Απρ 14
06

Άρθρο Μαθήτριας για την επίσκεψη της συγγραφέως Σώτης Τριανταφύλλου

κουρτινα

Η Σώτη Τριανταφύλλου γεννήθηκε στην Αθήνα το 1957 και αποτελεί μία πολυγραφότατη συγγραφέα της εποχής μας. Από το 1975 ως το 1979 σπούδασε Φαρμακευτική στο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Συνέχισε τις σπουδές της σε διδακτορικό επίπεδο στο εξωτερικό. Αργότερα, γυρίζοντας στην Αθήνα, τελείωσε το τμήμα γαλλικής φιλολογίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Πέρα από τη συγγραφική της δραστηριότητα, εργάζεται και ως μεταφράστρια, επιμελήτρια εκδόσεων, αρθρογράφος σε εφημερίδες αλλά και ως καθηγήτρια της Ιστορίας του Κινηματογράφου και  της Αμερικανικής Ιστορίας. Στο συγγραφικό της έργο περιλαμβάνονται μυθιστορήματα, διηγήματα αλλά και διάφορα έργα που απευθύνονται στην παιδική ηλικία. Τα βιβλία της πραγματεύονται θέματα, όπως το αστικό περιβάλλον και οι μικρές μάχες των ανθρώπων μέσα σε αυτό, ενώ οι ήρωες που χρησιμοποιεί έχουν τα χαρακτηριστικά των καθημερινών ανθρώπων. Το κλίμα που διαπερνά τα βιβλία της Σώτης Τριανταφύλλου συχνά παίρνει το χρώμα της μελαγχολίας, μιας μελαγχολίας όμως που συνεχίζει να ονειρεύεται και να ελπίζει.

            Πρόσφατα, η συγγραφέας επισκέφτηκε τα Χανιά, ώστε να παρευρεθεί στην παρουσίαση του τελευταίου της μυθιστορήματος με τίτλο « Σπάνιες Γαίες».  Με αφορμή, λοιπόν, την άφιξή της στην πόλη μας, τα παιδιά που συμμετέχουν στην Μαθηματική Λέσχη Ανάγνωσης του Γυμνασίου μας αποφάσισαν να την προσκαλέσουν στο χώρο του σχολείου προκειμένου να γίνει μία συζήτηση με τους μαθητές. Η συγγραφέας αποδέχθηκε με χαρά την πρόταση και, έτσι, τη Δευτέρα 17 Μαρτίου πραγματοποιήθηκε μία πραγματικά ενδιαφέρουσα συνάντηση. Εκεί τέθηκαν διάφορες ερωτήσεις στη συγγραφέα, μερικές από τις οποίες είναι οι εξής:

Περίπου πόσος χρόνος χρειάζεται για να ολοκληρωθεί η συγγραφή ενός βιβλίου;

 Υπάρχουν δύο διαδικασίες: η μία είναι η διαδικασία της σύλληψης της βασικής ιδέας του βιβλίου, η οποία μπορεί να διαρκέσει πολλά χρόνια. Προσωπικά, έχω γράψει ένα βιβλίο που έχει ως θέμα τις γυναίκες που αγωνίστηκαν για την ελεύθερη ψήφο ανεξαρτήτως φύλλου, το οποίο σκεφτόμουν να γράψω από την ηλικία των δεκατριών ετών. Ωστόσο, το υλοποίησα τριάντα χρόνια αργότερα. Υπάρχει ,όμως, και η πλευρά της εκτέλεσης του έργου, η οποία απαιτεί ένα με δύο χρόνια καθημερινής δουλειάς, χωρίς διακοπή για ξεκούραση.

  Υπάρχουν μέρες που δεν έχετε ιδέες για να συνεχίσετε τη συγγραφή; Αν ναι, με τι ασχολείστε αυτές τις μέρες;

 Καταρχάς, είμαι στεναχωρημένη, αν δεν έχω ιδέες. Ωστόσο, πιστεύω ότι κάποιος συγγραφέας πάντα βρίσκει να κάνει κάτι σχετικό με το βιβλίο του, ακόμα και αν κάποιες μέρες δεν έχει νέες ιδέες να συνεχίσει να γράφει. Για παράδειγμα, μπορεί να κοιτάξει και να διορθώσει το κείμενο που έχει γράψει ήδη, να διαβάσει κάτι ή να επισκεφτεί κάποιο μουσείο σχετικό με το θέμα του μυθιστορήματος. Αυτή την περίοδο, γράφω ένα μυθιστόρημα που αναφέρεται στον αγγλικό εμφύλιο πόλεμο και επισκέφθηκα  το Μουσείο των Πειρατών μέσα από το διαδίκτυο. Μπορεί αυτή η ξενάγηση να μου χρησιμεύσει για να γράψω μια σειρά μόνο, αλλά ακόμα και αυτό αποτελεί κέρδος για μένα, εφόσον δεν έχω έμπνευση για κάτι καλύτερο. Το χειρότερο, πάντως, για μένα είναι να παρατήσω το γράψιμο και να βγω έξω, διότι θέλω να εξαντλώ τη μέρα μου με το τι μπορεί να προκύψει πάνω στο βιβλίο που γράφω. Η εγκατάλειψη είναι μια εύκολη λύση, η οποία, πιστεύω, μπορεί να μας διαλύσει το πρόγραμμα.

Ποια θέματα σας απασχολούν, κατά κύριο λόγο, στα μυθιστορήματά σας;

Τα θέματα που πραγματεύεται ένας συγγραφέας δεν είναι συγκεκριμένα, αλλά πηγάζουν από τον τρόπο με τον οποίο ο συγγραφέας επιλέγει να διαμορφώσει την πλοκή του έργου. Δηλαδή, κανείς δεν σκέφτεται ότι θα γράψει ένα βιβλίο για την ελευθερία, λόγου χάρη. Πίσω από κάθε βιβλίο υπάρχει μία ιστορία, την οποία ο κάθε αναγνώστης αντιλαμβάνεται διαφορετικά και εντοπίζει μία άλλη ιδέα. Τα συμπεράσματα, τα μηνύματα και οι απαντήσεις σε διάφορα ερωτηματικά προκύπτουν μέσα από την ίδια την αφήγηση. Δεν είναι όπως οι εκθέσεις που γράφουμε στο σχολείο, στις οποίες υπάρχει συγκεκριμένο θέμα που απαιτεί απλά ανάπτυξη κάποιων ιδεών. Στο μυθιστόρημα διηγούμαστε ιστορίες, οι οποίες ίσως μας οδηγήσουν σε συμπεράσματα.

 Συνήθως, επιλέγετε να δίνετε ευνοϊκό τέλος, όσον αφορά τους ήρωες;

 Το θέμα του τέλους είναι πάντα ανοιχτό για τον αναγνώστη, δηλαδή εξαρτάται από το πώς θα το διαβάσει. Για παράδειγμα, σε ένα μικρό βιβλίο που έχω γράψει, το οποίο διαδραματίζεται στις ΗΠΑ, γίνεται μία σειρά από φόνους και ο δολοφόνος καταδικάζεται σε θάνατο. Το ζήτημα για το βιβλίο είναι ο τρόπος με τον οποίο εκλαμβάνει η μητέρα ενός από τα θύματα του δολοφόνου την θανατική καταδίκη του, γιατί δεν τη θέλει και τη θεωρεί άδικη, αφού το παιδί της δεν μπορεί να γυρίσει στη ζωή. Υπό αυτή την έννοια, το τέλος είναι καλό, γιατί αυτή η μητέρα που υποφέρει τόσο από το χαμό του γιου της γίνεται περισσότερο ανθρώπινη και συμπονετική, συγχωρώντας τον άνθρωπο που σκότωσε το παιδί της. Επομένως, το καλό τέλος για ένα μυθιστόρημα δεν είναι να ξεπεραστούν οι δυσκολίες των ηρώων, αλλά κάτι πολύ πιο συζητήσιμο. Τελειώνοντας ένα βιβλίο πρέπει ο άνθρωπος να έχει γίνει διαφορετικός σε σχέση με αυτό που ήταν πριν. Τότε μπορούμε να πούμε ότι το βιβλίο έχει καλό τέλος.

Πώς βλέπετε τη νέα «μόδα» της μαθηματικής λογοτεχνίας τόσο στην Ελλάδα όσο και στο εξωτερικό;

 Είναι μία πολύ μεγάλη συζήτηση το θέμα αυτό. Η αφηγηματολογία, δηλαδή η επιχείρηση συγγραφής, δεν μπορεί να αποσυνδεθεί από τα μαθηματικά, αυτά τα εσωτερικά μαθηματικά που ο κάθε άνθρωπος έχει μέσα του. Καθώς αφηγούμαστε μία ιστορία και λέμε τα γεγονότα πρέπει να προσέχουμε αυτά να έχουν μία λογική συνέχεια, εκτός από την περίπτωση που αποφασίσουμε να γράψουμε ένα κείμενο με σουρεαλιστικό χαρακτήρα, όπου κάτι τέτοιο δεν ισχύει. Σε όλες, όμως, τις άλλες περιπτώσεις, εφαρμόζουμε τις αρχές των μαθηματικών για να αφηγηθούμε μια ιστορία, ώστε να υπάρχει μία λογική σειρά ανάμεσα στα γεγονότα. Άλλωστε, αυτή είναι και η ουσία της αφήγησηςˑ τα γεγονότα και οι πράξεις των ηρώων να δικαιολογούνται από κάτι. Μέσα, λοιπόν, από αυτή τη «μόδα» της μαθηματικής λογοτεχνίας ήρθε στο προσκήνιο η επιστήμη της αφηγηματολογίας, δηλαδή το πόσο αναγκαίες είναι για την αφήγηση αυτές οι αναφορές στα μαθηματικά. Προσωπικά, μερικές φορές χρησιμοποιώ τα μαθηματικά με έναν τελείως διαφορετικό τρόπο, χωρίς να έχω σκεφτεί ότι γράφω μαθηματική λογοτεχνία, αλλά, επειδή αγαπούσα τα μαθηματικά πολύ, ήταν φυσικό να γράψω μία ιστορία σχετική με αυτό το θέμα, ενώ συχνά επιλέγω να χρησιμοποιήσω τα μαθηματικά από την προσωπική μου εμπειρία. Νομίζω ότι πρόκειται για μία πάρα πολύ χρήσιμη μόδα, που συνδέει δύο θεμελιώδεις τομείς της γνώσης, οι οποίοι, δυστυχώς, βρίσκονται σε απόσταση. Κατά τη γνώμη μου, αυτό που κάνει σήμερα την ακαδημαϊκή γνώση τόσο συναρπαστική είναι η διεπιστημονικότητά της, χωρίς να υπάρχουν στεγανά. Η μαθηματική λογοτεχνία είναι η απόδειξη για όλα αυτά.

Συντάκτρια: Κατερίνα



Αφήστε μια απάντηση