Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2003. Εκείνη την ημέρα την έχω σημειώσει με μαύρα κεφαλαία γράμματα στο ημερολόγιό μου. Τι έγινε άραγε τότε, θα ρωτήσεις.
Τότε απέκτησα την πρώτη μου θέση. Με θυμάμαι σαν να’ναι τώρα. Με το εκρού μου λινό ταγιέρ, με σινιών πίσω τα μαλλιά μου, σαν να ήμουν απόφοιτος της Θεολογίας και όχι της Ψυχολογίας. Θυμάμαι τη διευθύντρια του οίκου ευγηρίας όπου απευθύνθηκα για δουλειά, μια σκληρή, γεροδεμένη γυναίκα με κρύα γαλάζια μάτια και ένα ραβδί μονίμως στο χέρι. Χτυπούσε μ’αυτό τους παππούδες; Ποιος ξέρει.
Από την πρώτη στιγμή που με είδε, με μίσησε. Αμοιβαία τα αισθήματα, σκεφτόμουν. Έλα όμως που, για να με εκδικηθεί (σε τι της είχα φταίξει;), μου ανέθεσε την πιο δύσκολη περίπτωση που είχε υπόψη της. Επρόκειτο για μια ιδιαίτερη περίπτωση. Μια γιαγιά, προκειμένου να γίνει τρόφιμος του προσφέροντος κοινωφελές έργο ιδρύματός μας, ζητούσε αποκλειστική φροντίδα. Ε, και λοιπόν, σκέφτηκα. Πού είναι το πρόβλημα; Στην αποκλειστικότητα;
Ένα σαρκαστικό χαμόγελο ζωγραφίστηκε στα χείλη της, λες και διάβαζε τις σκέψεις μου. Όχι βέβαια. Μόνο που, μετά από ένα σοβαρό εγκεφαλικό επεισόδιο, που παραλίγο να της στοιχίσει τη ζωή, έμεινε καθηλωμένη σε ένα καροτσάκι, ανάπηρη και χωρίς να ορίζει πια καθόλου το αριστερό της χέρι. Επιπροσθέτως, έπασχε από αμνησία, που κανείς δεν ήξερε πόσο θα κρατούσε, ή αν η μνήμη της θα επανερχόταν τελικά ποτέ.
Η πρώτη μου αντίδραση ήταν: Τόση γρουσουζιά, ούτε σαββατογεννημένη να ήταν η δόλια η γιαγιά. Η δεύτερη: Αυτή χρειάζεται ορθοπεδικό και όχι ψυχολόγο. Μόλις όμως το ξανασκέφτηκα, συνειδητοποίησα πως τα πόδια της ίσως να μη θεραπευτούν, και δε θα πεθάνει στο κάτω κάτω χωρίς αυτά, ο εσωτερικός της κόσμος όμως; Εκεί θα είχε σίγουρα υποστεί το πιο ανεπούλωτο τραύμα.
Πρέπει να αρνηθώ. Τώρα αμέσως, πριν αρχίσω να το μετανιώνω. Τη λυπάμαι βέβαια τη γιαγιούλα, τη συμπονώ, όμως… Δεν μπορώ να ανταπεξέλθω. Κι αν με αντιπαθήσει; Και ως τι θα της συστηθώ; Ως ψυχολόγος; Θα νομίσει ότι τη θεωρώ ψυχοπαθή. Κι έτσι θα κλειστεί ακόμα περισσότερο στον εαυτό της.
Κι ενώ τα συλλογιζόμουν αυτά, ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μέσα… η Άνοιξη. Έτσι την είχαμε βαφτίσει τότε, γιατί είχε ψύχωση με εκείνη την εποχή. Μόλις άνθιζαν τα λουλούδια, άστραφτε το προσωπάκι της…
«Να σου συστήσω την κυρία που θα αναλάβεις, θα αναλάβεις, επαναλαμβάνω, έτσι δεν είναι;», είπε η διευθύντρια. «Εε; Ναι!!», ενθουσιασμένη εγώ. «Από εδώ, λοιπόν, η κυρία Καίτη Καλοκαιρινού.»
Κατάξανθα μαλλιά, με χοντρές μπούκλες, σαν των αγγέλων, λίγο άσπρα στις ρίζες, όταν ξεχνούσε να περάσει το χρωμοσαμπουάν. Μάτια εκφραστικά, όχι καστανά πάλι, ούτε όμως και γκρίζα, ούτε πράσινα. Κάτι ανάμεσα… Μελιά. Ναι, αυτό ακριβώς είναι το χρώμα. Τόσα χρόνια βασανιζόμουν, κουκλίτσα μου , να το προσδιορίσω, και μόλις σε ξαναείδα, το βρήκα επιτέλους. Όμορφο, γλυκό χαμόγελο, σαν της νεράιδας του παραμυθιού της Σταχτοπούτας. Απαλές ρυτίδες στο μέτωπο και γύρω από τα μάτια, που όμως δε χαλούσαν τη γλυκύτητά της, την αλαβάστρινη κατάλευκη επιδερμίδα της. Χέρια απαλά, το ένα στηριγμένο σε νάρθηκα, το άλλο ακουμπισμένο πάνω στην ποδιά της. Λεπτά κρινοδάχτυλα, νύχια περιποιημένα, τότε ήταν και βαμμένα, τώρα όμως δεν μπορεί πια να νοιάζεται για κοκεταρίες. Πόδια παχουλά (ήταν ο καημός της που δεν είχε στενή περιφέρεια και γάμπες σαν της κόρης στα αρχαϊκά γλυπτά). Ακινητοποιημένα τώρα πάνω στο καροτσάκι.
Καίτη Καλοκαιρινού. Σχολικό έτος 1992-1993. Πρώτη Λυκείου. Αρχαία Ελληνικά. Ξενοφώντας. Θουκυδίδης. Ο πόλεμος αποκτηνώνει τον άνθρωπο. Το σώμα μάς εμποδίζει να φτάσουμε στην τελείωση, είναι φθαρτό, κουράζεται, έχει ανάγκες, πρέπει να τραφεί. Και όχι μόνο. Μόνο μαζί της λάτρεψα αυτές τις στρυφνές τις δευτερεύουσες προτάσεις: ονοματική ή επιρρηματική, συγκεκριμένα τι είδος (ειδική, χρονική, τελική;), εισαγωγή, εκφορά, συντακτικός της ρόλος. Αμ εκείνα τα ανώμαλα ρήματα; Για χάρη της, όμως, απ’έξω κι ανακατωτά το ορώ, εώρων, όψομαι, είδον, εώρακα, εωράκειν. Για χάρη της, όλα.
Είχα γίνει η πιο καλή της μαθήτρια. Στο πρώτο τετράμηνο, είκοσι στον έλεγχο. Και μόνο σε εμένα. Με εκτιμούσε, αλλά από συμπάθεια, ασ’το καλύτερα. Εγώ είχα «φάει χοντρό κόλλημα» μαζί της, όπως το έθεσαν οι συμμαθητές μου. Τη λάτρεψα, τη θεοποίησα… αλλά μέχρι εκεί. Πόσες φορές δεν είχα δει στον ύπνο μου ότι την είχα μητέρα… Αλλά το πρωί ξαναγύριζα στις υποχρεώσεις μου, στα συντακτικά και στις μεταφράσεις.
Δεν κρατήθηκα. Γονάτισα πλάι της, την έσφιξα στην αγκαλιά μου και τη φίλησα όσο πιο τρυφερά μπορούσα. «Καλωσόρισες, Καιτούλα!»
Και, για να καταλάβεις, εγώ κάθε άλλο παρά συναισθηματική είμαι. Σφήκα της Αιγύπτου με ανέβαζαν οι συμμαθητές και αργότερα οι συμφοιτητές μου, παγοκολόνα με κατέβαζαν. Στρατιωτάκι ακούνητο, αμίλητο, αγέλαστο. Μα μόλις την έβλεπα, κάτι υποχωρούσε μέσα μου. Προφανώς οι κανόνες που εγώ η ίδια είχα θέσει στον εαυτό μου, τα «πρέπει» και τα «μη», αυτά ήταν που υποχωρούσαν.
Γεροντοφιλία, όλοι αποφαίνονταν τότε. Ήταν, ήδη, βλέπεις, πενήντα και κάτι η κυρία Καλοκαιρινού. Γριά, κατά τα πρότυπά μας τότε. Αλλά πάντα τόσο αθώα, αυθόρμητη, σαν παιδί, όχι όμως στα όρια της αφέλειας, ούτε, προς Θεού, της βλακείας. Απλά απολάμβανε όλες τις χαρές της ζωής και ευχαριστούσε τη μοίρα της που αξιώθηκε να τις γνωρίσει.
«Γνωριζόμαστε από κάπου;», με ρώτησε με περιέργεια, όχι όμως και αυστηρά, η πορσελάνινη κουκλίτσα μου. «Όχι, από πού κι ως πού;». Είχα ξεχάσει την αμνησία. «Και τότε, πώς ξέρεις το όνομά μου;».»Το διάβασα στο… ιστορικό σου. Για όλους τους τροφίμους φτιάχνουμε ένα ιστορικό». Πράγματι, η διευθύντρια με είχε προμηθεύσει και με το ιστορικό της. «Α, μάλιστα. Ώστε βρέθηκε κάποιος να αναλάβει μια σακάτισσα σαν κι εμένα;»
«Συγκρατήσου», πρόσταξα τον εαυτό μου. «Μην την αγκαλιάσεις πάλι. Τότε θα καταλάβει πως γνωρίζεστε όντως από κάπου, και θα σε αρχίσει στην ανάκριση. Ποιος ξέρει, μπορεί να σε θυμηθεί κιόλας. Γιατί όμως να μη σε ξαναγνωρίσει από την αρχή; Έτσι έχεις πιο πολλές πιθανότητες να σε αγαπήσει τώρα, αφού δε σε αγάπησε τότε. Μην της αναφέρεις τίποτα».
«Τώρα που σε γνώρισα, νεραϊδούλα μου, ξέρω πως, όταν δέχτηκα να σε αναλάβω, έκανα την καλύτερη επιλογή. Φαίνεσαι τόσο αξιαγάπητη…».»Εγώ; Εγώ μόνο ζω εις βάρος των άλλων. Δεν αξίζω την αγάπη κανενός, κοριτσάκι μου.»
Όλη αυτήν την κατάσταση τη συνδέω μέσα στο μυαλό μου με ταραχή. Ταραχή τώρα που σου τα μεταφέρω, ταραχή τότε που τα έζησα. Γι’αυτό ξέχασα, τότε να προσέξω και τώρα να σου αναφέρω, κάτι σημαντικό. Μέσα στο γραφείο είχε μπει και μια κοπέλα, γύρω στα τριανταπέντε, ξανθιά κι αυτή, που της έμοιαζε. Η κόρη της. Όντως, είχε μια κόρη, που τότε, το ’92, σπούδαζε. Αυτή θα’ταν. Σκληρή και αδιάφορη ταυτόχρονα, με βλέμμα εξεταστικό με παρατηρούσε, αν και δε φαντάζομαι να την ένοιαζε σε ποιου τα χέρια θα άφηνε τη μητέρα της. Απλά, ήθελε να επιβλέπει τα πάντα, επομένως κι εμένα. Μάλιστα, μόλις φίλησα τη μητέρα της, δεν έκρυψε ένα μορφασμό αηδίας.
Αυτή τη στιγμή διάλεξε η δεσποινίς εκείνη για να αρχίσει να μου περιγράφει τις συνθήκες του εγκεφαλικού της μητέρας της. Ευγενικά την έκοψα. «Θα τα συζητήσουμε αργότερα με την Καιτούλα, όταν μείνουμε μόνες.». Και, γυρίζοντας προς αυτήν:»Θέλεις να πάμε στο δωμάτιό σου; Θα κοιμόμαστε μαζί, ξέρεις.».»Πάμε παιδάκι μου. Μα δε μου είπες ακόμα το όνομά σου».»Ειρήνη, καλή μου.».»Είναι το πιο όμορφο όνομά που έχω ακούσει.»
Βγήκαμε στο διάδρομο. Έσπρωχνα απαλά το καροτσάκι της και συγχρόνως της χάιδευα την πλάτη. Έμοιαζε να το απολαμβάνει. Είχε κλείσει τα μάτια της, είχε γείρει πίσω, στο μαξιλαράκι της αναπηρικής καρέκλας, και χαμογελούσε. Πρώτη φορά εκείνη την ημέρα χαμογελούσε.
«Ρηνάκι μου,»,την άκουσα να ψιθυρίζει. «Λίγο πιο δεξιά, αν μπορείς. Έχω πιαστεί πάνω σε αυτό το σιδερένιο πράγμα.» Μετακίνησα το χέρι μου πιο δεξιά και συνέχισα να τη χαϊδεύω.
Λίγο παρακάτω, μου είπε πάλι:»Να σου ζητήσω μια χάρη;» Κι όταν έγνεψα καταφατικά, αποκρίθηκε:»Να, θέλω να μου χαρίσεις ένα φιλί, σαν κι αυτό που μου έδωσες πριν. Το απόλαυσα τόσο…»Έσκυψα και τη φίλησα. «Σ’ευχαριστώ που με καλομαθαίνεις. Ξέρεις, η κόρη μου δε με φιλά ποτέ. Εσύ, όμως, είσαι αλλιώς…».»Ναι, νεραϊδούλα μου, είμαι αλλιώς…».»Μα γιατί με λες νεραϊδούλα; Σου θυμίζω κάτι;».»Θα διαβάσουμε τη Σταχτοπούτα, νεραϊδούλα μου, και θα δεις. Να, φτάσαμε κιόλας στο δωμάτιό σου».
Και ζήσαν αυτές (η Ειρήνη και η Καιτούλα) καλά κι εμείς καλύτερα…