ρωτούν απαντά με τα ίδια λόγια που βγαίνουν μέσα από τη μετανιωμένη καρδιά του: «Κριστός βοσκρές!». Ομολογεί όλα τα εγκλήματα που έχει διαπράξει, αλλά επιμένει πως για το πρώτο, για το οποίο είχε αρχικά καταδικαστεί και φυλακιστεί, ήταν αθώος. Καταδικάζεται σε κάθειρξη πολλών χρόνων. Δέχεται την ποινή αδιαμαρτύρητα, ατάραχα, χαρούμενα. Οδηγείται στις φυλακές και δεν σταματά μαζί με την αναπνοή του να λέει: «Κριστός βοσκρές».

Δεν υπάρχει, δεν υπήρξε ποτέ πιο υποδειγματικός κρατούμενος. Οι φύλακες που θυμούνται τον παλιό, τον φοβερό Λυκοθωμά, στην αρχή του φέρονται απάνθρωπα, τον χτυπούν μέχρι να λιποθυμήσει, τον αφήνουν νηστικό και διψασμένο, θέλουν να τον εκδικηθούν για όσα είχε κάμει σε κείνη την πρώτη φρικτή κάθειρξή του. Μα τώρα ο Θωμάς είναι κάτι άλλο. Δεν αγανακτεί, δεν αντιστέκεται. Στις βρισιές και τα βρομόλογα απαντά μόνο με το «Κριστός βοσκρές» και ευλογεί τους βασανιστές του. Θεωρείται παράδοξη αυτή η αλλαγή και καλούνται ψυχίατροι να τον εξετάσουν και να αποφανθούν, αν όντως έχει αλλάξει ή αν υποκρίνεται.

Τον επισκέπτεται και ο αρχιεπίσκοπος Κιέβου και Γαλικίας Πιτιρίμ. Είναι άγιος άνθρωπος. Μένει στο κελί του Θωμά πολλές ώρες και ακούει από τα χείλη του την απίστευτη ιστορία του.

Ο Θωμάς εξομολογείται στον Πιτιρίμ. Ζητά την άφεση των αμαρτιών του και τίποτ’ άλλο. «Δεν μ’ ενδιαφέρει, αν θα σαπίσω στη φυλακή. Το αξίζω πιο πολύ από κάθε κρατούμενο. Μόνο να με ελεήσει ο Χριστός», λέει.

Περνά λίγος καιρός. Γεννιέται ο διάδοχος του θρόνου κι ο πατέρας του, ο τσάρος Νικόλαος ο Α΄, περιχαρής κηρύσσει γενική αμνηστία. Οι φυλακές όλης της χώρας αδειάζουν. Κι ο Θωμάς, χωρίς να το περιμένει, είναι ελεύθερος, αφού εγγυάται γι’ αυτόν ο αρχιεπίσκοπος Πιτιρίμ.

Στη νέα του ζωή ο Θωμάς μπαίνει στην υπηρεσία όλων. Αναλαμβάνει τις πιο βρόμικες και περιφρονημένες εργασίες. Περιποιείται ηλικιωμένους μοναχικούς κι ανήμπορους. Αν πεθάνει κάποιος φτωχός, αυτός τρέχει να βοηθήσει στην ταφή του. Δε ζητά ποτέ χρήματα. Αν του δώσουν ένα πιάτο φαγητό, είναι βαθύτατα ευγνώμων. Αν κάποιος του φερθεί με περιφρόνηση, τον ευχαριστεί ειλικρινά. Για όλους είναι ένας άγγελος. Κι όλοι πια τον αποκαλούν «Καλοθωμά».

Μια φοβερή επιδημία ξεσπά στο Τοβόλσκι. Δεν υπάρχει σπίτι που να μη θρηνεί έναν και περισσότερους νεκρούς. Κι όλοι είναι αβοήθητοι, γιατί κανείς δεν τολμά να βοηθήσει γείτονα ή συγγενή, από φόβο μην κολλήσει. Μόνον ο Θωμάς μπαίνει σ’ όλα τα σπίτια χωρίς δισταγμό. Δεν φοβάται. Περιποιείται τους αρρώστους. Νύχτα και μέρα δίνεται με υπέροχη αγάπη στον καθένα. Κι ο Θεός του χαρίζει ένα εξαιρετικό δώρο: τον κάνει πάροχο ιάσεως. Όποιον ασθενή περιποιείται ο Θωμάς, συνέρχεται, θεραπεύεται. Κι η φοβερή λοιμική ασθένεια σιγά-σιγά υποχωρεί και εξαφανίζεται. Ο δήμαρχος κι όλοι οι συνδημότες του θέλουν να τον τιμήσουν, μα εκείνος αρνείται κάθε τιμητική διάκριση. Μόνον παρακαλεί να του εξασφαλίσουν τα εισιτήρια, για να επισκεφθεί τη Μονή της Πρέσναγια Μαρίας (της Παναγίας). Όταν αναχωρεί από τον σταθμό έχει μαζευτεί όλη η πόλη, για να τον αποχαιρετίσει και να τον φορτώσει με τάματα για την Παναγία. Κι εκείνος τους αποχαιρετά με τον αγαπημένο λόγο: «Κριστός βοσκρές! Κριστός βοσκρές!».

 

Στο Μοναστήρι της Παναγίας, μετά τα πρώτα «Ευλογείτε!», ο Θωμάς γλιστρά στο Καθολικό, όπου τελούνταν ο Εσπερινός. Μέσα στη γαλήνη και την κατάνυξη του σκοτεινού ναού γονατίζει στη θαυματουργή εικόνα της Παναγίας, της ακουμπά τα τάματα των συμπολιτών του κι αναλύεται σε λυγμούς. Ζητά κι από την Παναγία έλεος για όλα τα εγκλήματά του. Όταν γίνεται η απόλυση, ο ηγούμενος έρχεται κοντά του, τον ανασηκώνει και του λέει: «Έλα, παιδί μου, να μου μιλήσεις». «Κριστός βοσκρές!», απαντά βουρκωμένος ο Θωμάς.

Το επόμενο πρωί, στη Θεία Λειτουργία, ο Θωμάς μετά από μια συγκλονιστική εξομολόγηση αξιώνεται να κοινωνήσει το Σώμα και το Αίμα του Χριστού. Ύστερα από τόσα χρόνια σκληρότητας και πνευματικής πείνας δέχεται μέσα Του Αυτόν που με την Ανάστασή Του τον αναγέννησε, τον ανακαίνισε.

Ο Θωμάς  έμεινε λίγα χρόνια στη μονή, όπου έμαθε λίγα γράμματα, για να μπορεί να μελετά τα εκκλησιαστικά βιβλία. Αλλά κάποια μέρα, αφού αποχαιρέτισε όλους τους μοναχούς έφυγε, άγνωστο για πού. Ο ηγούμενος στην πόρτα της Μονής τον αποχαιρέτισε λέγοντας με δάκρυα στους άλλους μοναχούς: «Ένας μεγάλος μετανιωμένος! Ένας άγιος μας αποχαιρετά! Τιμή για το μοναστήρι μας που πέρασε από εδώ μια τέτοια ευλογημένη ψυχή!».

Πέρασαν τριάντα ολόκληρα χρόνια! Η ιστορία του Λυκοθωμά που έγινε Καλοθωμάς έχει σχεδόν ξεχαστεί. Μόνον κάποιοι γέροντες τον αναφέρουν σαν παραμύθι στα εγγόνια τους.

Είναι Φλεβάρης. Οι ευγενείς και οι πρίγκιπες έχουν έρθει από την Πετρούπολη στα Ουράλια, για να κυνηγήσουν αγριογούρουνα. Ανάμεσά τους και ο εξηνταπεντάρης πια Μετσλάβ Κανιέφ, στρατιωτικός, που κάποτε ως στρατηγός είχε ζήσει στο Τοβόλσκι. Κάποια συννεφιασμένη μέρα, καθώς κυνηγούν, ο Κανιέφ απομακρύνεται από τους άλλους συντρόφους και βρίσκεται σ’ ένα ξέφωτο του δάσους, όπου βλέπει μια φτωχική καλυβούλα. Δίπλα στην καλυβούλα ένας ασκητής λευκασμένος, γονατιστός, με τα χέρια σηκωμένα στον ουρανό, προσεύχεται.

Ο Κανιέφ πλησιάζει αθόρυβα, τόσο που ακούει την προσευχή του γέροντα: «Κριστός βοσκρές!» «Κριστός βοσκρές!» «Παῦσον, Κύριε, τῆς ὀργῆς τοῦ θυμοῦ σου καί ἴλεως γενοῦ ἐπί τήν κακίαν τοῦ λαοῦ σου!». Ο γέροντας λυγίζει. Φαίνεται πως ξεψυχάει. Ο Κανιέφ τρέχει κοντά του και τον αγκαλιάζει κι αναγνωρίζει στο πρόσωπό του έναν παλιό γνώριμο, που στο Τοβόλσκι τον είχε ταλαιπωρήσει, αλλά και ευχάριστα εκπλήξει: τον Θωμά Ριζκόφ!

«Θωμά! Εσύ εδώ;». «Με αναγνωρίσατε, Υψηλότατε! Εμένα τον αχρείο δούλο του Θεού! Πόσο έχω κλάψει, από τότε που ένα παιδάκι μ’ ένα κόκκινο πασχαλινό αυγό μου έδειξε τον δρόμο της Ανάστασης! Ω, εκείνη η στιγμή του Πάσχα πόσο άλλαξε εμένα και τη ζωή μου. Τώρα πια… φεύγω… άραγε… ο Χριστός θα με δεχτεί;…», και καταβάλλοντας μια ύστατη προσπάθεια κάνει το σημείο του σταυρού με χέρι τρεμάμενο κι ύστερα γέρνει το κεφάλι του στον ώμο του Κανιέφ.

Την ώρα εκείνη ο μολυβένιος ουρανός ανοίγει ξαφνικά. Τα σύννεφα διαλύονται κι ένα χρυσό φως λάμπει μέσα στο δάσος. Ο πρίγκιπας έκθαμβος, κρατώντας στην αγκαλιά του τον πολύτιμο νεκρό, αισθάνεται μια εξαίσια ευωδία, σαν ν’ ανεβαίνει από τη γη στον ουρανό λιβάνι από πολλά θυμιατήρια, ενώ πλήθος αγγέλων ετοιμάζονται να κάνουν «νεκρικό ξόδι» και περιτριγυρίζουν με ευλάβεια το σκήνωμα. Ο πρίγκιπας τραβιέται μερικά βήματα, για να μην ενοχλεί.

«Μακάριος ὅν ἐξελέξω καί προσελάβου, Κύριε!» «Τίμιος ἐναντίον Κυρίου ὁ θάνατος τοῦ ὁσίου αὐτοῦ!», ψάλλουν οι άγγελοι.

Αποσβολωμένο βρήκαν τον Κανιέφ οι άλλοι κυνηγοί. «Μα τι πάθατε Υψηλότατε; Τι σας συνέβη;», τον ρωτούν. «Γονατίστε, καλοί μου φίλοι. Γονατίστε μπροστά σ’ έναν σύγχρονο άγιο. Έναν άνθρωπο που τον αναγέννησε ΜΙΑ ΣΤΙΓΜΗ ΤΟΥ ΠΑΣΧΑ, ένα χεράκι παιδικό που κρατούσε ένα αυγό πασχαλινό κι έδωσε μιαν ευχή: «Κριστός βοσκρές!». Μια ευχή που έκαμε τον κακούργο άγιο, άξιο να τον παραλάβουν άγγελοι του Θεού για το αιώνιο ταξίδι του».

Μέσα στο δάσος άγγελοι υμνωδοί, άνθρωποι γονατιστοί και χιλιάδες πουλιά ψάλλουν τον αναστημένο Κύριο και διατρανώνουν τη μεγάλη αλήθεια: «Πιο μεγάλη από την πιο βαριά αμαρτία είναι η αγάπη και το έλεος του Θεού μας για κάθε μετανιωμένο. Η αμαρτία κι ο θάνατος νικήθηκαν με την Ανάσταση του Χριστού μας!».

Διασκευή της Σταυρούλας Κουμενίδου από το βιβλίο «Μια στιγμή του Πάσχα. Η ζωή ενός Ρώσου ασκητού», έκδοση Ιεράς Καλύβης Αγ. Χαραλάμπους, Νέα Σκήτη, Άγιον ΄Όρος

“Ώρες με τη μητέρα μου”

“Μάνα, η γλυκύτερη λέξη στον κόσμο…”

 

Στα 6 μου : Η μαμά ξέρει τα πάντα!
Στα 8 μου: Η μαμά ξέρει πολλά.
Στα 12 μου: Η μαμά δεν τα ξέρει όλα.
Στα 14 μου: Η μαμά δεν ξέρει τίποτα!
Στα 16 μου: Ποια μαμά;
Στα 18 μου: Η μαμά έχει μείνει πίσω…
Στα 25 μου: Ίσως ξέρει η μαμά…
Στα 35 μου: Πριν αποφασίσω, ας ρωτήσω τη μαμά.
Στα 45 μου: Τι να πιστεύει η μαμά;
Στα 75 μου: Αχ και να ζούσε η μαμά μου να τη ρωτούσα…!

Για να γελάσουμε λίγο…

 

 Και μια πολύ συγκινητική ιστορία…

Το αντικείμενο του ρήματος

1

Τα ρήματα τα διακρίνουμε σε:

  • Αμετάβατα, όταν δεν έχουν αντικείμενο
  • Μεταβατικά, όταν έχουν αντικείμενο
  • Συνδετικά, όταν παίρνουν κατηγορούμενο
  • Απρόσωπα, όταν για Υποκείμενο έχουν ολόκληρη πρόταση

και αμετάβατα ρήματα 1

Τα Μεταβατικά ρήματα τα διακρίνουμε σε:

  • Μονόπτωτα δηλαδή 1 αντικείμενο ή περισσότερα που χωρίζονται με κόμμα
  • Δίπτωτα δηλαδή 2 αντικείμενα ένα στη γενική (έμμεσο) και το άλλο στην αιτιατική (άμεσο)ή 2 αντικείμενα στην αιτιατική

b14893 46a5c286f9f747209989e756f0c75878mv2

Εξασκούμαι λύνοντας τις παρακάτω ασκήσεις:

Τι ρήμα είναι: μεταβατικό, αμετάβατο ή συνδετικό;

1. άμεσο και έμμεσο αντικείμενο

2. άμεσο και έμμεσο αντικείμενο

3. άμεσο και έμμεσο αντικείμενο

4. άμεσο και έμμεσο αντικείμενο

Μονόπτωτα ή Δίπτωτα ρήματα

Υποκείμενο και Αντικείμενο του ρήματος

 

Ποικιλία ασκήσεων για εμπέδωση

 

Το Ημερολόγιο της Άννας Φρανκ

27 Ιανουαρίου

Ημέρα ΜΝΗΜΗΣ ολοκαυτώματος

Σήμερα δεν θα κάνουμε ένα συνηθισμένο μάθημα. Θα μιλήσουμε για τη μνήμη. Στις 27 Ιανουαρίου θυμόμαστε εκατομμύρια ανθρώπους που χάθηκαν στον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, όχι επειδή έκαναν κάτι λάθος, αλλά επειδή κάποιοι τους θεώρησαν “διαφορετικούς”, επειδή ήταν Εβραίοι.

Θα δούμε την ιστορία της Άννας Φρανκ. Ήταν ένα παιδί σχεδόν στην ηλικία σας. Δεν ήταν ηρωίδα, ούτε ήξερε ότι θα γίνει σύμβολο. Έγραφε απλώς για όσα ένιωθε. Στο τέλος, θα φτιάξουμε όλοι μαζί μια αφίσα. Όχι για το παρελθόν, αλλά για το μέλλον.

7af5127c f353 4a80 92ee 51a1c9c20ef71

Λίγα λόγια για τους Εβραίους

Οι Εβραίοι είναι άνθρωποι που ανήκουν σε έναν λαό και μια θρησκεία. Όπως υπάρχουν Έλληνες που είναι χριστιανοί, έτσι υπάρχουν και Εβραίοι που έχουν τη δική τους ιστορία, τη δική τους παράδοση και θρησκεία τον Ιουδαϊσμό.

Ζουν σε πολλές χώρες του κόσμου, αλλά και στην Ελλάδα ζουν και ζούσαν Εβραίοι για εκατοντάδες χρόνια, όπως και στη Λάρισα.
Μιλούν ελληνικά, πηγαίνουν στα ίδια σχολεία και είναι μέρος της κοινωνίας μας τότε και τώρα. Είναι έμποροι, τεχνίτες, γιατροί, δάσκαλοι, μιλούν ελληνικά ζουν στις ίδιες γειτονιές με τους άλλους Έλληνες.

Οι Εβραίοι δεν είναι “διαφορετικοί άνθρωποι”. Είναι άνθρωποι σαν όλους τους άλλους. Όμως στον Β΄Παγκόσμιο Πόλεμο οι Ναζί τους κυνήγησαν όχι για κάτι που έκαναν, αλλά για το ποιοι ήταν. Οι Ναζί πίστευαν λανθασμένα ότι κάποιοι άνθρωποι ήταν «κατώτεροι» και υπεύθυνοι για όλες τις συμφορές του κόσμου. Γι’ αυτό κυνήγησαν τους Εβραίους μόνο και μόνο επειδή ήταν Εβραίοι. Αυτός ο διωγμός ονομάζεται Ολοκαύτωμα.

Για πολλούς αιώνες οι Εβραίοι δεν είχαν δικό τους κράτος  ως λαός. Ζούσαν σκορπισμένοι σε πολλές χώρες (αυτό λέγεται διασπορά) και σε κάθε χώρα που έμεναν ήταν πολίτες αυτής της χώρας (π.χ. Έλληνες Εβραίοι). Αυτό σημαίνει ότι ένας  Εβραίος της Λάρισας ήταν Έλληνας πολίτης ,απλώς είχε εβραϊκή θρησκεία και καταγωγή.

Το κράτος του Ισραήλ δημιουργήθηκε πολύ αργότερα, το 1948, μετά τον Β΄ Παγκόσμιο Πόλεμο. Αυτό έγινε λίγα χρόνια μετά το Ολοκαύτωμα, όταν εκατομμύρια Εβραίοι είχαν σκοτωθεί και όσοι επέζησαν δεν είχαν πια πατρίδα ή ασφάλεια.

Πριν το 1948, δεν υπήρχε κράτος που να λέγεται Ισραήλ. Στην περιοχή ζούσαν Άραβες (κυρίως Παλαιστίνιοι) και Εβραίοι.

Το 1948 ο  ΟΗΕ πρότεινε να δημιουργηθούν δύο κράτη: ένα εβραϊκό (Ισραήλ) και ένα αραβικό (Παλαιστινιακό).

Το Ισραήλ ιδρύθηκε, όμως το παλαιστινιακό κράτος δεν δημιουργήθηκε τότε και από εκεί ξεκίνησαν συγκρούσεις που συνεχίζονται μέχρι σήμερα.

Ίσως να νομίζουμε ότι όσα είδαμε με την Άννα Φρανκ συνέβησαν πολύ μακριά. Όμως και η Λάρισα είχε εβραϊκή κοινότητα για πολλούς αιώνες. Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, Εβραίοι συμπολίτες μας συνελήφθησαν και στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης. Πολλοί από αυτούς δεν γύρισαν ποτέ. Αυτό σημαίνει ότι η μνήμη δεν αφορά μόνο την ιστορία ανθρώπων σε όλους τόπους, αλλά και την ιστορία της ίδιας μας της πόλης. Θυμόμαστε, λοιπόν, για να σεβόμαστε τον άνθρωπο, όπου κι αν ζει, όποιος κι αν είναι.

Η διάσωση των Εβραίων της Λάρισας (Μάρτιος 1944)

Κατά τη διάρκεια της Κατοχής, οι Ναζί καταδίωξαν και εξόντωσαν σχεδόν όλους τους Εβραίους σε πολλές πόλεις της Ελλάδας. Σε πόλεις όπως η Θεσσαλονίκη, οι Σέρρες ή η Ξάνθη, χάθηκε πάνω από το 90% των Εβραίων κατοίκων.

Στη Θεσσαλία όμως συνέβη κάτι διαφορετικό. Στη Λάρισα, από τους 2.120 Εβραίους κατοίκους, χάθηκαν περίπου 310, ενώ οι υπόλοιποι διασώθηκαν. Παρόμοια ήταν η εικόνα και στον Βόλο και στα Τρίκαλα. Αυτό δεν έγινε τυχαία.

Οι  Εβραίοι της Θεσσαλίας σώθηκαν γιατί οι σχέσεις Ελλήνων και Εβραίων ήταν πολύ καλές. Ζούσαν μαζί, ήταν φίλοι, συμμαθητές και γείτονες. Δεν υπήρχαν έντονες διακρίσεις. Επιπλέον η Αντίσταση ήταν πολύ οργανωμένη και πολλοί κάτοικοι συμμετείχαν στο ΕΑΜ και τον ΕΛΑΣ, ακόμη και Εβραίοι. Επίσης η γεωγραφία βοήθησε. Κοντά στις πόλεις υπήρχαν βουνά και χωριά που ελέγχονταν από την Αντίσταση, όπου μπορούσαν να κρυφτούν.

Τον Μάρτιο του 1944, οι Γερμανοί ετοίμαζαν τη σύλληψη των Εβραίων της Λάρισας. Όμως οι σιδηροδρομικοί κατάλαβαν τι ερχόταν και ειδοποίησαν την Αντίσταση. Μέσα σε λίγες ώρες οργανώθηκε η φυγάδευση. Οι Εβραίοι έφυγαν τη νύχτα, σε μικρές ομάδες. Περπατούσαν από στενά της πόλης και μεταφέρονταν με κάρα σε χωριά, όπως η Τερψιθέα. Τους βοήθησαν γείτονες, χωρικοί και μέλη της Αντίστασης. Κανείς δεν τους πρόδωσε. Όταν οι Γερμανοί μπήκαν στη συνοικία των Εβραίων, βρήκαν μόνο λίγους ηλικιωμένους και άρρωστους . Αυτοί συνελήφθησαν και στάλθηκαν σε στρατόπεδα συγκέντρωσης δηλαδή στρατόπεδα θανάτου.

Όταν οι Γερμανοί έφυγαν από τη Λάρισα τον Οκτώβριο του 1944, οι Εβραίοι επέστρεψαν στα σπίτια τους. Τα σπίτια τους ήταν άθικτα. Οι γείτονες τα είχαν προστατέψει. Έλληνες και Εβραίοι γιόρτασαν μαζί την Ελευθερία, με τραγούδια και χαρά.

Η Άννα Φρανκ  έγραψε το Ημερολόγιό της  για να μη χαθεί η φωνή της. Εμείς σήμερα θυμόμαστε για να μη χαθούν ξανά άνθρωποι.»

ΟΛΟΚΑΥΤΩΜΑ

Ηλεκτρονικά Παιχνίδια

Σας αρέσουν τα ηλεκτρονικά παιχνίδια;  Στη δική μας τάξη μας αρέσουν πολύ! Γι αυτό και επινοήσαμε φανταστικά παιχνίδια και τα σχεδιάσαμε ομαδικά! Σας παρουσιάζουμε τους ήρωες, την αποστολή τους, τα εμπόδια που συναντούν, τα εφόδια που διαθέτουν, τον τρόπο που υπερπηδούν τα εμπόδια, πώς εκδηλώνουν τα συναισθήματά τους και πώς τερματίζει το παιχνίδι.

Επιβίωση στο έρημο νησί του Αμαζονίου

Ισιδώρα-Δανάη-Δήμητρα

IMG 20260115 094931547 HDR IMG 20260115 094940912 HDR IMG 20260115 094945827 HDR

Περιπέτεια στη  HAWAII

Ζωγραφένια-Άννα

IMG 20260115 094323685 HDR IMG 20260115 094336264 HDR IMG 20260115 094341345 HDR

ROBLOX

Σουμέλα-Ιωάννα-Μαρία-Θεοδώρα

IMG 20260115 094117108 HDR IMG 20260115 094122960 HDR IMG 20260115 094126854 HDR

GEOMETRY DASH

Γιώργος Π.-Θοδωρής-Θάνος

IMG 20260115 093731183 HDR IMG 20260115 093736578 HDR IMG 20260115 093740339 HDR

CLASS ROYALE

Δημήτρης-Λουκάς

IMG 20260115 093211239 HDR IMG 20260115 093229307 HDR

INK GAME

Σωκράτης-Γιώργος Ν.-Αντώνης-Αποστόλης

IMG 20260115 093323720 HDR

 

Το φλουρί του φτωχού ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΑ

Tο πρώτο φλουρί της βασιλόπιτας που μου έπεσε βγήκε μοιρασμένο. ‘Hταν αληθινό φλουρί, γιατί ο πατέρας μου τον καιρό εκείνο συνήθιζε να βάζει στη βασιλόπιτα του σπιτιού μας μια χρυσή αγγλική λίρα.

Πώς έρχονται τα πράματα καμιά φορά!

O πατέρας μου, όρθιος μπροστά στο αγιοβασιλιάτικο τραπέζι, έκοβε την πίτα, ονοματίζοντας κάθε κομμάτι ξεχωριστά, πριν κατεβάσει το μεγάλο μαχαίρι του ψωμιού. Aφού έκοψε το κομμάτι του σπιτιού, των αγίων, το δικό του και της μητέρας μου, πριν αρχίσει τα κομμάτια των παιδιών σταμάτησε, σαν να θυμήθηκε κάτι.

– Ξεχάσαμε, είπε, το κομμάτι του φτωχού. Αυτό έπρεπε να ‘ρθει ύστερ’ από τους αγίους. Aς είναι όμως. Θα το κόψω τώρα κι ύστερα θ’ αρχίσω τα κομμάτια των παιδιών. Πρώτα ο φτωχός.

Kατέβασε το μαχαίρι και είπε:

– Tου φτωχού.

Έπειτα θα ερχόταν το δικό μου κομμάτι, που ήμουν ο μεγαλύτερος από τα παιδιά.

Kαθώς τραβούσε όμως το κομμάτι του φτωχού, το χρυσό φλουρί κύλησε στο τραπεζομάντιλο. Tο κόψιμο της πίτας σταμάτησε. Kοιτάζαμε ο ένας τον άλλο κι ο πατέρας όλους μας.

– Ποιανού είναι τώρα το φλουρί; είπε η μητέρα μου. Tου φτωχού ή του Πέτρου; Eγώ λέω πως είναι του Πέτρου.

H καημένη η μητέρα! Tο είχε καημό να πέσει σ’ εμένα.

– Oύτε του φτωχού είναι, είπε ο πατέρας μου, ούτε του Πέτρου. Tο σωστό σωστό. Tο φλουρί μοιράστηκε. Ήταν ανάμεσα στα δυο κομμάτια. Kαθώς τα χώρισα με το μαχαίρι, έπεσε κάτω. Tο μισό λοιπόν είναι του φτωχού, το μισό του Πέτρου.

– Kαι τι θα γίνει τώρα; ρώτησε στενοχωρημένη η μητέρα μου.

Tι θα γίνει; συλλογιζόμαστε κι εμείς.

– Mην πονοκεφαλιάζετε, είπε ο πατέρας. Άνοιξε το πορτοφολάκι του, έβγαλε από μέσα δυο μισές χρυσές λίρες και τις ακούμπησε στο τραπέζι. Nα τι θα γίνει. Aυτή φυλάξτε τη, να τη δώσετε στον πρώτο ζητιάνο που θα χτυπήσει την πόρτα μας. Eίναι η τύχη του. H άλλη μισή είναι του Πέτρου.

Kαι μου την έδωσε.

– Kαλορίζικη! Kαι του χρόνου παιδί μου! Eίσαι ευχαριστημένος; Ήμουν και με το παραπάνω.

– Θα του τη δώσω εγώ με το χέρι μου, είπα.

Γελούσαμε όλοι με την παράξενη τύχη μου. T’ άλλα παιδιά με πείραζαν: «O σύντροφος του φτωχού». Mονάχα ο πατέρας μου δε γελούσε. Eκείνος με τράβηξε κοντά του, με φίλησε και μου είπε:

– Mπράβο σου! Eίσαι καλό παιδί.

Tο άλλο πρωί, μόλις ξυπνήσαμε, χτύπησε η πόρτα. Kάτι μου έλεγε πως ήταν ο ζητιάνος, που έφτανε βιαστικός να πάρει το μερίδιό του.

Έτρεξα στην πόρτα με τη μισή λίρα. Ήταν ένας γέρος φτωχός, με κάτασπρη γενειάδα, γερτός από τα χρόνια, και τρέμοντας από το κρύο μουρμούριζε ευχές.

– Πάρε, παππού, του είπα.

O γέρος το έφερε κοντά στα μάτια του για να το κοιτάξει καλύτερα. Δεν μπορούσε να πιστέψει πως κρατούσε χρυσάφι στα χέρια του – τον καιρό εκείνο που όλοι έδιναν στους φτωχούς δίλεπτα και μονόλεπτα.

– Tι είναι αυτό, παιδάκι μου; με ρώτησε.

– Mισή λίρα είναι, παππού, του είπα. Πάρε την. Δική σου είναι.

O καημένος δεν ήθελε να το πιστέψει.

– Mήπως έκανες λάθος, παιδάκι μου; Για ρώτησε τους γονείς σου.

Tου εξήγησα με τι τρόπο είχαμε μοιραστεί το φλουρί της βασιλόπιτας. O γέρος έτρεμε από τη χαρά του. Σήκωσε ψηλά τα μάτια και είπε:

– O Θεός είναι μεγάλος! Nα ζήσεις, παιδάκι μου, και να σε χαίρονται οι γονιοί σου. Kαι ο Θεός να σ’ αξιώσει να ‘χεις πάντα όλα τα καλά και να τα μοιράζεις με τους φτωχούς και τους αδικημένους. Tην ευχή μου να ‘χεις!

Mου έδωσε την ευχή του, σήκωσε πάλι ψηλά κατά τον ουρανό τα μάτια και κατέβηκε με το ραβδί του τη σκάλα.

Έτσι τέλειωσε η ιστορία του φλουριού της βασιλόπιτας εκείνη τη χρονιά. Από τότε πέρασαν πολλά χρόνια. Μα από τότε, όσες φορές δίνω μια βοήθεια σ’ ένα φτωχό, συλλογίζομαι: Τάχα εγώ μοιράζω τα λεφτά μου με το φτωχό ή ο φτωχός μοιράζεται τα λεφτά του μ’ εμένα; Αυτό δεν μπορούσα να καταλάβω ούτε τότε, που μοίρασα με τον παλιό ζητιάνο το φλουρί της βασιλόπιτας.

| Παύλος Νιρβάνας | Το φλουρί του φτωχού |

Η ιστορία της Βασιλόπιτας

Η ζωή σε άλλους τόπους

λαοί

Αυτόχθονες είναι λαοί ή φυλές που κατοικούν στο τόπο που γεννήθηκαν και δεν έχουν έρθει από άλλη περιοχή. Λέγονται και ιθαγενείς. Οι Ευρωπαίοι εξερευνητές προσπαθώντας να ανακαλύψουν νέους τόπους, πρώτες ύλες και νέες πηγές πλούτου ήρθαν σε επαφή με τους ιθαγενείς της Αμερικής, Αφρικής, και Αυστραλίας. Δε σεβάστηκαν τον πολιτισμό και τις συνήθειές τους, έκλεψαν τον πλούτο και τη γη τους και τους φέρθηκαν με υπερβολική σκληρότητα. Αποτέλεσμα ήταν οι περισσότεροι αυτόχθονες να χάσουν την πολιτιστική τους ταυτότητα και οι πληθυσμοί τους να συρρικνωθούν.

Στις μέρες μας μόνο λίγοι έχουν απομείνει. Αυτόχθονες λαοί και φυλές υπάρχουν σε διάφορα μέρη της Γης.

Στην Αμερική οι Ινδιάνοι (Απάτσι, Σιού, Τσερόκι κ.α.)
Στην Ασία οι Μογγόλοι και οι Βεδουίνοι.
Στις βόρειες πολικές περιοχές οι Εσκιμώοι ,οι Λάπωνες και οι Σαάμι.
Στην Ωκεανία: οι Αβοριγίνες στην Αυστραλία, οι Παπούα στη Νέα Γουινέα και οι Μαορί στη Νέα Ζηλανδία.
Στην Αφρική οι Μασάι, οι Μπαντού ,οι Πυγμαίοι, οι Βερβερίνοι, οι Τουαρέγκ, οι Βουσμάνοι.

Μετάβαση στο padlet.com