Προσωπικό Site πολλαπλού εκπαιδευτικού περιεχομένου

Γιάννης Τσικαλάκης Blog

Μήνας: Σεπτέμβριος 2010

Σμυρνη(Πριν την καταστροφη)

ΠΡΟΣΦΥΓΓΙΑ- ΜΙΚΡΑΣΙΑ

Η Καταστροφή της Σμύρνης

Η μεγαλύτερη πανωλεθρία του Ελληνισμού τερμάτισε τη μακραίωνη παρουσία του στην Ιωνία και άλλαξε την πορεία του για πάντα.


Ο μαύρος Σεπτέμβρης του 1922

1/9 – 8/9

Οταν μπήκε ο Σεπτέμβριος, η ζωή στη Σμύρνη κυλούσε με κανονικούς ρυθμούς. Την Τετάρτη 6/9 έφτασαν οι πρώτοι Ελληνες στρατιώτες και οι πρώτοι πρόσφυγες. Την Πέμπτη 7/9 η ελληνική διοίκηση εγκατέλειψε την πόλη. Την Παρασκευή 8/9 χιλιάδες στρατιώτες επιβιβάζονταν σε πλοία για την Ελλάδα.

9/9 – 10/9

Το Σάββατο 9/9 ο τουρκικός στρατός εισήλθε με πειθαρχία στη Σμύρνη. Λίγες ώρες αργότερα ακολούθησαν και οι άτακτοι. Την Κυριακή 10/9 ξέσπασε η βία στην αρμενική συνοικία, με λεηλασίες και βιασμούς. Ο Κεμάλ έφτασε στην πόλη με πομπή και ο τουρκικός όχλος σκότωσε τον μητροπολίτη Χρυσόστομο.

11/9 – 12/9

Τη Δευτέρα 11/9 μπαρ και ζυθοπωλεία στην προκυμαία κατέβασαν τα στόρια. Η πειθαρχία στο στράτευμα του Κεμάλ είχε καταρρεύσει και οι Τούρκοι διέπρατταν απροκάλυπτα ωμότητες, ενώ συνέρρεαν δεκάδες χιλιάδες πρόσφυγες. Την Τρίτη 12/9 μισό εκατομμύριο Ελληνες και Αρμένιοι βρίσκονταν εγκλωβισμένοι σε παγίδα θανάτου.

13/9

Την Τετάρτη ο πληθυσμός είχε διογκωθεί σε 700.000. Τούρκοι στρατιώτες άναψαν φωτιές αρχικά στην αρμενική συνοικία, η οποία μέχρι το μεσημέρι τυλίχθηκε στις φλόγες. Υπό την προστασία δικών τους στρατιωτών, Ευρωπαίοι και Αμερικανοί εκκένωσαν τους υπηκόους τους από τη Σμύρνη. Οταν έπεσε το σκοτάδι η πυρκαγιά είχε εξαπλωθεί μέχρι την προκυμαία, ασφυκτικά γεμάτη από πρόσφυγες. Τα μεσάνυχτα ο Βρετανός ναύαρχος Μπροκ διέταξε να σταλούν λέμβοι σωτηρίας και τη νύχτα όλα τα πολεμικά πλοία στον κόλπο γέμισαν με 20.000 ψυχές.

14/9 – 30/9

Την Πέμπτη 14/9 μισό εκατομμύριο άνθρωποι βρίσκονταν ακόμη στην προκυμαία. Την Παρασκευή 15/9 η φωτιά έκαιγε ό,τι είχε απομείνει και ο Κεμάλ εξέδωσε διάταγμα, σύμφωνα με το οποίο όσοι παρέμεναν μετά την 1/10 θα εκτοπίζονταν στην κεντρική Ανατολία. Το Σάββατο 16/9 και την Κυριακή 17/9 χιλιάδες Ελληνες και Αρμένιοι στρατεύσιμης ηλικίας οδηγήθηκαν σε πορείες στην ενδοχώρα. Την Κυριακή 24/9 ο Αζα Τζέννινγκς ξεκίνησε τη μεγάλη επιχείρηση εκκένωσης με πλοία από την Ελλάδα. Το Σάββατο 30/9 είχαν μείνει λιγότεροι από 50.000 πρόσφυγες και με παράταση οκτώ ημερών έφυγαν όλοι.

Στον δρόμο του ξεριζωμού και της προσφυγιάς

Το τελειωτικό χτύπημα ήρθε με τη διαταγή του στρατιωτικού διοικητή που όριζε πως όλοι οι Ελληνες, ακόμα και οι Οθωμανοί υπήκοοι, από 17 ώς 45 χρόνων, θεωρούνταν αιχμάλωτοι πολέμου και η αναχώρησή τους απαγορευόταν με ποινή θανάτου. Οι υπόλοιποι, γέροντες, γυναίκες και παιδιά, μπορούσαν να φύγουν μέχρι τις 30 Σεπτεμβρίου μόνο αν ήταν εφοδιασμένοι με κανονικά διαβατήρια. Οσοι έμεναν μετά το τέλος της προθεσμίας, θα οδηγούνταν στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας.
Παρόμοια ήταν η τύχη των χριστιανικών πληθυσμών στη χερσόνησο της Ερυθραίας, στις Κυδωνίες, στην περιοχή της Προποντίδας, στη βορειοδυτική Μικρά Ασία, ακόμα και σε όσες μικρασιατικές περιοχές δεν είχε φτάσει ο ελληνικός στρατός. Ετσι, τρία χρόνια, τρεις μήνες, τρεις εβδομάδες και τρεις μέρες από την απόβαση των ελληνικών στρατευμάτων στο λιμάνι της Σμύρνης στις 15 Μαΐου 1919, κατέρρεε το όνειρο της Μεγάλης Ιδέας συμπαρασέρνοντας ενάμισι εκατομμύριο Μικρασιάτες στον δρόμο του ξεριζωμού και της προσφυγιάς. Οι θετικές επιπτώσεις από την άφιξή τους στον ελλαδικό χώρο είναι γνωστές. Γνωστό είναι, ακόμα, και το πού πέφτει το μεγαλύτερο μέρος της ευθύνης για την καταστροφή. Ενδεικτικά, δύο σχεδόν μήνες πριν από την πυρκαγιά, οι Sunday Times έγραφαν:
«Ασχετα με τη γνώμη που έχει κανείς για το δίκαιο ή το άδικο των ελληνικών πόθων για τη Μικρά Ασία, είναι αδύνατο να αρνηθεί ότι ο ελληνικός λαός έτυχε βδελυρής συμπεριφοράς από συμμαχικά έθνη… λόγω της ανικανότητας των Μεγάλων Δυνάμεων να εφαρμόσουν την ίδια τους την πολιτική».

Το δράμα της προσφυγιάςΟι πρόσφυγες στο Ηράκλειο.

Η πρώτη μεγάλη ομάδα προσφύγων, 1.000 περίπου άτομα, αποβιβάζεται στο Ηράκλειο στις 12 Σεπτεμβρίου 1922. Μέσα στους επόμενους μήνες φτάνουν στην πόλη πάνω από 11.000 άτομα, στην πλειοψηφεία τους γυναίκες και παιδιά.

Η Κεντρική Επιτροπή Περιθάλψεως Ηρακλείου, που συγκροτείται με σκοπό την υποδοχή τους, καταβάλλει αγωνιώδεις προσπάθειες για να αντιμετωπιστούν οι τεράστιες ανάγκες. Έρανοι διεξάγονται συχνά προκειμένου να εξασφαλιστούν τρόφιμα και ρούχα, ενώ συνηθισμένες είναι οι εκκλήσεις μέσω του τύπου στα φιλάνθρωπα αισθήματα των ντόπιων. Δέκα αρτοποιεία της πόλης εργάζονται αποκλειστικά για τους πρόσφυγες, ενώ διάφορα δημόσια αλλά και ιδιωτικά κτίρια και χώροι διατίθενται για τη στέγασή τους. Σημαντική βοήθεια προσφέρουν διάφορες φιλανθρωπικές οργανώσεις και ο αμερικάνικος Ερυθρός Σταυρός, ιδιαίτερα στο ζήτημα της ιατροφαρμακευτικής περίθαλψης.

Η παρουσία βέβαια ενός τόσο μεγάλου πλήθους εξαθλιωμένων ανθρώπων προκαλεί σε κάποιες περιπτώσεις δυσφορίες στην τοπική κοινωνία και τα ατυχή περιστατικά δε λείπουν. Οι ίδιοι οι πρόσφυγες θεωρούν αρχικά ότι η εγκατάστασή τους στην πόλη είναι προσωρινό μέτρο και ότι στο άμεσο μέλλον θα μπορέσουν να επιστρέψουν στις πατρίδες τους.

Όταν με τη Συνθήκη της Λωζάνης αποφασίζεται η οριστική ανταλλαγή πληθυσμών μεταξύ Ελλάδας και Τουρκίας, το όνειρο της επιστροφής σβήνει και η πλήρης ένταξη στην τοπική κοινωνία είναι πλέον για τους πρόσφυγες η ιδανική λύση.

——————————————————————————————–

Στα πλαίσια του μαθήματος της Τοπικής Ιστορίας και δεδομένου ότι η περιοχή του 32ου Δημοτικού Σχολείου Ηρακλείου ήταν κυρίως προσφυγική (Νέες Κλαζομενές) ασχολήθηκαμε κατά το σχολικό έτος 2001-02 με το θέμα της Μικρασιατικής καταστροφής και της προσφυγιάς.

Μια  μαθητική εργασία , από το 32ο Δημοτικό Σχολείο Ηρακλείου με θέμα την προσφυγγιά, δημοσιεύτηκε στην εφημερίδα ΠΑΤΡΙΣ του Ηρακλείου στις 29 Σεπτεμβρίου 2002, ήταν η παρακάτω:


ΤΟ  ΠΙΚΡΟΤΑΞΙΔΟ  ΤΟΥ  ΞΕΡΙΖΩΜΟΥ

Στην Αγία Παρασκευή της Λέσβου ζουν πολλοί Μικρασιάτες πρόσφυγες. Ανάμεσά τους ζουν δυο γεροντάκια, συγγενείς μας, ο Κώστας και η Ασπασία Λιναρδή.

Ο μικρότερος αδερφός της γιαγιάς μου, αξιωματικός χωροφυλακής, έχει παντρευτεί τη μικρότερη κόρη τους, τη θεία Ελένη.

Αυτές τις πασχαλινές διακοπές , ο θείος μου τους έφερε στην Αθήνα για να κάνουν ιατρικές εξετάσεις. Βρεθήκαμε στο ίδιο σπίτι. Κάθισα κοντά τους και τους ρωτούσα για τον ερχομό τους στην Ελλάδα.

_ Αχ! Παιδάκι μου, τι να θυμηθώ πρώτα, τι ύστερα, άρχισε ο παππούλης.

Ο πατέρας μου είχε πέντε παιδιά κι εγώ προτελευταίος. Ζούσαμε όλοι καλά στην Πέργαμο. Πολλοί Χριστιανοί, πολλοί Τούρκοι. Το σπίτι μας μεγάλο, πολλά καλά είχε. Με τους Τούρκους δεν είχαμε πολλά πάρε δώσε, όμως μιλούσαμε και με τις δουλειές τα βρίσκαμε. Στο σοκάκι παίζαμε μαζί Τουρκόπουλα κι Ελληνόπουλα. Η μάνα μας, μας παραμάζευε μόνο να μην λέμε τίποτε και τα Τουρκάκια τα μαρτυρήσουν στο Τούρκο πατέρα τους και βρούμε κανα μπελά.

Κι ύστερα ήρθε η κακιά η ώρα. Οι Τούρκοι αγρίεψαν κι ο  Χασάν που έλεγε  καλημέρα στη μάνα μου, το ΄κοψε όταν πέρναγε.

Το πάνε έλα των Τούρκων στα σοκάκια πλήθαινε. Οι Χριστιανοί όταν τους αντάμωναν έσκυβαν μέχρι το χώμα και τους έκαναν ντεμενάδες. Κι αυτοί αγριοκοίταζαν και δεν έλεγαν ούτε καλημέρα. Το βραδάκι η μάνα με τη νόνα μου , έκλειναν πόρτες και παράθυρα, μας μάντρωναν μέσα και δε μας άφηναν ούτε δυνατά να μιλήσουμε. Σκέπαζαν τα παραθύρια με χράμια και μιλούσαν σιγά σιγά. Τις έγλεπα που μιλούσαν και δεν καταλάβαινα τι έλιεγαν. Γύρα στα μεσάνυχτα έφτανε ο πατέρας μου, Μαθιό τον έλεγαν, Θεός σχωρέστον, από τα χωράφια (δεν ξέρω), μιλούσε με τη μάνα μου και τη νόνα μου κι το πρωί ξανάφευγε.

Μία εβδομάδα πριν το χαλασμό, καθώς γυρνούσε σπίτι μας, μας είπαν  πως ο κατή-Μεχμέτ τον αντάμωσε, τσακώθηκαν και τον τρύπησε  με τη χατζάρα του. Η μάνα μου έκλαιγε, το ίδιο κι η νόνα μου , κλαίγαμε κι εμείς. Δεν τον ξαναείδαμε  τον πατέρα μου.

Το ψωμί λιγόστεψε στο σπίτι κι η νόνα μου  για να μας χορτάσει  έφτιανε κουρκούτι  και πίναμε. Κλειστήκαμε μέσα, δε βγαίναμε έξω καθόλου. Μόνο μια γειτόνισσα, η κυρά Κλείτη, ερχόταν πότε-πότε. Μίλαγε με τη μάνα και τη νόνα μ΄ κι έλεγε μη χειρότερα.

Ένα βράδ΄ βράδιασε ο Θεός, κλειστήκαμε μέσα από νωρίς, κάναμε προσευχή στον Άη Γιώργη και πέσαμε στο μιντέρ΄ να κοιμηθούμε. Γύρα στα μεσάνυχτα, δεν ξέρω τι ώρα νάταν, ξαφνικά ακούστηκαν δυνατές φωνές, κλάματα , ουρλιαχτά, κατάρες, βλαστημιές, προσευχές, χτύποι σε πόρτες και παραθύρια και βοή πολλή βοή και φασαρία στο δρόμο. Κι οι δαιμόνοι να βγαίναν απ΄ την κόλαση πιο λίγη φασαρία θα κάναν.

Ξαφνικά ακούστηκε στο σπίτι μας δυνατός θόρυβος που το τράνταξε ολόκληρο κι η αυλόπορτα γρεμίστηκε με την πρώτη. Ασκέρι αγριεμένο όρμησε μέσα. Ένας Τούρκος με τη χατζάρα του έδωσε στη μάνα μ΄ μια κλωτσιά και την έριξε καταής. Άρπαξε τη μάνα μ΄ απ΄ τα μαλλιά κι ετοιμάστηκε να τη σκοτώσει. Εμείς φοβισμένα δε μιλούσαμε, μα μόλις ο αδερφός μου ο Στρατής , Θεός σχωρέστον, είδ΄ αυτό που είδ΄ μπήκε στη μέσ΄να γλιτώσ΄ τη μάνα μ΄ και σκοτώθηκε αυτός. Τότενες βγήκε φωνή απ΄ο στόμα μας, ουρλιάξαμεκαι τρέξαμε όλοι στο κατώι.

_Μη! Όχι! Έσκουξε η μάνα μου . Θα σας χαλάσουν .

Τότενες  ακούστηκε φωνή δυνατή .

_ Όλοι φευγάτε στη θάλασσα, στη θάλασσα!

Η μάνα μου  μας περιμάζεψε μέσα σε Τούρκους αγριεμένους , άγνωστους και γνωστούς, άρπαξε και το κόνισμα τ΄Αη Γιώργη κι όπως ήμαστε απ΄ τον ύπνο χωρίς ρούχα , ξυπόλητοι, τρέχαμε στο δρόμο κατά πού ΄τρεχαν οι πολλοί να γλιτώσουμε. Το Γιώργη μας που ΄ταν μικρός τον ζαλώθηκε στην πλάτη.

Το ξημέρωμα μας βρήκε να τρέχουμε με πολλούς. Τα παιδιά έκλαιγαν , μάνες έκλαιγαν, μοιρολόγια άκουγες, κατάρες και προσευχές έσκιζαν τον αέρα. Κι από πίσω Τούρκοι με φέσια και χατζάρες να μας κυνηγούν και να χτυπούν με το βούρδουλα.

Τα πόδια μας μάτωναν, πάγωναν, πονούσαν, δεν τα ορίζαμ΄ πιδί μ΄ ,μα όλο τρέχαμε . Πέρα, άρρωστοι και κουρασμένοι έπεφταν στο δρόμο μα κανένας δεν τους βοήθαγε. Το μπουλούκι των προσφύγων περνούσε από πάνω τους κι όταν έφταναν οι Τούρκοι τους κτυπούσαν με τη χαντζάρα. Γκιαούρηδες, να! Και τρέχαν να κυνηγούν τους χριστιανούς μη λακίσει κανένας.

Τρία μερόνυχτα, πεινασμένοι, γυμνοί, ματωμένοι, τρέχαμε απελπισμένοι να σωθούμε. Χάθηκαν πολλοί. Σκοτώθηκαν και πέθαναν πολλοί. Παιδιά πέθαναν στην αγκαλιά της μάνας, μάνες έπεσαν , γιαγιάδες πέθαναν.

Είχαμε πετρώσει. Αν ήμαστε ζωντανοί ή πεθαμένοι δεν ήξευρα. Άσε δε μπορώ να σου πω. Η μάνα μ΄ ζαλωμένη το Γιώργη, όλο φώναζε: Κωστή, Ελένη, Νικόλα , εδώ μη χαθούμε. Κι εμείς βάζαμε τα δυνατά μας μη χάσουμε τη μάνα μας. Κάπου έδωσε η Παναγιά και φτάσαμε στη θάλασσα. Τα πόδια μας πονούσαν , ήταν πρησμένα, έτρεχαν αίμα, η κοιλιά μας πονούσε, είχαμε πυρετό, καίγαμε , διψούσαμε. Ο φόβος μας είχε κόψει την πείνα, όμως θέλαμε νεράκι. Μόλις είδαμε τη θάλασσα πολλοί έπεσαν μέσα να πιουν νερό. Έτρεξα κι εγώ.

_ Μη! Ούρλιαξε η μάνα μου  μ΄ ὀση δύναμη της είχε μείνει.

Κι εγώ φοβήθηκα κι έγειρα πίσω. Ο Γιώργης έσκουζε απ΄ τη πλάτη της: Νερό, νερό. Κι η δόλια η μάνα μ΄, έμπηξε τα νύχια στο στήθος της , πετάχτηκε το αίμα κι έβαλε το Γιώργη να πιει.

_ Για να μην πεθάνεις παιδάκι μ΄, είπε κι έγειρε λιπόθυμη.

Εμείς οι τρεις φοβισμένοι κοιτούσαμε και δε μπορούσαμε να σκεφτούμε τίποτε. Μια γριά πέταξε με τα χέρια στη μάνα μου θαλασσινό νερό κι αυτή άνοιξε τα μάτια, μας κοίταξε και τα ξανάκλεισε. Η γριά μας πήρε μακριά κι εμείς θέλαμε τη μάνα μας.

_ Άστην αυτή. Έμεινε στην πατρίδα γιε μου, να μας καρτερεί να ξανάρθουμε.

Μια βάρκα έφτασε και μια φωνή έσκισε τον αέρα.

_ Οι πρόσφυγες να περάσουν!

Πρόσφυγες! Τι ΄ναι τούτο; Ρώτηςα το μυαλό μου. Δε ξέρω. Όλοι έτρεξαν στη βάρκα, μα μπήκαν λίγοι. Ανάμεσά τους ήταν κι η Ελένη μας.

_ Ελένη! Λενάκι! Φώναξα σαν τρελός . Μη φεύγεις, πάρε με μαζί σου!

Μα η βάρκα έφυγε μακριά μαζί με το Λενάκι. Εμείς κλαίγαμε και γλέπαμε απελπισμένοι και φοβισμένοι. Όταν χάθηκε η βάρκα απ΄ τα μάτια μας, μια άλλη βάρκα ήρθε και πήρε εμένα , τη γριά, το Γιώργη και το Νικόλα.

_ Άκου γιε μου, μην κλαις, είπε η γριά. Μαρία με λιεν, εσείς να με λέτε Βάβω. Η μάνα σας μας καρτερεί να ξαναγυρίσουμε στην πατρίδα, μα μέχρι τότενες εγώ θα είμαι η ψυχομάνα σας. Ο Άη Γιώργης είναι καβαλάρης και γλήγορος και θα μας βάλει στο άλογό του να μας πάει και να μας φέρει πίσω.

Η βάρκα ξεκίνησε, ο αέρας φυσούσε δυνατά. ΄Ημαστε  πολλοί και δύο έπεσαν στη θάλασσα. Τους είδαμε λίγο στο νερό και μετά τίποτε. Τους κατάπιε η θάλασσα. Οι μεγάλοι έκλαιγαν, τα παιδιά έκλαιγαν, πεινούσαν, διψούσαν, πονούσαν, ψένονταν στον πυρετό. Το ίδιο κι εγώ.

_ Υπομονή γιε μου, υπομονή, έλεγε η ψυχομάνα μου , θα μας σώσει ο Άη Γιώργης.

Και αφού βασανιστήκαμε τρομερά άλλες τρεις μέρες, κάποτε φτάσαμε στον Πειραιά. Εκεί κάτι στρατιώτες , μας έφεραν γαλέτες και νερό και κινίνο. Μετά μας μοίρασαν στα στρατόπεδα και μας έδωσαν  κουβέρτες.   Κοιμηθήκαμε κι ας ήταν πρωί, που κόντευε μεσημέρι, όμως νομίζαμε πως η γη κουνιόταν όπως η θάλασσα.

Ζήσαμε με τη Βάβω στο στρατόπεδο τρεις μήνες κι ύστερα μοίρασαν τα παιδιά στα ορφανοτροφεία. Ο Νικόλας που ήταν πρώτερος έμεινε με τη Βάβω κι εγώ με το Γιώργη στο ορφανοτροφείο, μαζί μου  άλλα παιδιά από την Πέργαμο, το Αϊβαλί, τον Τσεσμέ, τα Αλάτσατα και τη Σμύρνη. Θέλαμε τους δικούς μας, κλαίγαμε κρυφά και φανερά, αρρωσταίναμε και υποφέραμε πολλά, τόσα πολλά που δεν μπορώ παιδί μου να σου πω.

Τα χρόνια πέρασαν. Ο Γιώργης έπαθε τύφο και πέθανε. Εγώ πήγαινα στα καράβια και δούλευα. Κουβαλούσα τα πράγματα στους ταξιδευτές κι όταν αργότερα τα κατάφερα, έφτιαξα ένα καρότσι με παλιοσανίδες για να τα κουβαλώ πιο εύκολα. Πολύ αργότερα μπάρκαρα σε πλοίο και κάποτε βρέθηκα στην Αγία Παρασκευή στη Λέσβο. Εκεί δούλευα στα χωράφια, έκανα οικονομίες, αγόρασα ένα μικρό φορτηγό , έκανα μεταφορές και σιγά σιγά έκτισα ένα σπίτι. Έκανα περιουσία και παντρεύτηκα με την κυρ- Ασπασία, που ήταν μικρανηψιά της ψυχομάνας μου και βρέθηκε με άλλα κορίτσια στην Αγία Παρασκευή. Πολύ αργότερα έμαθα πως η βάρκα που πήρε το Λενάκι βούλιαξε στη θάλασσα και πήρε μαζί της στο βυθό, τους ανθρώπους και το Λενάκι μας. Τον Νικόλα τον έχασα κι όσο κι αν έψαξα με το Ερυθρό Σταυρό δεν τον βρήκα ποτέ. Δεν ξέρω αν είναι πεθαμένος ή ζωντανός. Απόχτησα τρία παιδιά. Το γιο μου τον έβγαλα Μαθιό σαν τον πατέρα μου, τη μεγάλη μου κόρη Μαρία σαν τη ψυχομάνα μου και τη μικρή Λενάκι σαν το Λενάκι που το πήρε η θάλασσα.

Τα χρόνια περνούσαν κι εγώ νύχτωνε-ξημέρωνε, την Πέργαμο σκεφτόμουνα, το σπίτι μας, τη μάνα μου, τη νόνα μου, το Γιώργη κι όλους όσους αγάπησα κι έχασα.

Όταν ύστερα από πενήντα χρόνια άνοιξε ο δρόμος, πήρα την κυρα-Ασπασία και πήγαμε ταξίδι-προσκύνημα στην Πέργαμο. Η μάνα μου  δε με καρτέραγε, ούτε κανείς απ΄ όσους αγάπησα, όμως με καρτέραγε το χαλασμένο σπίτι μας που κάποτε χωρούσε όλους τους δικούς μου. Χαλάσματα μαυρισμένα από τα χρόνια και τη φωτιά που βαλε το ασκέρι των Τούρκων τη βραδιά του ξεριζωμού. Μόνο μια γωνιά του τζακιού έστεκε μυρισμένη κι αυτή και χαλασμένη και στη θέση π΄ άναβε η φωτιά μια θεόρατη συκιά είχε φυτρώσει κι απλωνόταν παντού.

Έσκυψα, φίλησα το κομμάτι της μαυρισμένης πέτρας κι έκοψα ένα κομμάτι και το ριξα στην τσέπη μου, κλέφτης του ίδιου μου του σπιτιού. Έφυγα κλαίγοντας κι είπα στα παιδιά μου: «Όταν πεθάνω, αυτήν την πέτρα να τη βάλετε πάνω στην καρδιά μου. Είναι σαν να αναπαυτώ στη γωνίτσα μου».

Ο παππούλης σκούπισε τα δάκρυά του με το μαντήλι κι έβγαλε από την τσέπη του ένα χρυσό κουτάκι που μέσα είχε το κομμάτι της μαυρισμένης πέτρας.

Τον κοιτάξαμε με δέος και σκουπίσαμε τα δικά μας δάκρυα.

Ευαγγελίας Μελίστα.






ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑ 1821 -1913

ΤΟ ΞΕΚΙΝΗΜΑ ΤΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ

1821 ΣΤΗ ΚΡΗΤΗ

Παρόλο που οι προϋποθέσεις δεν ήταν ευνοϊκές για να ξεκινήσει η επανάσταση στη Κρήτη , αμέσως μετά το ξεσηκωμό της Πελοποννήσου  αποφασίστηκε η κήρυξή της τον Απρίλη του 1821 σε συνέλευση που έγινε στη Παναγία τη Θυμιανή στα Σφακιά . Η αρχή έγινε τον Ιούνιο του 1821 στο Λούλο Χανίων με νίκη των χριστιανών . Οι  Τούρκοι αντιδρώντας την επόμενη κιόλας μέρα κρέμασαν τον επίσκοπο Κισάμου Μελχισεδέκ και σκότωσαν στα Χανιά 400 χριστιανούς .

Στο Ρέθυμνο φυλάκισαν τον επίσκοπο , τον οποίο κρέμασαν μετά από ένα χρόνο και έσφαξαν πολλούς χριστιανούς .

Στο Μεγάλο Κάστρο τα πράγματα είναι χειρότερα . Οι Τούρκοι σκότωσαν το μητροπολίτη Γεράσιμο και πέντε επισκόπους . ΄Εκαψαν τη μητρόπολη , λεηλάτησαν τη πόλη και βγήκαν στα περίχωρα . Θανάτωσαν ηγουμένους  μοναστηριών , άοπλους διαβάτες και αγρότες . Σε 800 υπολογίζονται οι νεκροί .

Στη Σητεία σκοτώθηκαν 300 χριστιανοί , ενώ η Μονή Τοπλού κάηκε και πολλοί μοναχοί σφαγιάστηκαν .

Μετά από όλα αυτά οι Κρητικοί κατάλαβαν πως ένας είναι ο δρόμος .

Η ένοπλη αντίσταση στον κατακτητή . Η επανάσταση σιγά σιγά εδραιώθηκε στη Κρήτη και διατηρήθηκε για δέκα ολόκληρα χρόνια .


Α΄ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΚΡΗΤΙΚΗΣ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗΣ ΤΟΥ 1821


Ανδρέας Κουρμούλης

Η επανάσταση που είχε ξεκινήσει από τα Χανιά,στα Ηρακλειώτικα λόγω του πεδινού εδάφους αλλά και της μεγάλης απόστασης από τα Σφακιά άρχισε λίγο αργότερα με αρχηγό το Μιχαήλ Κουρμούλη που ξεσήκωσε τη Μεσαρά και χτύπησε τους Τούρκους.Η επανάσταση παρά τις προσπάθειες των Τούρκων να την καταπνίξουν και τις καταστροφές που προκάλεσαν ιδιαίτερα στα Σφακιά, δεν έσβησε.





Το Νοέμβρη του 1821 ήλθε στην Κρήτη ο Μιχαήλ Αφεντούλης, απεσταλμένος του Δημ.Υψηλάντη, με το τίτλο ” Γενικός ΄Επαρχος και Αρχιστράτηγος Κρήτης ”, ο οποίος συγκάλεσε γενική συνέλευση στους Αρμένους Χανίων το Μάη του 1822 όπου ψηφίστηκε το ” Σχέδιο Προσωρινής Διοικήσεως της νήσου Κρήτης” και  η Κρήτη διαιρέθηκε σε τέσσερα διαμερίσματα.




Εμμανουήλ Καζάνης, οπλαρχηγός Λασιθίου στην επανάσταση του 1821 (Ηράκλειο, Ιστορικό Μουσείο Κρήτης

To 1822 o Σουλτάνος για να καταπνίξει την ελληνική επανάσταση ζήτησε τη βοήθεια του σουλτάνου της Αιγύπτου Μεχμέτ Αλή ( Μωχάμετ ’λυ). Σύμφωνα με τους όρους της συμφωνίας , οι Αιγύπτιοι θα κατέπνιγαν την επανάσταση στην Κρήτη,στην Κάσο και στην Πελοπόννησο.΄Ετσι το Μάη του 1822 αποβιβάστηκαν στη Σούδα 6000 Αιγύπτιοι στρατιώτες με αρχηγό το Χασάν πασά , οι οποίοι αφού ενώθηκαν με τους Τούρκους χτύπησαν τους επαναστάτες πρώτα στα Χανιά κι ύστερα στο Ρέθυμνο και στο Ηράκλειο αλλά με πολλές απώλειες. Στη συνέχεια πέρασε στο οροπέδιο Λασιθίου και το έκαψε πέρα ως πέρα.Το χειμώνα τον πέρασε στο Μεραμπέλλο και το Φλεβάρη του 1823 πολιόρκησε για 15 ημέρες στο σπήλαιο της Μιλάτου, τους άμαχους της περιοχής και λίγους οπλοφόρους που είχαν καταφύγει εκεί. Στο τέλος οι πολιορκημένοι αναγκάστηκαν να παραδοθούν και ο Χασάν τους μεν άντρες τους σκότωσε , τους υπόλοιπους  δε  τους πούλησε ως δούλους. Σαν από θεία δίκη , ο Χασάν σε λίγες μέρες έπεσε από το άλογό του και σκοτώθηκε.

Κατά τη διάρκεια αυτών των γεγονότων ο Αφεντούλης τσακώστηκε με τους κρητικούς οπλαρχηγούς κι εκείνοι ζήτησαν να αντικατασταθεί. Το Μάη του 1823 έρχεται στη Κρήτη στη θέση του Αφεντούλη ο Υδραίος Εμμανουήλ Τομπάζης με μερικά πλοία και λίγους εθελοντές και έδωσε νέες ελπίδες στον αγώνα.

Νέος Αιγύπτιος στρατηγός ορίστηκε ο Χουσε’ί’ν πασάς που έφερε 3000 ακόμη στρατιώτες και άφθονα πολεμοφόδια, συγκεντρώνοντας συνολικά 12.000 στρατό. Ο Τομπάζης λόγω της αναρχίας που επικρα-τούσε κατάφερε να συγκεντρώσει μόλις 3.000 επαναστάτες. Στη μάχη που δόθηκε στη περιοχή της Αγίας Βαρβάρας οι ΄Ελληνες αναγκάστηκαν να υποχωρήσουν και ο Χουσε’ί’ν αφού υπέταξε τη Μεσαρά πέρασε στο Αμάρι και στο Μυλοπόταμο του Ρεθύμνου.


Στο Μελιδόνι πολιόρκησε για τρεις μήνες 370 γυναικόπαιδα και 30 οπλοφόπους  που είχαν καταφύγει στο σπήλαιο του χωριού.Στο τέλος τους έπνιξε  όλους με καπνό. Ο Χουσε’ί’ν κινήθηκε  μετά προς τα δυτικά και λεηλάτησε την επαρχία του Αποκόρωνα, κυρίεψε τα Σφακιά και τον υπόλοιπο νομό Χανίων. Είχε καταφέρει να καταπνίξει την κρητική επανάσταση αφού λόγω του εμφύλιου πολέμου που επικρατούσε στην Ελλάδα δεν στάθηκε δυνατό να σταλεί βοήθεια στον Τομπάζη ο οποίος τελικά εγκατέλειψε την Κρήτη τον Απρίλη του 1824.

Εμμανουήλ Τομπάζης (1784-1831)

Β΄  περίοδος της κρητικής επανάστασης

1. Περίοδος της Γραμβούσας [1825-1828]


Στα μέσα του 1825 οι Κρητικοί που είχαν καταφύγει στην Πελοπόννησο και πολεμούσαν τον Ιμπραήμ, ήρθαν με πλοία στη Γραμβούσα και κατάφεραν να καταλάβουν το φρούριο της .Την ίδια μέρα κυριεύτηκε και το φρούριο της Κισάμου από άλλους επαναστάτες. Με τις καταλήψεις αυτές η επανάσταση ξαναφούντωσε. Ο Μουσταφά πασάς επιχείρησε μα δεν κατάφερε να ξαναπάρει το φρούριο. Σταμάτησε όμως την εξάπλωση της επανάστασης στις δυτικές επαρχίες. Οι επαναστάτες περιορίστηκαν στη Γραμβούσα και για να τα καταφέρουν να ζήσουν αναγκάστηκαν να αρχίσουν πειρατικές επιδρομές στα διερχόμενα πλοία.

Το 1827 έφτασε στην Κρήτη σώμα Κρητικών και άλλων εθελοντών με σκοπό να ανανεώσουν την επανάσταση στις ανατολικές επαρχίες. Οι επαναστάτες πολιόρκησαν και έκαψαν τους Τούρκους της Κριτσάς και της Νεάπολης. Λίγες μέρες όμως αργότερα δέχτηκαν επίθεση στα χωριά της ανατολικής Πεδιάδας και υποχώρησαν άταχτα. Ο πόλεμος συνεχίστηκε με ξαφνικές νυχτερινές επιθέσεις (κλεφτοπόλεμος).


2. Το τέλος  του δεκάχρονου αγώνα

Στην αρχή του 1828 ήρθε στην Κρήτη ο Ηπειρώτης  Χατζημιχάλης Νταλιάνης με 600 πεζούς και 100 ιππείς και το Μάρτη οχυρώθηκε στο Φραγκοκάστελλο και από ‘κει οργάνωνε εξορμήσεις εναντίον των Τούρκων. Ο Μουσταφά πασάς κινήθηκε εναντίον του και στη μάχη που επα-κολούθησε ο Χατζημιχάλης σκοτώθηκε μαζί με 380 επαναστάτες, ενώ οι υπόλοιποι μετά από πολιορκία οκτώ ημερών αναγκάστηκαν να συνθηκο-λογήσουν και να φύγουν. Οι απώλειες των Τούρκων ήταν διπλάσιες και επιπλέον κατά την επιστροφή τους στα Χανιά δέχτηκαν πολλές επιθέσεις και σκοτώθηκαν περισσότεροι από χίλιοι.

Στη Μεσαρά οι οπλαρχηγοί Ξωπατέρας,Κόρακας,Μαλικούτης κ.ά. δεν άφηναν τους Τούρκους σε ησυχία. Το Φεβρουάριο του 1829 εκστρατεύσαν εναντίον του Ξωπατέρα 3000 Τούρκοι κι αυτός  κλείστηκε στον ψηλό πύργο της μονής Οδηγητρίας όπου μετά από τριήμερη πολιορκία βρήκε τραγικό θάνατο.

Στα 1829 θα μπορούσαμε να πούμε γενικά ότι η ύπαιθρος βρισκόταν στα χέρια των χριστιανών ενώ οι Τούρκοι είχαν τα τρία μεγάλα κάστρα των Χανίων, του Ρεθύμνου και του Ηρακλείου. Παρ’ όλα αυτά οι Μεγάλες Δυνάμεις με το πρωτόκολλο του Λονδίνου που υπέγραψαν το 1830 δεν θεώρησαν την Κρήτη τμήμα της ανεξάρτητης Ελλάδας.Ο δεκάχρονος αγώνας τελειώνει όχι με την απελευθέρωση της Κρήτης αλλά με την παραχώρηση της στον Αιγύπτιο Μεχμέτ Αλή ως

αντάλλαγμα της βοήθειας που προσέφερε στο σουλτάνο.


Η  περίοδος   από   το   1830    έως   το   1868

Η Αιγυπτιοκρατία  κράτησε ως το 1840 οπότε οι Μεγάλες Δυνάμεις αποφάσισαν να επανέλθει η Κρήτη στην επικυριαρχία του  Σουλτάνου. Μέχρι το 1866 πολλά μικρά αλλά και σημαντικά γεγονότα σημάδεψαν την περίοδο αυτή.

Μιχαήλ Κόρακας (1797-1892)


Ο Σουλτάνος έστειλε το Μουσταφά πασά στην Κρήτη για να καταπνίξει την επανάσταση. Πράγματι αυτός αφού έκαψε αρκετά χωριά στα Χανιά , νίκησε τον Ζυμβρακάκη σε μεγάλη μάχη [ 12 Οκτωβρ.1866] στο Βαφέ Αποκορώνου. Μετά απ’ αυτή την επιτυχία τους οι Τούρκοι κατευθύνθηκαν προς το Ρέθυμνο όπου έδρα της επαναστατικής επιτροπής ήταν η Μονή Αρκαδίου. Σ’ αυτήν είχαν μαζευτεί γύρω στα 600 γυναικόπαιδα και 300 αγωνιστές. Στις 8 Νοεμβρίου 1866, 15000 Τούρκοι κύκλωσαν το μοναστήρι και ζήτησαν από τους πολιορκημένους να παραδοθούν. Ο φρούραρχος της Μονής ανθυπολοχαγός Ιωάννης Δημακόπουλος και ο ηγούμενος Γαβριήλ αρνήθηκαν περήφανα. Οι Τούρκοι παρά τις λυσσαλέες επιθέσεις τους δεν κατάφεραν να καταλάβουν τη Μονή την πρώτη μέρα. Την επομένη αφού μετέφεραν  το μεγάλο πυροβόλο [μπουμπάρδα κουτσαχείλα] από το Ρέθυμνο, γκρέμισαν το τείχος και εισέβαλαν στο μοναστήρι αρχίζοντας τη μεγάλη σφαγή.

Στη μπαρουταποθήκη της μονής γράφτηκε μια ακόμα ένδοξη σελίδα της ιστορίας της Ελλάδας. Εκεί ο Κωστής Γιαμπουδάκης [ ή άλλος] ανατινάζοντας την αποθήκη σκόρπισε το θάνατο όχι μόνο στους χριστιανούς αλλά και στους Τούρκους που είχαν εισβάλει .

Τα γεγονότα στη Μονή Αρκαδίου συγκίνησαν όλο τον ελεύθερο κόσμο κι ένα νέο κύμα φιλελληνισμού δημιουργήθηκε στην Ευρώπη.


Ο  Μουσταφά πασάς προσπάθησε ύστερα να καταλάβει τα Σφακιά μα δεν τα κατάφερε ούτε αυτός ούτε ο αντικαταστάτης του Ομέρ πασάς. Το ίδιο περίπου συνέβη και στις ανατολικές επαρχίες. Τότε ο Σουλτάνος αναγκάστηκε να παραχωρήσει στην Κρήτη καθεστώς ημιαυτονομίας  ( Οργανικός Νόμος του 1868 ). Σύμφωνα με τον νόμο αυτό ο Γενικός  Διοικητής διοριζόταν από το Σουλτάνο αλλά τόσο στη κεντρική Διοίκηση όσο και στις επαρχιακές μπορούσαν να διορίζονται και χριστιανοί υπάλληλοι. Παρά τις αντιρρήσεις των επαναστατών, οι Μεγάλες Δυνάμεις δυστυχώς τάχθηκαν υπέρ της Τουρκίας. Η επανάσταση είχε τελειώσει και ο στόχος της ένωσης δεν πραγματοποιήθηκε.


ΣΥΜΒΑΣΗ ΤΗΣ ΧΑΛΕΠΑΣ

Ο οργανικός νόμος του 1868 δεν εφαρμόστηκε ποτέ από τη Τουρκία . Οι Κρητικοί  απογοητευμένοι και ταλαιπωρημένοι όπως ήταν , δεν αντέδρασαν μέχρι το 1877.Τότε , όμως , με τη κήρυξη του Ρωσοτουρκικού πολέμου , αρχίζει πάλι επαναστατικός αναβρασμός . Ζητείται από το Σουλτάνο αυτονομία , με χριστιανό διοικητή . Η απάντηση είναι αρνητική και οι συγκρούσεις αρχίζουν . Σε λίγο όλο το νησί ήταν στα χέρια των επαναστατών ,εκτός από τα φρούρια στα οποίαείχαν   συγκεντρωθεί Τούρκοι

Δυστυχώς , όμως , και πάλι οι Μεγάλες Δυνάμεις , μετά την ήττα της Τουρκίας από τη Ρωσία , με τη συνθήκη του Αγίου Στεφάνου , το 1878 , και το συνέδριο του Βερολίνου 1881 , το μόνο που ζήτησαν από το Σουλτάνο ήταν η πιστή εφαρμογή του οργανικού νόμου . Μετά από διαπραγματεύσεις Τούρκων και επαναστατών κατέληξαν στη ” Σύμβαση της Χαλέπας” (νέος οργανικός νόμος) , που προέβλεπε:

1) Ο Γενικός Διοικητής της Κρήτης θα μπορεί να είναι χριστιανός ή μουσουλμάνος με 5ετή θητεία . Μαζί του ως σύμβουλο θα έχει έναν από το αντίθετο θρήσκευμα .

2) Η Γενική Συνέλευση αποτελείται από 80 μέλη (49 χριστιανούς και 39 μουσουλμάνους) .

3) Ιδρύεται Κρητική Χωροφυλακή .

4) Στα δικαστήρια και στα σχολεία επίσημη γλώσσα γίνεται η Ελληνική

5) Ο χριστιανικός πληθυσμός απαλλάσσεται από ορισμένους φόρους , όπως ο κεφαλικός .

Στα 1889 , μετά από μία άτυχη επανάσταση ξεσπά τρομοκρατία από την  πλευρά των Τούρκων και ανακαλούνται οι διατάξεις της Χαλέπας .

Στα 1896 , μετά από νέες βιαιότητες των Τούρκων , οι Μεγάλες Δυνάμεις πιέζουν το Σουλτάνο που κάνει νέες παραχωρήσεις . Οι Τούρκοι δεν το δέχονται και αρχίζουν νέες δολοφονίες . Η Ελληνική κυβέρνηση , δυναμικά επεμβαίνοντας , στέλνει το πρίγκηπα  Γεώργιο με πλοία να εμποδίσει τη μεταφορά Τούρκων στρατιωτών στο νησί και το Συνταγματάρχη Τιμολέοντα Βάσσο με 1500 στρατιώτες , που καταλαμβάνει το νησί (1897) και κηρύσσει την ένωση με την Ελλάδα .Οι Μεγάλες Δυνάμεις αντέδρασαν και βομβαρδίζουν τις θέσεις των επαναστατών , γύρω από τα Χανιά .

Ο ήρωας Καγιαλές, όταν έσπασε το κοντάρι της σημαίας από τον κανονιοβολισμό των Μ. Δυνάμεων, γίνεται ο ίδιος ιστός και υψώνει και πάλι τη σημαία.

Ο Ήρωας Καγιαλές

Μετά από τον άτυχο Ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 (Θεσσαλία) , η Ελλάδα παίρνει πίσω τις δυνάμεις της και οι Μεγάλες Δυνάμεις αναγκάζουν τους Κρητικούς να δεχθούν τη λύση της αυτονομίας .Ύπατος αρμοστής (διοικητής) ορίστηκε ο πρίγκηπας  Γεώργιος .

Η τελευταία πράξη του κρητικού δράματος είναι η μεγάλη σφαγή του Ηρακλείου στις 25 Αυγούστου 1898. Καθώς απόσπασμα του αγγλικού στρατού προέβαινε στην εγκατάσταση των Κρητών υπαλλήλων του φορολογικού γραφείου της πόλης, ο εξαγριωμένος τουρκικός όχλος με την υποκίνηση των ηγετών του ,προέβη σε μια απάνθρωπη σφαγή. Μαζί με τις εκατοντάδες χριστιανούς αμάχους, σκότωσαν και τους 17 ’γγλους του αποσπάσματος καθώς και τον πρόξενο της Αγγλίας Λυσίμαχο Καλοκαιρινό, ενώ έκαψαν και λεηλάτησαν καταστήματα και γραφεία. Σε ανάμνηση αυτού του γεγονότος ονομάστηκε η οδός που συνδέει το λιμάνι με το κέντρο της πόλης “οδός 25ης Αυγούστου”


H ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΗΣ ΑΥΤΟΝΟΜΙΑΣ (1898-1913)

ΚΡΗΤΙΚΗ ΠΟΛΙΤΕΙΑ

Οι Αγγλικές κατοχικές δυνάμεις στρατοπεδεύουν στο ευθύγραμμο τμήμα από Παντοκράτορα προς Άγιο Ανδρέα, μετά τα γεγονότα της 25ης Αυγούστου 1898

Μόλις ανέλαβε  τα καθήκοντα του ο πρίγκιπας Γεώργιος κάλεσε τους Κρητικούς να υπακούνε στους νόμους για να ζήσουν ειρηνικά . Η κρητική σημαία  υψώθηκε στο φρούριο των Χανίων . Η οργάνωση και η λειτουργία της Κρητικής  Πολιτείας ήταν ένα πολύ δύσκολο έργο . Στην κυβέρνηση που σχηματίστηκε , μετά από τις εκλογές που έγιναν (1898) σύμφωνα με το πρώτο Κρητικό Σύνταγμα , συμμετείχε ως υπουργός Δικαιοσύνης και ο Ελευθέριος Βενιζέλος . Η κυβέρνηση προχώρησε σε κοπή κρητικού νομίσματος , στην ίδρυση τράπεζας και στην οργάνωση χωροφυλακής . Πήρε μέτρα για την εκπαίδευση και την υγεία .

Επειδή το Σύνταγμα είχε γίνει πρόχειρα και είχε πολλές ασάφειες , ο πρίγκιπας Γεώργιος το εκμεταλλεύτηκε και συγκέντρωσε σιγά-σιγά στα χέρια του όλη την εξουσία . Ήρθε σε διαμάχη με πολλούς φιλελεύθερους ανθρώπους και τον Βενιζέλο , τον οποίο ανάγκασε να παραιτηθεί . Η διαμάχη αυτή έγινε σύγκρουση, επειδή ο μεν πόθος των Κρητικών ήταν η ένωση με την Ελλάδα , ο δε Γεώργιος επέμενε στη λύση της αυτονομίας .

Η σύγκρουση πήρε τη μορφή ένοπλου επαναστατικού κινήματος (1905) στο χωριό Θέρισο των Χανίων . Το κύριο αίτημα των επαναστατών με αρχηγό τον Βενιζέλο ήταν η απομάκρυνση του πρίγκιπα και η Ένωση της Κρήτης με την Ελλάδα . Το κίνημα κράτησε 8 μήνες και τερματίστηκε , όταν οι Μεγάλες Δυνάμεις , μετά από διαπραγματεύσεις δέχτηκαν τους όρους των επαναστατών . Ήταν το τελευταίο σκαλί ,πριν την Ένωση .

.

Στα 1908 , παρόλο που επίσημα από την ελληνική κυβέρνηση δεν είχε αναγνωρισθεί , η Ένωση ήταν γεγονός .

Μετά  το κίνημα των αξιωματικών στο Γουδί (1909) , ο Στρατιωτικός Σύνδεσμος της Αθήνας κάλεσε το Βενιζέλο να αναλάβει την πρωθυπουργία της Ελλάδας .

Στα 1912 με την έναρξη των Βαλκανικών πολέμων , η Βουλή των Ελλήνων δέχτηκε τους βουλευτές της Κρήτης με εκδηλώσεις ενθουσιασμού . Η Ένωση είχε πραγματοποιηθεί . Τον Μάη του 1913 , μετά τη Συνθήκη του Λονδίνου , έγινε στα Χανιά η επίσημη ανακήρυξη της ΕΝΩΣΗΣ παρουσία του Βενιζέλου και του βασιλιά Κωνσταντίνου Α΄. Η ελληνική σημαία κυμάτιζε πια σε κάθε σπίτι .

Οι αγώνες του Κρητικού λαού έκαμαν το όνειρο πραγματικότητα .

Κρήτη γεννήτρα τσ΄ αρχοντιάς, τση λευτεριάς δασκάλα,

χωρίς εσένα δεν χτυπά της λευτεριάς καμπάνα.

Α΄ ΠΕΡΙΟΔΟΣ ΤΟΥΡΚΟΚΡΑΤΙΑΣ

1.      Η  ΚΑΤΑΛΗΨΗ  ΤΗΣ  ΚΡΗΤΗΣ  ΑΠΟ  ΤΟΥΣ  ΤΟΥΡΚΟΥΣ

Οι Τούρκοι μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης (1453) συνέχισαν να καταλαμβάνουν τη μία μετά την άλλη τις κτήσεις της πρώην Βυζαντινής αυτοκρατορίας. Δεν άργησε να έλθει και η σειρά της Κρήτης.

Μια μεγάλη στρατιά από 450 πλοία και 50.000 πολεμιστές αποβιβάστηκαν τον Ιούνιο του 1645 στα δυτικά των Χανίων τα οποία μετά από δύο μήνες πολιορκίας παραδόθηκαν.

Οι Βενετοί που κατείχαν μέχρι τότε την Κρήτη, φέρνουν ενισχύσεις από την Ιταλία και ζητούν τη βοήθεια των χριστιανών Ευρωπαίων. Οι ενισχύσεις όμως είναι μικρές και οι Τούρκοι κυριεύουν τον επόμενο χρόνο (1646) το Ρέθυμνο και προχωρούν προς το Χάνδακα. Οι Τούρκοι προπαγανδίζουν υποσχόμενοι ελευθερία της θρησκείας και παρουσιάζονται ως ελευθερωτές και όχι ως κατακτητές. Το 1648 όλη σχεδόν η Κρήτη εκτός του Χάνδακα βρίσκεται στα χέρια τους. Οι βομβαρδισμοί και οι επιθέσεις στο κάστρο δε σταματούν μέρα και νύχτα. Οι ενισχύσεις που έρχονται επιτέλους από την Ευρώπη δίνουν κουράγιο στους υπερασπιστές.

Στα 1666, μετά από 18 χρόνια πολιορκίας ο Σουλτάνος χάνοντας την υπομονή του αποκεφαλίζει τον αρχιστράτηγό του Χουσεΐν και διορίζει στη θέση του το Μεγάλο Βεζύρη Αχμέτ Κιοπρουλή με αυστηρές εντολές και άφθονα υλικά μέσα.

Ο βενετός αρχιστράτηγος Φραντζέσκο Μοροζίνι οργανώνει την άμυνα. Βενετοί και Κρητικοί, κληρικοί και λαϊκοί νιώθουν ενωμένοι στον κοινό κίνδυνο.

Ο πορθητής του Χάνδακα, Αχμέτ Κιοπρουλής, 1637 - 1676

Ο Αχμέτ Κιοπρουλής μοιράζοντας 700.000 χρυσά νομίσματα κατάφερε να παρασύρει και να πάρει με το μέρος του πολλούς. Ανάμεσά τους κι ο συνταγματάρχης Αντρέα Μπαρότσι που έδωσε στον εχθρό πολύτιμες πληροφορίες για την άμυνα της πόλης. Το τέλος φαινόταν ότι πλησίαζε. Ο Μοροζίνι ζήτησε διαπραγματεύσεις. Η συνθήκη που υπογράφτηκε στις 16 Σεπτεμβρίου 1669 έδινε το δικαίωμα στους κατοίκους του Χάνδακα να εγκαταλείψουν την πόλη μέσα σε 12 ημέρες και να πάνε όπου ήθελαν παίρνοντάς μαζί τους ότι ήθελαν και μπορούσαν. Οι Κρητικοί διασκορπίστηκαν τότε στη Βενετία ή σε άλλες βενετοκρατούμενες περιοχές όπως τα Επτάνησα, μεταφέροντας εκεί τον πολιτισμό και τις γνώσεις τους. Το Κάστρο στις 27 Σεπτεμβρίου ήταν άδειο και σωρός από ερείπια.

Η μαύρη σκλαβιά είχε αρχίσει.

ΟΙ ΤΕΛΕΥΤΑΙΕΣ ΗΜΕΡΕΣ ΤΟΥ ΧΑΝΔΑΚΑ
Μια φανταστική αφήγηση του conte Stavro Mudufari

Χάνδακας 27 Σεπτεμβρίου 1669
Η πόλη χάνεται από τα μάτια μας. Η συμφωνία που υπέγραψαν στις 16 Σεπτεμβρίου οι εκπρόσωποι του Κιοπρουλί και του Μοροζίνι τηρήθηκε στο έπακρο. Ο Χάνδακας έχει εκκενωθεί.
Οι πρόσφυγες έχουν πάρει το δρόμο που οδηγεί μίλια μακριά από το Χάνδακα και τα πέντε πλοία με το αρχεικό υλικό τραβούν το δικό τους δρόμο προς τη Βενετία.
Σκέφτομαι ότι ίσως τα πράγματα να ήταν διαφορετικά αν ο Αndrea Βarozzi δεν αυτομολούσε το Νοέμβρη του 1667 προδίδοντας στον Κιουταχή τα ασθενή σημεία της οχύρωσης του Χάνδακα. Ισως όμως αυτή να ήταν η μοίρα της πόλης Μια μοίρα τραγική.
Ο Χάνδακας φαίνεται πια σαν μια μικρή κουκίδα στο βάθος του ορίζοντα. Πάνω του ένα σκούρο σύννεφο προμηνύει καταιγίδα. Μια καταιγίδα αιώνων…. Που μόλις ξεκίνησε.


2.  ΟΙ  ΣΥΝΘΗΚΕΣ  ΖΩΗΣ  ΤΩΝ ΥΠΟΔΟΥΛΩΝ


Οι Τούρκοι διαίρεσαν την Κρήτη σε τρία διαμερίσματα (πασαλίκια), του Χάντακα, του Ρεθύμνου και των Χανίων.

Οι πασάδες επειδή φοβούνταν πιθανές εξεγέρσεις των Κρητικών, οργάνωσαν πολυάριθμο στρατό που τον αποτελούσαν κυρίως αυτοκρατορικοί γενίτσαροι, αλλά και ντόπιοι (γερλήδες).

Η γη μοιράστηκε στους κατακτητές αλλά την καλλιεργούσαν οι παλιοί χριστιανοί ιδιοκτήτες που πλήρωναν ως φόρο το 1/5 από τα εισοδήματα. Πολλές φορές όμως ο φόρος ήταν πολύ μεγαλύτερος ανάλογα τη σκληρότητα των ντόπιων αγάδων. Ο κυριότερος βέβαια φόρος ήταν όπως και για τους άλλους Έλληνες ο κεφαλικός (χαράτσι), που πληρωνόταν σε χρήμα.

Οι δύσκολες συνθήκες ζωής, οι καταπιέσεις και οι αγριότητες των κατακτητών ήταν αιτία πολλοί χριστιανοί να αρνηθούν τη θρησκεία τους και να δεχτούν τη μωαμεθανική (εξισλαμισμός). Σ΄ αυτό οδήγησε πολλούς και το συμφέρον. Έτσι δημιουργήθηκαν οι Τουρκοκρητικοί που για να είναι αρεστοί, πολλές φορές ξεπερνούσαν σε αγριότητα τους ίδιους τους Τούρκους. Μερικοί όμως ενώ ήταν φανερά μουσουλμάνοι, δεν αρνήθηκαν ποτέ την πίστη τους τη χριστιανική και κρυφά τελούσαν όλα τα χριστιανικά τους καθήκοντα. Αυτοί ήταν οι λεγόμενοι κρυπτοχριστιανοί, όπως π.χ. η οικογένεια των Κουρμούληδων στη Μεσαρά, που φανερώθηκαν και βοήθησαν στην επανάσταση του 1821.


Γιάννης Δασκαλογιάννης

2.      Η  ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ  ΤΟΥ  ΔΑΣΚΑΛΟΓΙΑΝΝΗ


Στην επανάσταση του 1769 με το όνομα «Ορλωφικά», είχε μυηθεί και ο Ιωάννης Βλάχος ή Δασκαλογιάννης, από την Ανώπολη Σφακίων. Ο Δασκαλογιάννης, που είχε ταξιδέψει στη Ρωσία και είχε γνωρίσει πολλούς Έλληνες ( όπως ο Εμμ. Μπενάκης από τη Μάνη) και ξένους, αφού προετοίμασε την επανάσταση αγοράζοντας όπλα και πολεμοφόδια, έπεισε τους Σφακιανούς να κηρύξουν τον Απρίλη του 1770 την επανάσταση.

Οι Τούρκοι αντέδρασαν αμέσως και με πολυάριθμο στρατό επιτέθηκαν από τρεις μεριές στην επαρχία Σφακίων. Οι Σφακιανοί αγωνίστηκαν με γενναιότητα και αντιμετώπισαν τους Τούρκους όλο το καλοκαίρι και το φθινόπωρο του 1770 στις ψηλές κορφές των βουνών τους. Οι Τούρκοι κατέλαβαν τα χωριά, τα λεηλατούσαν και τα κατέστρεφαν, καίγοντάς τα. Πολλά γυναικόπαιδα αιχμαλωτίστηκαν. Επειδή πλησίαζε ο χειμώνας απειλητικός και επειδή η Ρωσική βοήθεια που τους είχαν υποσχεθεί δεν ερχόταν, ο Δασκαλογιάννης αποφάσισε να παραδοθεί για να σωθεί η επαρχία. Μαζί με 70 πιστούς του συντρόφους οδηγήθηκε στο Μεγάλο Κάστρο, όπως είχε μετονομασθεί ο Χάνδακας, όπου και φυλακίστηκε. Μετά από πολλά βασανιστήρια, οι Τούρκοι τον θανάτωσαν, γδαίρνοντάς τον ζωντανό, ενώ οι υπόλοιποι κατάφεραν μετά από τρία χρόνια να αποδράσουν από τις φοβερές φυλακές του Κούλε και κάποιοι απ΄ αυτούς μπόρεσαν να γυρίσουν στα Σφακιά.

Αυτό ήταν το τέλος της πρώτης, εναντίον των Τούρκων, επανάστασης των Κρητικών, μα η φλόγα που άναψε διατηρήθηκε ως τη μεγάλη επανάσταση του 1821.




Βενετοκρατία ( 1204 -1669 )

Μετά την άλωση της Κωνσταντινούπολης από τους Σταυροφόρους, η αυτοκρατορία διαλύθηκε και η Κρήτη παραχωρήθηκε στον πιο σπουδαίο Σταυροφόρο το Βονιφάτιο Μομφερατικό. Εκείνος επειδή δεν είχε κανένα μέσο για να καταλάβει το νησί και ήταν απρόθυμος για ναυτικές περιπέτειες, παραχώρησε την Κρήτη στη Γαληνοτάτη Δημοκρατία της Βενετίας, με μυστική συμφωνία, αντί του ποσού των 5000 χρυσών δουκάτων. Με την κατοχή της Κρήτης η Βενετία θα εξασφάλιζε την κυριαρχία των θαλασσών.

Οι Βενετοί όμως, επειδή ήταν απασχολημένοι αυτό τον καιρό με τη διασφάλιση των κτήσεων τους στην Πελοπόννησο και στο Αιγαίο δε φροντίζουν να καταλάβουν έγκαιρα την Κρήτη. Την ευκαιρία αυτή εκμεταλλεύεται ο Γενουάτης αρχιπειρατής Ερρίκος Πεσκατόρε και καταλαμβάνει το 1206 μεγάλο μέρος της κεντρικής Κρήτης. Φαίνεται πως ο Γενουάτης αυτός δε συνάντησε αντίσταση από το ντόπιο πληθυσμό και μπόρεσε να οχυρώσει τα τρία μεγάλα φρούρια του Χάνδακα , της Σητείας και του Ρεθύμνου και να κτίσει άλλα μικρότερα σε επίκαιρες θέσεις, για να στερεώσει την εξουσία του.

Οι Βενετοί δεν ήταν δυνατόν να αφήσουν την Κρήτη στα χέρια των Γενουατών, των μεγάλων αντιζήλων τους. Έτσι οργανώνουν διάφορες εκστρατείες και τελικά γίνονται κυρίαρχοι του νησιού ολοκληρωτικά το 1217 οπότε και υπογράφεται η συνθήκη Βενετίας-Γένουας. Για την Κρήτη αρχίζει μια νέα περίοδος μακρόχρονης δουλείας που θα διαρκέσει ως το 1669. Αλλά κι η Βενετία θα έχει να αντιμετωπίσει εδώ μια λυσσαλέα και επίμονη αντίσταση του κρητικού λαού και θα θυσιάσει άφθονο χρήμα και αίμα για την επιβολή της κυριαρχίας της.

Η νέα κτήση αποτέλεσε μια μεγάλη διοικητική περιφέρεια που την ονόμασαν περήφανα «Βασίλειον της Κρήτης» και στο οποίο υπάγονταν και τα νησιά Τήνος και Κύθηρα .

Χάρτης της Κρήτης με το λέοντα της Βενετίας, από το βιβλίο του Marco Boschini, Il regno tutto di Candia, 1651 (M. Boschini, Ηράκλειο, Ιστορικό Μουσείο Κρήτης, © Ε.Κ.Ι.Μ.)

Ο  διοικητής του νησιού όπως και ο Λατίνος αρχιεπίσκοπος έχουν την έδρα τους στο Χάνδακα ή Κάντια, τη « Βενετία της Ανατολής». Εκλέγεται για δύο χρόνια από το Μεγάλο Συμβούλιο της Βενετίας και έχει τον τίτλο του Δούκα. Μαζί με δυο συμβούλους που εκλέγονται επίσης για δύο χρόνια αποτελούν την «Αυθεντία» που αποφασίζει για κάθε πρόβλημα του νησιού. Εκτός από τους άρχοντες αυτούς υπάρχει ένας μεγάλος αριθμός από διοικητικούς, στρατιωτικούς, οικονομικούς και δικαστικούς υπαλλήλους που είναι Βενετοί ή Ιταλοί και οι περισσότεροι διορίζονταν απ΄ ευθείας από τη Βενετία. Μετά το 1500 σημαντικές θέσεις στη διοίκηση παίρνουν σιγά σιγά και ντόπιοι κάτοικοι.

Ο στρατιωτικός έλεγχος της Κρήτης εξασφαλίστηκε με την οργάνωση φρουρίων σε επίκαιρες θέσεις και με την ύπαρξη ετοιμοπόλεμου  και ισχυρού πεζικού και ιππικού. Παρ’ όλα αυτά ο κρητικός λαός δε δέχτηκε αδιαμαρτύρητα τη στέρηση της εθνικής και της θρησκευτικής ελευθερίας του. Αναφέρονται 27 μεγάλες και μικρές επαναστάσεις και πολλά μικρότερα τοπικά κινήματα.

Η μακρόχρονη περίοδος της Βενετοκρατίας υπήρξε και για την κρητική εκκλησία ιδιαίτερα σκληρή όχι τόσο επειδή ήταν φανατικοί καθολικοί – οι ίδιοι έλεγαν χαρακτηριστικά ότι ήταν πρώτα Βενετοί κι έπειτα χριστιανοί- αλλά επειδή διαπίστωσαν ότι η εκκλησία ήταν η μεγάλη δύναμη που ένωνε το λαό, ήταν το στήριγμα της βυζαντινής ιδέας κι ο φορέας της αντίστασης. Από τις πρώτες ενέργειές τους ήταν η απομάκρυνση των ορθόδοξων ιεραρχών στους οποίους απαγόρευαν ακόμα και την επίσκεψη στο νησί. Συγχρόνως δραστηριοποιήθηκε η προπαγάνδα της Καθολικής Εκκλησίας και ιδρύθηκαν πολυάριθμα λατινικά μοναστήρια που έγιναν κέντρα προσηλυτισμού. Με βούλλα του πάπα ανακηρύχτηκε το προσκύνημα το Αγίου Τίτου του Χάνδακα ισάξιο με το προσκύνημα των Αγίων Τόπων και ικανό για να παίρνει ο προσκυνητής συγχωροχάρτι. Στον αρχιεπισκοπικό θρόνο της Κρήτης διορίστηκε λατίνος αρχιεπίσκοπος, ενώ προϊστάμενοι των ορθοδόξων κληρικών

Άποψη του Χάνδακα από τη θάλασσα, 1535 - 1540 (Fr. Hogenber

( χειροτονούνταν εκτός Κρήτης) διορίζονταν οι πρωτοπαπάδες που ήταν πρόσωπα της απόλυτης εμπιστοσύνης των Βενετών και ενωτικοί ( ουνίτες, δηλαδή είχαν χειροτονηθεί κατά το ορθόδοξο δόγμα αλλά μετείχαν σε ακολουθίες μαζί με καθολικούς και μνημόνευαν το όνομα του Πάπα και του Λατίνου αρχιεπισκόπου). Πολλοί απ’ αυτούς ήταν διεφθαρμένοι και ανήθικοι και προκαλούσαν την αποστροφή του κρητικού λαού και κλήρου, πολλές δε φορές και των ίδιων των Βενετών. Αντίθετα οι ορθόδοξοι μοναχοί υπήρξαν οι φρουροί της πίστης και της ενότητας του λαού. Στους τελευταίους χρόνους της Βενετοκρατίας αναβιώνει έντονα ο μοναχισμός . Ιδιαίτερη αίγλη έχουν οι μονές Αγκαράθου, Απεζανών, Βροντισίου, Ακρωτηριανής ( Τοπλού), Αρκαδίου, Αγίας Τριάδος Τσαγκαρόλων, Κυρίας Θεοτόκου Γωνιάς κ. ά.










Με το πέρασμα των χρόνων πολλοί από τους Βενετούς εξελληνίστηκαν. Η ελληνική γλώσσα και τα ήθη επιβάλλονται. Οι Βενετοί παντρεύονται με Ελληνίδες, ενώ πολλοί ασπάζονται την ορθοδοξία, καθώς οι μητέρες ή οι γυναίκες τους είναι ορθόδοξες. Αισθάνονται βαθιά δεμένοι με τη γη που τους γέννησε και τους συνδέει συνείδηση κρητική. Θα μπορούσε να ειπωθεί ξανά αυτό που παλιότερα είχε πει ο λατίνος ποιητής Οράτιος για την Ελλάδα «η ηττημένη Κρήτη υπέταξε το δυνάστη της».

Βάση της κρητικής οικονομίας ήταν και τότε η γεωργία και η κτηνοτροφία που τον 3ο και 4ο αιώνα της κατοχής παρουσιάζει θεαματική ανάπτυξη με αποτέλεσμα να γίνονται εξαγωγές προϊόντων και ιδιαίτερα του κρασιού αλλά και τυριού, βαμβακιού, μεταξιού, μελιού, ξυλείας κ.ά.

Οι χωρικοί όμως της Κρήτης ήταν υποχρεωμένοι να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους και στο Δημόσιο, για την κατασκευή και συντήρηση των φρουρίων, για τη φύλαξη των παραλίων και για την αγγαρεία της θάλασσας που ήταν και η πιο σκληρή και ισοδυναμούσε σχεδόν με θανατική καταδίκη.

Κατά τους τελευταίους αιώνες της βενετσιάνικης κυριαρχίας, τότε που οι κρητικές επαναστάσεις σταμάτησαν, ενώ η τουρκική σκλαβιά είχε σκεπάσει την ηπειρωτική Ελλάδα, στην Κρήτη αναπτύχθηκαν οι καλές τέχνες και τα γράμματα ( Κρητική αναγέννηση ) και αναδείχθηκαν σπουδαίοι πνευματικοί άνθρωποι και καλλιτέχνες. Μερικοί απ’ αυτούς ήταν: Οι ποιητές Γεώργιος Χορτάτσης ( «Ερωφίλη» τραγωδία, «Κατζούρμπος» κωμωδία ), Βιτσέντζος  Κορνάρος ( «Θυσία του Αβραάμ»«Ερωτόκριτος» έμμετρο ερωτικό μυθιστόρημα 10.000 στίχων). τραγωδία,

Το χαίρε των Μυροφόρων" (Μιχαήλ Δαμασκηνός, Ηράκλειο, Αγία Αικατερίνη των Σιναϊτών)

Οι ζωγράφοι Θεοφάνης ο Κρης ( τοιχογραφίες στα Μετέωρα και ’γιο Όρος), Μιχαήλ Δαμασκηνός (Βροντίσι- φορητές εικόνες) και η μεγάλη δόξα της Κρήτης ο Δομήνικος Θεοτοκόπουλος που γεννήθηκε στο Χάνδακα όπου έζησε ως τα 28 του χρόνια, ενώ αργότερα εγκαταστάθηκε και μεγαλούργησε στην Ισπανία ( El Greco ).

Λεπτομέρεια από το έργο "Μη μου άπτου", 16ος αιώνας (Μιχαήλ Δαμασκηνός, Μουσείο Αγίας Αικατερίνης, Ηράκλειο, Αγία Αικατερίνη των Σιναϊτών)




"Η ταφή του κόμητα του Οργκάθ", 1586 - 1588 (Δομήνικος Θεοτοκόπουλος, Τολέδο, Εκκλησία Σάντο Τομέ)

















Η ανάπτυξη αυτή φτάνει στο τέλος της όταν ξεσπά ο λεγόμενος Κρητικός πόλεμος ( 1645 -1669 ) ανάμεσα στη Βενετία και την Οθωμανική αυτοκρατορία που αφού κατέλαβε όλες τις άλλες ελληνικές χώρες άρχισε να διεκδικεί και την Κρήτη για να μείνει μόνη κυρίαρχος στην ανατολική Μεσόγειο.

Το καλοκαίρι του 1645 αποβιβάζεται τουρκικός στόλος στον Κίσσαμο Χανίων. Αρχίζει ένας σκληρός πόλεμος μεταξύ δυο κατακτητών στα χώματα της Κρήτης

( όπως λέει ο λαός «δυο γάιδαροι μαλώνανε σε ξένη μαντζαδούρα»). Οι Τούρκοι, ισχυρότεροι, γίνονται κύριοι του νησιού εκτός από την πρωτεύουσά του το Χάνδακα και τα φρούρια Σπιναλόγκας, Σούδας και Γραμβούσας.

Το 1648 αρχίζει μια τιτανομαχία γύρω από το Χάνδακα ( ή Μεγάλο Κάστρο) που διαρκεί 22 χρόνια ως το 1669 οπότε και το τελευταίο τούτο οχυρό της χριστιανοσύνης πέφτει στα χέρια των Οθωμανών.

Η μαύρη νύχτα της τουρκικής σκλαβιάς αρχίζει και για την Κρήτη. Μαζί αρχίζουν νέοι σκληροί αγώνες, νέες επαναστάσεις. Δυόμισι σχεδόν αιώνες δεν παύει να χύνεται το αίμα του Κρητικού λαού για την ελευθερία του.

Γκραβούρα με φανταστική σκηνή από την εικοσάχρονη πολιορκία του Χάνδακα από τους Τούρκους, 1648 – 1669

Πηγές:

Θεοχάρη Δετοράκη  «Ιστορία της Κρήτης»

Στέργιου Σπανάκη  “Κρήτη”

Χετζογιαννάκης Μανώλης




Β΄ Βυζαντινή περίοδος ( 961- 1204 )

Η τύχη επεφύλαξε τη μεγάλη δόξα της απελευθέρωσης της Κρήτης στον αρχιστράτηγο Νικηφόρο Φωκά. Βυζαντινοί ιστορικοί αναφέρουν ότι οι δυνάμεις που συγκεντρώθηκαν για την επιχείρηση αυτή αποτελούνταν από 3307 πλοία ( 2000 πολεμικά με 250 πολεμιστές το καθένα, 1000 μεταγωγικά και 307 φορτηγά). Αντίθετα αραβικές πηγές μιλούν για 700 πλοία με 72000 πεζούς και 5000 ιππείς.

Πιθανά, η θέση και το μέγεθος του Χάνδακα της β’ Βυζαντινής περιόδου

Ο Βυζαντινός στρατός υπό τον Νικηφόρο Φωκά πολιορκεί τον Χάνδακα, 961 (Ι. Σκυλίτζης, Μαδρίτη, Εθνική Βιβλιοθήκη Ισπανίας)

Τον Ιούλιο του 960 ο Φωκάς έφτασε στα κρητικά παράλια και αποβίβασε το στρατό του, που αποτελούνταν εκτός από βυζαντινούς στρατιώτες απ’ όλα τα μέρη της αυτοκρατορίας και από Αρμένιους, Βάραγγους, Σκανδιναβούς και Ρως, στην παραλία του Αλμυρού, δυτικά του Χάνδακα. Αμέσως άρχισε η πολιορκία των Αράβων του Χάνδακα, που διήρκεσε ολόκληρο το υπόλοιπο του 960 και μέχρι το Μάρτιο του 961, οπότε το φρούριο υπέκυψε και επακολούθησε σφαγή των Αράβων και λεηλασία της πόλης από τους εξαγριωμένους βυζαντινούς στρατιώτες. Λέγεται ότι σφάγηκαν 200.000 μαζί μ’ αυτούς που σκοτώθηκαν στις μάχες κι άλλοι τόσοι πιάστηκαν αιχμάλωτοι. Αριθμοί υπερβολικοί. Οι θησαυροί των Αράβων που έπεσαν στα χέρια των Βυζαντινών, ήταν αμύθητοι. Λέγεται ότι χρειάστηκαν 300 φορτηγά πλοία για να μεταφερθούν στην Κωνσταντινούπολη, μαζί με τους αιχμαλώτους, ανάμεσα στους οποίους ήταν ο εμίρης του Χάνδακα Αβδούλ Αζίζ Κοτορμπής ( ή κατά τους βυζαντινούς Κουρούπης) και ο γιος του Ανεμάς που αργότερα ασπάστηκε το χριστιανισμό και υπηρέτησε πιστά τον αυτοκράτορα. Πρέπει να αναφέρουμε σ’ αυτό το σημείο ότι ένα μεγάλο μέρος από τα λάφυρα δόθηκαν από το Φωκά στον πνευματικό του Αθανάσιο τον Αθωνίτη που ίδρυσε και οργάνωσε τη πρώτη μονή του Αγίου Όρους ,αυτή της Μεγίστης Λαύρας .

Η θριαμβευτική είσοδος του Νικηφόρου Φωκά στη Βασιλεύουσα, 11ος-12ος αιώνας (Ι. Σκυλίτζης, Μαδρίτη, Εθνική Βιβλιοθήκη Ισπανίας)

Με την ανάκτηση της Κρήτης αρχίζει μια νέα περίοδος της κρητικής ιστορίας , που διήρκεσε 250 περίπου χρόνια. Ο Φωκάς κατασκευάζει τώρα νέα αμυντικά και οχυρωματικά έργα όπως το φρούριο «τέμενος» στο Κανλί Καστέλι ( Προφήτης Ηλίας). Επίσης εγκαθιστά, με τη θέλησή τους, παλαίμαχους στρατιώτες σε εύφορες περιοχές της Κρήτης που χτίζουν πολλά χωριά τα οποία εξακολουθούν να υπάρχουν και σήμερα ( Αρμένοι, Βαρβάροι, Βαρβάρω, Σκλαβεροχώρι, Σκλαβοπούλα, Ρουσοχώρια, Βουλγάρω κ.ά.). Διοικητικό και στρατιωτικό κέντρο της Κρήτης γίνεται και πάλι ο Χάνδακας.

Άποψη του φρουρίου του Τεμένους, 1615 (F. Basilicata, Ηράκλειο, Βικελαία Δημοτική Βιβλιοθήκη)

Επειδή κατά τη μακραίωνη αραβική δουλεία, πολλοί Κρητικοί πλανήθηκαν και εξισλαμίστηκαν ( πολλοί με τη βία), ήλθε στην Κρήτη ο όσιος Νίκων (ο Μετανοείτε) που προσπάθησε με το κήρυγμά του στην κεντροανατολική Κρήτη να επαναφέρει τους παραστρατημένους στο χριστιανικό δρόμο. Στη δυτική Κρήτη έδρασε για τον ίδιο λόγο ο όσιος Ιωάννης (ο Ξένος) που καταγόταν από το χωριό Σίβα της Μεσαράς.

Ο Άγιος Ιωάννης ο Ξένος ή Ερημίτης

Η Κρητική Εκκλησία οργανώνεται πάλι. Ανασυστήθηκε η Αρχιεπισκοπή Κρήτης, με έδρα το Χάνδακα όπου ανηγέρθη πολύ όμορφος μητροπολιτικός ναός αφιερωμένος στον Απόστολο Τίτο.

Ο Άγιος Τίτος

Ο μεγαλοπρεπής ναός του Αγίου Τίτου στην ομόνυμη πλατεία, 2004 (φωτ. Βασίλης Κοζωνάκης)

Αραβοκρατία 828-961 μ.Χ.

Το 828 μ.Χ. οι Ἀραβες Σαρακηνοί της Ισπανίας αποβιβάζονται στην Κρήτη, την οποία κατακτούν εύκολα αλλά σταδιακά, αφού ούτε ο βυζαντινός στόλος κατάφερε να την σώσει, ούτε οι ντόπιοι, φαίνεται, πρόβαλαν ουσιαστική αντίσταση.

Οι Άραβες καταστρέφουν τη Γόρτυνα και κτίζουν νέα πρωτεύουσα στη θέση του Ηρακλείου, του αρχαίου επινείου της Κνωσού, που ονομάζουν Χάνδακα και τον οποίο οχυρώνουν με επιμέλεια για να γίνει το φοβερό ορμητήριό τους στις πειρατικές τους εξορμήσεις και τόπος συγκέντρωσης των θησαυρών και των λαφύρων που προέρχονταν απ΄αυτές, Ενάμιση σχεδόν αιώνα η αραβοκρατούμενη Κρήτη ήταν το κέντρο των Σαρακηνών πειρατών εναντίον των νησιών και των παραλίων της Ανατολικής Μεσογείου.

Τμήμα του αραβικού στόλου κατά τη ναυτική εκστρατεία εναντίον της Κρήτης, 823 - 828 (Ι. Σκυλίτζης, Μαδρίτη, Εθνική Βιβλιοθήκη Ισπανίας)

Βαρύτατες υπήρξαν βέβαια οι συνέπειες για τον κρητικό πληθυσμό που βυθίστηκε σε νύκτα φρικτής δουλείας, αποκόπηκε από τον κορμό της Βυζαντινής αυτοκρατορίας και αφανίστηκε από το προσκήνιο του πολιτισμού. Πάντως παρά τη δίωξη του χριστιανισμού, αυτός εξακολούθησε να υπάρχει, όπως διασώθηκε η γλώσσα και οι παραδόσεις, ιδιαίτερα στα χωριά.

Το Βυζάντιο, για το οποίο η απώλεια της Κρήτης σήμαινε ότι έχανε μια μεγάλη και πλούσια επαρχία (θέμα) και δε θα μπορούσε να ελέγχει πια τους θαλάσσιους δρόμους, έκανε πολλές προσπάθειες να την ανακτήσει που όμως κατέληγαν σε αποτυχία.

Α΄ Βυζαντινή περίοδος 395-828 μ.Χ.

Όταν ο Μέγας Κωνσταντίνος μετέφερε την έδρα του Ρωμαϊκού κράτους στην Κωνσταντινούπολη και το διαίρεσε σε 4 επαρχίες, η Κρήτη υπήχθη στην επαρχία της Ιταλίας.

Μέγας Κωνσταντίνος

Το 395 μ.Χ. ο Μέγας Θεοδόσιος μοίρασε το κράτος σε ανατολικό και δυτικό. Η Κρήτη έγινε τότε επαρχία του ανατολικού μέρους της αυτοκρατορίας, δηλαδή του Βυζαντινού κράτους , όπως ονομάστηκε αργότερα. Είναι η περίοδος που κυριαρχεί ο χριστιανισμός. Η Κρήτη, εκκλησιαστικά, γίνεται Μητρόπολη με έδρα τη Γόρτυνα, όπου χτίζεται ο μεγαλοπρεπής ναός του Αγίου Αποστόλου Τίτου, πρώτου επισκόπου της.

Μέγας Θεοδόσιος

Δυστυχώς, η Βυζαντινή αυτοκρατορία δε θωράκισε αμυντικά το νησί κι έτσι γίνεται στόχος διαφόρων λαών. Αναφέρεται μάλιστα μέχρι και επιδρομή των Σλάβων το 623. Η περίοδος αυτή διαρκεί μέχρι το 828 μ.Χ.

Ρωμαϊκή εποχή (69 π.χ – 395 μ.χ)

1. Ρωμαϊκή περίοδος (69π.Χ. -395 μ.Χ. )

Η Κρήτη ανέκαθεν είχε στρατηγική σημασία στην Ανατολική Μεσόγειο. Ήταν λοιπόν φυσικό να γίνει στόχος και της Ρώμης στην προσπάθεια κυριαρχίας της στην Ανατολή. Γύρευε αφορμή να της επιτεθεί και να την καταλάβει και βρήκε. Επειδή οι Κίλικες πειρατές, που πείραζαν τα ρωμαϊκά καράβια και ζημίωναν το ρωμαϊκό εμπόριο, βρίσκαν, φαίνεται, άσυλο στα παράλια της Κρήτης, η Ρώμη ζήτησε από τους Κρητικούς να σταματήσουν τη βοήθειά τους στους Κίλικες. Αυτοί δε συμμορφώθηκαν με την απαίτηση της Ρώμης και ο ύπατος Μάρκος Αντώνιος εκστρατεύει για να τιμωρήσει τους Κρητικούς. Εκείνοι, που το πληροφορούνται έγκαιρα, ναυμαχούν το στόλο των Ρωμαίων προτού φθάσει στην Κρήτη, αιχμαλωτίζουν πολλά πλοία και κρεμούν πολλούς αιχμαλώτους. Ο ίδιος ο Αντώνιος μόλις κατόρθωσε να ξεφύγει ( 74 π.Χ.)

Το 69 π.Χ. ο ύπατος Κόιντος Καικίλιος Μέτελλος εκστρατεύει και πάλι στην Κρήτη. Αποβιβάζεται στη δυτική Κρήτη και την κυριεύει, παρά τη γενναία άμυνα των Κρητικών με στρατηγούς το Λασθένη και Πανάρη. Ο Λασθένης έρχεται στην Κνωσό για να συνεχίσει την αντίσταση, αλλά αναγκάζεται να την εγκαταλείψει αφού έκαψε τους θησαυρούς της για να μην πέσουν στα χέρια των εχθρών. Ο Μέτελλος κατακτά όλη την Κρήτη και καίει και καταστρέφει τις πόλεις που αντιστάθηκαν.

Η Κρήτη γίνεται ρωμαϊκή επαρχία με έδρα του Ρωμαίου διοικητή την Γόρτυνα, φίλη και σύμμαχο των Ρωμαίων.

ΓΟΡΤΥΝΑ

ΓΟΡΤΥΝΑ

ΓΟΡΤΥΝΑ

Μία από τις αρχαιότερες πόλεις της Κρήτης. Παρόλο, που στη Μινωική εποχή φαίνεται πως δεν ήταν τόσο σημαντική, έφτασε κάποια στιγμή αργότερα, όπως πιστεύουν οι αρχαιολόγοι ( Νικ. Πλάτων) ο πληθυσμός της ίσως και τις 300.000 και ήταν κυρίαρχος της μεγάλης πεδιάδας της Μεσαράς ως το σημερινό χωριό Ροτάσι.

Ήταν μια από τις ισχυρότερες, πλουσιότερες και πιο ευνομούμενες πόλεις της Κρήτης. Τούτο απόδειξε κι η μεγάλη επιγραφή του τέλους του 6ου αιώνα π.Χ. η οποία είναι συγκεφαλαίωση νόμων κληρονομικού και οικογενειακού δικαίου και πολιτικής δικονομίας, γραμμένη βουστροφηδόν και εντοιχισμένη στους τοίχους δημόσιου οικοδομήματος. Οι νόμοι της Γόρτυνας δεν επέβαλλαν βάρβαρες ποινές. Προέβλεπαν διεξοδική διαδικασία για τη σωστή απονομή της δικαιοσύνης και απαιτούσαν αντικειμενική απόδειξη, τόσο για την ενοχή, όσο και για την αθωότητα του κατηγορουμένου. Η θανατική ποινή ήταν άγνωστη, γεγονός που δείχνει τον ανώτερο πολιτισμό των Γορτυνίων, σε σχέση με τους σύγχρονούς τους άλλους λαούς ( αλλά και με πολλούς σημερινούς) και τη σπουδαία πνευματική τους ανάπτυξη.

O Federico Halbherr μελετάει την Μεγάλη Επιγραφή στη Γόρτυνα
ΠΗΓΗ: http://www.scuoladiatene.it/

Τον 3ο αιώνα π.Χ. κυρίεψαν τη Φαιστό και πήραν τα κτήματά της και το λιμάνι της τα Μάταλα κι έτσι είχαν δύο λιμάνια: Τα Μάταλα και τη Λεβήνα ( σημερινό Λέντα).

Οι Γορτύνιοι είχαν φιλικές σχέσεις με τους Αχαιούς και αργότερα με τους Πτολεμαίους.

Όταν οι Ρωμαίοι άρχισαν να εκδηλώνουν το ενδιαφέρον τους για την Κρήτη, επιζήτησαν τη φιλία των Γορτυνίων, οι οποίοι τάχθηκαν με το μέρος τους , γιατί ήθελαν, με τη βοήθεια των Ρωμαίων, να κυριαρχήσουν σε όλη την Κρήτη. Αντίθετα, η Κνωσός κηρύχθηκε φανερά εχθρική κατά των Ρωμαίων. Έτσι η Γόρτυνα όχι μόνο δεν καταστράφηκε απ αυτούς , όπως η Κνωσός κι άλλες μεγάλες πόλεις που κατάστρεψε ο Κόιντος Μέτελλος το 68 π.Χ. αλλά είδε τη μεγαλύτερη ακμή της κατά την περίοδο της Ρωμαϊκής κυριαρχίας, έγινε η πολυανθρωπότερη πόλη της Κρήτης και έδρα του Πραίτορα ( διοικητή) του νησιού.

Ήταν η πρώτη πόλη της Κρήτης που δέχτηκε τον χριστιανισμό. Στη Γόρτυνα εγκαταστάθηκε ο απόστολος Τίτος, ως πρώτος επίσκοπος Κρήτης. Στη Γόρτυνα μαρτύρησαν στις 23 Δεκεμβρίου του 250 π.Χ. στο διωγμό του Δεκίου, οι ’γιοι Δέκα Κρήτες χριστιανοί: Θεόδουλος, Σατουρνίνος, Εύπορος, Γελάσιος, Ευνικιανός ( από τη Γόρτυνα), Ζωτικός (από την Κνωσό), Πόμπιος ( από τη Λεβήνα), Αγαθόπους ( από το Πάνορμο), Βασιλείδης ( από την Κυδωνία), Ευάρεστος ( από το Ηράκλειον). Στο χώρο του μαρτυρίου τους χτίστηκε ναός αφιερωμένος στη μνήμη τους και το χωριό που βρίσκεται σ΄αυτή τη θέση, πήρε το όνομα ’γιοι Δέκα.

Η Γόρτυνα ήκμασε και κατά τη Βυζαντινή περίοδο, μέχρι το 828 μ.Χ. που κατέλαβαν την Κρήτη οι Σαρακηνοί και την κατέστρεψαν. Από τότε κι έπειτα η Γόρτυνα δεν κατοικήθηκε πια ποτέ και οι Άραβες και Σαρακηνοί έκαναν έδρα τους το Ηράκλειο το οποίο ονόμασαν Χάνδακα. Στη Γόρτυνα χτίστηκαν οι πρώτοι χριστιανικοί ναοί και ανάμεσα σ΄ αυτούς σπουδαιότερος ο ναός του Αγίου Τίτου, που χτίστηκε τον 6ο αιώνα και τα ερείπιά του βλέπουμε σήμερα.

Άγιος Τίτος


Σελίδα 3 από 3

Υποστηριζόμενο από blogs.sch.gr & Θέμα βασισμένο στο Lovecraft από τον Anders Norén

Αλλαγή μεγέθους γραμματοσειράς
Αντίθεση