Η παγκόσμια διακήρυξη του Ο.Η.Ε, το 1948, μετά τη σκληρή πραγματικότητα του Β’ παγκοσμίου πολέμου, αναγνωρίζει το αναπαλλοτρίωτο δικαίωμα κάθε ανθρώπου στη ζωή και αναφέρει κατηγορηματικά ότι δεν επιτρέπεται να υποβάλλεται κανείς σε απάνθρωπη και εξευτελιστική μεταχείριση. Παρά το γεγονός ότι η παγκόσμια κοινότητα προσανατολίζεται προς την κατάργηση της «εσχάτης των ποινών», πάρα πολλές ακόμα χώρες, ανάμεσα τους οι Η.Π.Α, Ρωσία και Κίνα, επιμένουν και εμμένουν στην εφαρμογή της.
Στη χώρα μας, η τελευταία σελίδα του κεφαλαίου «θανατική ποινή» έμελλε να γραφτεί στην Κρήτη, το 1972, με την εκτέλεση του Βασίλη Λυμπέρη στο Κακό Όρος, ο οποίος είχε συγκλονίσει την κοινή γνώμη με το αποτρόπαιο έγκλημά του. Αξιοσημείωτο είναι ότι από το 1874 έως το 1972 καταγράφτηκαν, μόνο στη χώρα μας, 1000 θανατικές ποινές. Παρόλο που η τελευταία επιβολή της έγινε το 1972, μόνο το 2001 με την αναθεώρηση του ελληνικού Συντάγματος, καταργείται καθολικά και τυπικά η θανατική ποινή. Στατιστικές δείχνουν ότι η πλειονότητα της ελληνικής κοινότητας υποστηρίζει την κατάργησή της, ενώ η πλειονότητα των δικαστών υποστηρίζει το αντίθετο. Πάντως, η συζήτηση για τη σκοπιμότητα της κατάργησης ή της διατήρησής της, παραμένει επίκαιρη. Εκτός από τις σχετικές συζητήσεις στην επιτροπή αναθεώρησης του ελληνικού συντάγματος και την τελευταία πρόταση 61 Ελλήνων βουλευτών για την επαναφορά της, το φθινόπωρο του 1997, το συγκεκριμένο θέμα συχνά προβληματίζει τους απλούς ανθρώπους.
Και τώρα ήρθε και αναστάτωσε πλήρως την κοινή γνώμη ένα νέο «κρούσμα» της θανατικής ποινής· ο απαγχονισμός του Σαντάμ Χουσεϊν, του πιο στυγερού εκτελεστή και δικτάτορα αυτού του «άμοιρου κόσμου», μετά το Χίτλερ. Η εκτέλεσή του έγινε πρώτο θέμα στα δελτία ειδήσεων και τον Τύπο και έφερε στο προσκήνιο την αιώνια αντιπαράθεση των υποστηρικτών της κατάργησης της θανατικής καταδίκης και των υποστηρικτών της αντίθετης άποψης. Οι επιφυλάξεις και η επιχειρηματολογία και των δύο πλευρών είναι σοβαρότατη και αξιοσημείωτη.
Όμως, καμία επιχειρηματολογία, όσο σοβαρή και δυνατή κι αν είναι, δε δικαιολογεί τα ανεπίτρεπτα γεγονότα που έλαβαν χώρα, τόσο στην Ελλάδα όσο και τον υπόλοιπο κόσμο. Κι ενώ δεν είχαμε συνέλθει, ακόμη, από το φαγοπότι και το ξενύχτι της ημέρας των Χριστουγέννων, μέσα στις άγιες εκείνες μέρες γίναμε όλοι θεατές της εκτέλεσης του Σαντάμ Χουσεϊν, μέσω των τηλεοπτικών μας δεκτών, το πρωί της 26 Δεκεμβρίου του 2006. Όμως, όπως φάνηκε, κάποιοι «κύριοι»- ιδιοκτήτες τηλεοπτικών σταθμών δεν είχαν την ευαισθησία και την ηθική να σκεφτούν ότι εκείνη την ώρα μικρά παιδιά, με την αθωότητα και την αγνότητα που τα διέπει, έγιναν θεατές της πιο αποτρόπαιας διαδικασίας. Ποιος και πως, όμως, θα εξηγήσει σε αυτά τα παιδιά ότι αυτός ο «κύριος» Σαντάμ ήταν τόσο «κακός» για τον κόσμο, ώστε να του αξίζει να πεθάνει; Και ποιος θα φέρει πίσω στις άτυχες μητέρες τα αγγελούδια που έχασαν, καθώς κρεμάστηκαν και αυτά, αφού νόμιζαν ότι πρόκειται περί κάποιου παιχνιδιού;
Μπορεί, όντως, ο Σαντάμ Χουσεϊν να άξιζε να πεθάνει. Άλλωστε, είχε σκοτώσει χιλιάδες ανθρώπους. Είχε στερήσει σε τόσες μητέρες τα παιδιά τους. Κανείς, όμως, δεν έχει το δικαίωμα να εξευτελίζει και να προσβάλλει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, όπως στην περίπτωση του Σαντάμ. Όλοι έχουν το δικαίωμα στο ύψιστο αγαθό της ζωής, όσο κακοί κι αν είναι. Η αξία της ζωής είναι αδιαπραγμάτευτη και ανυπέρβλητη. Πως είναι, λοιπόν, δυνατό να γίνεται η εκτέλεση κάποιου ανθρώπου δημόσιο θέαμα και τροφή για συζητήσεις, ακόμη και αν αυτός είναι ο Χουσεϊν; Οι τελευταίες στιγμές και κινήσεις, τα τελευταία λεπτά του πριν το τέλος προβάλλονται παγκοσμίως. Και το αποτρόπαιο της ιστορίας είναι ότι μερικοί ασυνείδητοι και κατ’ ευφημισμό άνθρωποι χρησιμοποιούν τις τελευταίες στιγμές αυτού του ατόμου πριν φύγει από τη ζωή για την εκ του ασφαλούς προβολή τους και το «εύκολο» κέρδος. Ποιοι νομιμοποιούνται να ενεργούν ως θεματοφύλακες της ηθικής του σύμπαντος και να ενορχηστρώνουν τέτοιου είδους εκτελέσεις, δημοσίως;
Αγγίζει τα όρια του σαδισμού η πολλαπλή προβολή της εκτέλεσης του Χουσεϊν στα δελτία ειδήσεων, υποτίθεται με το σκοπό να αναλυθεί, να σχολιαστεί ή ακόμα και να κατακριθεί το γεγονός. Και σαν να μην έφτανε αυτό, αμέσως μετά την εκτέλεση, το ενδιαφέρον επικεντρώθηκε στην περιουσία που κληροδότησε στις κόρες του και το πώς θα τη διαχειριστούν οι ίδιες. Ξαφνικά, το μόνο που έχει ενδιαφέρον είναι η κληρονομιά των 3,5 δισεκατομμυρίων δολαρίων, τα οποία ουσιαστικά ανήκουν στο λαό και το κράτος και όχι στην οικογένεια Χουσεϊν. Το αποκορύφωμα είναι τα ρεπορτάζ των ξένων ανταποκριτών στο Ιράκ για το παλάτια της οικογένειας. Τώρα, το ενδιαφέρον μονοπωλούν τα υλικά με τα οποία φτιάχτηκαν η σκάλα, ο τρούλος και η σάλα του ανακτόρου, πόσο κοπίασαν οι κατασκευαστές για να ικανοποιήσουν τον άρχοντα τους και πόσο κόστισαν!
Βέβαια το κερασάκι στην τούρτα αποτέλεσε η δήλωση του προέδρου των Η.Π.Α, Τζορτζ Μπους Τζούνιορ, στην οποία αναφέρει ότι ο ιρακινός λαός πρέπει να ευγνωμονεί την Αμερική, αφού κατέλυσε το δικτατορικό καθεστώς του Χουσεϊν και εκδημοκράτισε το κράτος. Τι από όλα όσα, όμως, γίνονται θυμίζουν δημοκρατία; Χιλιάδες νεκροί σε καθημερινή βάση, η πλειονότητα των οποίων είναι κυρίως άμαχοι, οικογένειες ξεκληρισμένες και κατατρεγμένες, παιδιά ξυπόλητα, πεινασμένα ή και άστεγα, συντρίμμια, φωτιά, καπνοί, θρήνοι, θλίψη, μίσος και πληθώρα Αμερικανών στρατιωτών που κάνουν περιπολία, συνθέτουν το σκηνικό ενός κατά τα άλλα εκδημοκρατισμένου Ιράκ…
Αφού γίνεται λόγος για δημοκρατία, μια κοινωνία, δημοκρατικά οργανωμένη, θεμελιωμένη στις ύψιστες ανθρωπιστικές αρχές, δεν μπορεί να καταφεύγει σε τέτοιου είδους πρακτικές, όπως η θανατική ποινή. Αυτοαναιρείται ο εξανθρωπισμός των κοινωνιών, ως μακραίωνη και επίπονη διαδικασία. Άλλωστε, δεν έχει αποδειχθεί ότι η θανατική ποινή αποτρέπει εγκληματικές ενέργειες.
Αντίθετα, στατιστικές έρευνες καταδεικνύουν ότι το ποσοστό της εγκληματικότητας είναι υψηλότερο σε χώρες όπου έχει καταργηθεί. Επομένως, η θανατική ποινή, αυτή καθ’ αυτή, δε δύναται να επιλύσει και να αποτρέψει εγκληματικές συμπεριφορές μιας θεσμοθετημένης κοινωνίας. Η δημοσιοποίηση, δε, της εκτέλεσης από τα Μ.Μ.Ε επιβεβαιώνει για μια ακόμη φορά την υπέρβαση των ορίων, εντός των οποίων οριοθετείται μια υγιής κοινωνία.
Είναι, λοιπόν, επιτακτική ανάγκη εμείς οι άνθρωποι να αντισταθούμε σθεναρά στα αξιοκατάκριτα αυτά σημεία του καιρού μας, τα οποία το μόνο που επιφέρουν είναι η συνεχής υποβάθμιση της κοινωνίας.
Μπριτζολάκη Αικατερίνη
μαθήτρια Γ’ τάξης
ΘΑΝΑΤΙΚΗ ΠΟΙΝΗ, NAI Ή ΟΧΙ
Το πρόσφατο παράδειγμα θανατικής ποινής είναι ο απαγχονισμός του Σανταμ Χουσεΐν τις ημέρες των Χριστουγέννων. Ο συγκεκριμένος θάνατος αποτέλεσε μια «ευχάριστη» πράξη για τους Αμερικάνους. Πάντως, σε κάθε περίπτωση αυτοί που «κέρδισαν τα μέγιστα» είναι τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, τα οποία παρουσίαζαν συνεχώς στα κεντρικά δελτία ειδήσεων το οπτικοακουστικό υλικό με την εκτέλεση του Χουσεΐν. Έτσι κέντρισαν το ενδιαφέρον των θεατών και αύξησαν με τον τρόπο αυτό την θεαματικότητα και κατ’ επέκταση τα οικονομικά τους οφέλη. Ωστόσο τα αποτελέσματα από την αδιάκοπτη προβολή του συγκεκριμένου υλικού ήταν άμεσα και πολύ θλιβερά. Αρκετά παιδάκια, επηρεαζόμενα από τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, μιμήθηκαν την εκτέλεση του Σαντάμ και απαγχονίστηκαν.
Με αφορμή λοιπόν την πρόσφατη εκτέλεση του Σανταμ από τους Ιρακινούς επανήλθε στο προσκήνιο ένα ζήτημα που απασχολούσε για πολλά χρόνια τα δημοκρατικά καθεστώτα, αυτό της απόρριψης ή της αποδοχής της θανατικής ποινής. Στη σύγχρονη εποχή οι περισσότερες δημοκρατικές κοινωνίες έχουν θεσπίσει κανόνες δικαίου, οι οποίοι ρυθμίζουν τις υποχρεώσεις, τα δικαιώματα και γενικότερα τη συμπεριφορά των μελών τους. Έτσι οποιαδήποτε παράβαση τους χαρακτηρίζεται ως αδίκημα και επισύρει την νομική ποινή. Ωστόσο μεγάλη ανησυχία επικρατεί σχετικά με την εφαρμογή ορισμένων ακραίων και βάναυσων ποινών, στις οποίες ανήκει και η θανατική ποινή.
Πράγματι, η θανατική ποινή ως μέτρο απονομής της δικαιοσύνης, είναι άξια προβληματισμού πρώτα από όλα για την αποτελεσματικότητα της. Αρχικά παραβιάζει τα θεμελιώδη δικαιώματα του ανθρώπου όπως το δικαίωμα στη ζωή ή το δικαίωμα να μην υποβάλλεται σε βασανισμό, τα οποία κατέχει από την πρώτη στιγμή της γέννησης του επειδή είναι ζωντανό ον. Παράλληλα πολύ σημαντικό είναι το γεγονός ότι το κράτος δεν έχει την εξουσία που του επιτρέπει να ορίζει ποιοι άνθρωποι θα θανατωθούν και πότε. Με αυτό τον τρόπο η ποινή χάνει το ουσιαστικό νόημα και σκοπό της, να σωφρονίσει δηλαδή τους παραβάτες και να συμβάλει στην κοινωνική τους επανένταξη.
Επίσης η πολιτεία με την χρησιμοποίηση της θανατικής ποινής επιθυμεί να περάσει το μήνυμα στους πολίτες ότι λαμβάνονται σκληρά μέτρα κατά του εγκλήματος. Στην πραγματικότητα όμως αυτό συμβαίνει διότι το κράτος αδυνατεί να θεσπίσει κατάλληλους νόμους και να λάβει τα σωστά μέτρα για τον περιορισμό της εγκληματικότητας. Αξιοσημείωτο αποτελεί το γεγονός ότι η θανατική ποινή ως πράξη προσβάλλει τον πολιτισμό της χώρας στην οποία εφαρμόζεται καθώς είναι αδιανόητο να τιμωρούνται με θάνατο οι άνθρωποί εφόσον υπάρχουν άλλες ισχυρές ποινές όπως η ισόβια κάθειρξη, που μπορούν να σωφρονίσουν τους παραβάτες. Τέλος αμετάκλητη και μα επανορθώσιμη είναι η απόφαση σε περίπτωση δικαστικής πλάνης. Αυτό σημαίνει ότι μπορούν να καταδικαστούν σε θανατική ποινή αθώοι πολίτες για εγκλήματα που δεν διέπραξαν ποτέ εξαιτίας των λανθασμένων εκτιμήσεων των δικαστών.
Παρόλα αυτά μια μικρή μερίδα ανθρώπων πιστεύουν ότι η θανατική ποινή θα πρέπει να επανέλθει στο ποινικό δίκαιο ως νόμος- τιμωρία για διάπραξη ειδεχθών εγκλημάτων. Η άποψη αυτή στηρίζεται στο γεγονός ότι η θανατική ποινή μπορεί να συμβάλει στον παραδειγματισμό. Χαρακτηριστικό είναι ότι η απειλή της θανατικής εκτέλεσης αποτελεί ανασταλτικό παράγοντα για τους «επαγγελματίες» δολοφόνους καθώς τους δημιουργεί αισθήματα φόβου. Παράλληλα αποκαθίσταται το κοινό αίσθημα δικαιοσύνης και αναβαθμίζει το κύρος της πολιτείας αφού οι πολίτες προστατεύονται με δραστικά μέσα. Έτσι διαμορφώνεται ένα αίσθημα ασφάλειας αφού υπερασπίζεται με τον πιο ισχυρό τρόπο το σπουδαιότερο δικαίωμα του ανθρώπου, το δικαίωμα στη ζωή.
Τίθεται λοιπόν το ερώτημα, είναι σωστό τον εικοστό πρώτο αιώνα να εκτελούνται παραβάτες και με τόσο βάναυσο τρόπο όπως στην περίπτωση του Σαντάμ Χουσεΐν. Αναμφισβήτητα η απάντηση είναι αρνητική. Για να σταματήσει όμως αυτό το κράτος δεν θα πρέπει απλώς να επιβάλλει ποινές αλλά και να αναζητά τα αίτια μιας εγκληματικής συμπεριφοράς. Όσο λιγότερες ποινές επιβάλλονται στα μέλη μιας κοινωνίας, τόσο πιο υψηλό δείκτη πολιτισμού έχει αυτή. Αυτό όμως προϋποθέτει την καλλιέργεια-πνευματική και ηθική-των μελών της, ώστε να γίνουν ώριμοι, υπεύθυνοι και να μην καταφεύγουν σε εγκληματικές πράξεις.
Διαμαντούλα Βλαχάκη