Πρόσφατα σχόλια

visitors – επισκέπτες

Flag Counter

Το κλειδί, διήγημα του Β. Γεργατσούλη

3 Μαΐου 2025 από και με ετικέτα , , ,

old key 5380624 1280
Δημοσιεύτηκε στην ιστοσελίδα Culture Book στη στήλη “Ένα παράθυρο για το μικρό διήγημα” το μικροδιήγημά μου “Το κλειδί”. Ευχαριστώ την κυρία Ηρώ Νικοπούλου για την επιλογή να αφιερώσει έναν ολόκληρο μήνα με δημοσιεύσεις του έργου μου στην πολύ ενδιαφέρουσα στήλη που διαχειρίζεται. Διαβάστε το στον σύνδεσμο που ακολουθεί:
.
ΤΟ ΚΛΕΙΔΙ
.
Ήταν ένα μαύρο, βαρύ, σιδερένιο κλειδί. Το φύλαγε σε μια σκαλιστή μπιζουτιέρα, από εκείνες που κρύβουμε τα βαρύτιμα κοσμήματά μας. Θα στοιχημάτιζε κανείς πως ένα τέτοιο θεόρατο κλειδί δεν είχε φτιαχτεί για να ανοίγει πόρτες σπιτιών, αλλά για να ξεκλειδώνει καστρόπορτες.
Είχαν έρθει απ’ τη Μικρασία το ’22. Ήταν οι δυο τους, η μάνα και η κόρη, μικρό παιδί η τελευταία. Τον άντρα της τον είχαν σφάξει οι Τούρκοι. Εκείνη ήταν χήρα και το κορίτσι ορφανό. Το ελληνικό κράτος τους έδωσε μια ξύλινη παράγκα –πριν ήταν στάνη– στην Ελευσίνα για να μένουν. Στην ίδια γειτονιά είχαν εγκατασταθεί πολλές οικογένειες προσφύγων. Κουβαλούσαν όλοι στις αποσκευές τους τα ίδια βάσανα, τον ίδιο πόνο και την ίδια νοσταλγία με εκείνους. Με πολλές στερήσεις, κάποια χρόνια μετά, έχτισαν ένα πέτρινο, μικρό, δίχωρο σπίτι.
Το σπίτι της Ελευσίνας δεν είχε καμιά σχέση με το αρχοντικό που είχαν αφήσει στη Σμύρνη. Εκείνο ήταν δίπατο, καλοχτισμένο, με φαρδιούς εξώστες, μεγάλη εσωτερική αυλή, κι ένα κατώι γεμάτο πιθάρια με λάδι και κρασί. Σε μια σειρά από ξύλινα, ευρύχωρα παγκάλια αποθήκευαν όλα τα γεννήματα της γης, σιτάρι, κριθάρι, βρώμη, καλαμπόκι, σύκα, αμύγδαλα, καρύδια… Όλα τα είχαν σε αφθονία. Τίποτα δεν τους έλειπε τότε.
Η μάνα πίστευε πως είχαν φύγει για λίγο και πως μια μέρα θα ξαναγυρνούσαν. Γι’ αυτό φύλαγε καλά το κλειδί, όταν με το καλό θα επέστρεφαν, ν’ ανοίξει το σπίτι για να μπουν μέσα.
Μα τα χρόνια κυλούσαν. Η σκέψη της μάνας λίγο-λίγο βάραινε. Όταν κατάλαβε πως είχαν κλείσει για πάντα οι δρόμοι του γυρισμού, άρχισε να μαραζώνει. Μια μέρα κάλεσε την κόρη της και της παρέδωσε το κλειδί, κι ας καταλάβαινε πως ήταν πια τελείως άχρηστο. Για εκείνη ήταν ό,τι πιο πολύτιμο είχε. Ήταν ο συνδετικός κρίκος που την ένωνε με το παρελθόν και με τον τόπο της.
Ένα ξημέρωμα η κόρη τη βρήκε πεθαμένη στο κρεβάτι. Ήταν μόλις τριάντα οχτώ χρονών… γριά. Την είχε γεράσει και την είχε τσακίσει ο καημός.
Όταν την κήδευαν, η κόρη σκέφτηκε ν’ αποθέσει μέσα στον τάφο δίπλα της το κλειδί. Την τελευταία στιγμή άλλαξε γνώμη. Το κράτησε. Έταξε, πάνω στο σκαμμένο χώμα που σε λίγο θα σκέπαζε τη μάνα της να πάει εκείνη μια μέρα στη Σμύρνη, να βρει το πατρικό τους σπίτι. Αυτό θα έδινε χαρά στη μάνα, εκεί ψηλά που πήγαινε.
Πολλά χρόνια μετά, παντρεμένη πια και με δυο παιδιά, κίνησαν οικογενειακώς και πήγαν στην Τουρκία. Τάχα για τουρισμό. Μα εκείνη πήγαινε για να εκπληρώσει το τάμα. Η ίδια δε θυμόταν καθόλου τον τόπο. Όμως η μάνα της διηγούταν τόσα πολλά γι’ αυτόν. Ανακαλώντας στο μυαλό της τις περιγραφές της μάνας, βρέθηκαν έξω από την πόρτα του σπιτιού τους. Ήταν όπως ακριβώς της το είχε ζωγραφίσει με τις ατέλειωτες αφηγήσεις της. Έστεκε ακόμα περήφανο και καλοδιατηρημένο. Στην τσέπη της βάραινε το κλειδί. Στην καρδιά της βάραινε η νοσταλγία της μάνας της.
Εκείνη μιλούσε τσάτρα πάτρα τα τούρκικα. Της τα είχε μάθει η μάνα. Όταν πρωτοήρθαν, μιλούσαν καλά και τα ελληνικά και τα τούρκικα. Κάποτε ζούσαν δίπλα-δίπλα οι δυο λαοί, μονιασμένοι. Δεν είχαν να μοιράσουν τίποτα. Οι ηγέτες έσπειραν το μίσος και τους χώρισαν.
Σίμωσε στη βαριά, καρυδένια πόρτα, σήκωσε το μπρούντζινο ρόπτρο και χτύπησε. Τους άνοιξε μια Τουρκάλα με ένα πολύχρωμο τσεμπέρι στο κεφάλι και με φαρδιές φουστάνες. Κάθισαν γύρω από ένα παμπάλαιο καρυδένιο τραπέζι. Στην κορυφή του τραπεζιού περίσσευε μια άδεια καρέκλα. Τους κέρασε καφέ και μπακλαβά.
Σε μια στιγμή σήκωσε τα μάτια της και είδε στην κορυφή του τραπεζιού τη μάνα της. Καθόταν εκεί, στην καρέκλα της, χαμογελαστή.
.
Πηγή:
Το διήγημά μου αναδημοσίευσε η εφημερίδα “Ομόνοια” με τον τίτλο “Το κλειδί (της αντίπερα όχθης)”. Τους ευχαριστώ:

Κατηγορία ΚΟΙΝΩΝΙΟΛΟΓΙΑ, ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ | 19 Σχόλια »

ΕΞΗΜΕΡΩΝΟΝΤΑΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ & ΚΥΡΙΑ ΓΙΑΤΡΟΥ

13 Απριλίου 2025 από και με ετικέτα , , , ,

Δυο νέα βιβλία μου. Καμαρώνω τα δυο νέα πνευματικά μου παιδιά.

  1. «Εξημερώνοντας φαντάσματα: 228 μικροδιηγήματα / flash fiction για τον ύπνο, την αϋπνία, τα όνειρα και τους εφιάλτες», Αροθυμία (2025)
  2. «Κυρία Γιατρού – μυθιστόρημα», Αροθυμία (2025)

EXHMERONONTAS FANTASMATA EXOFYLLO KYRIA GIATROY EXOFYLLO

Λίγα λόγια για τα βιβλία από τα οπισθόφυλλα:

ΕΞΗΜΕΡΩΝΟΝΤΑΣ ΦΑΝΤΑΣΜΑΤΑ – ΜΙΚΡΟΔΙΗΓΗΜΑΤΑ:

Τεκμήρια

Σήμερα το πρωί ξύπνησα με μια γεύση πικραμύγδαλου στο στόμα. Ήταν η γεύση του νυχτερινού ονείρου μου.

Τα όνειρα έχουν γεύσεις ιδιαίτερες και έντονες. Έχουν και άρωμα ξεχωριστό. Όσο κι αν προσπάθησα, δεν κατάφερα να θυμηθώ τ’ όνειρό μου. Μόνο τη γεύση του είχα συγκρατήσει στην άκρη της γλώσσας μου.

Κάποιες φορές ξυπνώ με γεύσεις σκινόκαρπου, γαρύφαλλου, μοσχοκάρυδου ή λεμονιού στο στόμα μου. Άλλοτε με αρώματα θυμαριού, ρίγανης ή φασκόμηλου στη μύτη. Σπάνια θυμάμαι τα όνειρά μου. Μα η γεύση και το άρωμά τους είναι εδώ, τεκμήρια ονείρων που πέρασαν και με σημάδεψαν.

Όμως καμιά φορά αναρωτιέμαι αν τελικά ονειρεύομαι όνειρα ή ονειρεύομαι μόνο γεύσεις και αρώματα ονείρων.

Ο Βασίλης Γεργατσούλης, με την ξεχωριστή οπτική που τον διακρίνει, αποτυπώνει σε 228 μικροδιηγήματα όσα μας απασχολούν όταν ξαπλώνουμε στο κρεβάτι μας για να κοιμηθούμε. Τα διηγήματά του είναι ζυμωμένα με φαντασία, χιούμορ, λυρισμό και ευαισθησία. Διαβάζονται με μια ανάσα και ξαφνιάζουν ευχάριστα τον αναγνώστη.

ΚΥΡΙΑ ΓΙΑΤΡΟΥ – ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ:

–Ο γιατρός στην ανθρώπινη ιεραρχία στέκει ψηλότερα απ’ όλους. Πάνω απ’ τον δάσκαλο, τον εργολάβο, τον μηχανικό, τον καπετάνιο και τον πιλότο. Πιο ψηλά απ’ τον στρατηγό, τον δήμαρχο, τον πρωθυπουργό και τον πρόεδρο της δημοκρατίας.

Η μάνα μου διέκοψε τον πατέρα για να προσθέσει και τους δικούς της επαίνους για το μεγαλείο του γιατρού.

–Πάνω και απ’ τον βασιλιά! είπε θαυμαστικά.

Ο πατέρας χαμογέλασε.

–Πάνω και απ’ τον βασιλιά! Γιατί, ενώ όλοι αυτοί πασχίζουν να ρυθμίσουν και να ισορροπήσουν τα επίγεια και τα καθημερινά, ο γιατρός ορίζει τη ζωή και τον θάνατο των ανθρώπων, την ίδια δηλαδή την ύπαρξη και την υπόστασή μας. Είναι –να το πω αλλιώς– ένας ισόθεος ή, έστω, ημίθεος, δεύτερος στη σειρά πίσω από Εκείνον.

Τέτοια μου έλεγαν συχνά οι γονείς μου τότε που παντρολογιόμουν. Εγώ, σαν καλή μαθήτρια, πίστεψα στην αγιοσύνη του γιατρού. […]

Τους ύμνους του γιατρού οι γονείς μου τους διατύπωναν όμορφα, τους παρουσίαζαν πειστικά. Εγώ ασπάστηκα τη νέα θρησκεία –πέρασε καιρός μέχρι να νιώσω πως ήταν, τελικά, μια αίρεση– και έβαλα σκοπό στη ζωή μου να πάρω κι εγώ έναν γιατρό για άντρα μου. Ο τίτλος της «κυρίας γιατρού» θα με αναβάθμιζε σε μια σεμνή ιέρεια, να δοξάζω, σ’ όλη μου τη ζωή, το όνομά του.

Τελικά παντρεύτηκα γιατρό. Πέτυχα στη ζωή μου –αν πέτυχα…

 

Το μυθιστόρημα «Κυρία Γιατρού» του Βασίλη Γεργατσούλη έλαβε το Πρώτο Βραβείο στον 7ο Παγκόσμιο Λογοτεχνικό Διαγωνισμό του Ελληνικού Πολιτιστικού Ομίλου Κυπρίων Ελλάδας.

Κατηγορία ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ | 19 Σχόλια »

Με τους μαθητές του 1ου Δημοτικού Σχολείου Νίκαιας

13 Απριλίου 2025 από και με ετικέτα , , , , ,

1o Dhmotiko Nikaias

Τη Δευτέρα 31 Μαρτίου 2025, σε μια 4ωρη συνάντηση, παρουσίασα στους μαθητές του 1ου Δημοτικού Σχολείου Νίκαιας τα βιβλία μου «Η γέννηση των φυτών – Αιτιολογικοί μύθοι», που έγραψα σε συνεργασία με τον κ. Φώτη Μυλωνά και “Η πρώτη ιπτάμενη γάτα”. Ακόμη, αφηγήθηκα λαϊκά παραμύθια. Ένα θερμό μαθητικό ακροατήριο. Ευχαριστώ τους εκπαιδευτκούς και τον διευθυντή του Σχολείου που με προσκάλεσαν.

Διαβάστε τον σύνδεσμο που ακολουθεί:

http://1dim-nikaias.att.sch.gr/autosch/?p=2197

 

Κατηγορία ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ, ΠΑΡΑΜΥΘΙ - ΑΦΗΓΗΣΗ | 19 Σχόλια »

Με τα παιδιά του 1ου Δ.Σχ. Ιαλυσού Ρόδου

13 Απριλίου 2025 από και με ετικέτα , , , , ,

Παρουσιάση του συγγραφικού έργου μου στο 1ο Δημοτικό Σχολείο Ιαλυσού Ρόδου, με την ευκαιρία της Ημέρας Παιδικού Βιβλίου. Ένα όμορφο μαθητικό κοινό και ένα ορεξάτο διδακτικό προσωπικό. Διαβάστε τον σύνδεσμο που ανάρτησε το Σχολείο.

IALYSOS

Συνάντηση με τον συγγραφέα Βασίλη Γεργατσούλη!

Κατηγορία ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ, ΠΑΡΑΜΥΘΙ - ΑΦΗΓΗΣΗ | 19 Σχόλια »

Ημέρα Παιδικού Βιβλίου στην TV “Θάρρι”

13 Απριλίου 2025 από και με ετικέτα , , , , ,

Ευχαριστω τον πατέρα Νεκτάριο Πόκια και τον τηλεοπτικό σταθμό της Δωδεκανήσου “Θάρρι” για τη φιλοξενία τους σε μια εκπομπή με θέμα το παιδικό βιβλίο. Ευχαριστώ και τον Παγκαρπαθιακό Σύλλογο Ρόδου και την πρόεδρό του Ειρήνη Γεργατσούλη – Γιάννουστα για την πρόσκληση. Παρακολουθήστε την εμπομπή στο βίντεο που ακολουθεί.

Κατηγορία ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ, ΠΑΙΔΑΓΩΓΙΚΗ, ΠΑΡΑΜΥΘΙ - ΑΦΗΓΗΣΗ | 19 Σχόλια »

“Το Μπαλόνι” στα αγγλικά

13 Απριλίου 2025 από και με ετικέτα , , , ,

Ευχαριστώ πολύ το Εργαστήρι Λογοτεχνικής Μετάφρασης, που διευθύνει η Παρασκευή Μόλαρη, για τη μετάφραση στα αγγλικά και τη δημοσίευση στο Homo Universalis του διηγήματός μου “Το μπαλόνι”, από το βιβλίο μου “Εσύ, αγόρι μου, δε θα μάθεις ποτέ να γράφεις…Όμορφες περιλήψεις. 77 μικροδιηγήματα”, Εκδόσεις Αροθυμία. Το μικροδιήγημα μεταφράστηκε στα αγγλικά από την σπουδάστρια του Εργαστηρίου Μαριαλένα Μανουσάκη, φοιτήτρια του Πανεπιστημίου Πειραιώς, την οποία συγχαίρω από καρδιάς. Η επιμέλεια και οι διορθώσεις έγιναν από την καθηγήτρια και επίσημη μετσφράστρια του Ιονίου Πανεπιστημίου κυρία Παρασκευή Β. Μόλαρη.
Ευχαριστώ και την φιλόλογο κυρία Γεωργία Κοτσόβολου για τη φιλοξενία στο εξαίρετο HOMO UNIVERSALIS.
Διαβάστε το στον σύνδεσμο που ακολουθεί:

https://homouniversalisgr.blogspot.com/2025/03/blog-post_8.html?spref=fb&fbclid=IwY2xjawJoN6JleHRuA2FlbQIxMQABHnKhzUZzS_C6pImhGcLl4E0U65OtpMUdetahGnegL1eENzwcuQhbvhr3Ojhk_aem_tkYqPUp87cqrvKRPzeTjaA

 

Το μικροδιήγημα με τίτλο ΤΟ ΜΠΑΛΟΝΙ από το βιβλίο του Δρα  Βασίλη Γεργατσούλη Εσύ, αγόρι μου, δε θα μάθεις ποτέ να γράφεις …Όμορφες Περιλήψεις, Εκδόσεις Αροθυμία, Διευθυντή του 19ου Δημοτικού σχολείου Νίκαιας, Διδάκτορα του Πανεπιστημίου Αθηνών, Συγγραφέα, Ποιητή μεταφρασμένο στα αγγλικά από την σπουδάστρια Μαριαλένα Μανουσάκη του Εργαστηρίου Λογοτεχνικής Μετάφρασης, με επιμέλεια- διόρθωση από την υπεύθυνη καθηγήτρια-εισηγήτρια την Παρασκευή Β. Μόλαρη, Φιλόλογο ελληνικής και αγγλικής, Επίσημη μεταφράστρια του Ιονίου Πανεπιστημίου, τακτικό μέλος της ΠΕΕΜΠΙΠ , Ιστορικό ΜΑ.
Το μπαλόνι
Η οικογένειά μου ήταν φτωχή. Ο πατέρας μου ήταν σακάτης και η μάνα μου,αν και ήταν πρόθυμη και εργατική, δεν ήξερε πώς βγαίνουν τα λεφτά. Με μια μικρή αναπηρική σύνταξη του πατέρα πληρώναμε το νοίκι και τους λογαριασμούς. Για τα υπόλοιπα –φαγητό, ρούχα…– είχε φορές που περίσσευαν λίγα λεφτά και τρώγαμε και ντυνόμασταν, είχε φορές που πεινούσαμε. Για βόλτες και παιχνίδια…ούτε λόγος.
Εγώ ζήλευα τα παιδάκια που είχαν μπάλες, στρατιωτάκια και άλλα παιχνίδια. Λάτρευα τη λάμψη τους, τα χρώματά τους…
Μια μέρα πήγα με τη μαμά σε μια πλατεία. Με έπαιρνε συχνά εκεί να κάνω τσάμπα κούνια στη δημοτική παιδική χαρά να μου φεύγει το μαράζι. Δυο τρεις πλανόδιοι έμποροι πλεύριζαν τα παιδιά και τους γονείς. Πουλούσαν ζαχαρωτά,γλειφιτζούρια και παιχνίδια. Προσπαθούσαν να ξελογιάσουν τα παιδιά και αυτά έσερναν απ’ τα φουστάνια τις μανάδες τους στον πάγκο τους.
-Μα αγοράστε ένα παιχνιδάκι, κυρία μου. Δε βλέπετε που κλαίει το παιδί; Δεν αξίζει δυο ευρώ το χαμόγελο του βλασταριού σας; έλεγε εκείνος στις μαμάδες, σαν να νοιαζόταν περισσότερο για το χαμόγελο των παιδιών παρά για την τσέπη του.
Ζητούσα κι εγώ επίμονα από τη μάνα μου να μου αγοράσει ένα πολύχρωμο μπαλόνι. Ο έμπορας έλεγε πως ήταν γεμισμένο με ήλιο και γι’ αυτό πετούσε ψηλά.
-Μαμά, πάρε μου ένα μπαλόνι με…ήλιο μέσα! κλαψούριζα εγώ και την τραβούσα από το φουστάνι. Νόμιζα πως είχαν κόψει απ’ τον ήλιο ένα κομμάτι και είχαν γεμίσει με αυτό το μπαλόνι. Ήθελα να έχω κι εγώ μια φετούλα αληθινό ήλιο να παίζω.
-Δε μ’ αγαπάς! Ποτέ δε μου αγόρασες ένα αληθινό παιχνίδι! της φώναξα.
Με εκείνο το «δε μ’ αγαπάς» είχα ακουμπήσει την πιο ευαίσθητη χορδή της καρδιάς της μάνας μου.
-Σ’ αγαπώ, βλαστάρι μου, μα…!
-Δείξτε με πράξεις την αγάπη σας, κυρία μου! σιγόνταρε από δίπλα ο πωλητής.
Η μάνα μου υποχώρησε. Έβγαλε απ’ την τσέπη ένα κέρμα και πλήρωσε.
-Ποιο μπαλόνι σ’ αρέσει; Διάλεξε!
Πήρα το πιο όμορφο. Η μάνα μου έδεσε τον σπάγκο στο χέρι μου για να μη μου φύγει. Περπατούσα δίπλα της και δεν κοιτούσα πια τη γη. Μόνο τον ουρανό κοιτούσα και καμάρωνα το μπαλόνι μου.
Τότε έγινε το απρόσμενο. Το μπαλόνι με τράβηξε ψηλά. Η μάνα μου άπλωσε το χέρι να με κρατήσει μα είχα ήδη υψωθεί πάνω απ’ την πλατεία.
-Αγόρι μου! άκουσα τρομαγμένη τη φωνή της.
Εγώ όμως δεν είχα τρομάξει.
Αντίθετα γελούσα ευτυχισμένος. Πίστευα πως το κομμάτι του ήλιου, με το οποίο είχαν γεμίσει το μπαλόνι, τραβούσε για τον μπαμπά του, τον ήλιο, κι έπαιρνε κι εμένα μαζί. Έβλεπα τη γη από ψηλά και δε σταματούσα να γελώ. Ακόμα κι όταν νύχτωσε κι άναβαν τα φώτα της πολιτείας, συνέχισα να γελώ ευτυχισμένος.
Κάποτε η κούραση με νίκησε.Έκλεισα τα μάτια και αποκοιμήθηκα ψηλά στον ουρανό, με ένα χαμόγελο ζωγραφισμένο στα χείλη. Ξύπνησα στο κρεβάτι μου. Στην καρέκλα είδα δεμένο το μπαλόνι μου.Ήπια το γάλα μου και βγήκα στην αλάνα να καμαρώσουν τα παιδιά το πιο όμορφο μπαλόνι της γης, που ήταν δικό μου. Τους είπα πως με είχε ταξιδέψει την προηγούμενη νύχτα ψηλά στον ουρανό. Γέλασαν. Δε με πίστεψαν. Η χαρά μου θάμπωσε.
Έτρεξα βουρκωμένος στο σπίτι.
-Μαμά, τα παιδιά δεν πιστεύουν πως  πέταξα στ’ αλήθεια με το μπαλόνι μου στον ήλιο!
Εκείνη χαμογέλασε.
-Μη βάζεις έγνοια, αγόρι μου. Εγώ σε πιστεύω. Ήσουν τόσο χαρούμενος… που πέταξες αλήθεια ως τον ήλιο!
ΒΑΣΙΛΗΣ ΓΕΡΓΑΤΣΟΥΛΗΣ
 
Εσύ, αγόρι μου, δε θα μάθεις ποτέ να γράφεις….Όμορφες Περιλήψεις
The balloon
My family was poor. My father was disabled, and my mother, although willing and hard-working, didn’t know how money is earned. With a meager disability pension from my father, we paid the rent and the bills. As for everything else -food, clothes…- sometimes we had a little extra money and could eat and dress, but other times we were starving. Outings and toys? Out of the question.
I was jealous of the kids that had balls, tin soldiers and other toys. I adored their brightness, their colors…
One day, my mother took me to a square. She often brought me there to play for free on the municipal playground swings to ease my longing. A few street vendors approached children and their parents selling candies, lollipops, and toys. They tried to tempt the kids who would then tug at their mothers’ skirt, dragging them to the stalls.
‘’Come now, buy a little toy ma’am. Don’t you see the child is crying? Isn’t your beloved child’s smile worth just two euros?’’ the vendor would say, as if he cared more about the children’s smiles than his own wallet.
I was persistently begged my mother to buy me a colorful balloon. The vendor said that it was filled with helium and that’s why it floated so high.
‘’Mom, get me a balloon with… sunshine inside!’’ I whimpered, tugging at her skirt.
I thought they had captured a piece of the sun and filled the balloon with it. I wanted my own slice of real sunshine to play with.
‘’You don’t love me! You’ve never bought me a real toy!’’, I shouted.
That ‘’you don’t love me’’ struck the most sensitive chord of her heart.
‘’I do love you, my child, but…’’
‘’Show your love through actions, ma’am!’’ the vendor chimed in.
My mother gave in. She pulled out a coin from her pocket and paid.
‘’Which balloon do you like? Pick one!’’
I chose the prettiest one. My mom tied the string to my hand so I wouldn’t lose it. Walking beside her, I no longer looked at the ground. I gazed only at the sky, proudly admiring my balloon.
Then the unexpected happened. The balloon pulled me up. My mother reached out to hold me, but I had already risen above the square.
‘’My boy!’’ I heard her frightened voice.
But I wasn’t scared. On the contrary, I laughed with joy. I believed that the piece of the sun which had been used to fill the balloon, was heading back to it’s father -the sun- and taking me along. I saw the earth from above and couldn’t stop laughing. Even when night fell and the city lights turned on, I continued laughing with happiness.
Eventually, exhaustion overtook me. I closed my eyes and fell asleep high up in the sky, a smile painted on my lips.
I woke up in my bed. On the chair, I saw my balloon tied.
I drank my milk and went outside to the empty lot to show off the most beautiful balloon in the world, which was mine. I told the other kids it had taken me up to the sky the previous night. They laughed. They didn’t believe me. My joy dimmed.
I run home, teary-eyed.
‘’Mom, the kids don’t believe I flew with my balloon to the sun!’’
She smiled.
‘’Don’t worry, my boy. I believe you. You were so happy… that you truly flew to the sun!’’
The third year of taking part in the Literary Translation workshop. Translating, makes you realize the similarities and the differences between two languages, two cultures, two lifestyles. It’s truly amazing.
 
Manousaki Marialena, student of University of Piraeus.
Ο τρίτος χρόνος που λαμβάνω μέρος στο εργαστήρι λογοτεχνικής μετάφρασης. Μεταφράζοντας, καταλαβαίνεις τις ομοιότητες και τις διαφορές δύο γλωσσών, δύο πολιτισμών, δύο τρόπων ζωής. Είναι συναρπαστικό.
 
Μανουσάκη Μαριαλένα, φοιτήτρια του Πανεπιστημίου Πειραιώς.
 
 
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ Β. ΜΟΛΑΡΗ
 
ΕΠΙΣΗΜΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΡΙΑ ΙΟΝΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ, ΦΙΛΟΛΟΓΟΣ ΑΓΓΛΙΚΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ, ΙΣΤΟΡΙΚΟΣ  ΜΑ

Κατηγορία ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ | 19 Σχόλια »

Σουρεαλιστικός ρεαλισμός. 4 μικροδιηγήματα (flash fiction)

6 Φεβρουαρίου 2025 από και με ετικέτα , , ,

Ευχαριστώ τους συντελεστές του ηλεκτρονικού λογοτεχνικού περιοδικού fractal για τη δημοσίευση 4 μικροδιηγημάτων μου από την υπό έκδοση συλλογή μου «Εξημερώνοντας φαντάσματα: 228 μικροδιηγήματα για τον ύπνο, την αϋπνία, τα όνειρα και τους εφιάλτες». Τεύχος 207 (1/1/2025).

Διαβάστε τα στον σύνδεσμο που ακολουθεί:

Σουρεαλιστικός ρεαλισμός. 4 μικροδιηγήματα (flash fiction)

Κατηγορία ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ | 19 Σχόλια »

ΔΥΟ ΜΙΚΡΟΔΙΗΓΗΜΑΤΑ ΜΟΥ ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ

6 Φεβρουαρίου 2025 από και με ετικέτα , , , ,

62

Ευχαριστώ από καρδιάς την Βίβιαν Μόλαρη και τους συνεργάτες/μαθητές της για τη μετάφραση των μικροδιηγημάτων μου στην Αγγλική γλώσσα. Τα διηγήματα δημοσιέυτηκαν στο Homo Universalis.

Διαβάστε τα στον σύνδεσμο που ακολουθεί:

https://homouniversalisgr.blogspot.com/2025/01/blog-post_22.html?fbclid=IwY2xjawIRFiZleHRuA2FlbQIxMQABHVPQdarLm6SzvwCAplg2YOpHYwWZwZxirckkUtgoSr1Hq9NbqBDvoKiIBA_aem_ho3ovYPVJlmJjRLIHnjJHQ

Βασίλης Γεργατσούλης
Εσύ, αγόρι μου,
δε θα μάθεις ποτέ να γράφεις…
όμορφες περιλήψεις
77 μικροδιηγήματα ( flash fiction)
Εκδόσεις Αροθυμία 2019
ΜΕΤΑΦΡΑΣΗ ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ ΑΠΟ ΤΟΥΣ
ΣΠΟΥΔΑΣΤΕΣ ΤΟΥ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΟΥ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΗΣ ΜΕΤΑΦΡΑΣΗΣ ΤΗς ΠΑΡΑΣΚΕΥΗΣ ΜΟΛΑΡΗ
ΚΑΤΕΡΙΝΑ ΚΟΣΚΙΝΙΩΤΗ — ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΝΙΚΟΛΑΙΔΟΥ –ΙΑΣΟΝΑΣ ΜΠΟΥΛΕΣ
ΕΠΙΜΕΛΕΙΑ ΣΤΑ ΑΓΓΛΙΚΑ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ ΜΟΛΑΡΗ-ΕΠΙΣΗΜΗ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΡΙΑ ΙΟΝΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ, ΤΑΚΤΙΚΟ ΜΕΛΟΣ ΤΗΣ ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΑΣ ΕΝΩΣΗΣ ΕΠΑΓΓΕΛΜΑΤΙΩΝ ΜΕΤΑΦΡΑΣΤΩΝ ΠΤΥΧΙΟΥΧΩΝ ΙΟΝΙΟΥ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ
i  Μήνυμα στο μπουκάλι
Από τότε που ναυάγησε σε εκείνο το
ερημονήσι, ο Γιώργος έριχνε κάθε μέρα
μπουκάλια με μηνύματα στη θάλασσα,
δίνοντας το στίγμα του. Ήλπιζε ότι κάποιος
θα έβρισκε ένα από αυτά και θα προσέτρεχε
σε βοήθεια.
Πέρασε ένας ολόκληρος χρόνος.
Μια μέρα τα κύματα έφεραν ένα
μπουκάλι στην ερημική ακρογιαλιά του
ναυαγού. Γεμάτος ελπίδες το άνοιξε. Ήταν
ένα μήνυμα που του έστελνε η γυναίκα του:
«Γιώργο, έλαβα το γράμμα σου και χάρηκα
που είσαι καλά στην υγεία. Σταματώ λοιπόν
να σε ψάχνω και πάω στην κόρη μας στη
Λαμία. Έλα εκεί να με βρεις!».
Βασίλης Γεργατσούλης
****
Message in a bottle
Since the time he was shipwrecked on that deserted island, George would throw bottles with messages into the sea every day, to signal his location. He hoped that somebody would find one of them and come to his aid.
A whole year passed.
One day, the waves brought a bottle to the castaway’s deserted shore. Full of hope, he opened it. It was a message from his wife : ‘ George, I received your letter and was glad to hear you are in good health. So, I will stop searching for you and go to our daughter in Lamia. Come find me there !’
TRANSLATED FROM GREEK INTO ENGLISH BY
KATERINA KOSKINIOTI, English language student
DESPINA NIKOLAIDOU , English language student
EDITED BY PARASKEVI MOLARI
 
🌼🌼🌼🌼
ii Το λαδί κοστούμι
Φορούσε επί χρόνια το ίδιο λαδί
κοστούμι.
Μια μέρα το έδωσε στο
καθαριστήριο. Καιρός ήταν πια… Μέχρι να
του το επιστρέψουν δεν είχε τι να φορέσει.
Ντύθηκε τον εαυτό του.
Μπήκε στο μπάνιο να ξυριστεί.
Κοιτάχτηκε στον καθρέφτη. Δεν
αναγνώρισε το είδωλό του. Τρόμαξε τόσο,
που έκοψε τις φλέβες του με το ξυράφι.
Βασίλης Γεργατσούλης
*******
The olive green suit
For years, he wore the same olive green suit. One day, he sent it to the cleaner’s. It was about time…But until they returned it, he had nothing to wear. So he dressed in himself.
He went into the bathroom to shave. He looked at himself in the mirror. He didn’t recognize his own reflection. So startled was he, that he slashed his wrists with the razor.
TRANSLATED FROM GREEK INTO ENGLISH BY
KATERINA KOSKINIOTI, English language student
IASONAS BOULES, English language student
EDITED BY PARASKEVI MOLARI

 

Κατηγορία ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ | 19 Σχόλια »

“ΚΑΙΡΟΙ ΣΚΕΦΤΙΚΟΙ” (βιβλίο με ποίηση χαϊκού)

2 Οκτωβρίου 2024 από και με ετικέτα ,

page1.nnn

Το ιστολόγιο “εκπαιδευτικό βήμα” δημοσίευσε ολόκληρο το βιβλίο μου “Καιροί σκεφτικοί” με 85 ποιήματα χαϊκού. Ευχαριστώ τον υπεύθυνο συντάκτη για την τιμή που μου έκανε.  Μπορείτε να το διαβάστετε στον σύνδεσμο:

https://ekpaideutikovima.blogspot.com/2024/07/84.html#more

 

Κατηγορία ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ | 19 Σχόλια »

“Η θέση”, διήγημά μου στο περιοδικό Χάρτης

2 Σεπτεμβρίου 2024 από και με ετικέτα , , ,

Gerghatsoulis 69
Δημοσιεύτηκε στο λογοτεχνικό περιοδικό “Χάρτης” (τεύχος 69, Σεπτέμβριος 2024) το διήγημά μου “Η θέση”. Ευχαριστώ πολύ τη συντακτική επιτροπή του περιοδικού. Διαβάστε το στον σύνδεσμο που ακολουθεί:
 Η ΘΕΣΗ (Διήγημα του Βασίλη Γεργατσούλη)

― Το εισιτήριό σας, παρακαλώ!

Ο ελεγκτής με την άψογα σιδερωμένη ναυτική στολή στεκόταν από πάνω μου και με σκουντούσε, σαν θυμωμένος, να ξυπνήσω. Εγώ άνοιξα τα μάτια και τον κοίταξα σαστισμένος. Αμήχανα έφερα το χέρι στην πίσω τσέπη του παντελονιού μου, έβγαλα και του έδωσα ένα χαρτί.
Εκείνος κοιτούσε διερευνητικά μια το εισιτήριό μου και μια εμένα, σαν να μας ξεψάχνιζε και τους δυο.

― Ήρθατε σε λάθος θέση! μου είπε στο τέλος αυστηρά. Επιπλέον, στο σαλόνι της πρώτης θέσης δεν επιτρέπεται να κοιμάστε. Κατεβάστε τα πόδια σας αμέσως απ’ τον καναπέ και ακολουθήστε με. Θα σας οδηγήσω στη θέση που αναγράφει το εισιτήριό σας, εκεί που ανήκετε!

Σκέφτηκα να του πω ότι τα χίλια τετρακόσια ευρώ που είχα πληρώσει γι’ αυτή την κρουαζιέρα ήταν οι οικονομίες μου δυο ολόκληρων ετών και δεν είναι ευγενικό να μου φέρεται έτσι. Επιπλέον, εγώ δε γνωρίζω να ανήκω πουθενά και γι’ αυτό με ξένισε που είπε πως θα με οδηγήσει και θα με αποθέσει εκεί που ανήκω. Μα δεν είπα λέξη. Ως χαρακτήρας είμαι απ’ τη φύση μου ντροπαλός και δειλός. Σηκώθηκα απ’ τον καναπέ, φορτώθηκα στον ώμο το σακίδιό μου και τον ακολούθησα βαρύθυμος.
Βγήκαμε μαζί απ’ το σαλόνι της πρώτης θέσης. Εκείνος μπροστά, εγώ πίσω, αρχίσαμε να κατεβαίνουμε μια γυριστή σκάλα. Τα πατήματά της ήταν καλυμμένα με μια παχιά κόκκινη μοκέτα και ψηλότερα έτρεχε στην ίδια διαδρομή μια γυαλιστερή ανοξείδωτη κουπαστή. Υπέθεσα πως ο ελεγκτής θα με οδηγούσε δύο επίπεδα πιο κάτω, όπου υπήρχε μια μεγάλη αίθουσα με καθίσματα λεωφορείου, κατάμεστη από κόσμο, που έζεχνε απ’ τη βρόμα. Όμως γελάστηκα, γιατί εκείνος συνέχισε να κατεβαίνει.
Φτάσαμε στο αμπάρι του πλοίου, με τα δεκάδες παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Ο ελεγκτής δε σταμάτησε ούτε εδώ. Συνέχισε παρακάτω. Τον ακολούθησα έκπληκτος, γιατί δε φαντάστηκα πως υπήρχε και άλλο επίπεδο χαμηλότερα. Διασχίσαμε μαζί τα ύφαλα του πλοίου. Η σκάλα έμοιαζε ατέλειωτη. Τα σκαλοπάτια εδώ ήταν από σαρακοφαγωμένο φτηνό ξύλο, ενώ η κουπαστή ήταν από φτηνό σίδερο, ξεβαμμένο, φθαρμένο, γεμάτο σκουριές. Το τοίχωμα του κλιμακοστασίου ήταν από παχύ διάφανο γυαλί. Τα βαθυγάλαζα νερά μαστίγωναν το γυαλί με επαναλαμβανόμενους υπόκωφους παφλασμούς. Ένα κοπάδι μεγάλα ασημένια ψάρια πέρασε δίπλα μας και χάθηκε στο βάθος.
Έκανα να διαμαρτυρηθώ, να ρωτήσω τον ελεγκτή πού με πάει επιτέλους. Εκείνος με κοίταξε αυστηρά και μου έγνεψε να μη βγάλω μιλιά, αλλά να συνεχίσω να τον ακολουθώ.
Κάποια στιγμή η σκάλα ακούμπησε στον πυθμένα της θάλασσας.

― Εδώ! μου είπε κοφτά ο ελεγκτής.

Για μια ακόμα φορά δε μου επέτρεψε να μιλήσω. Με κάθισε –με πέταξε σχεδόν– πάνω στα φύκια του βυθού, ενώ εκείνος άρχισε ν’ ανεβαίνει βιαστικά τη σκάλα. Μαζί του υψωνόταν και το γυάλινο περίβλημα του κλιμακοστασίου, ώσπου χάθηκε τελείως απ’ το οπτικό μου πεδίο.
Είχα μείνει κατάμονος στον βυθό. Άκουγα τον θόρυβο απ’ τις μηχανές του καραβιού που ξεμάκραινε… και ξεμάκραινε… Τότε μόνο τόλμησα και ύψωσα τη φωνή μου για να διαμαρτυρηθώ.

―Ως επιβάτης που είμαι έχω δικαιώματα, δεν αξίζω τέτοια κακομεταχείριση! Πλήρωσα γι’ αυτό το ταξίδι χίλια τετρακόσια ευρώ, οικονομίες δυο ολόκληρων χρόνων! Πώς είναι δυνατόν να μου φέρεστε τόσο σκληρά και άπονα;
Όσο δυνατότερα φώναζα, τόσο περισσότερο αλμυρό θαλασσινό νερό έμπαινε με ορμή και γέμιζε το στόμα μου. Πνίγηκα κι άρχισα να βήχω δυνατά, άγρια, χωρίς σταματημό.

―Χάλια είσαι! είπε η μάνα μου. Ψήνεσαι στον πυρετό και βήχεις πολύ άσχημα. Και ήθελες να ταξιδέψεις… Αν δε γίνεις τελείως καλά, δε θα σ’ αφήσω να πας πουθενά. Έχω καλέσει γιατρό. Από στιγμή σε στιγμή θα έρθει εδώ στο σπίτι να σε εξετάσει.
Άνοιξα με δυσκολία τα μάτια μου και την είδα κοντά μου, να κάθεται σε μια καρέκλα, πάνω σε βράχια γεμάτα από φύκια, σφουγγάρια, χοχλιούς και αχινούς. Μπροστά και πίσω της περιφέρονταν σπάροι, χάνοι, γόπες και σάλπες.

Κατηγορία ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ | 19 Σχόλια »

« Παλιότερα άρθρα Επόμενα άρθρα»