Σήμερα, Παρασκευή 11 Οκτωβρίου, έγιναν οι εκλογές για την ανάδειξη 15μελούς Μαθητικού Συμβουλίου για τη σχολική χρονιά 2013-14.
Η γενική συνέλευση έγινε στις 11:00, οπότε και παρουσιάστηκαν οι 33 υποψήφιοι (9 από την Α΄, 7 από τη Β΄ και 17 από τη Γ΄ Τάξη -συνολικά, 21 αγόρια και 12 κορίτσια), και αναπτύχθηκε διάλογος.
Στις 12:00 ολοκληρώθηκε η ψηφοφορία, και ξεκίνησε η διαδικασία της καταμέτρησης για την ανάδειξη των 15 τακτικών μελών και 7 αναπληρωματικών μελών. Αξίζουν συγχαρητήρια στην εφορευτική επιτροπή που υπεύθυνα, μεθοδικά και αξιόπιστα έφερε σε πέρας τη διαδικασία αυτή στις 13:45. Μπράβο στους Θέμη Αρχοντίδη (Α1), Λευτέρη Φθενό (Α2), Μαρία Βενέρη (Α3), Ζαχαρία Ρακιντζάκη (Β1), Αμαλία Μαθιουδάκη (Β2), Μάνο Παπαδάκη (Β3), Γιάννη Βρουβάκη (Γ1), Νίκο Κατσούλη (Γ2) και Αντωνία Στρατάκη (Γ3).
Στις εκλογές ψήφισαν 200 από τους 203 μαθητές του σχολείου. Βρέθηκε 1 λευκό ψηφοδέλτιο και 3 άκυρα. Από τα υπόλοιπα 196 έγκυρα ψηφοδέλτια, αναδείχθηκαν στο δεκαπενταμελές μαθητικό συμβούλιο 7 αγόρια (στην 3η, 5η, 8η, 11η, 12η, 14η και 15η θέση) και 8 κορίτσια (στην 1η, 2η, 4η, 5η, 7η, 9η, 10η και 12η θέση). 3 μαθητές εκλέχθηκαν από την Α΄ Τάξη (2 από το Α1, 1 από το Α2, ενώ το Α3 έμεινε χωρίς εκπροσώπηση), 5 από την Β΄ Τάξη (2 από το Β1, 1 από το Β2, και 2 από το Β3), και 7 από την Γ΄ Τάξη (1 από το Γ1, 4 από το Γ2, και 2 από το Γ3).
Ακολουθεί ο πίνακας με τα αποτελέσματα:
Α/Α
Επώνυμο
Τμήμα
Ψήφοι
Ποσοστό
Αποτέλεσμα
1
Πέιου Παρασκευή
Γ2
75
38,3%
Εκλέγεται
2
Ψυχογυιού Μαρία – Ελένη
Γ3
71
36,2%
Εκλέγεται
3
Μαυράκης Θεοχάρης
Β3
67
34,2%
Εκλέγεται
4
Πέιου Αθανασία
Γ2
61
31,1%
Εκλέγεται
5
Καβάσαλης Φοίβος Ιάσων
Α1
55
28,1%
Εκλέγεται
Μανιά Βασιλική
Γ2
55
28,1%
Εκλέγεται
7
Κοκκινομαγουλά Αρετή
Β2
46
23,5%
Εκλέγεται
8
Δαμιανάκης Αντώνιος
Β1
45
23,0%
Εκλέγεται
9
Σαββάκη Γεωργία
Γ3
40
20,4%
Εκλέγεται
10
Λεβέντη Ελένη Λήδα
Α1
38
19,4%
Εκλέγεται
11
Καρουζάκης Νικόλαος
Γ1
37
18,9%
Εκλέγεται
12
Σταματάκη Μαρία
Α2
34
17,3%
Εκλέγεται
Τσακαλάκης Πρόδρομος
Β3
34
17,3%
Εκλέγεται
14
Λιόντος Δημήτριος
Γ2
33
16,8%
Εκλέγεται
15
Σαμαριτάκης Στυλιανός
Β1
32
16,3%
Εκλέγεται
16
Γιαννόπουλος Δημήτριος
Γ1
30
15,3%
Αναπληρωματικός1
Ζαχαριουδάκης Στυλιανός
Γ1
30
15,3%
Αναπληρωματικός1
Παπάζογλου Αντώνης
Β1
30
15,3%
Αναπληρωματικός1
Σαββάκης Ελευθέριος
Β1
30
15,3%
Αναπληρωματικός1
20
Ζιάγκας Αριστείδης – Χρήστος
Β1
28
14,3%
Αναπληρωματικός2
Θαλασσινάκης Αλέξανδρος
Α3
28
14,3%
Αναπληρωματικός2
22
Καρτσωνάκη Ιωάννα
Γ1
27
13,8%
Αναπληρωματικός3
Μαργαρίτης Γεώργιος
Α2
27
13,8%
Αναπληρωματικός3
Σίμος Νικόλαος-Ιωάννης
Β3
27
13,8%
Αναπληρωματικός3
25
Ραπτόπουλος Ορέστης
Α2
26
13,3%
26
Σαμαριτάκη Μαρία
Α3
25
12,8%
27
Ζηρδέλης Γεώργιος
Γ1
22
11,2%
Πατσάκη Ειρήνη
Α2
22
11,2%
29
Παπαδάκης Μιχαήλ
Β3
20
10,2%
30
Δασκαλάκης Εμμανουήλ
Γ1
17
8,7%
31
Μακράκης Αλέξανδρος – Πολυχρόνης
Β2
16
8,2%
32
Σφακιανάκη Δέσποινα – Γεωργία
Γ3
15
7,7%
33
Νικολουδάκης Θεμιστοκλής
Α2
13
6,6%
Εφόσον χρειαστεί μέσα στη χρονιά,
θα γίνει κλήρωση για τον καθορισμό της σειράς
θα γίνει κλήρωση για τον καθορισμό της σειράς
θα γίνει κλήρωση 1 από τους 3 ως τελευταίου αναπληρωματικού
Για μια ακόμη σχολική χρονιά το σχολείο έχει δημιουργήσει λογαριασμούς στο Πανελλήνιο Σχολικό Δίκτυο (ΠΣΔ) για τους νέους μαθητές της Α΄ Τάξης, κι έχει ενημερώσει με την προαγωγή στα τμήματα της επόμενης τάξης τους υφιστάμενους λογαριασμούς των μαθητών της Β΄ και Γ΄ Τάξης.
Την Παρασκευή 27-9-2013, στις 12 το μεσημέρι πραγματοποιήθηκε στην Αίθουσα Ανδρόγεω ημερίδα με θέμα «Κανόνες Ασφαλούς Πλοήγησης στο Διαδίκτυο – Cyberbullying». Η ημερίδα στόχευε στην ενημέρωση μικρών και μεγάλων. Εκπροσωπώντας το σχολείο μας, την παρακολουθήσαμε.
Ο άνθρωπος, με τη φρατζόλα υπομάλης, είναι ο ίδιος που πριν δύο χρόνια περίπου κρατούσε καρπούζι. Τότε ήταν Ιούλιος και φυσικά υπήρχαν καρπούζια, ενώ τώρα Απρίλης και πήρε φρατζόλα. Βέβαια και καρπούζια να υπήρχανε, πράγμα αφύσικο για μήνα Απρίλη, αυτός πάλι για φρατζόλα στο φούρνο θα πήγαινε, όπως άλλωστε όλος ο κόσμος.
Μέσα στο γενικό πανικό, πέσαν όλοι στα τρόφιμα. Περίμενε κι αυτός κάπου μισή ώρα σειρά και στο τέλος βρέθηκε με μια ζεματιστή φρατζόλα στο χέρι. Άλλοι παίρνανε τρεις και τέσσερες, αυτός, μόνο μία. Για τη δουλειά που την ήθελε και μία αρκούσε. Την έβαλε κάτω από τη μασχάλη και πήρε τους δρόμους.
Το σωστό είναι, όταν κάποιος κρατάει μία φρατζόλα, να πηγαίνει στο σπίτι του. Όμως ο δικός μας δεν μπορούσε να πάει. Στη συνοικία που έμενε, από τα χαράματα είχαν αρχίσει συλλήψεις και μόλις πρόλαβε να ντυθεί βιαστικά, πετάχτηκε έξω και ξεμάκρυνε γρήγορα, αναζητώντας το πιο κατάλληλο αντικείμενο για καμουφλάζ στις κινήσεις του.
Σ’ όλους τους ανθρώπους, ακόμα και στους πρωτόγονους, είναι γνωστή η αξία χρήσης των αντικειμένων. Στις προηγμένες εμπορευματικές κοινωνίες τα πράγματα φυσικά έχουν και μια άλλη αξία, την ανταλλακτική, όπως συνήθως τη λένε. Στην Ελλάδα εκτός απ’ αυτές τις δυο γνωστές και πολυσυζητημένες αξίες έχει ανακαλυφθεί και μια τρίτη: Η παραλλακτική, που παίζει σημαντικό ρόλο στις έκτακτες περιστάσεις που ζει τόσο συχνά αυτός ο τόπος. Είναι δε η παραλλακτική αξία ενός πράγματος απευθείας ανάλογη της εφευρετικότητας του παραλλάκτη και της αντίληψης του αστυνομικού οργάνου που επιχειρεί να παραπλανήσει. Δηλαδή, όσο πιο ατσίδας είναι ο αστυνομικός, τόσο πιο πειστικό πρέπει να είναι το αντικείμενο που κρατάει ο παραλλάκτης στα χέρια του, για να λειτουργήσει ο νόμος της παραλλαγής.
Στα Ιουλιανά, πηγαίνοντας ο άνθρωπος μας στις συγκεντρώσεις, είναι αλήθεια πάντα στα άκρα, κρατούσε κι ένα καρπούζι. (Αξία παραλλαγής). Αν γινόταν καμιά φασαρία, γλιστρούσε, δείχνοντας στους αστυνομικούς το καρπούζι: «Είμαι ένας φιλήσυχος άνθρωπος και πάω στο σπίτι μου».
Πραγματικά, πήγαινε σπίτι, φορούσε πιζάμες, παντόφλες, κι εκεί στη βεράντα, έκοβε το καρπούζι και το ‘τρωγε, (αξία χρήσης πια τώρα), μέχρι που έκανε τις φλούδες του πάπυρο. Αυτό ήταν και το βραδινό του. Τα τελευταία χρόνια, σαβουρώνοντας ό,τι του λάχαινε, είχε παραβαρύνει από σάλτσες κι αποφάσισε να κάνει πια δίαιτα. Όμως η κοιλιά κρέμονταν πάντα εκεί μπροστά του μακρουλό καρπούζι, κι όσο κι αν έλεγε ν’ αρχίσει την επομένη ασκήσεις, αυτές ποτέ δε γινόντανε. Βαριόντανε. Βαριόντανε ν’ ασχοληθεί ακόμα και με τα φερ – φορζέ, στολίδι της βεράντας του, γιατί το θέλανε πια ένα πέρασμα λευκή λαδομπογιά. Ήταν και το χρυσόψαρο στη γυάλα, και κάθε τόσο έπρεπε ν’ αλλάζει το νερό, μια ασχολία κι αυτή που του φαίνονταν βαρετή.
Τα τελευταία χρόνια είχε κι αυτός την Καπούη του: Ένα σπιτάκι με βεράντα που έβλεπε προς το βουνό. Αφού έζησε τη μισή ζωή του σε θαλάμους φυλακής και σε τσαντήρια εξορίας, μετά από τόσες στερήσεις, όταν κάποτε βρέθηκε ελεύθερος, μπλέχτηκε με κάτι οικόπεδα, κέρδισε ξαφνικά μερικά λεφτουδάκια κι αγόρασε αυτό το σπιτάκι όπου και ζούσε μονάχος.
Για παντρειά δεν αποφάσιζε. «Δεν ξέρεις τι γίνεται πάλι», έλεγε κάθε φορά που του φέρναν εκεί την κουβέντα. «Ο γάμος σε δένει με τούτον τον κόσμο, ευθύνες, παιδιά. Εγώ έχω ένα παρελθόν κι ένα αβέβαιο μέλλον».
Κι όμως, έστω χωρίς γάμο, μα με μόνο το σπίτι, δημιουργούσε γερό δέσιμο με τούτον τον κόσμο κι αγεφύρωτο χάσμα με το παρελθόν. Γιατί δεν ήταν μόνο οι τέσσερες τοίχοι στολισμένοι με κάδρα, παράθυρα δίχως κάγκελα και μια πόρτα που την άνοιγε όποτε ήθελε, δεν ήτανε φυσικά αιτίες να ξεκόψει από την παλιά του ζωή μόνον αυτά. Ήταν κι ένα σαλονάκι δανέζικο. Ήταν κι ένα κρεβάτι μ’ αναπαυτικό στρωματέξ. Σόμπα στα χειμωνιάτικο βράδια, ψυγείο για τα καυτά καλοκαίρια, παγάκια, και μια σειρά άλλα ψιλο-πράγματα εκ πρώτης όψεως που δεν είχε συναντήσει στους ηρωικούς αλλά τόσο σκληρούς χώρους της νιότης του.
Είναι αλήθεια, καλά καλά δεν είχε ξεκόψει με το παρελθόν. Όσο μπορούσε συνέχιζε, πηγαίνοντας στις συγκεντρώσεις, παραγγελτικά φυσικά, δίνοντας τακτικά τη συνδρομή του κι ακούγοντας στο πικάπ δίσκους που αποκλειστικά αναφέρονταν σε κείνα τα δύσκολα χρόνια.
Ήταν ωραία ν’ ακούς στους δίσκους για καημούς και στερήσεις, για μια υπεράνθρωπη προσπάθεια, άσχετα αν δεν κατάληξε κάπου, για μια στάση ηρωική που μετείχε κι ο ίδιος. Ήταν πολύ ωραία να κάθεσαι στη σαιζ λόγκ και ν’ αναπολείς ακόμη και τους περασμένους πόνους σου, απαλότεροι τώρα, τυλιγμένοι στο μύθο, σα να μη συνέβηκαν σε σένα τον ίδιο. «Ε, πάει περάσανε όλα. Δύσκολα χρόνια, αλλά είχε μια ομορφιά αυτή η ιστορία.» Ήταν καλά μέσα στο σπίτι του με τις αναμνήσεις και το πικάπ· ήταν πολύ καλά έτσι που ζούσε, τι αρχίσανε πάλι να πάρει ο διάβολος, τι φταίει να παίρνει πάλι μπάλα τους δρόμους;
Ήταν μια χαρά βολεμένος και τώρα το κυνηγητό και πού να πάει; Ποια δύσπιστη πόρτα να χτυπήσει, που όλοι, συγγενείς, γνωστοί, φίλοι, θα είχανε την ίδια αιτία; Πολλοί απ’ αυτούς τώρα θα ‘ταν κιόλας πιασμένοι κι άλλοι ίσως τριγυρίζουν όπως κι ο ίδιος με μια φρατζόλα στο χέρι.
Έκανε ένα μεγάλο κύκλο μακριά απ’ το κέντρο. Πέρασε Βύρωνα, Δάφνη κι έπεσε στην Καλλιθέα. Ήταν μια καλή άσκηση. Είχε καιρό να περπατήσει τόσο πολύ. Κι ήταν ένα φωτεινό πρωινό, λες επιτούτου φτιαγμένο για ένα μεγάλο περίπατο. Ασυναίσθητα άρχισε να τσιμπάει τη γωνιά, της φρατζόλας, ενώ ταυτόχρονα του ‘ρθανε αισιόδοξες σκέψεις: «Μπα, δεν κρατάει για πολύ αυτή η κατάσταση. Όπου να’ναι θα πέσουν».
Τώρα όποιος θα ‘θελε να ψιλοκοσκινίσει αυτό το απόφθεγμα θα παρατηρούσε ότι η αοριστία της πρώτης πρότασης συνεχίζεται μέσα στη δεύτερη κι αυτό οφείλεται στη χρησιμοποίηση τρίτου προσώπου. Βέβαια, η χρήση πρώτου προσώπου και μάλιστα ενικού αριθμού στη συγκεκριμένη περίπτωση, θέλει καρδιά και προσωπική προπαρασκευή για τέτοιο ενδεχόμενο. «Πώς θα πέσουν;» άκουσε μια φωνή μέσα του, «όπως τα ώριμα φρούτα από μόνα τους ή τινάζοντας το δέντρο γερά;» «θα τους ρίξει ο λαός», διόρθωσε πικραμένος λιγάκι, γιατί ήτανε δεδομένο ότι θεωρούσε τον εαυτόν του ένα μ’ αυτόν το λαό κι επομένως δεν έβγαζε την ουρά του απ’ έξω. Ναι, αλλά τότε, έπρεπε να κινηθεί προς το κέντρο εκεί που μπορούσε να διαδραματιστούν γεγονότα να συμμετάσχει σ’ αυτά ή μήπως πίστευε στη θεωρία της πρωτοπορίας (τα στελέχη χρειάζονται) κι έπρεπε να φυλαχτεί;
«Δεν μπορώ», σκέφτηκε, «προς το κέντρο δεν πάνε τα πόδια μου. Όσο κι αν το βλέπω σωστό, μου είναι αδύνατο. Ας ενεργήσουν οι άλλοι, ας κατεβούνε στο κέντρο οι νέοι.»
Είχε φτάσει σε μια περιοχή που κατοικούσε μια μακρινή εξαδέλφη του. Δίστασε να πάει προς το σπίτι της. Όμως το στόμα του ήταν πικρό απ’ τα τσιγάρα και του χρειαζόντανε ένας καφές. Τελικά τ’ αποφάσισε.
Τι γίνεται; ρωτούσε της ξαδέρφης ο άντρας, γερό παλικάρι και γερό μεροκάματο.
– Τι γίνεται; ρώτησε κι ο ίδιος μην ξέροντας τι ν’ απαντήσει.
– Θα’χει την Κυριακή ποδόσφαιρο άραγε;
– Πού να ξέρω; είπε εκείνος που έρχονταν απ’ έξω.
– Τι μας βρήκε! Τι μας βρήκε! έκανε απελπισμένος ο άλλος κι έπιασε το μέτωπο του. Έχεις και το ραδιόφωνο, μόνο εμβατήρια παίζει. Για τα γήπεδα τίποτε.
Ο δικός μας ρούφηξε καυτό τον καφέ του, προσπαθώντας να γλιτώσει το γρηγορότερο από της εξαδέρφης τον άντρα κι από τα άσματα του ραδιοφώνου, και πετάχτηκε πάλι στο δρόμο, αυτή τη φορά μ’ ένα νευρικό, σβέλτο βήμα. Πρώτη φορά περπατούσε μ’ αυτό τον τρόπο κι απορούσε κι ο ίδιος όταν τσάκωσε τον εαυτόν του να δουλεύει μέσα του το εμβατήριο, θα μπορούσε να πει πως το σιγομουρμούριζε κιόλας:
Το πυροβολικό, το πυροβολικό,
το πυροβολικό, πολύ το αγαπώ.
Παρατήρησε ότι κι ένας άλλος άνθρωπος που βάδιζε μπρος του πήγαινε με τον ίδιο ρυθμό, τον ίδιο βηματισμό, λες και μικροσκοπικά μεγάφωνα κολλημένα εκεί δίπλα στ’ αυτιά του μετέδιδαν το γνωστό εμβατήριο. Ήταν φορτωμένος μια τσάντα φίσκα με τρόφιμα κι αυτό κάθε φορά τον έκανε να χάνει το βήμα του. Όμως αμέσως ένα πηδηματάκι κουτσό, και το έβρισκε. Τον πήρε από πίσω. Δύο τετράγωνα παραπέρα τον ρούφηξε μια πόρτα. Αυτόν θα τον περίμενε ίσως μια γυναίκα με τα νυχτικά, ο απέναντι γείτονας για κανένα ουζάκι, ο μπατζανάκης μ’ έτοιμο στρωμένο το τάβλι. Τίποτε δεν άλλαζε γι’ αυτόν. Μόνο ένα κουτσό βηματάκι κι αμέσως ήτανε με το ρυθμό της ημέρας κι αυτό του επέτρεπε να κοιμάται στο σπίτι του.
Γιατί λοιπόν να μην κάνει κι ο ίδιος αυτή τη μικρή προσαρμογή, πάντα θα περπατούσε παράταιρα: Ένα τίποτε είναι η αποδοχή της κατάστασης κι έπειτα γυρίζεις στο σπίτι σου. Βέβαια μπορεί εκεί να μην τον περίμενε μια γυναίκα με το νυχτικό, ένας μπατζανάκης, οι γείτονες να κάνουν παρέα, όμως είχε εκείνο το ψαράκι στη γυάλα, και ποιος θα του αλλάζει το νερό; Είναι μια ζωούλα κι αυτό, έχει ευθύνη. Το φαντάζονταν να κόβει βόλτες στο στενό χώρο της γυάλας. Έκανε όλο χάρη κινήσεις, δείχνοντας τη χρυσή του κοιλιά, πότε τα πλαϊνά του πτερύγια. Το στόμα του ανοιγόκλεινε ρυθμικά. Και ξαφνικά η αναπνοή του γινόντανε γρήγορη, ασφυκτιούσε. Τώρα σπαρταράνε, πνίγονταν, έπεφτε μολύβι το σώμα του στον πάτο της γυάλας.
Έβγαλε το μαντίλι απ’ την κωλότσεπη και σφούγγισε το ιδρωμένο του μέτωπο. «Δε γίνεται» σκέφτηκε, «πρέπει να πάω». Έπρεπε να νοιαστεί το ψαράκι. Το μόνο που μπορούσε να κάνει αυτή την κρίσιμη μέρα ήταν ν’ αλλάξει στο ψάρι νερό. Για τ’ άλλα, τα σοβαρά και μεγάλα, δεν είχε δύναμη.
Επέστρεφε μέσα στο απριλιάτικο απόγευμα σπίτι του κι ήταν παρμένη η απόφαση. Εκεί θα κλειδώνονταν κι ας έρχονταν από εκεί να τον πάρουν.
Χρησιμοποιούμε cookies για να σας προσφέρουμε την καλύτερη δυνατή εμπειρία στη σελίδα μας. Εάν συνεχίσετε να χρησιμοποιείτε τη σελίδα, θα υποθέσουμε πως είστε ικανοποιημένοι με αυτό.ΕντάξειΔιαβάστε περισσότεραΜη αποδοχή