Τρίτη, 13 Φεβρουαρίου 2003
Στον οίκο ευγηρίας:
Το στρώμα είναι μαλακό, πουπουλένιο, τα σεντόνια μοσχομυρίζουν, η κουβέρτα γαργαλά λίγο το πρόσωπό μου, μα δεν πειράζει, είναι ζεστή. Πάλι αποκοιμήθηκα. Πάει, πέρασε πια, και δεν έχω κουράγιο για τίποτα. Ου γαρ έρχεται μόνον, που λένε και οι διανοούμενοι. Αλλά για την κούραση αυτή, που με βασανίζει ώρες ολόκληρες, που δε με αφήνει να ζήσω, δε φταίει μόνο το γήρας. Κυρίως ευθύνεται το εγκεφαλικό.
Στο νοσοκομείο:
Το στρώμα λες κι έχει πέτρες μέσα, τα σεντόνια μυρίζουν μούχλα, η κουβέρτα είναι τριμμένη και κοντή, δε φτάνει να σκεπάσει ολόκληρο το κορμί μου. Κρυώνω. Ανοίγω τα μάτια, ένας κύριος με άσπρη μπλούζα με κοιτάζει. Συνήλθε, λέει, η κυρία Καλοκαιρινού. Ποια είναι αυτή; Πού είμαι; Γιατί είμαι εδώ; Και το κυριότερο: ποια είμαι; Κάνω να ανασηκωθώ, να παρατηρήσω το χώρο γύρω μου. Αδύνατον. Δεν αισθάνομαι τα πόδια μου, το αριστερό μου χέρι είναι στηριγμένο σε νάρθηκα. Ζαλίζομαι. Όλα είναι θαμπά. Μια ξανθιά κοπέλα με κοιτά με ένα περιφρονητικό βλέμμα. Εγώ δε φροντίζω κλαψιάρες ανάπηρες γριές, λέει. Μα είναι η μητέρα σου, αντιλέγει ο κύριος με τα άσπρα. Τρόμος. Πανικός. Θέλω να ουρλιάξω, δεν πονά το σώμα μου μα το νιώθω ανήμπορο, πονώ μέσα μου. Βοηθήστε με, είμαι τόσο αδύναμη…
Στον οίκο ευγηρίας:
Περίεργο, μα σήμερα πρώτη φορά δε στριφογυρνά πια στο μυαλό μου εκείνη η εφιαλτική πρώτη ημέρα της ζωής μου. Για να είμαι ειλικρινής, δεν ήταν πραγματικά η πρώτη μέρα, ήταν όμως η πρώτη μέρα που θυμάμαι. Υπέστην εγκεφαλικό επεισόδιο και έχασα έτσι τον έλεγχο τριών από τα τέσσερα άκρα μου.
Στο σπίτι:
Μερικές μέρες μετά, η ξανθιά κοπέλα, η Λίνα, η κόρη μου (ναι, αυτή με είχε αποκαλέσει κλαψιάρα ανάπηρη γριά), με πήρε σπίτι και, μην έχοντας διάθεση να ασχοληθεί μαζί μου, προσέλαβε μια ευγενική νοσοκόμα να με φροντίσει. Από αυτήν έμαθα πολλά για εμένα. Με λένε Καίτη Καλοκαιρινού και είμαι συνταξιούχος φιλόλογος, με δύο παιδιά, τη Λίνα, και το Γιώργο, που σπουδάζει στο εξωτερικό (και δεν έχει καν ενημερωθεί για τα προβλήματά μου).
Στο σπίτι, αργότερα:
Δεν μπορώ να αυτοεξυπηρετηθώ. Δεν μπορώ να φάω με μαχαιροπίρουνα, να φτιάξω καφέ, να ντυθώ, να κάνω μπάνιο, να, να, να…
Είμαι μια σακάτισσα που ζει εις βάρος των άλλων, μου φώναξε η Λίνα μια μέρα. Η καημενούλα, είχα τεντωθεί να πιάσω την κολόνια της, μα το μπουκαλάκι ήταν μακριά, εγώ αδύναμη, και δυστυχώς το έσπασα. Θέλω να ταξιδέψω μακριά, να φύγω… Μα να πάω πού; Εδώ δεν μπορώ να μετακινηθώ από την αναπηρική καρέκλα στο κρεβάτι μου, θα μπορέσω να φύγω; Μια ζεστή αγκαλιά, μόνο αυτό έχω ανάγκη, έναν άνθρωπο να με κρύψει μέσα του, να με νανουρίσει και να με οδηγήσει στον παράδεισο. Πώς το λέει ο ποιητής; «Σφίγγε με πάνω σου να σου φέγγω, σ’εκείνο το ταξίδι για τη θάλασσα, για τον ουρανό, στα σύνορα της σάρκας και της φαντασίας…» Πού το ξέρω αυτό το ποίημα; Κάπου θα το’χω διαβάσει. Μα τι έλεγα; Α ναι, για την αγκαλιά. Μια κορούλα, αυτό θα’θελα. Να της μιλήσω για τον πόνο μου και να με καταλάβει, να κλάψω και να μου σκουπίσει τα μάτια, να αποκοιμηθώ και να μου ανεβάσει τα σκεπάσματα, το στήθος μέσα Καιτούλα, μη μου αρπάξεις καμιά πνευμονία, όνειρα γλυκά ζωή μου, «όνειρα ζαχαρωτά», που λέει και ο άλλος ποιητής.
Στον οίκο ευγηρίας:
Αυτά συλλογίζομαι, ναρκωμένη μέσα στη θαλπωρή του ζεστού κρεβατιού. Τώρα όμως είμαι ευτυχισμένη. Το χέρι μου μπορεί να είναι άψυχο, τα πόδια μου το ίδιο, η μνήμη μου μπερδεμένη, μπορεί να έχουν μείνει βαθιά τραύματα μέσα μου, όμως βρήκα την κορούλα μου. Με φιλά γλυκά για να ξυπνήσω, κρατώντας με μέσα στην αγκαλιά της. Αχ, Ρηνάκι μου, πάλι με πήρε ο ύπνος. Τον είχες ανάγκη, νεραϊδούλα μου. Έτσι με αποκαλεί. Και να φανταστεί κανείς πως τη γνώρισα μόλις σήμερα.
Στο σπίτι:
Σήμερα, λοιπόν, μετά την παραίτηση της νοσοκόμας, η Λίνα με ξύπνησε χαράματα. Το σώμα μου ήταν κουρασμένο, δεν μπορούσα να ανασηκωθώ. Πήγα να πιαστώ με το ένα χέρι από το μπράτσο της αναπηρικής καρέκλας και με το άλλο να απομακρύνω το κορμί μου από το κρεβάτι. Μα ξέχασα πως πλέον έχω μόνο ένα χέρι. Σωριάστηκα στο πάτωμα. Ένας πόνος ως την καρδιά. Άρχισα να φωνάζω βοήθεια. Ευτυχώς η νοσοκόμα δεν είχε ακόμα φύγει και με τράβηξε με δύναμη από το πάτωμα (τι στιβαρή γυναίκα), με βοήθησε να ντυθώ και φύγαμε με τη Λίνα. Στο δρόμο με ενημέρωσε για τον προορισμό μας. Θα με έκλεινε σε γηροκομείο. Δέχτηκα με απάθεια, όπου να’ναι θα πάω αρκεί να μην τη βλέπω.
Στον οίκο ευγηρίας:
Το Ρηνάκι μου με σηκώνει στα χέρια. Πιάνομαι με το γερό μου χέρι από το λαιμό της, εκείνη ακουμπά τα χεράκια της (πιο επιδέξια δάχτυλα δεν έχω ξαναδεί) κάτω από τα γόνατά μου και γύρω από την πλάτη μου, με σηκώνει και με ξαπλώνει αναπαυτικά, με χίλια χάδια, στο κρεβάτι μας. Αχ, ζεστό που είναι, μα πιο ζεστή είναι η αγκαλιά της.
Στον οίκο ευγηρίας, νωρίτερα:
Μπαίνοντας στο γραφείο της διευθύντριας του γηροκομείου, αντικρίζω τη Χιονάτη. Όρκο παίρνω πως αυτή ήταν. Μα όχι, ήταν η Ρηνούλα, το κοριτσάκι που θα με φροντίσει. Μικροκαμωμένη, με λευκή επιδερμίδα, κατάμαυρα μαλλιά, μέχρι τη μέση σχεδόν, με εκφραστικό πρόσωπο και χέρια που συμμετέχουν στην κάθε φράση της. Μόλις με βλέπει, ενθουσιάζεται, λάμπουν τα ματάκια της. Με σφίγγει στην αγκαλιά της με ένα θερμό καλωσόρισμα και μου χαρίζει το πρώτο μου φιλί μετά το εγκεφαλικό. Με χαρακτηρίζει αξιαγάπητη, τρυφερή, μου χαμογελά, βιάζεται να με πάρει μακριά από τη Λίνα, καταλαβαίνει πόσο με φθείρει η ίδια μου η κόρη. Θα συζητήσουμε με την Καιτούλα όταν μείνουμε μόνες, θα κοιμόμαστε μαζί. Να η κορούλα μου. Σ’αγαπώ, μικρούλα μου. Στο διάδρομο άρχισε να με χαϊδεύει. Αφέθηκα στα χεράκια της, πονούσε η πλάτη μου. Της ζήτησα να με ξαναφιλήσει και το έκανε πρόθυμα.
Μόλις φτάσαμε στο δωμάτιο, της μίλησα για το πόσο πονούσα μετά το πρωινό μου πέσιμο, πόσο αποκαμωμένη ένιωθα. Με έβαλε στο μπάνιο, κάθισε πίσω μου και άρχισε να μου κάνει μασάζ να με χαλαρώσει. Είχε γεμίσει την μπανιέρα με αχνιστό νερό και αφρόλουτρο με άρωμα μελιού. Νεραϊδούλα μου, νιώθεις καλύτερα ή θέλεις να σε τρίψω κι άλλο; Κι άλλο, Ρηνιώ μου, δε χόρτασα τα χάδια σου ακόμα. Θα τα βαρεθείς, νεραϊδούλα μου, τα χάδια μου, τόσα που θα σου δώσω. Με τύλιξε στο μπουρνούζι, με σήκωσε και με ξάπλωσε στο κρεβάτι. Με σκούπισε απαλά, όπως κάνουμε με τα μωρά, με έντυσε και άρχισε να με χτενίζει. Τι όμορφες μπούκλες, νεραϊδούλα μου.
Μου έδειξε και το είδωλό μου στον καθρέφτη, πρώτη φορά βλέπω πώς μοιάζω. Είμαι άσχημη. Τα μάτια μου είναι συνηθισμένα, αλλά αρέσουν της Ρηνούλας μου, έχουν, λέει, το χρώμα του μελιού. Το δέρμα μου είναι χλωμό, σαν άρρωστη μοιάζω. Άσε και τις βαθιές ρυτίδες παντού. Είμαι εξήντα εφτά και μοιάζω ογδόντα. Τα μαλλιά μου, πάλι, έχουν το χρώμα των άνοστων δημητριακών που με τάιζε η νοσοκόμα. Το τελευταίο το λέω δυνατά και η Ρηνούλα μου ξεκαρδίζεται στα γέλια. Το γέλιο της αντηχεί στο δωμάτιο, θέλω κι εγώ να γελάσω. Θα φροντίσω, νεραϊδούλα μου, να μην περιλαμβάνει νιφάδες σιταριού το πρωινό σου, αφού τις σιχαίνεσαι τόσο.
Μετά το χτένισμα, με έβαλε να κοιμηθώ και άρχισε, ανάμεσα σε πολλά φιλιά, να μου σιγοτραγουδά ένα τραγουδάκι: «Βγήκε ο ήλιος, παίζουν τα παιδιά. Πράσινος κάμπος, πράσινα κλαδιά. Ενωμένοι όλοι σ’ένα περιβόλι, παίζουμε, γελάμε, κι άρχισε ο χορός…».
Παράξενο πάντως, μια Ρηνούλα που με φωνάζει νεραϊδούλα.
Στο σπίτι:
Παράξενο, γιατί μου φέρνει στο νου το χθεσινό βράδυ. Χθες βράδυ, λοιπόν, άνοιξα με κόπο ένα κασελάκι που έγραφε απ’έξω: Καίτη- Πολύτιμα. Το είχα γεμίσει με αναμνήσεις πριν το εγκεφαλικό. Πάνω πάνω, λοιπόν, βρήκα δύο χειρόγραφα. Το ένα ήταν μια φωτοτυπία με δικά μου γράμματα: «Α2, Δεκάλεπτη εξέταση στα Αρχαία Ελληνικά, Θουκυδίδου Σικελικά, κεφ. τάδε, παράγρ. τάδε». Ένα κείμενο στα Αρχαία, και από κάτω μια άσκηση: Να εντοπίσετε και να αναγνωρίσετε συντακτικά τις μετοχές του κειμένου. Η άσκηση συμπληρωμένη, η μετάφραση άψογη, τι όμορφα στρογγυλά γραμματάκια, τι ωραία εικόνα γραπτού. Το είχα αξιολογήσει με είκοσι στρογγυλό, ούτε έναν τόνο δεν είχα διορθώσει. Και δίπλα στο ονοματεπώνυμο έγραφε: Ειρήνη Κάδμου. Το άλλο χαρτί ήταν μια επιστολή, γραμμένη από το ίδιο παιδικό χεράκι. Μου ευχόταν καλή χρονιά (είχε μόλις μπει το ’93), και μου μιλούσε για μια μικρή πιανίστα που την είχαν απομονώσει οι σπουδαγμένοι μουσικοί, για τον εαυτό της δηλαδή. Μου περιέγραφε το ίνδαλμά της, έναν συνθέτη που τώρα πια το όνομά του δε μου θυμίζει τίποτα, και μου εξέφραζε το σεβασμό και την αγάπη που ένιωθε για μένα, μια αγάπη που δε ζητά ανταλλάγματα. Στις 25 Νοεμβρίου, της Αγίας Αικατερίνης, την ημέρα της γιορτής μου, έδινε μια συναυλία, την πρώτη της ως πιανίστα και όχι ως μαθήτρια ωδείου. Είχε αγχωθεί, αλλά αρίστευσε γιατί δε με έβγαλε στιγμή από το μυαλό της. Ήμουν, έγραφε, η καλή της ΝΕΡΑΪΔΑ. Και υπέγραφε: η θεότρελη μαθήτριά σας, Ειρήνη. Λες η Ρηνούλα μου να ήταν παλιά μαθήτριά μου; Μα δεν είναι δυνατόν, εκείνη ισχυρίζεται ότι η προσφώνηση «νεραϊδούλα» προέρχεται από το ότι σαν κι εμένα φανταζόταν τη νεράιδα νονά της Σταχτοπούτας.
Στον οίκο ευγηρίας:
Μόλις ξύπνησα από τον πρωινό μου ύπνο και το μυαλό μου είναι ακόμα σκοτισμένο. Η Ρηνούλα μού έφερε το πρωινό μου, χωρίς δημητριακά. Θα με ταΐσεις, νεραϊδούλα μου; Και μετά θα μου διαβάσεις τη Σταχτοπούτα, ναι;
Και ζήσαν αυτές (η Ρηνούλα και η Καίτη) καλά κι εμείς καλύτερα…
Άδεια Creative Commons
-
Κάθε ενυπόγραφο άρθρο απηχεί αποκλειστικά τις απόψεις του συγγραφέα του.
-
Εγγραφείτε στη ροή άρθρων του ιστολογίου.
Ελάτε κι εδώ
Αναζήτηση
-
Πρόσφατα άρθρα
- Το Πρότυπο Γενικό Λύκειο Ηρακλείου στη διεθνή διαβούλευση της UNESCO για το Δικαίωμα στην Εκπαίδευση
- Παγκόσμια Ημέρα Ελληνικής Γλώσσας
- “Περίεργο. Μιλάμε Ελληνικά”
- Βραβεύθηκαν οι νεαροί και οι νεαρές συγγραφείς που διακρίθηκαν στον 6ο Πανελλήνιο Μαθητικό Διαγωνισμό Συγγραφής Θεατρικού Μονόπρακτου Έργου «Γράφουμε Θέατρο!»
- Εκλογές για την ανάδειξη 15μελούς Μαθητικού Συμβουλίου
Πρόσφατα σχόλια
- κορινα στο Κρητικά μονοπάτια: Διήμερη εξόρμηση στην ορεινή Δυτική Κρήτη
- ΠΠΓΕΛΗ στο Κρητικά μονοπάτια: Διήμερη εξόρμηση στην ορεινή Δυτική Κρήτη
- κορινα στο Κρητικά μονοπάτια: Διήμερη εξόρμηση στην ορεινή Δυτική Κρήτη
- ΠΠΓΕΛΗ στο Τσαρλς Μπουκόφσκι, Η γελαστή καρδιά
- ΠΕΡΙΚΛΗΣ ΓΕΩΡΓΙΑΔΗΣ στο Συνεντεύξεις στο ΚΡΗΤΗ TV και το Ράδιο 98.4
Ιστορικό
Kατηγορίες




















































































Για τα τρέχοντα, ελάτε απ' τη σελίδα μας στο Facebook